Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 9ο)

Η ευρύτερη οικογένεια των Χατζηλαζάρων

Με το θάνατο της Μάτσης Χατζηλαζάρου κλείνει σχεδόν οριστικά η γενεαλογική γραμμή της Χρυσάνθης Οικονόμου και του Ιωάννη Χατζηλαζάρου. Σχεδόν οριστικά γιατί είναι άγνωστο τι απέγινε ο γιος του Νικολάου Χατζηλαζάρου, Ιωάννης, καθώς επίσης και τα παιδιά της Μαρίας Χατζηλαζάρου – Καρακανόβσκη. Πριν αρχίσουμε την εξιστόρηση των άλλων παιδιών του Ανδρέα Οικονόμου στη Κεντρική Ευρώπη, θα κάνω μια απόπειρα αποτύπωσης των υπόλοιπων μελών της οικογένειας Χατζηλαζάρου.

Όπως αναφέρθηκε ήδη στο 3ο μέρος η οικογένεια Χατζηλαζάρου με τα τέσσερα παιδιά, Ιωάννη, Αδάμ, Γρηγόρη και Σταύρο, διέφυγαν από το Κάτω Γραμματικό κυνηγημένοι από τους γενιτσάρους. Ο τρόπος διαφυγής δεν είναι γνωστός. Ταιριάζει όμως με μια ιστορία που συνήθιζε να διηγείται ο παππούς Σταύρος, ο μικρότερος από τα τέσσερα αδέλφια, στα τρία εγγονάκια του, Έλλη, Ειρήνη και Φιλώτα. Ήταν τα παιδιά του πρωτότοκου γιου του Κώστα. Η Έλλη είχε το χάρισμα να καταγράφει ανεξίτηλα στο μυαλό της όλα τα σημαντικά γεγονότα της παιδικής της ηλικίας. Τα περιγράφει με μεγάλη ευγλωττία και λεπτότητα στο συγκινητικό βιβλίο της “Εξήντα Χρόνια Ελληνικής Ζωής” (Lulu Press, 2016).

Μια μέρα με φώναξαν να κατέβω στην αυλή του σπιτιού μας και με έκπληξη την είδα γεμάτη από άλογα ήδη σελωμένα από τους σταυλίτες, έτοιμα για αναχώρηση. Σε ένα από αυτά καθόταν κι’ όλας η μητέρα μου και αφού ο πατέρας μου της έδωσε τα γκέμια, στράφηκε σε μένα λέγοντας μου: — Έλα Σταυράκη, τώρα θα μας δείξεις πως είσαι σωστός άνδρας. Καβάλησε το αλογάκι σου και να μην απομακρυνθείς από κοντά μας. Μας κυνηγούν οι Γενίτσαροι. Στη ξέφρενη φευγάλα μας, ένας ποταμός μας έκοψε ξαφνικά τον δρόμο. Ο πατέρας μου δεν έχασε καιρό. Έπιασε τα χαλινάρια του αλόγου της μητέρας μου, σπιρούνιασε το δικό του άλογο και μπήκαν στο νερό, κι’ εγώ από κοντά τους. Έξαφνα, στη μέση στο ποτάμι, το διψασμένο άλογο σταμάτησε και έσκυψε να πιει νερό. Ο πατέρας μου φώναξε: — Σταυράκη, χτύπα το άλογο για να φύγουμε. Δεν ακούς τους Γενίτσαρους που έρχονται ουρλιάζοντας για να μας πιάσουν; Δεν πρέπει να χάσουμε ούτε στιγμή! Πραγματικά οι Γενίτσαροι μας ακολουθούσαν σε μικρή απόσταση. Βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ένα γερό χέρι να αρπάζει τη σέλα του αλόγου μου. Η καρδιά μου έπαψε σχεδόν να χτυπάει. Γυρίζοντας για να δω κατατρομαγμένος, είδα πως ήταν ένας υπηρέτης μας, που με μια σβέλτη κίνηση με είχε καθίσει μπροστά του, επάνω στο δικό του άλογο”.

Η οικογένεια Χατζηλαζάρου εγκαταστάθηκε στις Σέρρες, στη πόλη του συγχωριανού μητροπολίτη Χρύσανθου ο οποίος αποτελούσε εγγύηση και ασφάλεια για πολλούς κυνηγημένους Έλληνες. Εκεί συνέχισαν το παραδοσιακό εμπόριο της οικογένειας. Τα κέρδη ήταν μεγάλα αν κρίνουμε από μιαν άλλη ιστορία που διηγούταν ο παππούς Σταύρος. Επρόκειτο για μια περιπετειώδη αποστολή ενός τσουβαλιού γεμάτου λίρες και ενός μπαούλου με ρολόγια στην Κων/πολη. Τα κέρδη των πλούσιων εμπορικών οικογενειών, ελληνικών κυρίως, επενδύονταν σε μεγάλα αγροκτήματα. Η διαδικασία κτήσης περιγράφεται από τον Ιωάννη Γιαννόπουλο στη μελέτη του για τα τσιφλίκια του Βελή πασά: “κατά τα τέλη του 18ου αιώνος και τας αρχάς του 19ου επεκράτει η τάσις πλούσιοι άλλοτε (Τούρκοι) γαιοκτήμονες να εκποιούν τας περιουσίας των δια την μειωμένην απόδοσιν αυτών και την ελλειψιν ασφαλείας εις την περιοχήν των και να εγκαθίστανται εις Κωνσταντινούπολιν ή εις αλλά μεγάλα αστικά κέντρα. Η μειωμένη παραγωγή ωφείλετο εις την ελλειψιν εργατικών χειρών και εις καταστροφάς της παραγωγής ένεκα αντίξοων καιρικών συνθηκών και ληστρικών επιδρομών”. Δεν ήταν σπάνιο όμως και το φαινόμενο να εξαγοράζονται τσιφλίκια αγάδων που είχαν δανειστεί και αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Η γη και τα αστικά ακίνητα ήταν οι μόνες δυνατές επενδύσεις τότε. Αργότερα εμφανίστηκε και άλλη δυνατότητα, η επένδυση στη βιομηχανία, που άφηνε περισσότερα κέρδη αλλά με μεγαλύτερο κίνδυνο όπως είδαμε στη περίπτωση του Κλέωνα Χατζηλαζάρου. Τον δρόμο της εξαγοράς γαιών ακολούθησαν και οι Χατζηλάζαροι επενδύοντας τα κέρδη τους σε μεγάλα αγροκτήματα της κεντρικής Μακεδονίας. Αρχικά όλα τα παιδιά με τις οικογένειες τους ζούσαν στις Σέρρες. Είχαν βέβαια κατοικίες και στα τσιφλίκια τους όπου περνούσαν αρκετό μέρος του χρόνου όπως αναφέρει η Έλλη στο βιβλίο της. Προς τα μέσα του 19ου αιώνα μερικοί μετακόμισαν από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη, όπως ο Ιωάννης και ο Σταύρος. Η Θεσσαλονίκη από τις αρχές του 1830 άρχισε να προσελκύει πολλούς πολίτες που την είχαν εγκαταλείψει από φόβο για τη ζωή τους μετά την Ελληνική Επανάσταση. Οι καλύτερες οικονομικές προοπτικές, η μεγαλύτερη ασφάλεια και η πιο άνετη ζωή στη πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν οι κύριοι λόγοι αυτής της επιλογής.

Ας πάρουμε όμως με τη σειρά την ιστορία των τριών άλλων γιων Χατζηλαζάρου.

Α/ Ο Αδάμ Χατζηλάζαρος φαίνεται ότι παρέμεινε στις Σέρρες. Τον συναντάμε το 1870 σαν έναν από τους πρωτεργάτες στην ίδρυση του Μακεδονικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Σερρών μαζί με τον άλλο μεγάλο πρόκριτο της πόλης, τον Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ. Ο Αδάμ θα αποκτήσει δυο παιδιά: την Αικατερίνη και τον Δημοσθένη.

Ο δευτερότοκος Δημοσθένης, μετά την αποτυχία – των συντηρητικών Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ, Αδάμ και Δημοσθένη Χατζηλαζάρου – στις αρχαιρεσίες για την ανανέωση της θητείας στη διοίκηση του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου το 1873, θα μεταβεί στον Πειραιά και θα παντρευτεί την Κλεοπάτρα Ρετσίνα. Ο νέος γαμπρός από τις Σέρρες αναφέρεται στον τύπο των Αθηνών σαν κτηματίας και τραπεζίτης. Η Κλεοπάτρα είναι κόρη του μεγάλου βιομηχάνου Θεόδωρου Ρετσίνα, του αποκαλούμενου και Κατράμη, με καταγωγή από το Άργος. Σε άρθρο του ιστορικού Γιάννη Γιαννιτσιώτη διαβάζουμε ότι “ο Θεόδωρος Ρετσίνας συνέδεσε το όνομά του με την εξέλιξη του Πειραιά από μικρό και άσημο επίνειο της πρωτεύουσας ως τη δεκαετία του ’60 στο πρώτο εμπορικό και βιομηχανικό λιμάνι της χώρας στα τέλη του αιώνα. Εμπνευστής και επικεφαλής της οικογενειακής κλωστοϋφαντουργικής επιχείρησης, που μετρούσε 27 χρόνια ζωής, έξι εργοστάσια και πάνω από 2.000 εργάτες και εργάτριες, ήταν ίσως ο πιο επιτυχημένος Έλληνας βιομήχανος της εποχής και ένας από τους πλουσιότερους πολίτες της χώρας με περιουσία που ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια δραχμές... Είναι ένας από τους λίγους επιχειρηματίες – βιομηχάνους που περνούν την πόρτα του ελληνικού κοινοβουλίου, δεν ανήκει στα πολιτικά τζάκια της εποχής ούτε έχει πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό της πρωτεύουσας. Στρέφεται στην πολιτική αφού προηγουμένως έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό προφίλ στην τοπική πειραϊκή κοινωνία”. Τις δυο φορές που εκλέχτηκε δήμαρχος Πειραιά μεταμόρφωσε στη κυριολεξία την όψη της πόλης. Από τον γάμο του Δημοσθένη δεν γνωρίζουμε αν υπήρξαν απόγονοι. Τότε προφανώς αποκτήθηκε το περίφημο αρχοντικό Χατζηλαζάρου στην οδό Αμαλίας, δίπλα στο αρχοντικό Δραγούμη, απέναντι από τον Βασιλικό Κήπο.

Αρχοντικά Χατζηλαζάρου, Δραγούμη και Σταθάτου επί της λεωφόρου Αμαλίας σε φωτογράφιση απο τον Βασιλικό Κήπο. Αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Αρχοντικά Χατζηλαζάρου-Δραγούμη-Σταθάτου

Η πρωτότοκη Αικατερίνη Χατζηλαζάρου θα παντρευτεί τον Ιωάννη Μαλαμίδη στις Σέρρες και θα αποκτήσουν δυο παιδιά: τον Αχιλλέα και την Μαριγώ. Η Μαριγώ με την σειρά της θα παντρευτεί κάποιον Χαλμούκο αλλά τα ίχνη τους χάνονται. Ο Αχιλλέας θα εμπλακεί στη πολιτική και θα βάλει υποψηφιότητα στις Σέρρες στις πρώτες εκλογές της ελεύθερης Μακεδονίας (31 Μαΐου/13 Ιουνίου 1915) όταν και εκλέγεται. Θα ξαναβάλει υποψηφιότητα, ανεπιτυχώς όμως, και το 1926 με την σημαία του Λαϊκού Κόμματος. Θα αποκτήσει ένα γιο, τον Λυσίμαχο Μαλαμίδη ο οποίος θα παντρευτεί την Δομνίκη Ζωγράφου. Η Δομνίκη είναι κόρη του Σόλωνα Ζωγράφου, γιου ενός από τους πλουσιότερους πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, του ηπειρωτικής καταγωγής τραπεζίτη Χρηστάκη Ζωγράφου, και της Ελένης Καυταντζόγλου, κόρης του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου και εγγονής του Ιωάννου Γούτα Καυταντζόγλου στον οποίο αναφερθήκαμε στο 6ο μέρος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια παράξενη ιστορία κληρονομικής διένεξης που συνέβη το 1937 με πρωταγωνίστρια την Δομνίκη Ζωγράφου – Μαλαμίδη. Την αναφέρει η εφημερίδα “Πρωϊνός Λόγος” των Ιωαννίνων στο φύλλο της 19ης Μαΐου 2015.

Αδάμ

Η Ελένη Ζωγράφου και η κόρη της Δομνίκη είχαν πολύ κακές σχέσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της Σόλωνα (το 1908), η Ελένη βρέθηκε κάτοχος της κολοσσιαίας περιουσίας των Ζωγράφων. Τον Αύγουστο του 1937 η Ελένη απεβίωσε στο Ζέμερινκ (Semmering) της Αυστρίας όπου είχε πάει για νοσηλεία βαριάς αρρώστιας. Μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο η θυγατέρα της Δομνίκη πήγε στο σπίτι της μητέρας της συνοδευόμενη από τον δικηγόρο της θανούσης με σκοπό να ερευνήσουν την ύπαρξη διαθήκης. Βρήκαν όμως το συρτάρι του ερμαρίου της παραβιασμένο και την διαθήκη εξαφανισμένη. Μετά από καιρό η Δομνίκη παρουσίασε μια διαθήκη με την οποία η μάνα της όριζε κληρονόμους την ίδια και το Καυταντζόγλειο Ίδρυμα Θεσσαλονίκης. Ο δικηγόρος της θανούσης, ο οποίος συνέβαινε να είναι και δικηγόρος του Καυταντζογλείου Ιδρύματος, επιβεβαίωσε την εγκυρότητα της διαθήκης. Η Δομνίκη απέσυρε τότε από την τραπεζική θυρίδα της Εθνικής Τράπεζας τα αμύθητης αξίας κοσμήματα της μητέρας της. Μετά από λίγα χρόνια όμως βρέθηκε δεύτερη ιδιόχειρη διαθήκη της Ελένης Ζωγράφου του 1929 με την οποία κληροδοτούσε την περιουσία της (ακίνητα, καταθέσεις και κοσμήματα) κατά το 1/3 στην κόρη της ∆ομνίκη – «αναγκαστικά σε αυτήν την ακατανόμαστην», όπως γράφει – και τα υπόλοιπα 2/3 στα δύο αδέρφια της. ∆ιέτασσε δε μετά το θάνατό τους να περιέλθει το μερίδιό τους κατά το ήμισυ στο ∆ημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και κατά το άλλο ήμισυ στο ∆ημοτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων για να χτιστεί ‘‘Αίθουσα Ελένης Σόλωνος Χρηστάκη Ζωγράφου-Καυταντζόγλου’’ όπου όλοι οι φτωχοί θα θεραπεύονταν δωρεάν. Ακολούθησε μεγάλος δικαστικός αγώνας ο οποίος έκλεισε με απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. 353/605/ 16-8-1946). Χάρη σε αυτή την απόφαση λειτουργεί σήμερα στα Ιωάννινα ο Ζωγράφειος Οίκος Ευγηρίας εκτός φυσικά από τα σχολεία σε Ήπειρο και Κωνσταντινούπολη που είχε ιδρύσει εν ζωή ο Χρηστάκης Ζωγράφου. Την Δομνίκα(η) Λυσιμάχου Μαλαμίδη την ξανασυναντάμε το 1963 στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ζανείου Ορφανοτροφείου Αρρένων Πειραιώς – Εκάλης στη θέση της Β’ Αντιπροέδρου “τιμής ένεκεν, λόγω των πολλών και σημαντικών υπηρεσιών της προς το Ίδρυμα της θέσεως ταύτης δημιουργουμένης επί τούτω και διατηρουμένης εφ’ όρου ζωής της τιμωμένης” (Εφημ της Κυβερνήσεως 156 της 27/9/1963). Ο σύζυγος της, Λυσίμαχος Μαλαμίδης, φαίρεται ότι ήταν διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας “Ρετσίνα” στον Πειραιά. Αγνοούμε αν είχαν απογόνους.

Β/ Για τον δευτερότοκο Γρηγόριο Χατζηλάζαρο οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Ο Ευστάθιος Στουγιαννάκης μας πληροφορεί ότι είχε δεκατρία παιδιά και ότι ένας του γιος, ο Λάζαρος, είχε παντρευτεί μιαν Άμποτ. Από την έκθεση του Αυστριακού προξένου Θεσσαλονίκης σχετικά με την “Σφαγή των Προξένων” γνωρίζουμε ότι κάποιος συγγενής του Περικλή Χατζηλαζάρου ήταν παντρεμένος με μια από τις αδελφές του σφαγιασθέντα Ερρίκου Άμποτ και ότι ήταν εγκαταστημένος στον Βόλο. Πρόκειται προφανώς για τον Λάζαρο Χατζηλάζαρο, πρώτο εξάδελφο του Περικλή. Δεν γνωρίζουμε τις ασχολίες του Λαζάρου αλλά υποθέτουμε ότι, εκτός από κτηματίας, θα ήταν και έμπορας. Στον Βόλο είχε χτίσει μια όμορφη νεοκλασική οικία στην οποία είχε φιλοξενήσει τον βασιλιά Γεώργιο κατά την απελευθέρωση της πόλης το 1881. Ο Λάζαρος απεβίωσε το 1905.

Χατζηλαζάρου Βόλος

Απέκτησε τρία παιδιά: τον Ξενοφώντα, τον Αλέκο και την Ιφιγένεια. Ο Ξενοφών διατέλεσε διευθυντής του θεσσαλικού σιδηροδρόμου. Από την διαθήκη της γυναίκας του Ελένης, η οποία απεβίωσε το 1961, συνάγεται ότι δεν είχαν απογόνους. Πράγματι η χήρα Ελένη Χατζηλαζάρου άφησε το μεγαλύτερο μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της στο Αχιλλοπούλειο Δημοτικό Νοσοκομείο Βόλου και το υπόλοιπο στο Άσυλο του Παιδιού, στον Βρεφικό Σταθμό και σε εκκλησίες του Βόλου και του χωριού Άνω Λεχώνια όπου διέμενε με τον σύζυγο της σε έναν ωραίο πύργο. Δεν γίνεται καμία μνεία σε τέκνα στη διαθήκη της. Για τον Αλέκο δεν υπάρχουν στοιχεία.

Γρηγόριος

Η Ιφιγένεια παντρεύτηκε τον Νικόλαο Πολίτη, αγνώστων λοιπών, προς το παρόν τουλάχιστον, στοιχείων. Απέκτησαν τρεις γιους: τον Αλέξανδρο, τον Γρηγόριο και τον Ερρίκο. Το όνομα Ερρίκος προφανώς παραπέμπει στον πρόξενο Ερρίκο Άμποτ, αδελφό της γιαγιάς του. Ερωτήματα εγείρει επίσης η περίφημη υπόθεση απάτης σχετικά με την κληρονομιά κάποιας Βολιώτισσας που ονομαζόταν Μοντ Χατζηλαζάρου γεννημένης το 1902. Με τον θάνατο της το 1999 άφησε μια περιουσία 25 δισ. δραχμών και 21 ακίνητα στην Αθήνα χωρίς κληρονόμους. Να πρόκειται άραγε για απλή συνωνυμία;

Γ/ Ο βενιαμίν της οικογένειας Σταύρος Χατζηλάζαρος ασχολήθηκε με τη διαχείριση του μεγάλου τσιφλικιού στο Γιάνες του Κιλκίς, σε μια περιοχή που ήταν “Βουλγάρικη σφηκοφωληά” όπως μας πληροφορεί η Έλλη Χατζηλαζάρου. Το τσιφλίκι αυτό εκτεινόταν σε πάνω από 30.000 στρέμματα και το διέσχιζε η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης. Ο Σταύρος είχε δυο γιους, τον Κώστα και τον Χρήστο.

Σταύρος

Ο Κώστας παντρεύτηκε αρχές του 1870 την Ελίζα (Λιζέττα) Αργυροπούλου (1856-1908), δευτερότοκη κόρη του Εμμανουήλ Αργυροπούλου και της  Πουλχερίας Κατακουζηνού. Η Λιζέττα είχε γεννηθεί στο Παρίσι και είχε πάει σχολείο στη Γερμανία. Μιλούσε άπταιστα γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά. Στα δεκαεπτά της είναι ήδη παντρεμένη καθώς το όνομα Λιζέττα Χατζηλαζάρου φιγουράρει το 1873 σαν ιδρυτικό μέλος, μαζί με την Χρυσάνθη Οικονόμου – Χατζηλαζάρου, της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών Θεσσαλονίκης. Θα αποκτήσουν τρία παιδιά: την Έλλη (1879), την Ειρήνη (1884) και τον Φιλώτα (1886). Το βιβλίο της Έλλης αποτελεί την κύρια πηγή των πληροφοριών για την οικογένεια της. Στην αρχή του βιβλίου μας δίνει το πνεύμα μέσα στο οποίο μεγάλωνε τα παιδιά της η Λιζέττα και που σίγουρα αντικατοπτρίζει τη γενικότερη ατμόσφαιρα στη Θεσσαλονίκη της εποχής εκείνης. Η Έλλη ήταν έξι χρονών όταν η ελληνική κυβέρνηση έστειλε το πολεμικό “Μιαούλης” με πρώτες βοήθειες μετά την πυρκαγιά του 1885 που αποτέφρωσε μεγάλο μέρος της τουρκικής συνοικίας και μικρότερο της εβραϊκής στη Θεσσαλονίκη. Ήταν από τις πρώτες και πιο έντονες αναμνήσεις της. Η μαμά ανέβασε τα παιδιά στη ταράτσα του σπιτιού τους περιμένοντας να εμφανιστεί το ελληνικό πλοίο. Ατένιζαν με ανυπομονησία την είσοδο του Θερμαϊκού κόλπου, την άκρη του Καραμπουρνού. Όταν έφτασε το πλοίο με την ελληνική σημαία να κυματίζει περήφανα στο κατάρτι η μαμά τους είπε: “Παιδιά γονατίστε, φάνηκε η Ελληνική σημαία”.

Κώστας και Λιζέττα Χατζηλαζάρου

Screenshot from 2018-01-17 12-29-11

Η Λιζέττα ήθελε να δώσει μια ευρεία μόρφωση στα παιδιά της που να διέπεται όμως από σαφείς κανόνες πειθαρχίας. Έτσι προτίμησε να τα μορφώσει στη Γερμανία που γνώριζε. Το 1887 αναχώρησαν για την Λειψία όπου έμειναν πέντε χρόνια. Ακολούθως πήγαν στη Βαϊμάρη για άλλα περίπου πέντε χρόνια όπου συνήθιζαν να βλέπουν τον γερασμένο και ανίκανο πια να μιλήσει Νίτσε στους απογευματινούς περιπάτους του με την αδελφή του. Ο κύκλος σπουδών στην Ευρώπη έκλεισε στη Λωζάνη της Ελβετίας για την εκμάθηση των γαλλικών. Εκεί θα αγαπήσουν ιδιαίτερα τις αναρριχήσεις στις κορυφές των Άλπεων όπου παραλίγο να σκοτωθούν και τα τρία αδέλφια σε μια μοναχική και άκρως επικίνδυνη ανάβαση. Διαβάζουμε στον τύπο της εποχής ότι έμειναν στην ιστορία αφού έκαναν πρώτοι αυτοί στις 17 Ιουλίου 1902 την απευθείας αναρρίχηση στη κορυφή “Ασημένια Bελόνα” (Aiguille d’Argentière) του Mont Blanc από την ανατολική πλευρά του. Ίσως από μετριοφροσύνη παραλείπει να το αναφέρει η Έλλη στο βιβλίο της. Το 1904 επιστρέφοντας πίσω θα περάσουν πρώτα από την Αθήνα. Θα μείνουν στο αρχοντικό Χατζηλαζάρου στη Λεωφόρο Αμαλίας και θα κάνουν καθημερινά παρέα με τα παιδιά του Στέφανου Δραγούμη του διπλανού σπιτιού. Θα επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη το 1905 την οποία βρίσκουν αρκετά αλλαγμένη μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια.

Η Έλλη θα παντρευτεί το 1907 στο Παρίσι τον Αναστάσιο Αδοσίδη (1873 – 1942), δημοσιογράφο και ανταποκριτή μεγάλων εφημερίδων και εκδότη του περιοδικού L’Hellénisme που προωθούσε τις ελληνικές θέσεις στη Γαλλία. Ο Αναστάσης ήταν γιος του Κωνσταντίνου Αδοσίδη πασά, μεγάλου διπλωμάτη της Υψηλής Πύλης, πρώτου εκδότη ελληνικής εφημερίδας στη Κωνσταντινούπολη – του Τηλεγράφου του Βοσπόρου – δυο φορές Ηγεμόνα της Σάμου και πρώτου Έλληνα Βαλή της Κρήτης. Κυνηγημένος από την αστυνομία του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ για την αντιχαμιτική του στάση, ο Αναστάσης θα διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη το 1906 ντυμένος Γάλλος αξιωματικός με γαλλικό καράβι. Στο Παρίσι θα τον βοηθήσει ο Κλεμανσώ να εργαστεί στην εφημερίδα Le Temps, πρόγονο της σημερινής Le Monde. Ο γάμος της Έλλης και του Αναστάση θα γίνει στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Στεφάνου. Στα ληξιαρχικά βιβλία του ναού διαβάζουμε ότι ο “Αναστάσιος Κ. Αδοσίδης, Ορθόδοξος Έλλην εκ Πριγκίπων Κων/πόλεως, δημοσιογράφος ετών 33 και η Έλλη Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Ελληνίς εκ Θεσσαλονίκης, ετών 27, με παράνυμφο τον Χρήστο Χατζηλάζαρο, Ορθόδοξο Έλληνα εκ Θεσσαλονίκης, κτηματία” τέλεσαν τον γάμο τους την 29η Ιουνίου 1907. Κουμπάρος λοιπόν ήταν ο θείος της Έλλης, Χρήστος Χατζηλάζαρος, αδελφός του πατέρα της. Το 1908 ο Αναστάσης θα μεταβεί με την Έλλη στη Κρήτη για να καλύψει τα γεγονότα του εκεί ξεσηκωμού. Θα γνωρίσουν τον Ελευθέριο Βενιζέλο με τον οποίο θα συνάψουν στενή και ειλικρινή φιλία που θα διαρκέσει μέχρι τον θάνατο του Εθνάρχη. Ο Αναστάσης θα κληθεί από τον Βενιζέλο να αναλάβει διαδοχικά, την Νομαρχία Κυκλάδων το 1913 για λίγους μήνες και την Γενική Διοίκηση της Σάμου το 1914. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1916 ο Βενιζέλος με επιστολή από τα Χανιά καλεί τον φίλτατο κύριο Αδοσίδη “…όπως παράσχητε τας υπηρεσίας σας εις τον διεξαγόμενον Εθνικόν Αγώνα και σας παρακαλώ να έλθετε το ταχύτερο εις συνάντησιν μας…”. Ήταν τότε που ο Βενιζέλος πήρε την απόφαση να σχηματίσει την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης.

Ο Αδοσίδης χωρίς δεύτερη σκέψη θα φύγει για την Θεσσαλονίκη από τις Σπέτσες, όπου είχε εγκατασταθεί με την οικογένεια του σε ένα μικρό κτήμα που είχαν αγοράσει. Θα χρηματίσει διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης στα πρότυπα του οποίου θα οργανώσει τον Σεπτέμβριο του 1917 και θα διευθύνει το πρώτο Πολιτικό Γραφείο Έλληνα Πρωθυπουργού. Θα αναλάβει επίσης την Νομαρχία Θεσσαλονίκης και αργότερα την Γενική Διοίκηση Μακεδονίας. Θα προεδρεύσει της επιτροπής αποκατάστασης των αστέγων μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και θα χρηματίσει Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (1923-1931). Στη Κατοχή τον βρίσκουμε διευθυντή της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής μέχρι το θάνατο του το 1942. Υπέφερε από διαβήτη. Η σύζυγος του Έλλη θα δουλέψει όλο αυτό το διάστημα σαν εθελόντρια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη και στο Μακεδονικό Μέτωπο. Θα είναι παρούσα μάλιστα στη μάχη του Ραβινέ όπου η Μεραρχία Σερρών κατέλαβε μετά από φονική μάχη τον ομώνυμο λόφο την 1η Μαΐου 1917. Ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του στρατού της Εθνικής Αμύνης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1919 θα ιδρύσει το ‘Άσυλο του Παιδιού Θεσσαλονίκης” τον δεύτερο ιστορικά παιδικό σταθμό σε όλη την Ελλάδα μετά την “Περίθαλψη του Παιδιού” που είχε ιδρύσει η ίδια στη Σύρο το 1913. Στον πόλεμο του ‘40 θα οργώσει με τον Ερυθρό Σταυρό Βόρειο Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία και θα ιδρύσει τέσσερις “Γωνιές του Στρατιώτη” – σταθμούς πρώτων βοηθειών για τους τραυματίες στρατιώτες – την ώρα που οι δυο μεγαλύτεροι γιοί της, Κωνσταντίνος και Αλέξανδρος, μάχονται στα βουνά.

Πρακτικά της ιδρυτικής συνεδρίας του “Ασύλου του Παιδιού Θεσσαλονίκης”

Άσυλο του παιδιού

Σ’ αυτό το σκηνικό της έντασης και του αγώνα αξίζει ίσως να αναφέρουμε ένα χαριτωμένο περιστατικό με τον βασιλιά Αλέξανδρο που είχε αντικαταστήσει στον θρόνο τον πατέρα του Κωνσταντίνο. Ο Αλέξανδρος κατά τις επισκέψεις του στη Θεσσαλονίκη είχε μείνει μια δυο φορές στην οικία Αδοσίδη. Φαίνεται ότι η βασιλική οικογένεια δεν διέρρηξε ποτέ τους δεσμούς με τους Χατζηλαζάρους είτε αυτοί ήταν βασιλόφρονες είτε βενιζελικοί. Θυμόμαστε ότι ο Γεώργιος ο Α’ έμεινε στην οικία του Λάζαρου κατά την απελευθέρωση του Βόλου, στην οικία του Περικλή κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ενώ ο Κωνσταντίνος βάφτισε την κόρη του Κλέωνα, τη Μάτση. Ο Αλέξανδρος λοιπόν είχε αδυναμία στα μικρά παιδιά και του άρεσε πολύ να παίζει με την τρίχρονη τότε κόρη της Έλλης, την Μπέσυ, η οποία δεν εννούσε με κανένα τρόπο να πιστέψει ότι μπροστά της ήταν ένας βασιλιάς: “Εσύ είσαι χωροφύλακας!” του έλεγε ξανά και ξανά ενώ ο Αλέξανδρος έσκαγε στα γέλια.

Είναι αδύνατο στις λίγες αυτές γραμμές να περιγραφεί η συμβολή της Έλλης και του συζύγου της στις δύσκολες στιγμές που πέρασε ο Ελληνισμός. Πολλά άρθρα έχουν γραφεί για τη δράση τους. Θα αναφέρω απλά το άρθρο του Ιάκωβου Μιχαηλίδη για τους πρόσφυγες από την Βουλγαρία και την επίσημη αναφορά της ίδιας για την σφαγή του Διστόμου το 1944 που πρώτη έφερε στο φως διεθνώς. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι πράγματι αφιέρωσε όλη της τη ζωή στην Ελλάδα.

Αδοσίδου

Η Έλλη και ο Αναστάσης θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά: τον Κωνσταντίνο (Κωστάκης, 1908 – 1942), τον Αλέξανδρο (Αλέκος, 1910 – 1991), τον Ανδρέα (1913 – 1993) και την Ελισάβετ (Μπέσυ, 1915 – 1998). Ο Κωνσταντίνος θα μάθει να χειρίζεται αεροπλάνο στις επιχειρήσεις των αδελφών Ράλλη στο Μανδράς της Ινδίας (θα δούμε αργότερα ότι οι Οικονόμου της Τεργέστης είχαν συγγενέψει με τους Ράλληδες του Λονδίνου των οποίων η οικονομική αυτοκρατορία έφτανε μέχρι τις Ινδίες). Υπηρέτησε στην αεροπορία. Με την κατάρρευση του μετώπου και πριν φτάσουν οι Γεμανοί στην Αθήνα θα διαφύγει με αεροπλάνο από την Δεκέλεια στην Αίγυπτο μέσω Μάλεμε. Την άνοιξη του 1942 θα σκοτωθεί σε πτώση του φλεγόμενου αεροπλάνου του στη Παλαιστίνη.

Κωνσταντίνος Αδοσίδης (1908 – 1942), Αρχείο Ελληνικής Αεροπορίας.

Κωστάκης Χατζηλαζάρου

Η Μπέσυ στη διάρκεια της Κατοχής με τον σύζυγο της Γιώργο Τρυπάνη θα δημιουργήσουν μια από τις πρώτες ομάδες συγκέντρωσης πληροφοριών στρατιωτικής φύσης και φυγάδευσης Βρετανών από την Αθήνα. Όταν εγείρονται υποψίες για την δράση τους αποφασίζουν να διαφύγουν και αυτοί στη Μέση Ανατολή με άλλους Έλληνες, Άγγλους και Νεοζηλανδούς. Επιβιβάζονται σε ένα καΐκι το οποίο όμως ακινητοποιείται λόγω βλάβης και συλλαμβάνονται στις 4 Ιανουαρίου 1942 κοντά στη Κύθνο από τους Ιταλούς. Καταδικάζονται σε θάνατο από στρατοδικείο και μεταφέρονται στις φυλακές Αβέρωφ. Θα γλυτώσουν το εκτελεστικό απόσπασμα με χάρη που δόθηκε επ’ ευκαιρία της γέννησης ενός Ιταλού πρίγκηπα. Μετά τον πόλεμο η Μπέσυ θα ασχοληθεί με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό κατακτώντας αρκετά τρόπαια σε ελληνικά και διεθνή ράλλυ.

Η μικρότερη αδελφή της Έλλης, η Ειρήνη Χατζηλαζάρου, θα παντρευτεί και αυτή στο Παρίσι, στον ναό του Αγίου Στεφάνου. Διαβάζουμε στα ληξιαρχικά βιβλία του ναού ότι στις 21 Νοεμβρίου 1911 ετέλεσαν γάμο ο “Κωνσταντίνος Χ. Βαϊανός, Ορθόδοξος Έλλην εκ Σύλλης της επαρχίας Ικονίου, ιατρός, ετών 29, και η Ειρήνη Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Ελληνίς εκ Θεσσαλονίκης, ετών 27”. Παράνυμφοι ήταν οι “Έλλη Α. Αδοσίδου, Ορθόδοξος Ελληνίς εκ Θεσσαλονίκης και ο Φιλώτας Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Έλλην εκ Θεσσαλονίκης, σπουδαστής του δικαίου”. Κουμπάροι με άλλα λόγια ήταν τα αδέλφια Έλλη και Φιλώτας. Ο τελευταίος μάλιστα σπούδαζε νομικά στο Παρίσι εκείνη την εποχή. Η Ειρήνη θα ακολουθήσει τα βήματα της μεγαλύτερης της αδελφής και θα βοηθήσει σαν νοσοκόμα στις περισσότερες πρωτοβουλίες της Έλλης. Θα αποκτήσει ένα κοριτσάκι, την Αλεξία.

Ο Φιλώτας θα εγγράψει κι αυτός το όνομά του στα βιβλία της ορθόδοξης εκκλησίας στο Παρίσι. Διαβάζουμε ότι “ο Φιλώτας Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Έλλην εκ Θεσσαλονίκης, δημότης Πειραιώς, εισοδηματίας, ετών 26 και η Γαβριηλίς Δεμούρ, Ρωμαιοκαθολική εκ Gespunsart του νομού Ardennes, ετών 26” παντρεύτηκαν στις 8 Αυγούστου 1912. Παράνυμφος αυτή τη φορά ήταν ένας φίλος του Φιλώτα, ο Λέσβιος συγγραφέας και ποιητής Ευστράτιος Αθανασιάδης του Χριστοδούλου ο οποίος έζησε αρκετά χρόνια στο Παρίσι. Συγκρίνοντας τις εγγραφές των δυο τελευταίων γάμων στα βιβλία του ναού συμπεραίνουμε ότι ο Φιλώτας είχε ολοκληρώσει τις νομικές του σπουδές αφού φερόταν πια στον γάμο του σαν εισοδηματίας και κάτοικος Πειραιά.

Ξαναβρίσκουμε τα ίχνη του τυχαία σε μιαν ανταπόκριση του γαλλικού τύπου από την Θεσσαλονίκη λίγα χρόνια αργότερα. Μετά την εισβολή των γερμανο-βουλγαρικών στρατευμάτων από το Ρούπελ τον Μάιο του 1916, η Βουλγαρία σταδιακά καταλαμβάνει όλη την ανατολική Μακεδονία. Οι διαταγές των Αθηνών στα ελληνικά στρατεύματα είναι σαφείς: να αποφύγουν κάθε συμπλοκή με τους εισβολείς. Στη Θεσσαλονίκη γίνεται μια ογκώδης διαδήλωση εναντίον των εισβολέων και της ελληνικής κυβέρνησης. Σε ανταπόκριση της παρισινής εφημερίδας “Le Petit Parisien” της 27ης Αυγούστου 1916 διαβάζουμε ότι μετά το τέλος της αντιβουλγαρικής διαδήλωσης στη Θεσσαλονίκη μια επιτροπή σχηματίστηκε από έφεδρους αξιωματικούς με στόχο την οργάνωση της άμυνας εναντίον των εισβολέων. “Στην επιτροπή αυτή συμμετέχουν οι Φιλώτας Χατζηλαζάρου, έφεδρος ανθυπολοχαγός ιππικού, Γιώργος Χατζηνικολάου, έφεδρος ανθυπολοχαγός πεζικού, Επαμεινώνδας Βαλσαμάκης, πρώην λοχαγός, Πέτρος Λούβαρης, πρόεδρος της επιτροπής προσφύγων Μικράς Ασίας, Ιωάννης Πετσόπουλος, διευθυντής της βενιζελικής εφημερίδας Ριζοσπάστης κλπ.”. Είναι ο πρώτος πυρήνας από τον οποίο θα προκύψει ο στρατός της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Και ο Φιλώτας θα είναι ο πρώτος μεταξύ των πρώτων έχοντας ήδη υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό, σαν ανθυπολοχαγός ιππικού. Αρχές Οκτωβρίου θα καταφθάσει εκεί ο Βενιζέλος με τον γαμπρό του Φιλώτα, Αναστάσιο Αδοσίδη, και θα σχηματίσει την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Λίγο αργότερα θα καταφτάσουν και οι αδελφές του Έλλη Χατζηλαζάρου – Αδοσίδου και Ειρήνη Χατζηλαζάρου – Βαϊανού που θα βοηθήσουν στον αγώνα σαν εθελόντριες νοσοκόμες.

Τελευταία φορά συναντάμε τον Φιλώτα Χατζηλαζάρου πάνω στο αγγλικό θωρηκτό Iron Duke στα Μουδανιά της Προποντίδας τον Σεπτέμβριο του 1922. Ήταν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας υπό τον στρατηγό Μαζαράκη η οποία είχε σταλεί από την επαναστατική κυβέρνηση των Αθηνών να διαπραγματευτεί την γραμμή παύσης πυρός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (Γ. Παπαφλωράτος, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού). Η Ανακωχή των Μουδανιών ως γνωστόν αποτέλεσε τον τελευταίο και οδυνηρό σταθμό της Μεγάλης Ιδέας, το τέλος μιας συνταρακτικής δεκαετίας, ο τραγικός επίλογος του Εθνικού Διχασμού. Δεν είναι γνωστός ο λόγος της ένταξης του Φιλώτα στην ελληνική αντιπροσωπεία. Ίσως νάταν η γαλλική του νομική παιδεία, ίσως η στενή του σχέση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο που βρισκόταν τότε στο Παρίσι σαν αντιπρόσωπος της Ελλάδας.

Επισκεπτήρια κάρτα του Φιλώτα Χατζηλαζάρου στα μέσα της δεκαετίας του ’30 (Φάκελος Ελ. Βενιζέλου, Μουσείο Μπενάκη)

Επισκεπτήρια κάρτα Φιλώτα

Τι απέγιναν όμως τα μεγάλα αγροκτήματα της οικογένειας Χατζηλαζάρου στην Κεντρική Μακεδονία;

Όπως έχει ήδη αναφερθεί υπήρχαν τρία μεγάλα τσιφλίκια: δυο κοντά στο Σιδηρόκαστρο – το Λάτροβο (Χορτερό) και το Μπαχτιάρ (Δενδρόφυτο) – και ένα κοντά στο Κιλκίς – το Γιάνες (Μεταλλικό). Στο βιβλίο της η Έλλη Χατζηλαζάρου αναφέρει και ένα τέταρτο αγρόκτημα στο χωριό Ράμνα (Ακριτοχώρι) δίπλα στο Χατζημπεϊλίκ, τη σημερινή Βυρώνεια όπως δείχνει ο παρακάτω χάρτης της εποχής. Εκεί είχε στρατοπεδεύσει ο ελληνικός στρατός στον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο λίγο πριν από την διάσκεψη του Βουκουρεστίου.

Μπαχτιάρ - Ράμνα - Λάτροβο

Παρατηρούμε ότι το Μπαχτιάρ και η Ράμνα είναι διπλανά χωριά, το πρώτο νότια της σιδηροδρομικής γραμμής και το δεύτερο βόρεια. Δεν αποκλείεται να ήταν αρχικά ένα ενιαίο μεγάλο αγρόκτημα που το έκοβε στα δύο η σιδηροδρομική γραμμή και που διαίρεσαν αργότερα τα αδέλφια. Συγκρίνοντας τον παλιό χάρτη του 1900 με έναν σύγχρονο εκτιμούμε ότι το Μπαχτιάρ, που στη δεκαετία του 1920 ονομάστηκε Δενδρόφυτο, βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος σήμερα κάτω από τα νερά της τεχνητής λίμνης Κερκίνης. Παρατηρούμε επίσης ότι όλα τα αγροκτήματα γειτνίαζαν ή διασχίζονταν από σιδηροδρομική γραμμή, είχαν δηλαδή πολύ εύκολη πρόσβαση με το τρένο και για τον λόγο αυτό ήταν προνομιακά. Τα αγροκτήματα αυτά ανήκαν και στα τέσσερα αδέλφια Ιωάννη, Αδάμ, Γρηγόρη και Σταύρο. Δεν γνωρίζουμε αν η διαχείριση ήταν κοινή. Το πιθανότερο είναι να είχαν διαιρεθεί στις τέσσερις οικογένειες και για πρακτικούς λόγους διαχείρισης. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους τα κτήματα βρέθηκαν σε ελληνική επικράτεια χωρίς καμιά ουσιαστική μεταβολή στο καθεστώς τους. Με την άφιξη των Αγγλογάλλων το Γιάνες πέρασε σε συμμαχική διοίκηση με την εγκατάσταση εκεί βρετανικών στρατευμάτων. Ο Χρήστος Χατζηλάζαρος με την Γερμανίδα σύζυγο του Έττη φον Στάϊν (Hanriette von Stein) θα εγκαταλείψει τότε το αγρόκτημα και θα αυτοεξοριστεί σαν βασιλικός. Με την κάθοδο των Βουλγάρων το καλοκαίρι του 1916 τα τσιφλίκια περνούν σε βουλγαρική διοίκηση πλην αυτού στο Γιάνες που παραμένει στα χέρια των Βρετανών. Με τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επανέρχονται και πάλι σε ελληνική διοίκηση. Την δεκαετία του ‘20, με τις πρώτες αφίξεις προσφύγων από την τότε Σοβιετική Ένωση θα αρχίσει ένας έντονος αγώνας διεκδίκησης των αγροκτημάτων από τους πρόσφυγες ο οποίος θα διαρκέσει μέχρι το 1932. Τότε η κυβέρνηση Βενιζέλου θα τα απαλλοτριώσει για να εγκατασταθούν οι πρόσφυγες από το Καρς και την Ανατολική Θράκη. Την εποχή εκείνη πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει ο Χρήστος Χατζηλάζαρος, δευτερότοκος γιος του Σταύρου, και η Γερμανίδα σύζυγος του. Κάπως έτσι τελειώνει και η ιστορία των μεγάλων τσιφλικιών της οικογένειας στη Μακεδονία που διήρκεσε περίπου 100 έτη.

Συνεχίζεται….

 

Advertisements

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 8ο)

Μαρία-Λουκία Χατζηλαζάρου, η Μάτση των Ονείρων

Σαν ήμουν πολύ νέος, τη ζούσα από μακριά. Είτανε φίλη του φίλου μου Αντρέα Καμπά. Και ήταν απλησίαστη. Ένα αληθινό ερωτικό όνειρο, έτσι καθώς γελούσε, γέρνοντας το κεφάλι της στον ώμο του Αντρέα. Πάντα ξεχνούσε τ’ όνομά μου. Δεν ήμουν μέσα στην τροχιά της. Μα εγώ τη ζούσα από μακριά κι επαναλάμβανα τους στίχους της, την ώρα που επέστρεφα το βράδι σπίτι μου.

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια.

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου

τα μεράκια, τα ντέρτια

το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο

………

Η τελευταία φορά που τη θυμάμαι ζωντανή, ήτανε στου Βασίλαινα, εκείνη σ’ άλλο τραπέζι με τον Αντρέα, το ’45…..Τη Μάτση δεν την είχα δει από τότε. Μα μέσα μου είχε μείνει ανέπαφη η εικόνα της. Κληρονομιά μιας εποχής που πάει να χαθεί. Μια εικόνα ερωτική της νεότητάς μου. Ίσαμε που μεγάλωσα, πέρασα στην απέναντι όχθη που λένε, κι άρχισα την κατάβαση «εν χορδαίς και οργάνοις», και μια μέρα, στο Τρίτο Πρόγραμμα, παίρνω στα χέρια μου ένα βιβλίο ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ με αφιέρωση: «Για τον Μ.Χ. με θαυμασμό και φιλία. Μάτση Χατζηλαζάρου, 1.10.1979». Χίλια τριαντάφυλλα σκορπίστηκαν στο πάτωμα, το ’θελα τόσο πολύ. Επιτέλους σμίξαν οι τροχιές μας. Γράφω τη «Μάτση των Ονείρων» και τη διαβάζω μια Κυριακή το μεσημέρι από το Ραδιόφωνο. Σε δυο τρεις μέρες την ακούω να μου μιλάει στο τηλέφωνο με συγκίνηση. Μ’ ευχαρίστησε και συγκρατημένα με ρωτάει: «Εννοούσατε τον Αντρέα…». «Ναι, τον Αντρέα», της απαντώ.

………

Τι κρίμα Μάτση που δεν σε πλησίασα έστω στο τέλος, λίγο πριν φύγεις, πριν χαθείς. Το ’χα στο νου, μα άργησα ή βιάστηκες. Έτσι θα μείνεις για πάντα η Μάτση των Ονείρων μου”.

Μ’ αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε ο Μάνος Χατζηδάκις την Μάτση των Ονείρων του. Είχε φύγει στις 16 Ιουνίου του 1987 για το μεγάλο χωρίς γυρισμό ταξίδι της, πριν από 30 χρόνια.

Μάτση 1

Η Μαρία – Λουκία Χατζηλαζάρου είδε το φως στις αρχές του 1914 στη Θεσσαλονίκη. Στις 14 Ιανουαρίου με το καινούργιο ημερολόγιο, στην αλλαγή του χρόνου με το παλιό. Δεν ήταν το μοναδικό παιδί του Κλέωνα και της Βιργινίας Χατζηλαζάρου. Είχε και έναν μικρότερο αδελφό, τον Ιωάννη. Στάθηκε αδύνατο όμως να βρεθούν τα ίχνη του. Ίσως να πέθανε μικρός. Η Μάτση πήρε το όνομα Λουκία από τη πατρική γιαγιά της, την Αμερικανίδα Lucie Upton. Μάτση ήταν το όνομα που η ίδια έβγαλε για τον εαυτό της όταν ήταν μικρούλα.

Πρώτη αναφορά στη Μάτση βρίσκουμε σε γράμμα του Τζιόρτζιο Μορπούργο, γιου του στενού φίλου του πατέρα της Μωύς Μορπούργο. Ήταν το 1914, η δεύτερη επέτειος της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε έλθει αυτοπροσώπως για τον εορτασμό. Γράφει ο Τζιόρτζιο Μορπούργο σε μια φίλη του στη Τεργέστη (σε μετάφραση του κ. Χρήστου Καββαδά): “Το απόγευμα ο Βασιλεύς τίμησε με την παρουσία του το τσάι στην οικία Χατζηλαζάρου, πολύ καλών μας φίλων, όπου ήμασταν προσκεκλημένοι. Ήλθε με μικρή στολή ναυάρχου και ήταν συμπαθέστατος. Μίλησε με διάφορες κυρίες, ήπιε τσάι, έπαιξε μία παρτίδα μπριτζ, είδε την μικρή Χατζηλαζάρου, την οποία είχε βαπτίσει την προηγούμενη χρονιά και ήταν τρυφερός, βλέποντας την αθώα αφέλεια με την οποία η μικρή, που δεν έκλεισε ακόμη χρόνο, του κουνούσε μπροστά στο πρόσωπο μία ασημένια κουδουνίστρα˙ και ο φτωχός Βασιλεύς ήταν υποχρεωμένος να δείχνει πολύ ενδιαφέρον για την κουδουνίστρα της αναδεξιμιάς”.

Η Μάτση μικρούλα μπροστά στο αυτοκίνητο του πατέρα της Κλέωνα στη Θεσσαλονίκη πριν αναχωρήσουν από εκεί για πολιτικούς λόγους το 1917

Μάτση αυτοκίνητο

Η Μάτση θα ταξιδέψει πολύ στα παιδικά της χρόνια: σε Γαλλία και Ιταλία όταν αναγκάστηκε να φύγει ο πατέρας της από την Θεσσαλονίκη, και αρκετές φορές στο εξωτερικό από τότε που εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα. Γρήγορα όμως θα τους ακουμπήσει η οικονομική ανέχεια.

Η Μάτση με τους γονείς της Κλέωνα και Βιργινία σε αρχαίο θέατρο στα τέλη της δεκαετίας του 1920

Μάτση γονεις

Το 1931, πριν κλείσει τα δεκαεφτά της, παντρεύεται τον αδελφό μιας φίλης της, τον Καρλ Σούρμαν, βαυαρικής καταγωγής. Είναι η χρονιά της ολικής οικονομικής καταστροφής του πατέρα της. Ο γάμος αποτελεί ίσως μια διαφυγή από την μιζέρια που εγκαθίσταται στο πατρικό της σπίτι και την θανατηφόρα έξη των γονιών της. Χωρίζει μετά από πέντε χρόνια, το 1936, και δουλεύει πωλήτρια σε κατάστημα λαϊκής τέχνης για να ζήσει. Παντρεύεται για δεύτερη φορά το 1937, με τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση. Ο γάμος δεν θα κρατήσει πάνω από ένα χρόνο. Συγκλονισμένη από τον θάνατο των γονιών της, με σοβαρά τραύματα από δυο αποτυχημένους γάμους στα εικοσιτέσσερα της χρόνια, η Μάτση ψάχνει για στήριγμα σε μια νέα θεραπεία που μόλις έχει κάνει την εμφάνιση της, την ψυχανάλυση. Την ασκεί ένας τριανταπεντάρης ποιητής, ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Θα ακολουθήσει ένας παράφορος έρωτας και ένας τρίτος γάμος τον Ιούνιο του 1940. Για γαμήλιο ταξίδι θα πάνε στο Ναύπλιο από όπου υπάρχουν ωραίες φωτογραφίες. Αρέσκονταν πολύ να φωτογραφίζει ο ένας τον άλλο.

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου – δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Μάτση Ανδρέας μπαλκόνι

Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω – μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.

Μάτση μόνη μπαλκόνι

Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου – με το φως, με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

Εμπειρίκος βάρκα

Δίπλα στον Εμπειρίκο, η Μάτση θα μεταμορφωθεί, θα ολοκληρωθεί, θα απελευθερωθεί. Ο Εμπειρίκος θα μυήσει τη Μάτση στο μαγικό κόσμο της ποίησης και γενικά της τέχνης του υπερρεαλισμού. Πριν από τον πόλεμο στο σπίτι του διοργάνωνε εκθέσεις Γάλλων υπερρεαλιστών ζωγράφων, συγκεντρώνονταν νεαροί ποιητές και καλλιτέχνες, διάβαζαν ποιήματα και κείμενα για την τέχνη, συζητούσαν. Στα χρόνια της Κατοχής η Μάτση με τον Εμπειρίκο συνεχίζουν να κινούνται στα καλλιτεχνικά στέκια της εποχής και διοργανώνουν στο σπίτι τους κάθε Πέμπτη συναντήσεις με λογοτέχνες και διανοούμενους. Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι μεταξύ αυτών και λέει: “Οι τακτικές συγκεντρώσεις της Πέμπτης, που κρατήσανε σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής, και ακόμη – αλλά όχι με την ίδια ζωηρότητα – μετά την Απελευθέρωση, έμειναν ιστορικές. Εκεί διαβάστηκαν για πρώτη φορά η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, η Ursa Minor του Τάκη Παπατζώνη, του Αντώνη Βουσβούνη ο Άγιος Αντώνιος, τα ποιήματα του Νάνου Βαλαωρίτη, της Μάτσης Ανδρέου, του αδικοσκοτωμένου, λίγο αργότερα, Κίτσου Μαλτέζου – Μακρυγιάννη, και πολλών άλλων νέων”. Το σπίτι τους θα γίνει καταφύγιο ποιητών που μέσα στη σκληρότητα του πολέμου δεν θα πάψουν να υμνούν την ελευθερία, τον έρωτα, το δικαίωμα στη ζωή. Οι εμπειρίες αυτής της περιόδου γίνονται για τη Μάτση λέξεις, στίχοι, ποιήματα που αρχίζουν δειλά-δειλά να αραδιάζονται στο χαρτί. Είναι ύμνος στον έρωτα. Θα τα πρωτοδιαβάσει στις συνάξεις της Πέμπτης σαν Μάτση Ανδρέου.

Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να ’ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή.
Έρωτα, Έρωτα.

Ο παράφορος έρωτας της Μάτσης και του Εμπειρίκου θα πάρει τέλος λίγο πριν το τέλος της Κατοχής. Ο Εμπειρίκος σχετίζεται με τη ποιήτρια Βιβίκα Ζήση που συμμετείχε στις συναντήσεις της Πέμπτης και αρχίζει μια πιο γαλήνια σχέση μετά την ηφαιστειακή ιδιοσυγκρασία της Μάτσης. Θα παντρευτεί μαζί της αμέσως μόλις βγει το διαζύγιο με τη Μάτση τέλη του 1946 και θα αποκτήσουν μαζί ένα γιο. Παράλληλα η Μάτση θα συνδεθεί ερωτικά με τον νεαρό ποιητή Ανδρέα Καμπά τον οποίο έχει γνωρίσει κι αυτή στις ποιητικές συναντήσεις. Θα εγκαταλείψει το άνετο σπίτι του Εμπειρίκου και θα πάει να μείνει σε ένα υπόγειο μικρό και φτωχικό διαμέρισμα μαζί του. Εκείνη την εποχή θα κυκλοφορήσει και η πρώτη ποιητική της συλλογή – με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου – “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης”.

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;

Την ποιητική συλλογή την αφιερώνει “Στον Ανδρέα”. Ο Χατζηδάκις θα γράψει: “Κι όλοι ρωτούσαν ποιον εννοεί. Τον Εμπειρίκο που άφηνε ή τον Καμπά που ακολουθούσε; Δεν περιείχε αμηχανία σε ποιόν, αλλά τόλμη. Και στους δυο”. Η ίδια βέβαια λίγα χρόνια πριν πεθάνει θα πει ότι τα ποιήματα ήταν αφιερωμένα στον Ανδρέα Εμπειρίκο, σ’ αυτόν που την μύησε στη ποίηση, σ’ αυτον που της άνοιξε διάπλατα τις θύρες της Μούσας.

Η ποίησή μας είναι η ζωή και τα ποιήματα που αγαπώ, θέλω να τα ζήσω μαζί σου

Η Μάτση με τον Ανδρέα Καμπά θα ταξιδέψουν στο Παρίσι τον Δεκέβριο του 1945 με το θρυλικό πλοίο Ματαρόα, υπότροφοι της γαλλικής κυβέρνησης. Ήταν περίπου 150 νέοι Έλληνες, η αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης (Παπαϊωάννου, Καστοριάδης, Κριαράς, Κύρου, Σβορώνος, Χωραφάς, κλπ). Έζησε έκτοτε στο Παρίσι συνέχεια 11 χρόνια. Ο Ανδρέας Καμπάς έφυγε αμέσως για το Λονδίνο, όπου βρήκε δουλειά στο ναυτιλιακό γραφείο του Κουλουκουντή· η Μάτση συνδέθηκε με τον Καταλανό ζωγράφο Χαβιέ Βιλατό (Javier Vilatό), ανιψιό του Πικασό. Ο Βιλατό εικονογραφεί με πρωτότυπες χαλκογραφίες δύο συλλογές ποιημάτων της, μια στα γαλλικά το “5 Fois” και την άλλη στα ελληνικά.

Δυο από τις εκδόσεις ποιημάτων της στη Γαλλία

Γαλλικές εκδόσεις

Σε συνέντευξη που έδωσε το 1985, δυο χρόνια πριν τον θάνατο της θα πει: “Όταν έφυγα στο Παρίσι μέθυσα μ’ αυτά που βρήκα εκεί. Ζούσα με τον ανιψιό του Πικασό, κι έπεσα με τα μούτρα σε όλα τα καινούρια πράγματα. Όταν με ρώτησαν στο Ινστιτούτο, «γιατί θέλετε να πάτε στη Γαλλία;» είπα πολύ απλά «θέλω απλώς να δω και ν’ αγγίξω με το χέρι μου έναν Ματίς κι έναν Πικασό». Κι έγινε ακριβώς αυτό”. Δεν άγγιξε όμως μόνο έργα του Πικασό. Ο ίδιος ο ιδιοφυής ζωγράφος θα διακοσμήσει με ελληνικούς στίχους της ένα κεραμικό του.

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

Η Μάτση κατά Χαβιέ Βιλατό

Μάτση κατά Βιλατό

Η σχέση με τον Βιλατό θα κρατήσει μέχρι το 1956. Αμέσως μετά θα ζήσει για μικρό χρονικό διάστημα με τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη. Η Μάτση δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα παρά μόνο το 1957, για μερικούς μήνες που έγιναν επτά χρόνια. Το 1964 ξαναπήγε στη Γαλλία για σχεδόν δέκα χρόνια όπου δούλεψε στο μαγαζί του Βαράγκη. Το 1973 γύρισε οριστικά και έζησε ως το τέλος στην Αθήνα. Λίγο πριν πεθάνει θα στείλει ένα συγκινητικό αντίο στο μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, νεκρό ήδη από το 1975. Στη παραπάνω συνέντευξη θα πει σιβυλλικά: “είχα μια κουβέντα με την Μαργκαρέτ Γιουρσενάρ και της είπα: «Ίσως είμαστε πολύ εγωιστές, και όχι όσο πρέπει γενναιόδωροι όταν έχουμε ένα παράπονο με κάποιον». Το αναμόχλευσα αυτό μέσα μου και σκέφτηκα ότι έδειξα τρομερή έλλειψη γενναιοδωρίας μ’ ένα πρόσωπο. Η Αντίστροφη Αφιέρωση βγήκε σαν ένα ευχαριστήριο”. Ιδού δυο αποσπάσματα από το μεγάλο αυτό ερωτικό ύμνο – ποταμό το οποίο θα γράψει συγχρόνως ελληνικά και γαλλικά. Εδώ ολόκληρο το ποίημα.

Αντίστροφη Αφιέρωση

Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω
το απόγεμα  είπες
τριάντα χρόνια σε περίμενα
κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»
μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου  και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου
το σώμα είναι χώμα διψασμένο  από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα
πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα
θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα  και ό, τι θέλει ας γενεί
στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια
τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα
ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες
πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω
έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου
……..

Αντρέας

……

θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο
θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις
να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες
να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα
μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε;

Μάτση Ανδρέας πιθάρι

Θα αφήσει τη τελευταία της πνοή τον Ιούνιο του 1987, μόνη και ξεχασμένη σε ένα μικρό υπόγειο διαμέρισμα της Πατριάρχου Ιωακείμ στο Κολωνάκι, αφήνοντας πίσω της “λόγια λογιών”, το δικό της αποτύπωμα όπως γράφει στο κόσμο των θνητών.

Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου
κοχύλι άσπρο και πυρρό
παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα
αν και το περίβλημά του είναι πάντα έρμα
εγώ όταν φύγω στο θάνατο
το κάλυμμα που θα έχω εκκρίνει
δεν θα είναι παρά λόγια λογιών.

Η Μάτση ήταν η τελευταία απόγονος της μεγάλης οικογένειας Χρυσάνθης Οικονόμου -> Περικλή –> Κλέωνα Χατζηλαζάρου. Σήμερα αναγνωρίζεται από πολλούς σαν η μεγαλύτερη Ελληνίδα ποιήτρια, και η “πολυτιμότερη ερωτική ποιήτρια που διαθέτει η γλώσσα μας”.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 7ο)

Οικογένεια Περικλή Χατζηλαζάρου: από το ζενίθ ατο ναδίρ

Μετά τη περιπέτεια της “σφαγής των προξένων” αρχίζει η εποχή της μεγάλης ακμής της οικογένειας Χατζηλαζάρου. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα συγκαταλέγεται στις τρεις σημαντικότερες ελληνικές οικογένειες της Θεσσαλονίκης μαζί με αυτές των Άμποτ και Ρογκότη (Αγγελική Μεταλλινού, “Παλαιά Θεσσαλονίκη”, 1939). O Περικλής, πέρα από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, δίνει το παρόν και σε διάφορες κοσμικές εκδηλώσεις της πολης. Διαβάζουμε για παράδειγμα ότι το 1883 η μέτζο σοπράνο “Τζέμα Μπελιντσόνι (Gema Belinchoni) μετά τον θρίαμβο της στον Τροβατόρε, όπου υποδυόταν την Ατζουτσένα, πήγε με την άμαξα του Περικλή Χατζηλαζάρου στου Κολόμπο. Εκεί της παρατέθηκε πολυτελές δείπνο από επιφανείς Έλληνες και Εβραίους της πόλης” (Ε. Τσαουσίδου, Η Ιταλική Όπερα στη Θεσσαλονίκη, 1880-1919). Σαν ηγέτης της Ελληνικής Κοινότητος Θεσσαλονίκης οργανώνει εκδρομές σε διάφορες πόλεις της Μακεδονίας για συνάντηση και γνωριμία με τις εκεί ελληνικές κοινότητες. Σφυρηλατεί έτσι δεσμούς γνωριμίας του μακεδονικού ελληνισμού στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο. Ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να αναφερθούμε μιαν άλλη φορά στη συνάντηση γνωριμίας που είχε οργανώσει στην Έδεσσα τον Μάιο του 1895 μεταξύ των τριών Ελληνικών Κοινοτήτων: Θεσσαλονίκης, Εδέσσης και Μοναστηρίου.

Με την έλευση του 20ου αιώνα οι νέες οικονομικές δραστηριότητες που προβάλουν δυναμικά στη περιοχή δεν θα αφήσουν αδιάφορο τον Περικλή. Την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα έχει κάνει εντυπωσιακή είσοδο στη οικονομία της Μακεδονίας η κλωστοϋφαντουργία. Η περιοχή των καταρρακτών (Νάουσα, Έδεσσα και Βέροια) με την άφθονη δωρεάν ενέργεια θα γίνει ο κατ’ εξοχήν βιομηχανικός πόλος της αυτοκρατορίας. Μερικοί πρωτοπόροι Ναουσαίοι επιχειρηματίες ιδρύουν εκεί τις πρώτες βιομηχανίες βάμβακος ανατρέποντας την οικονομική ιεραρχία της περιοχής. Με βάση τα ίδια κεφάλαια, εταιρείες που έχουν συμφέροντα στη κλωστοϋφαντουργία όπως οι “Κύρτσης Γεώργιος και Υιοί” και “Λόγγος, Κύρτσης και Τουρπάλης” καταλαμβάνουν το 1906 τις δυο πρώτες θέσεις μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων ενώ η εμπορική εταιρεία “Υιοί Ιωάννου Χατζηλαζάρου” κατατάσσεται μόλις τρίτη. Ο Περικλής Χατζηλαζάρου αντιλαμβάνεται ότι η βιομηχανία είναι το μέλλον. Μαζί με τον τραπεζίτη Δημοσθένη Αγγελάκη, τον Αθανάσιο Μακρή και άλλους επενδυτές σχηματίζει την ομόρρυθμο εταιρεία “Χατζηλαζάρου, Αγγελάκης και Σία” με στόχο την ίδρυση μιας κάθετης μονάδας επεξεργασίας μαλλιού στη Νάουσα. Το εργοστάσιο κατασκευάζεται σε σχέδια του Ξενοφώντα Παιονίδη το 1908, χρονιά κατά την οποία ο Περικλής παραιτείται από την θέση του υποπροξένου των ΗΠΑ. Ο Ευστάθιος Στουγιαννάκης σε άρθρο του στο Μακεδονικό Ημερολόγιο (30/5/1910) αναφέρει ότι η ισχύς του εργοστασίου είναι 300 ίππων “παρεχομένη υπό καταρράκτου δι’ υδροκοχλίου (tourbine) αυστριακής κατασκευής· τοιαύτης είναι και τα λοιπά μηχανήματα. Ο δε ηλεκτρισμός ο προς φωτισμόν του χρησιμοποιούμενος παρασκαυάζεται δια μηχανήματος ειδικού 120 Volts. Περιλαμβάνει το εργοστάσιον πέντε τμήματα: 1/ πλύντήριον, ένθα πλύνονται τα έρια, 2/ βαφείον, 3/ κλωστήριον (περιλαμβάνον 1080 ατράκτους), 4/ υφαντήριον και 5/ τμήμα απαρτισμού (φινιρίσματος) ένθα συμπληρούται η παρασκευή του υφάσματος”. Απασχολεί περί τα 200 άτομα μεταξύ των οποίων και λίγους Ευρωπαίους, ως επί το πλείστον Αυστριακούς, οι οποίοι παρέχουν τεχνικές συμβουλές. “Αλλά δια τούτο ακριβώς είναι αξιέπαινος η εταιρεία Χατζηλαζάρου δια την πρωτοτυπίαν της και το δημιουργικόν πνεύμα. Εξέτρεψε την επιχειρηματικότητα αυτής από της συνήθους του βάμβακος βιομηχανίαν εις νέον είδος, την των ερίων, άγνωστον εις τον τόπον και εις όλον σχεδόν το Κράτος…Το ποσόν της ετησίας παραγωγής νυν ανέρχεται εις 100.000 μέτρων υφάσματος μαλλίνου πλάτους 1,40 του μέτρου αξίας 35 – 45.000 λιρών. Το εργοστάσιον Χατζηλαζάρου είναι το πρώτον εις το είδος του· τα προϊόντα αυτού είναι περιζήτητα εν τη αγορά, εφάμιλλα δε των ευρωπαϊκών τοιούτων. Προετιμήθησαν εσχάτως δια τας στρατιωτικάς στολάς επί τοσούτον, ώστε η παραγωγή είναι μικροτέρα της ζητήσεως”. Η άριστη ποιότητα των υφασμάτων οφείλεται και στην άριστη ποιότητα του μαλλιού που προέρχεται κυρίως από την Αδριανούπολη και περιοχές της σημερινής Ρουμανίας. Ο Περικλής είναι πρόεδρος της εταιρείας με γενικό διευθυντή τον Αθανάσιο Μακρή. Το 1911 η εταιρεία αλλάζει μορφή και ονομάζεται “Ανώνυμος Οθωμανική Υφαντουργική Εταιρεία Ναούσης” με κεφάλαιο 40.000 λιρών. Την επόμενη χρονιά με την απελευθέρωση θα μετονομαστεί σε “Έρια, Ανώνυμος Ελληνική Υφαντουργική Εταιρεία Ναούσης” αυξάνοντας κατά 50% το κεφάλαιο της σε 1,5 εκατομμύρια δραχμές. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής αγοράζεται από την οθωμανική και, μετά την απελευθέρωση, από την ελληνική κυβέρνηση για τις ανάγκες του στρατού.

Η βιομηχανία Έρια στη Νάουσα

ΕΡΙΑ

Τα πρώτα έτη της ενσωμάτωσης της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος είναι αρκετά δύσκολα για τον εμπορικό και βιομηχανικό τομέα. Η βαλκανική ενδοχώρα και τα μεγάλα αστικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης αποτελούσαν πριν την απελευθέρωση τις σημαντικότερες αγορές. Η κατάτμηση του βαλκανικού χώρου μετά την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία νέων συνόρων επιβάλουν επαναπροσδιορισμό των εμπορικών ροών κάτι που δεν είναι εύκολο. Οι βιομηχανικές μονάδες δυσκολεύονται να λειτουργήσουν, μερικές κλείνουν. Το ελληνικό κράτος δεν μπορεί εν μια νυκτί να ενσωματώσει οικονομικά, φορολογικά και διοικητικά τις νέες περιοχές. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ, η τότε Τρόϊκα), που είχε επιβληθεί το 1897 μετά την χρεωκοπία επί Τρικούπη και την ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, έθετε περιορισμούς στην αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη έλλειψη νομίσματος στην αγορά της Μακεδονίας. Έτσι οι συναλλαγές συνεχίζουν να γίνονται αναγκαστικά σε οθωμανικά νομίσματα με την ανοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Τα τελωνεία στη Παλιά Ελλάδα επιβάλουν δασμούς στην αποστολή βιομηχανικών προϊόντων που προέρχονται από τη Μακεδονία σαν να επρόκειτο για εισαγωγές από ξένες χώρες. Επί πλέον η Θεσσαλονίκη και γενικότερα η Μακεδονία δεν έχει εκπροσώπηση στο ελληνικό κοινοβούλιο το οποίο είχε εκλεγεί το 1910. Οι επόμενες εκλογές με τη συμμετοχή των Νέων Χωρών θα γίνουν αργότερα, τον Ιούνιο του 1915. Δεν υπάρχει έτσι η δυνατότητα παρέμβασης στις πολιτικές που αποφασίζονται στην Αθήνα για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων του ελληνικού βορρά.

Μέσα στην ιδιάζουσα αυτή συγκυρία ο Περικλής Χατζηλαζάρου αναλαμβάνει μια σημαντική πρωτοβουλία. Συγκαλεί τον Ιανουάριο του 1914 στα γραφεία της εταιρείας Έρια’ τους κυριότερους βιομηχάνους της περιοχής. Σκοπός η ίδρυση ενός βιομηχανικού συνδέσμου που θα καλύπτει όλη τη Μακεδονία και θα γίνει ο συνομιλητής της ελληνικής κυβέρνησης για τα προβλήματα της βιομηχανικής και ευρύτερα οικονομικής πολιτικής που αφορούν την Μακεδονία. Ο Ευ. Χεκίμογλου (ΣΒΒΕ, Τα πρώτα εκατό χρόνια) αναφέρει: “Τα γραφεία της «Έρια» βρίσκονταν πίσω από το Λουτρό της Αγοράς. Ο οικοδεσπότης της συνάντησης ήταν ο πρόεδρος της εταιρείας. Ο 68χρονος Περικλής Χατζηλάζαρος , όπως ονομαζόταν, δεν ήταν ο συνηθισμένος τύπος βιομηχάνου. Κατείχε το αξίωμα του προέδρου όχι μόνο για τις μετοχές που κατείχε αλλά και για το σεβασμό που αισθάνονταν οι άλλοι προς το πρόσωπό του. Ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας, ιδιοκτήτης γαιών και αστικών ακινήτων, καθώς και δεινός έμπορος. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών του είχε εμπιστευτεί τα καθήκοντα του επίτιμου (άμισθου) προξένου των ΗΠΑ για σαράντα ολόκληρα χρόνια. Φιλοξένησε στην έπαυλή του, μέχρι τη μοιραία μέρα της δολοφονίας του, τον Βασιλιά Γεώργιο, που εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη αμέσως μετά την είσοδο του ελληνικού στρατού. Οι υπηρεσίες του Περικλή Χατζηλαζάρου προς την ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης – κυρίως σε ό,τι αφορούσε τα σχολεία – θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να καταγραφούν. Η εταιρεία του ήταν αντάξια του προέδρου της. Ήταν μια κάθετη μονάδα επεξεργασίας ερίου, από την αγορά του μαλλιού μέχρι το ύφασμα, με έδρα τη Νάουσα”. Παρόντες στη συνάντηση ήταν ο διευθυντής της “‘Έρια” Αθανάσιος Μακρής από τη Σιάτιστα, οι Γρηγόριος Λόγγος, Βασίλειος Τουρπάλης, Ηρακλής Χατζηδημούλας και Θεόδωρος Δάνου από τη Νάουσα, ο Μιχαήλ Νούσιας από το Κρούσοβο, και ο Θεσσαλονικιός Μωύς Μορπούργο. Στη συνάντηση συμφωνούν όλοι με την πρόταση του Χατζηλαζάρου.

Τα πρακτικά της πρώτης συνάντησης με τις υπογραφές των συμμετεχόντων. Πρώτοι υπογράφουν ο Περικλής Χατζηλαζάρου και ο Μωύς Μορπούργο.

Ιδρυση ΣΕΒΒ

Το πρώτο Καταστατικό του Συνδέσμου Βιομηχάνων Μακεδονίας που εγκρίθηκε στη συνέλευση της 29ης Ιανουαρίου 1914.

Καταστατικό ΣΒΜ

Η ιδρυτική συνέλευση γίνεται στα γραφεία της εταιρείας ‘Έρια” δυο βδομάδες αργότερα (29/1/1914) και ψηφίζει σαν πρώτο πρόεδρο του τον Περικλή Χατζηλαζάρου. Ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Μακεδονίας, που σήμερα ονομάζεται Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος, ήταν γεγονός. “Σε αυτή την ένωση μετείχαν πρώτα από όλα εταιρείες αλλά και πρόσωπα «αδιακρίτως εθνικότητος». Το όριο ήταν μόνο γεωγραφικό, η Μακεδονία. Μέλη μπορούσαν να γίνουν «εργοστασιάρχαι ή διευθυνταί ή σύμβουλοι» βιομηχανικών εταιρειών που έδρευαν στη Μακεδονία” (ΣΒΒΕ, Τα πρώτα εκατό χρόνια). Το πρώτο υπόμνημα του Συνδέσμου θα παρουσιαστεί σε συνάντηση με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο κατά την επίσκεψη του στη Θεσσαλονίκη στα μέσα Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Ο Βενιζέλος δέχεται την αντιπροσωπεία του Συνδέσμου στο ξενοδοχείο Σπλέντιτ στη παραλία όπου και διέμεινε. Όπως έγραψε ο τύπος, ο πρωθυπουργός “συνεχάρη το επιχειρηματικόν πνεύμα του ενταύθα βιομηχανικού κόσμου, διότι με δασμόν τελωνειακόν μόνον 11% επί τουρκικής διοικήσεως κατορθώθη να αναπτυχθή βιομηχανία άνευ άλλης προστασίας”. Απόρροια της συνάντησης είναι η άμεση κατάργηση κάθε δασμού που έπληττε άδικα τα μακεδονικά προϊόντα στη Παλιά Ελλάδα ενώ προετοιμάζεται για το 1915 και η κυκλοφορία της δραχμής με τρόπο που θα υπερκερούσε την αντίδραση του ΔΟΕ. {Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος με τον Διχασμό θα επιφέρουν μεγάλη αναστάτωση στη νομισματική κυκλοφορία της περιοχής η οποία θα ξεπεραστεί στα μέσα της επόμενης δεκαετίας μετά το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας}.

Ο Περικλής Χατζηλαζάρου από το 1915 έχει επιβαρυμένη υγεία. Στις 17 Μαρτίου 1916 θα στείλει επιστολή στον Σύνδεσμο με την οποία ανακοινώνει ότι αποχωρούσε “της περαιτέρω ενεργού δράσεως υπέρ του Συνδέσμου” ενώ ευχαριστούσε “δια την εκλογήν του ως πρώτου προέδρου του”. Το μεγάλο αυτό τέκνο των οικογενειών Οικονόμου και Χατζηλαζάρου θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις αρχές Ιανουαρίου του 1917.

Φωτογραφία στον κήπο της βίλας Χατζηλαζάρου στη περιοχή των Εξοχών. Καθήμενοι στο κέντρο ο Περικλής, δεξιά ο γιος του Κλέων και αριστερά ο Ιωάννης Μπουτάρης, παππους του σημερινού δημάρχου Θεσσαλονίκης.

Περικλης και Κλέων

Μετά τον θάνατο του Περικλή την σκυτάλη παίρνει ο γιος του Κλέων Χατζηλαζάρου. Η πρώτη αναφορά στο όνομα του από τον τύπο της Θεσσαλονίκης γίνεται όταν ήταν ακόμη μικρός. “Χθες εώρτασε την ημέρα των γενεθλίων του ο εράσμιος Κλέων Χατζηλάζαρος προσενεγκών γεύμα ποικίλον και ορεκτικόν τοις μικροίς του φίλοις, οίτινες εγκαρδίως επεδαψίλευσαν αυτώ τας ειλικρινείς και αφελείς αυτών περί του μέλλοντος ευχάς και συγχαρητήρια” θα γράψει ο “Φάρος της Μακεδονίας” του Σοφοκλή Γκαρμπολά κάπου στη δεκαετία του 1780. Αργότερα θα μεταβεί στη Γερμανία και στις ΗΠΑ για σπουδές. Επιστρέφοντας θα δουλέψει στην εταιρεία του πατέρα του και το 1905 θα γίνει υποδιευθυντής – και λίγο αργότερα συνδιευθυντής και από το 1910 διευθυντής – στο άρτι ιδρυθέν υποκατάστημα της Τράπεζας της Ανατολής της Θεσσαλονίκης. Το ταλέντο του στις τραπεζικές εργασίες αναγνωρίζεται από όλους. Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτές του 1907 και του 1911, θα διατηρήσει το επίπεδο των πιστώσεων προς την οικονομία σε αντίθεση με τους άλλους τραπεζίτες που αποτραβιούνται από την αγορά. Kεϊνσιανή πολιτική τρεις δεκαετίες πριν από τον Κέινς; Ίσως! “Σώσατε τον τόπο” θα πει ο γενικός επιθεωρητής των ευρωπαϊκών βιλαετίων Χιλμή πασάς το 1907. Συγχρόνως με τις τραπεζικές εργασίες ο Κλέων θα ονομαστεί το 1908 και πρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη μετά την αποχώρηση του πατέρα του. Ο τύπος της εποχής θα γράψει: “η Αμερικανική Κυβέρνησις προεβίβασε το ενταύθα υποπροξενείον της εις έμμισθον Προξενείον πρώτης τάξεως διορίσας Πρόξενον της, διευθύνοντα το Προξενείον, τον αξιότιμον κ. Κλέωνα Χατζηλαζάρου, συνδιευθυντήν της Τραπέζης της Ανατολής, υιόν του παραιτηθέντος υποπροξένου…Ο κ. Περικλής Χατζηλαζάρου έλαβεν αυτόγραφον επιστολήν του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής κ. Ρούζβελτ, όστις δια λίαν κολακευτικών εκφράσεων εξαίρει τας πολυτίμους υπηρεσίας τας οποίας ο αξιότιμος συμπολίτης μας προσέφερεν”. Ο Κλέων είναι το ανερχόμενο αστέρι στο επιχειρηματικό στερέωμα της Θεσσαλονίκης. Είναι από τους πρώτους που θα αγοράσει αυτοκίνητο στην οθωμανική ακόμη Θεσσαλονίκη. Το αυτοκίνητο του μάλιστα θα χρησιμοποιηθεί όλως τυχαίως κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης όπως εξιστορεί ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης στα απομνημονεύματα του (Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13 – Τα Σώματα Προσκόπων): “αμέσως διατάσσεται η 7η Μεραρχία να βαδίση προς Αϊβάτι (Λητή) και παρεμποδίση την είσοδον του Βουλγαρικού στρατού, εις εμέ δε παραδίδεται το πρωτόκολλον της παραδόσεως Θεσσαλονίκης με την εντολήν να πορευθώ εις Αϊβάτι προς τον Βόριδα (σημ. Βόρις ήταν ο διάδοχος του βουλγαρικού θρόνου που υπηρετούσε στη μεραρχία με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης) ίνα εξηγήσω τι συμβαίνει. Μου δίδουν δε ως συνοδόν και τον υπασπιστήν του Χασαν Ταξίν Άραβα Λοχαγόν Άλήν. Ευρίσκω κατά τύχην το αυτοκίνητον του Θεσσαλονικέως Κλέωνος Χατζηλαζάρου, παίρνω και μίαν Ελληνικήν σημαίαν από ένα κουρείον και διευθύνομαι προς τους Στρατώνας της Αγίας Παρασκευής και εκείθεν εις Αϊβάτι”.

Ο Κλέων θα εισέλθει μετά την απελευθέρωση στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας “Έρια” και θα γίνει το Νο2 του Διοικητικού Συμβουλίου. Με την αποχώρηση του πατέρα του θα αναλάβει τη προεδρία της βιομηχανίας και θα εκλεγεί επόμενος – δεύτερος κατά σειρά – πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων Μακεδονίας. Παράλληλα συνεχίζει την κοινωνική δράση της οικογένειας. Θα τεθεί επί κεφαλής των προσπαθειών για τη δημιουργία τοπικού τμήματος Ερυθρού Σταυρού πράγμα το οποίο πετυχαίνει το 1914 όταν και γίνεται πρόεδρος του. Είναι η χρονιά που ξεσπά ο Μεγάλος Πόλεμος, αρχή μεγάλων περιπετειών για την Ελλάδα.

Το 1917 είναι μια χρονιά ιδιαίτερα δύσκολη για τον Κλεωνα. Ο πατέρας του, που αποβιώνει τον Ιανουάριο, αφήνει την μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία στη θετή του μητέρα Ευφροσύνη Βασιλείου – Χατζηλαζάρου. Ο Κλέων ουσιαστικά αποκληρώνεται. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί κάτι τέτοιο αφού δεν υπάρχουν ενδείξεις ή πληροφορίες για προστριβές μεταξύ πατέρα και γιου. Ο Κλέων προσβάλει στα δικαστήρια την διαθήκη που προσκόμισε η μητριά του και θέτει θέμα γνησιότητας της. Μάταια όμως. Οι μόνοι τίτλοι ιδιοκτησίας που του απομένουν φαίνεται ότι είναι οι προσωπικές μετοχές που κατέχει στο κεφάλαιο της βιομηχανίας “Έρια”.

Το δεύτερο μεγάλο πλήγμα την χρονιά εκείνη αφορά τις σχέσεις του με τις αρχές της Θεσσαλονίκης. Ο Κλέων, όπως και ο πατέρας του, είχε ισχυρούς φιλικούς δεσμούς με τη βασιλική οικογένεια. Ο βασιλιάς Γεώργιος διέμεινε στο σπίτι τους στη Θεσσαλονίκη. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν ανάδοχος της κόρης του το 1914. Με την άφιξη των Αγγλο-γάλλων στη Θεσσαλονίκη στα πλαίσια του Μεγάλου Πολέμου, η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία τίθενται σταδιακά υπό την κατοχή της Αντάντ. Ο Γάλλος στρατηγός Σαράιγ που διαφεντεύει τον τόπο είναι γνήσιο τέκνο των ιδεών της γαλλικής επανάστασης: σφόδρα αντιβασιλικός, φανατικά αντικληρικός και ελεύθερος τέκτων. Ριζοσπάστης σοσιαλιστής με σχεδόν τυφλή πολιτική στήριξη από την γαλλική αριστερά, κρατά παραδόξως στα χέρια του την εύθραυστη πολυκομματική ισορροπία της κυβέρνησης του Παρισιού. Θεωρεί εν δυνάμει αντίπαλο όποιον δεν ασπάζεται τις ιδέες του – είτε πρόκειται για Γάλλο, Άγγλο ή Έλληνα – και υποπτεύεται ιδιαίτερα αυτούς που έχουν σχέση με τον Κωνσταντίνο. Ο Βενιζέλος με τη στήριξη του Σαράιγ έχει ήδη σχηματίσει  τη δική του κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη από τον Οκτώβριο του 1916. Ο Κλέων, παρά τις προσωπικές του φιλίες, φαίνεται να συνεργάζεται καλά με την κυβέρνηση Βενιζέλου. Είναι φυσικό άλλωστε γιατί επικεφαλής του Πολιτικού γραφείου της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ο στενός φίλος του Βενιζέλου Αναστάσιος Αδοσίδης. Ο τελυταίος είναι σύζυγος της Έλλης Χατζηλαζάρου, εγγονής του Σταύρου, του μικρότερου αδελφού του δικού του παππού Ιωάννη Χατζηλαζάρου όπως θα δούμε αργότερα. Είναι λοιπόν δεύτερα ξαδέλφια.  Ο Χεκίμογλου παραδόξως γράφει για κακοπιστίες της Προσωρινής Κυβέρνησης εις βάρος του : “Ο Κλέων βάζοντας τα ανθρωπιστικά και εθνικά καθήκοντα του πάνω από τις προσωπικές και πολιτικές προτιμήσεις του, θα προσπαθήσει να συνεργαστεί με την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, παρά τις από μέρους της κακοπιστίες σε βάρος του. Αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι η ίδρυση και λειτουργία του “Τρίτου Στρατιωτικού Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού” στο σημερινό Δημοτικό Νοσοκομείο”. Η συγγενική σχέση του Κλέωνα με τον πιστότερο συνεργάτη του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη ίσως να διέφυγε της προσοχής του εξαιρετικού ιστορικού. Την ίδια περίοδο η ξαδέλφη του Κλέωνα, Έλλη, υπηρετεί σαν εθελόντρια νοσοκόμα στον Ερυθρό Σταυρό στη Θεσσαλονίκη πράγμα το οποίο σίγουρα θα διευκόλυνε την δημιουργία του Στρατιωτικού Νοσοκομείου που επιθυμούσε και ο Κλέων. Όλα αυτά θα αλλάξουν ξαφνικά τον Απρίλιο του 1917. Τον μήνα εκείνο “ο Κλέων Χατζηλαζάρου παύει να υπογράφει ως Πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού και αντικαθίσταται στη διεύθυνση της Τράπεζας…Η αιτία αυτής της ξαφνικής αποχώρησης και μάλιστα σε μία τόσο κρίσιμη περίοδο, παραμένει άγνωστη”.

Τότε αναχωρεί ξαφνικά για την Μασσαλία με νοσοκομειακό πλοίο. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για τον λόγο της αναχώρησης. Η πρώτη υπόθεση θέλει η αναχώρηση να οφείλεται σε ρήξη με την Προσωρινή Κυβέρνηση. Η δεύτερη θέλει να απομακρύνεται από τις γαλλικές αρχές της πόλης. Για τους συγγενικούς λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί η πρώτη υπόθεση φαίνετα μάλλον απίθανη. Αντίθετα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η σύζυγος του Κλέωνα, η Βιργινία, είναι Γερμανίδα (Γεώργιος Σταμπουλής, “Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912”, 1984). Και όπως αναφέρεται στο βιβλίο αυτό, κατά τρόπο απρόσμενο και αψυχολόγητο είχε σπεύσει να προσφέρει άνθη σε Γερμανό πιλότο το αεροπλάνο του οποίου είχε καταρριφθεί από τις δυνάμεις της Αντάντ. Η μικρής διάρκειας φυλάκιση της με την κατηγορία της κατασκόπου πιθανόν να έπαιξε κάποιο ρόλο στο ξενητεμό του Κλέωνα μέσα στο γενικότερο κλίμα δυσπιστίας που αντιμετώπιζε. Στη Μασσαλία όπου εγκαθίσταται προσωρινά ζει η θεία του Σοφία Οικονόμου που είχε παντρευτεί τον Κωνσταντινουπολίτη έμπορο Πολύβιο Ζαφειρόπουλο όπως θα δούμε στη συνέχεια. Σίγουρα οι συγγενικοί δεσμοί θα έπαιξαν ρόλο για την εκεί πρώτη διαμονή του. Ακολούθως πηγαίνει στην Ιταλία, γνώριμη γι αυτόν χώρα αφού συνήθιζε να κάνει εκεί τις ιατρικές του εξετάσεις (είναι γνωστό ότι υπέφερε από προστάτη). Επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη το 1919 μετά το τέλος του πολέμου. Η θετή του μητέρα Ευφροσύνη είχε ήδη εγκαταλείψει την Θεσσαλονίκη για την Αθήνα όπου και απεβίωσε το 1921. Αποστερημένος από την περιουσία του πατέρα του στη Μακεδονία αποφασίζει και αυτός να εγκατασταθεί στην Αθήνα (μετά τον θάνατο της μητριάς του;) όπου οργανώνει την τελευταία οικονομική του δραστηριότητα με επίκεντρο πάντα τη βιομηχανία ‘Ερια’.

Μετοχές της Νέας εταιρείας με τις υπογραφές του Κλέωνα Χατζηλαζάρου και του Γρηγορίου Λόγγου

Ερια 1922

Το 1922 αντικαθιστά την παλιά εταιρεία με μια νέα, την ‘Έρια, Νέα Ανώνυμο Ελληνική Υφαντουργική Εταιρία Ναούσης’, με κεφάλαια 10.000.000 δραχμές. Μεταξύ των μετόχων είναι και οι Γρηγόριος Λόγγος και Αθανάσιος Μακρής. Το 1924 εισάγεται στο Χρηματιστήριο Αθηνών και συναντά μια θεαματική υποδοχή. Η τιμή της μετοχής θα διαγράψει μια γρήγορη ανοδική τροχιά από τις 100 δρχ στις 400, για να πέσει το 1929 στις 166 δρχ. στη μεγάλη χρηματιστηριακή κρίση. Το τελικό χτύπημα όμως θα έρθει το 1931 με την υποτίμηση της δραχμής και τη συνακόλουθη τεράστια αύξηση της τιμής του εισαγόμενου μαλλιού. Η τιμή της μετοχής θα πέσει στις 41 δρχ. και το εργοστάσιο θα σταματήσει πρακτικά να λειτουργεί αρχίζοντας να ξεπουλά το απόθεμα που βρίσκεται στις αποθήκες. Τέλη του 1933 τα αποθέματα έχουν πωληθεί και ο Κλέων σε τραγική ψυχολογική κατάσταση θα αφήσει την τελευταία του πνοή λίγους μήνες αργότερα, το 1934, υπό την επήρεια της μορφίνης στην οποία όπως φαίνεται προσπάθησε, μάταια, να βρει λύτρωση. Η γυναίκα του Βιργινία θα τον ακολουθήσει στον ίδιο θάνατο λίγους μήνες αργότερα.

Κάπως έτσι με έντονα τραγικό τρόπο πλησιάζει στο τέλος η μεγάλη εποποιία της οικογένειας Περικλή Χατζηλαζάρου στη Θεσσαλονίκη. Ο κορυφαίος αναλυτής της εποχής εκείνης θα σημειώσει: “η περίπτωση της οικογένειας Χατζηλαζάρου μας βάζει μπροστά σε ένα γενικότερο ερώτημα: τι απέγιναν όλες εκείνες οι εύπορες μακεδονικές οικογένειες – ό,τι σε άλλους όρους θα χαρακτηρίζαμε ως τοπική αστική τάξη – οι οποίες και αποτέλεσαν την σπονδυλική στήλη του Μακεδονικού Αγώνα; Όλοι αυτοί οι ικανοί επιχειρηματίες που συσσώρευσαν πλούτο μέσα στις συνθήκες της τουρκοκρατίας (πλούτο που συχνά διέθεσαν για τις ανάγκες των εθνικών αγώνων) για να χαθούν όταν το όνειρο έγινε πραγματικότητα και ο τόπος τους ενσωματώθηκε στο ελλαδικό κράτος;” (Ε.Χεκίμογλου, “Ενθύμιον Χατζηλαζάρου, το έργο ενός λησμονημένου πρόκριτου της Θεσσαλονίκης”, 1990). Μεγάλα ερωτήματα – και δύσκολες απαντήσεις – μιας περιόδου σημαδεμένης από έναν δεκαετή, σχεδόν συνεχή πόλεμο, και έναν αμείλικτο και άγριο Διχασμό.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 6ο)

Η Σφαγή των Προξένων και η αναπάντεχη εμπλοκή της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χατζηλαζάρου.

Ο 34χρονος πρόξενος της Γερμανίας Ερρίκος Άμποτ ήταν Άγγλος υπήκοος, Έλληνας όμως στο θρήσκευμα και στη γλώσσα. Είχε παντρευτεί το 1867 την Άννα Καραθεοδωρή, της μεγάλης Κωνσταντινουπολίτικης οικογένειας που περιελάμβανε τον Καραθεοδωρή εφέντη, προσωπικό γιατρό του σουλτάνου, τον διπλωμάτη και υφυπουργό εξωτερικών Καραθεοδωρή πασά και τον μεγάλο Έλληνα μαθηματικό Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή. Ήταν γιος του Ροβέρτου (Μπάμπη – Robert) Άμποτ και της Κατερίνας Ηρακλείδου και εγγονός του Γεωργίου (Τζιωρτζάκη – George Frederick) Άμποτ και της Δόμνας Καυταντζόγλου, κόρης του πλουσιότερου τότε πολίτη της Θεσσαλονίκης, του καπνέμπορα Ιωάννη (Νάνου) Γούτα Καυταντζόγλου. Ο Ερρίκος ήταν επίσης ανιψιός του περίφημου Τζέκη (John Nelson) Άμποτ, του πάμπλουτου και εκκεντρικού έμπορα βδελλών για τον οποίο έγραψε τελευταία το διαδικτυακό περιοδικό Παράλλαξη. Ο 39χρονος Γάλλος πρόξενος Ζυλ Μουλέν, αφιχθείς στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 1869 από το γαλλικό προξενείο του Σεράγεβου (Bosna-Seraï), είχε παντρευτεί το 1873 μιαν αδερφή του Ερρίκου, τη Μαίρη Άμποτ. Ήταν δηλαδή γαμπρός του. Μια άλλη αδελφή του Ερρίκου ήταν παντρεμένη με τον Λάζαρο Χατζηλάζαρο, πρώτο ξάδελφο του Περικλή από τον αδελφό του πατέρα του Γρηγόρη, ο οποίος ήταν εγκαταστημένος στον Βόλο (έκθεση Νο21 της 25/5/1876 του προξένου της Αυστρίας von Chiari στον υπουργό εξωτερικών von Andràssy). Δεν αληθεύουν φυσικά τα γραφόμενα ακόμη και σήμερα ότι οι δυο πρόξενοι είχαν κάποιο άμεσο συγγενικό δεσμό με τον πρόξενο της Αμερικής Περικλή Χατζηλαζάρου. Ίσως το μπέρδεμα να δημιουργείται από την γυναίκα του ξαδέλφου του και από το γεγονός ότι μια Άμποτ ήταν γκουβερνάντα του μικρού του γιου Κλέωνα.

Η τραγική ιστορία της σφαγής, όπως την αφηγείται γλαφυρότατα ο Απόστολος Βακαλόπουλος, έχει εν συντομία ως εξής. Μια δεκατετράχρονη, ορφανή από πατέρα, χριστιανή σλαβόφωνη από το χωριό Βογδάνιτσα της Γευγελής, αποφάσισε να αλλαξοπιστήσει ασπαζόμενη τον μωαμεθανισμό. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πήρε αυτή την απόφαση δεν είναι πλήρως διευκρινισμένες αλλά φαίνεται ότι είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τη φτώχεια και να γίνει μέρος του χαρεμιού ενός πάμπλουτου Τούρκου (του παρέδρου του μεγάλου συμβουλίου του βιλαετιού Εμίν εφέντη κατά τον Χατζηλαζάρου) παρά την αντίθετη γνώμη της μητέρας της. Η Στεφάνα, όπως ήταν το όνομα της (Στεφανία), εξαφανίστηκε από το σπίτι της για λίγες μέρες και με την συνοδεία μιας μωαμεθανής πήρε το τρένο από το Καρασούλι (Πολύκαστρο) για την Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 5 Μαΐου 1876 (νέο ημερολόγιο). Είχε αποφασίσει να κάνει την επίσημη ομολογία της νέας πίστης στις τοπικές αρχές της Θεσσαλονίκης. Στο ίδιο τρένο είχε επιβιβαστεί τυχαία από τον προηγούμενο σταθμό της Γευγελής και η (πατριαρχική) μητέρα της. Πήγαινε να παρακαλέσει τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης να επέμβει για να αποτρέψει τον εξισλαμισμό της κόρης της. Η μητέρα συνάντησε στο τρένο την κόρη και προσπάθησε, μάταια όπως φαίνεται, να τη μεταπείσει. Φτάνοντας στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, Παρασκευή αργά το απόγευμα – μέρα αργίας για όλους τους πιστούς καθότι συνέπεσε με τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου για τους ορθόδοξους και την έναρξη της σαββατιάτικης αργίας για τους εβραίους -, η μητέρα της κοπέλας άρχισε να εκλιπαρεί με δυνατή φωνή τους παρευρισκόμενους χριστιανούς στα γύρω καφενεία να σώσουν την ορθόδοξη κόρη της από τον εξισλαμισμό. Αρκετοί έτρεξαν να βοηθήσουν σκίζοντας από το πρόσωπο του κοριτσιού το φερετζέ και κατορθώνοντας να την αποσπάσουν από τα χέρια των ζαπτιέδων (Οθωμανών χωροφυλάκων) που είχαν εν τω μεταξύ παρέμβει. Εκεί κοντά βρισκόταν και η άμαξα του προξένου Περικλή Χ”Λαζάρου. Ο δεκαοχτάχρονος εορτάζων Γεώργιος Άμποτ που έτυχε να βρίσκεται στο σταθμό, αδελφός της γκουβερνάντας του μικρού Κλέωνα και ανιψιός του Γερμανού προξένου, έβαλε με την βοήθεια περαστικών τη κοπέλα μέσα στην άμαξα και την οδήγησε στο αμερικανικό προξενείο που ήταν συγχρόνως και η κατοικία του Περικλή Χ”Λαζάρου.

Η παλιά οικία Χατζηλαζάρου κοντά στην Εγνατία οδό η οποία ήταν συγχρόνως και το προξενείο των ΗΠΑ. Εκεί οδηγήθηκε η κοπέλα από την Βογδάνιτσα.

Οικία Χατζηλαζάρου 1876

Όλη η οικογένεια του προξένου όμως έλειπε γιατί είχαν βγει για περίπατο. Πρώτη επέστρεψε σπίτι η μητέρα του Περικλή, Χρυσάνθη, και λίγο αργότερα ο μεγαλύτερος αδελφός του Νικόλαος. Μετά από προτροπή του Νικολάου και τα παρακάλια της μητέρας του κοριτσιού, η οποία στο μεταξύ είχε καταφθάσει στο προξενείο, η Χρυσάνθη δέχτηκε να διανυκτερεύσουν εκεί η κοπέλα με την μητέρα της με την προϋπόθεση ότι θα έφευγαν την επομένη το πρωί. Ήταν η πρώτη μοιραία απόφαση της Χρυσάνθης. Το ίδιο βράδυ διαδόθηκε ότι η Στεφάνα είχε απαχθεί από τον Χατζηλαζάρου και ήταν αιχμάλωτη στο αμερικανικό προξενείο δημιουργώντας αναβρασμό στον μουσουλμανικό πληθυσμό και υποψίες ότι η όλη υπόθεση ήταν οργανωμένη από τον πρόξενο. Το ένα χτύπημα μετά το άλλο ερχόταν για τους μουσουλμάνους μετά τη δραματική αύξηση της φορολογίας λόγω της χρεοκοπίας του 1875 και τις ταπεινωτικές γι’ αυτούς υποχωρήσεις της κυβέρνησης στις διαδοχικές εξεγέρσεις των χριστιανών της Βοσνίας, της Ερζεγοβίνης, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Ο μουφτής και ο γραμματέας του μουλά, από τους πλέον φανατικούς, κάλεσαν τους πιστούς να συγκεντρωθούν την επομένη, Σάββατο, μπροστά στο κονάκι για να απαιτήσουν την επέμβαση του βαλή και να πάρουν πίσω, ακόμη και με τη βία, την απαχθείσα νέα. Πράγματι την επομένη το πλήθος απαίτησε από τον βαλή Ριφαάτ πασά να ελευθερωθεί η κοπέλα.

Το παλιό κονάκι μπροστά στο οποίο μαζεύτηκαν φανατικοί μουσουλμάνοι απαιτώντας την απελευθέρωση της Στεφάνας. Στη θέση του αργότερα χτίστηκε η νέα οικοδομή, το σημερικό Διοικητήριο.

Παλιό κονάκι

Ο βαλής έστειλε στο αμερικανικό προξενείο να την αναζητήσουν αλλά η Χρυσάνθη που ήταν μόνη πια στο σπίτι είπε ότι η Στεφάνα είχε εγκαταλείψει το προξενείο νωρίτερα και δεν γνώριζε που βρισκόταν. Ήταν η δεύτερη μοιραία στάση της Χρυσάνθης. Το ίδιο απάντησε και ο γιος της Νικόλαος τον οποίο φώναξαν να προσέλθει από το γραφείο του. Με το άκουσμα των μαντάτων ότι οι χριστιανοί έκρυβαν τη νέα που ήθελε να ασπασθεί το κοράνι τα πνεύματα οξύνθηκαν και ντελάληδες ξεχύθηκαν στους δρόμους καλώντας όσους αγαπούν τον Μωάμεθ να κλείσουν τα μαγαζιά, να πάρουν τα όπλα και να προσέλθουν στο Σαατλί τζαμί, δίπλα στο παλιό κονάκι. Οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης άδειασαν από τον φόβο του φανατισμένου και οπλισμένου όχλου. Οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών χωρών ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι για τους υπηκόους τους και αναρωτιώνταν τι μέτρα θα έπρεπε να πάρουν. Σε ένα τέτοιο τεταμένο κλίμα οι πρόξενοι της Γερμανίας και της Γαλλίας, Άμποτ και Μουλέν, πήραν την παράτολμη απόφαση να πάνε χωρίς ένοπλη συνοδεία στο κονάκι και να ζητήσουν από τον βαλή να επέμβει η αστυνομία για να αποτραπεί σφαγή των χριστιανών. Όταν πλησίασαν στο κονάκι οι επικεφαλής του πλήθους τους ανακοίνωσαν ότι ο βαλής με τους συμβούλους του ήταν παραδίπλα σε μια αίθουσα στο Σαατλί τζαμί όπου και τους οδήγησαν.

Απεικόνιση της σκηνής της σφαγής όπως την δημοσίευσε η εφημερίδα Le Monde Illustré του Παρισιού. Αριστερά το οίκημα του Σαατλί τζαμιού στο μπαλκόνι του οποίου δολοφονήθηκαν οι δυο πρόξενοι.

dolofonia_proxenvn2

Η μανία του όχλου στον αυλόγυρο του τζαμιού τρόμαξε τον Ερρίκο Άμποτ και έστειλε επειγόντως σημείωμα στον αδελφό του Αλφρέδο να ψάξει και να φέρει αμέσως τη κοπέλα στο τζαμί. Ο τελευταίος έτρεξε στο αμερικανικό προξενείο όπου η Χρυσάνθη συναισθανόμενη πια το μέγεθος του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί, την ευθύνη της ίδιας και της οικογένειας της εκμυστηρεύεται ότι η κοπέλα μεταφέρθηκε στο γειτονικό σπίτι του Ιωάννη Αυγερινού, μεγάλου Έλληνα έμπορα αυστριακής υπηκοότητας. Πράγματι νωρίς το πρωί μια υπηρέτρια και ένας άλλος κύριος, όπως κατέθεσε αργότερα η Στεφάνα, την οδήγησαν από τη πλαϊνή πόρτα του προξενείου στο σπίτι του Αυγερινού και την έκρυψαν στον επάνω όροφο. Ο Αλφρέδος Άμποτ βγαίνοντας από το αμερικανικό προξενείο πέφτει επάνω στον Γερμανό και στον Άγγλο κλητήρα των αντίστοιχων προξενείων που με μερικούς ζαπτιέδες ψάχνανε και αυτοί να βρουν την κοπέλα. Πράγματι βρίσκουν τη Στεφάνα στο σπίτι του Αυγερινού και την στέλνουν με τους ζαπτιέδες στο τζαμί. Ήταν όμως πολύ αργά. Ο αφηνιασμένος όχλος είχε ήδη πέσει επάνω στους αθώους προξένους σκοτώνοντας τους με κτηνώδη τρόπο χωρίς η αστυνομία να θέλει ή να μπορεί να κάνει κάτι. Αφού πέταξαν τα κατακρεουργημένα πτώματα στην αυλή του τζαμιού ξεκίνησαν για το αμερικανικό προξενείο να απελευθερώσουν την Στεφάνα. Στο δρόμο όμως συνάντησαν την νέα με τους χωροφύλακες και έτσι σώθηκε η οικογένεια του Περικλή Χατζηλαζάρου.

Αριστερά ο Ερρίκος Άμποτ και δεξιά ο Ζυλ Μουλέν. Σχέδια βασισμένα σε φωτογραφίες των αδελφών Αμπντουλά (The Illustrated London News)

Abbott and Moulin

Ο αντίκτυπος της δολοφονίας ήταν τεράστιος και η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων άμεση με αποστολή πολεμικών πλοίων στον Θερμαϊκό κόλπο. Μαζί με τα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά πλοία μπήκαν για πρώτη φορά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και δυο ελληνικά πολεμικά πλοία. Στόχος τους η προστασία των χριστιανών της πόλης. Η Οθωμανική κυβέρνηση αποδέχτηκε αμέσως τους όρους των ευρωπαϊκών κρατών για σύλληψη των υπαιτίων της σφαγής. Ειδικοί ανακριτές που έφτασαν από την Κωνσταντινούπολη προέβησαν σε πολλές συλλήψεις και σε καθαιρέσεις αξιωματούχων. Από τους δεκάδες των συλληφθέντων έξι (μάλλον τυχαίοι) καταδικάστηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν στις 16 Μαΐου στη παραλία μπροστά από τη σημερινή πλατεία Ελευθερίας.

Ελεύθερη απεικόνιση της εκτέλεσης των υποτιθέμενων δολοφόνων μπροστά από την πλατεία Ελευθερίας στη παραλία Θεσσαλονίκης (Le Monde Illustré)

Hanging of assasins

Η εκτέλεση των πιστών του ισλάμ αύξησε όμως τον αναβρασμό στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Τα προξενεία στη Θεσσαλονίκη φυλάσσονταν νύχτα μέρα από τον στρατό για αποτροπή πράξεων αντεκδίκησης ενώ η αγορά παρέμενε κλειστή. Απ άκρου εις άκρον της αυτοκρατορίας ιμάμηδες και δερβίσηδες άρχισαν να καλούν τους πιστούς σε ιερό πόλεμο εναντίον των χριστιανών. Οι απλοί μουσουλμάνοι έδειχναν ιδιαίτερα ερεθισμένοι από την νέα ταπείνωση της κυβέρνησης τους ενώ οι μαθητές των ιεροδιδασκαλείων διαδήλωναν την οργή τους στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Δυο βδομάδες μετά την εκτέλεση ο σουλτάνος Απτούλ Αζίζ ανατρέπεται και ανεβαίνει στο θρόνο ο Μουράτ Ε’. Δυο μήνες αργότερα θα ανατραπεί κι αυτός για να ανέλθει στην εξουσία ο σκληροτράχηλος Απτούλ Χαμίτ που θα βασιλέψει μέχρι το 1909.

Αριστερά ο τάφος του Ερρίκου Άμποτ στο κοιμητήριο Ευαγγελιστρίας. Δεξιά ο τάφος του αδελφού του Αλφρέδου, της συζύγου του Ευφροσύνης Σοβατζόγλου – Άμποτ, καθώς επίσης και των γονιών τους Ροβέρτου (Μπάμπη) και Αικατερίνης Ηρακλείδου – Άμποτ.

Screenshot from 2017-12-19 16-50-55

Η θέση του Περικλή Χατζηλαζάρου ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Χώρια στις εναντίον του φήμες που κυκλοφορούσαν στη πόλη, ο Ρασίδ πασάς, υπουργός εξωτερικών του σουλτάνου, σε επιστολή που έστειλε στον πρεσβευτή του στο Λονδίνο αμέσως μετά το γεγονότα επέρριπτε την ευθύνη της δημιουργίας της όλης ιστορίας στον πρόξενο της Αμερικής. Η εξιστόρηση όμως των γεγονότων δεν επιβεβαιώνει αυτή την εκδοχή. Ο Περικλής απλά δεν βρισκόταν τις μέρες εκείνες στη πόλη. Από τις υπηρεσιακές εκθέσεις των προξένων και από τα δημοσιεύματα του δυτικού τύπου της εποχής μαθαίνουμε ότι ο Αμερικανός πρόξενος βρισκόταν στην Έδεσσα και μάλλον δεν είχε ιδέα για αυτά που συνέβησαν στην οικία – προξενείο του. Ο Περικλής, με τον Έλληνα πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Κωνσταντίνο Βατικιώτη και τον πρόεδρο του Συλλόγου Διάδοσης των Ελληνικών Γραμμάτων Νικόλαο Μαυροκορδάτο, μετέπειτα υπουργό παιδείας του Χαρ. Τρικούπη, είχαν ταξιδέψει για λίγες μέρες στην Έδεσσα. Σκοπός του ταξιδιού ήταν τα εκπαιδευτικά θέματα της πόλης.

Αποσπάσματα από τις εκθέσεις του Αυστριακού και του Ιταλού προξένου όπου αναφέρεται ότι ο Περικλής Χατζηλαζάρου με τον Έλληνα πρόξενο Βατικιώτη και τον Μαυροκορδάτο βρίσκονταν τις μέρες εκείνες στην Έδεσσα

Screenshot from 2017-12-19 17-39-31

Η ανέγερση του Παρθεναγωγείου βρισκόταν στην τελική φάση και όπως μας πληροφόρησε ο Ευστ. Στουγιαννάκης η οικονομική ενίσχυση των αδελφών Οικονόμου από τη Τεργέστη στα σχολεία της Έδεσσας διαβιβαζόταν μέσω του Περικλή Χατζηλαζάρου που ήταν ανιψιός τους. Παράλληλα η διανομή ελληνικών βιβλίων στα σχολεία γινόταν από τον Σύλλογο Διάδοσης Ελληνικών Γραμμάτων που είχε την έδρα του στην Αθήνα. Σίγουρα ο Αμερικάνος πρόξενος θα έκαμνε συχνές επισκέψεις στον τόπο καταγωγής του για εκπαιδευτικά και άλλα θέματα. Ίσως μάλιστα να φιλοξενούνταν στο σπίτι του παππού του στο Βαρόσι. Ο Περικλής είχε προγραμματίσει την επάνοδο του στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 5 Μαΐου. Γι αυτό άλλωστε η άμαξα του τον περίμενε στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Αποφάσισε όμως να παραμείνει για μια ακόμη μέρα στην Έδεσσα λόγω μικρής ασθένειας πράγμα το οποίο δεν γνώριζε ο αμαξάς του. Από την Θεσσαλονίκη μέχρι το χωριό Γέφυρα (Τοψίν) πήγαινε σιδηροδρομικώς και από την Γέφυρα στην Έδεσσα οδικώς (με άμαξα). Η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Έδεσσας – Μοναστηρίου έγινε πολύ αργότερα.

Η Χρυσάνθη Οικονόμου – Χατζηλαζάρου και ο γιος της πρόξενος της Αμερικής την εποχή περίπου που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα

Χρυσάνθη και Περικλής

Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εμπλοκή της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χατζηλαζάρου ήταν η πλέον κρίσιμη στην όλη εξέλιξη της ιστορίας. Δυναμικό στέλεχος της Φιλοπτώχου Αδελφότητας Γυναικών και πρώτη πρόεδρος της, η Χρυσάνθη πιθανόν να πίστεψε ότι θα κατάφερνε να αλλάξει την απόφαση της κοπέλας με την απόκρυψη της και συνεπώς την αναβολή του εξισλαμισμού της. Ίσως κάτι τέτοιο να μην ήταν σπάνιο εκείνη την εποχή των μεγάλων θρησκευτικών ανταγωνισμών. Δεν μπορούσε να διανοηθεί όμως αυτό που θα ξεσπούσε. Ήταν δυνατόν η απαγωγή μιας κοπέλας που ήθελε να ασπαστεί το κοράνι να οδηγούσε στη δολοφονία δυο προξένων, στη δυναμική επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και τελικά στη πτώση του μεγάλου βεζίρη και του σουλτάνου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας; Λογικά όχι! Ίσως όμως να ήταν η σταγόνα που έκανε να ξεχειλήσει το ποτήρι της συσσωρευμένης οργής και αγανάκτησης των μουσουλμάνων. 

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 5ο)

ΙΙΙ.1.β Οι γιοί της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χ”Λαζάρου

Οι τρεις γιοί Ευριπίδης, Νικόλαος και Περικλής θα ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη την εμπορική εταιρεία “Υιοί Ιωάννου Χατζηλαζάρου” με αντικείμενο την εμπορία δημητριακών και προϊόντων σιδηρουργίας. Θα συνεχίσουν έτσι την πετυχημένη δραστηριότητα του πατέρα τους επαυξάνοντας την οικογενειακή περιουσία. Αποκτούν μεγάλα ακίνητα στην Εγνατία και κοντά στο λιμάνι. Θα συνδιαχειριστούν παράλληλα με τους θείους τους που έμειναν στις Σέρρες τα τρία μεγάλα τσιφλίκια του παππού τους. Πρόκειται για μεγάλες εκτάσεις στο Λάτροβο, στο Μπαχτιάρ (αντίστοιχα Χορτερό και Δενδρόφυτο Σιδηροκάστρου) και στο Γιάννες (Μεταλλικό Κιλκίς). Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα θα αποτελέσουν εξέχοντα μέλη της επιχειρηματικής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη. Ο εμπορικός τους οίκος θα εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους στη πόλη. Παράλληλα θα συμμετάσχουν ενεργά, οι ίδιοι όπως και οι σύζυγοι τους, στα δρώμενα της Ελληνικής Κοινότητας. Θα προεδρεύσουν σε σχολικές εφορίες, σε συλλόγους και ιδρύματα και θα μεριμνήσουν για τους φτωχότερους συμπατριώτες τους. Τα τρία αδέλφια είχαν εγκαταλείψει την οθωμανική υπηκοότητα και είχαν πάρει την ρωσική. Πολλοί εύποροι Θεσσαλονικείς είχαν πάρει ευρωπαϊκές υπηκοότητες γιατί απολάμβαναν τις ευνοϊκές ρυθμίσεις από τις διομολογήσεις που είχαν συνάψει οι Μεγάλες Δυνάμεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζαν μεγαλύτερη ασφάλεια τόσο για τους ίδιους και τις οικογένειες τους όσο και για τις επιχειρήσεις τους από τυχόν αυθαιρεσίες των κυβερνώντων.

Ο Ευριπίδης, ο οποίος δεν άφησε απογόνους, εξελέγη το 1904 αντιπρόσωπος της 36μελούς αντιπροσωπείας της Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης για τέσσερα χρόνια. Ήταν η τελευταία αναλαμπή της ζωής του γιατί αμέσως μετά απεβίωσε (“προκομμουνιστικός” Ριζοσπάστης της 15-3-1909: Ο Ευριπίδης Χατζηλαζάρου απεβίωσεν εν Θεσσαλονίκη).

Ο δευτερότοκος Νικόλαος, απέκτησε με την Χαρίκλεια Θεολόγου έναν γιο, τον Ιωάννη, και δυο κόρες, την Ίρμα και την Ειρήνη, οι οποίες πέθαναν σε μικρή ηλικία. Ο ίδιος πέθανε το 1906. Για τον γιο του Ιωάννη δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Ο Ευάγγελος Χεκίμογλου στη μελέτη του για τον Κλέωνα Χατζηλαζάρου γράφει ότι “κάποιος Ιωάννης Χατζηλάζαρος “ελληνορώσος πρόξενος”(;) αναφέρεται ως δωρητής του οικοπέδου του Νοσοκομείου Αφροδισίων σε συμβολαιογραφική πράξη του 1952”. Στο ιστορικό του Νοσοκομείου διαβάζουμε ότι “Το Νοσοκομείο εγκαταστάθηκε το 1918 στην έπαυλη της Ελληνικής καταγωγής οικογένειας από την Κωνσταντινούπολη Νικολάου Χατζηλαζάρου”.

Το Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Θεσσαλονίκης επί της οδού Δελφών

Νοσοκομείο Αφροδισίων

Το πιθανότερο είναι το εν λόγω νοσοκομείο να ήταν η οικία του Νικολάου Χατζηλαζάρου, αδελφού του Ευριπίδη και του Περικλή, ο οποίος είχε ένα εν ζωή παιδί, τον Ιωάννη. Ήδη τον Απρίλιο του 1916 στην “οικία κληρονόμων Νικολάου Χατζηλαζάρου” είχε εγκατασταθεί το σχολείο και τα εργαστήρια του Παπαφείου όταν το κτήριο του ιδρύματος χρησιμοποιήθηκε από τον αγγλικό στρατό σαν νοσοκομείο. Με την αποχώρηση των αγγλικών στρατευμάτων στο τέλος του Α’ ΠΠ και την επάνοδο του ορφανοτροφείου στο ιστορικό του κτήριο, η οικία Χατζηλαζάρου απελευθερώθηκε και έτσι θα έγινε δυνατή η εγκατάσταση του Αφροδισίων εκεί. Δεν φαίνεται άλλωστε να υπήρχε στις αρχές του περασμένου αιώνα κάποιος Κωνσταντινουπολίτης Νικόλαος Χατζηλαζάρου, ρωσικής υπηκοότητας, με έπαυλη στη Θεσσαλονίκη και γιο Ιωάννη.

Ο οικογενειακός τάφος του Νικολάου Χατζηλαζάρου στο κοιμητήριο Ευαγγελιστρίας.

Ταφος Ν Χατζηλαζάρου

Ο μικρότερος γιος Περικλής (1847-1917) παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την Λουκία Άπτον (Lucie Page Upton, 1839-1871), κόρη του Αμερικανού βουλευτή της Βιρτζίνια Charles Horace Upton (“The Upton Memorial, A genealogical Record”, 1874). Το 1863, μετά την απώλεια της βουλευτικής του έδρας λόγω ακύρωσης της εκλογής του, ο πρόεδρος Λίνκολν τον τοποθετεί πρόξενο των ΗΠΑ στη Γενεύη της Ελβετίας όπου θα παραμείνει για 14 ολόκληρα χρόνια μέχρι τον θάνατο του. Στη Γενεύη η εικοσιεννιάχρονη κόρη του Λουκία γνωρίζει και παντρεύεται (1868) τον εικοσιενάχρονο Περικλή Χ”Λαζάρου ο οποίος είχε μεταβεί εκεί για σπουδές. Μετά τον γάμο μετακομίζουν στη Θεσσαλονίκη την πόλη όπου βρίσκονται οι οικονομικές δραστηριότητες της οικογένειας Χ”Λαζάρου. Το 1870, στα εικοσιτρία του χρόνια, ο Περικλής ονομάζεται επίτιμος υποπρόξενος των ΗΠΑ, αναλαμβάνοντας την διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας αυτής στη Θεσσαλονίκη. Ο γάμος του με την κόρη του Αμερικανού πολιτικού και διπλωμάτη δεν πρέπει να είναι άσχετος με αυτή την ονομασία. Η κατοικία του επί της Εγνατίας οδού, μεταξύ Αγίας Σοφίας και Καμάρας, θα είναι συγχρόνως και η έδρα του αμερικανικού προξενείου. Εκεί διαμένει και η μητέρα του Χρυσάνθη. Την ίδια χρονιά αποκτά ένα αγόρι, τον Κλέωνα Χ”Λαζάρου. Η γυναίκα του θα αφήσει τη τελευταία της πνοή το 1871 στη γέννα του δεύτερου παιδιού τους που επίσης πεθαίνει. Ο Περικλής νυμφεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Ευφροσύνη Βασιλείου με την οποία δεν έκαναν παιδιά. Μαζί θα ανεγείρουν το 1890 μια νέα κατοικία στη συνοικία των Εξοχών, σημερινή γωνία Βασ. Όλγας και Συνδίκα, γνωστής σήμερα σαν βίλας Σιάγα από το όνομα του τωρινού ιδιοκτήτη. Στην οικία αυτή θα φιλοξενηθεί ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ από την είσοδο του στη πόλη στις 29 Οκτωβρίου 1912 μέχρι και την δολοφονία του στις 18 Μαρτίου 1913 με το σημερινό ημερολόγιο.

Η βίλα του Περική Χατζηλαζάρου όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα στην συνοικία των Εξοχών. Εκεί διέμεινε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ μεταξύ 29/10/1912 και 18/03/1913

Κατοικία Χατζηλαζάρου αρχές 20ου

Η Χρυσάνθη και τα παιδιά της υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήρια σε κοινωνικά, εκπαιδευτικά και εθνικά θέματα ιδιαίτερα από το 1870. Με την ίδρυση του Βουλγαρικού Κομιτάτου (1868) και της βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) γεννήθηκαν έντονοι εθνικοί ανταγωνισμοί στη Μακεδονία που με τον χρόνο δυνάμωναν. Η Χρυσάνθη και τα παιδιά της αντιλαμβάνονται μαζί με άλλους φωτισμένους Θεσσαλονικείς ότι υπάρχει άμεση ανάγκη για συσπείρωση των Ελλήνων απέναντι στον επιθετικό βουλγαρικό εθνικισμό. Προτεραιότητα είναι η διαφύλαξη και ενίσχυση της συνοχής των ελληνικών κοινοτήτων. Έτσι η Ελληνική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, τονώνει τους δεσμούς με την Εκκλησία και ιδρύει σωματεία και συλλόγους που μαζί με την έντονη κοινωνική δράση υπηρετούν και εθνικούς σκοπούς. Ιδρύεται η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης” (1871), ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος” (1872), η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Θεσσαλονίκης” (1873), εφορίες νοσοκομείων, σχολείων κλπ. Η Χρυσάνθη με τους γιους της θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο σε όλα αυτά. Η ίδια θα είναι ιδρυτικό μέλος της Φιλοπτώχου Αδελφότητας Κυριών και θα διατελέσει πρώτη πρόεδρος της. Ο Περικλής θα αναλάβει την προεδρία της “Φιλοπτώχου Αδελφότητας Ανδρών” το 1874 και ο αδελφός του Νικόλαος το 1886. Ο Περικλής το 1893 θα διατελέσει έφορος των Σχολείων και του Χαρισείου νοσοκομείου. Η κοσμογονία αυτή μεταδίδεται και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Έτσι στην Έδεσσα ιδρύεται ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Βοδενών” (1872) με πρωταγωνιστή τον γιατρό Δημήτριο Ρίζο και μέλος τον Περικλή Χατζηλαζάρου ενώ το 1905 ιδρύεται η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Εδέσσης” με πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων, και της Αικατερίνης Σιβένα, συζύγου του παπά-Ιωάννη Σιβένα. Ο Φιλεκπαιδευτικός Βοδενών βοηθούσε τα σχολεία της ευρύτερης περιφέρειας. Η ακτίνα δράσης του έφτανε μέχρι τη Βογδάνιτσα, χωριό μεταξύ Γευγελής και λίμνης Δοϊράνης.

Η πρώτη σελίδα των “Πρακτικών του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Βοδενών” είναι αφιερωμένη στο ιστορικό της ίδρυσης του

20171115_114826

Αξιοσημείωτο είναι ότι η πόλη των Σερρών πρωτοστάτησε ιδρύοντας πρώτη, στις αρχές του 1870, τον “Μακεδονικό Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Σερρών” με πρωτεργάτη τον Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ και συμπαραστάτη τον αδελφό του άντρα της Χρυσάνθης Αδάμ Χατζηλαζάρου και τον γιο του Δημοσθένη.

Ο Περικλής Χατζηλαζάρου με την γυναίκα του Ευφροσύνη και μια φίλη στη βίλα της συνοικίας των Εξοχών

Περικλής Χ''Λαζάρου και Ευφροσύνη Βασιλείου δεξιά ΙΜΑ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1870 ένα ιστορικό γεγονός θα συνταράξει την κοινωνία της Θεσσαλονίκης με τεκτονικά κύματα που θα ταρακουνήσουν συθέμελα την Οθωμανική αυτοκρατορία. Πρόκειται για τη σφαγή των Προξένων της Γερμανίας, Ερρίκου Άμποτ (Henry Abbbott, (23/6/1842 – 6/5/1876)) και της Γαλλίας, Ζυλ Μουλέν (Jules Moulin) το 1876. Η Χρυσάνθη Οικονόμου – Χ”Λαζάρου θα παίξει έναν αναπάντεχο αλλά καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας αυτής.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 4ο)

ΙV.1 Οι απόγονοι της Χρυσάνθης Οικονόμου-Χατζηλαζάρου

Η Χρυσάνθη και ο Ιωάννης Χατζηλαζάρου μετά το γάμο τους θα εγκατασταθούν κι αυτοί στη Θεσσαλονίκη όπου θα αποκτήσουν πέντε παιδιά: τον Ευρυπίδη που παντρεύεται την Πολυτίμη Μητσοπούλου, την Καλλιόπη (1840-1933) που θα πάρει τον γιατρό Αθανάσιο Εμμανουήλ (1828-1894), τον Νικόλαο που ενώνει την ζωή του με την Χαρίκλεια Θεολόγου, τον Περικλή (1847-1917) που σε πρώτο γάμο θα πάρει την Lucy Upton, κόρη Αμερικάνου βουλευτή και σε δεύτερο την Ευφροσύνη Βασιλείου και τέλος την Μαρία που παντρεύεται το 1872 τον αριστοκράτη Ρώσο Karakanowski, γιατρό της ρωσικής πρεσβείας στη Κωνσταντινούπολη. Από τα τρία αγόρια, ο Ευριπίδης ήταν άτεκνος, ο Νικόλαος απέκτησε τρία παιδιά, τους Ιωάννη, Ίρμα και Ειρήνη ενώ ο Περικλής ευτύχισε να μεγαλώσει ένα παιδί, τον Κλέωνα από τον πρώτο του γάμο. Από τις δυο κόρες, η μεν Καλλιόπη απέκτησε πέντε παιδιά η δε Μαρία τρία, τη Βέρα, την Όλγα και τον Αλέξανδρο. Στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης υπάρχει ορκωτή μετάφραση πληρεξουσίου από τα ρωσικά στα ελληνικά του 1925 με το οποίο “οι τρεις αυτάδελφοι Όλγα, Βέρα και Αλέξανδρος Καρακανόβσκη κληρονόμοι μητρός των Μαρίας το γένος Χατζηλαζάρου, καθιστούν αντιπρόσωπον τους τον Κλέωνα Χατζηλαζάρου, κάτοικον Θεσσαλονίκης, προκειμένου να διεκδικήσουν τα κληρονομικά τους δικαιώματα“. Τίποτα άλλο δεν είναι γνωστό γι’ αυτούς.

                 Ο υποκλάδος της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χατζηλαζάρου

Υποκλάδος Χρυσάνθης

Από την οικογένεια της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χ”Λαζάρου θα επικεντρωθούμε στους απογόνους της Καλλιόπης Χ”Λαζάρου και των τριων γιων Χ”Λαζάρου για τους οποίους υπάρχουν στοιχεία. Η Καλλιόπη, όπως έχει ήδη λεχθεί, παντρεύτηκε τον γιατρό Αθανάσιο Εμμανουήλ με τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά: την Ευτέρπη που παντρεύτηκε κάποιον Ζλάτκου, την Καλυψώ (1866-1949) που παντρεύτηκε επίσης γιατρό, τον Σερραίο Ιωάννη Θεοδωρίδη, τον Χαρίλαο, την Ιουλία και την Νίνα που παντρεύτηκε κάποιον Πολέμη. Επαρκή στοιχεία βρέθηκαν μόνο για την Καλυψώ.

ΙV.1.α.  Η γενεαλογική γραμμή Χρυσάνθης > Καλλιόπης > Καλυψώς

Ο σύζυγος της Καλυψώς Ιωάννης Μ. Θεοδωρίδης (1864-1941) σπούδασε ιατρική στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στις Σέρρες ανέλαβε την διεύθυνση του νεοϊδρυθέντος Νοσοκομείου της Ελληνικής Κοινότητας ενώ για μεγάλο διάστημα διατέλεσε και υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της σερραϊκής πόλης Πέτρο Πέννα το κύρος του Θεοδωρίδη στους Έλληνες και Τούρκους υπήρξε τεράστιο. Χάρη μάλιστα στις προσπάθειες του πέτυχε τη συνεργασία τους έναντι των Βουλγάρων. Τα Σερραϊκά Χρονικά μας πληροφορούν ότι η οικογένεια Θεοδωρίδη αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα στο απόγειο του Μακεδονικού αγώνα (1906) γιατί είχε επικηρυχθεί από τους Βουλγάρους. Είχαν ήδη αποκτήσει το 1892 ένα γιο, τον Φρίξο. Ο Ιωάννης Θεοδωρίδης συνέχισε την ιατρική του σταδιοδρομία στην Αθήνα καταλαμβάνοντας και την θέση του προέδρου στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Απεβίωσε το 1941 και η Καλυψώ το 1949.

Για τον Φρίξο Θεοδωρίδη η καθηγήτρια Λίλα Θεοδωρίδου – Σωτηρίου μας πληροφορεί (Η διεθνής καριέρα του καθηγητή Φρίξου Ιω. Θεοδωρίδη, Σερραϊκά Χρονικά, 2015) ότι μετά τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα συνέχισε στο – και σήμερα – κορυφαίο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ETH) με αντικείμενο την φυσική και ειδικότερα την θερμοδυναμική. Υπήρξε μαθητής του Αϊνστάιν (Albert Einstein), καθώς και άλλων φημισμένων επιστημόνων της εποχής (Emil Meissner, Pierre–Ernest Weiss, Peter Depye κλπ). Την διδακτορική του διατριβή στον θερμομαγνητισμό την έκανε στο ίδιο πανεπιστήμιο με επιβλέποντα καθηγητή τον Αύγουστο Πικάρ (Auguste Piccard). {Ο Πικάρ εκτός από εξαίρετος επιστήμονας ήταν και παγκοσμίως διάσημος για τα παράτολμα κατορθώματα του. Λάτρης των αιθέρων, είχε κάνει ρεκόρ ύψους με αερόστατο στα 23.000 μέτρα. Συγχρόνως ήταν και ο εφευρέτης του βαθυσκάφους το οποίο και πρώτος χρησιμοποίσε εξερευνώντας τα βάθη των οκεανών. Tην οικογενειακή παράδοση συνεχίζει σήμερα ο εγγονός του Μπερτράν (Bertrand Piccard) ο οποίος έκανε τον πρώτο γύρο της γης με αερόστατο (1999) και με ηλιακό αεροπλάνο (2015)}.  Το 1921 ο Φρίξος αναγορεύτηκε διδάκτωρ των Τεχνικών Επιστημών του Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου της Ζυρίχης.

Το 1919 ο διάσημος Έλληνας μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής προτείνει στον Βενιζέλο την δημιουργία ενός πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Καραθεοδωρής πρότεινε κάτι τέτοιο στον Βενιζέλο. Η πρώτη φορά ήταν το 1913 και αφορούσε την δημιουργία πανεπιστημίου στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη. Ο Μεγάλος Πόλεμος όμως ματαίωσε αυτά τα σχέδια. Ο Βενιζέλος αποδέχεται την πρόταση του μεγάλου Έλληνα μαθηματικού και του ζητά να την υλοποιήσει. Το νέο πανεπιστήμιο θα είχε σαν έμβλημα έναν ανατέλλοντα ήλιο με την φράση “Φως εξ Ανατολών”. Ο μεγάλος μαθηματικός αναζήτησε αμέσως τους καλύτερους Έλληνες επιστήμονες. Ο πρόξενος της Ελλάδας στο Παρίσι του συστήνει να δει τον Φρίξο. Ο Kαραθεοδωρής τον συναντά, τον εγκρίνει και στέλνει στον ύπατο Αρμοστή Σμύρνης, τον Αριστείδη Στεργιάδη, την παρακάτω επιστολή: «καθώς σας τηλεγράφησα ο κ. Φρίξος Θεοδωρίδης έχει όλα τα προσόντα για να αναλάβει την διεύθυνση του Ινστιτούτου Φυσικής. Έτσι λύνεται το δυσκολότερο όλων των προβλημάτων γιατί ακόμη και στην Αθήνα δεν υπάρχει διδασκαλία της Φυσικής όπως χρειάζεται». Και συνεχίζει: «Ο κ. Θεοδωρίδης μου έκανε τόσο καλή εντύπωση ώστε δεν δύναμαι να φαντασθώ ότι μπορούμε να βρούμε καλύτερο». Έτσι ο νεαρός διδάκτωρ με τις εξαιρετικές περγαμηνές ρίχνεται στη μάχη της προετοιμασίας του νέου πανεπιστημίου. Τον Αύγουστο του 1922 τα πάντα είναι έτοιμα. Τα μαθήματα ήταν προγραμματισμένα να αρχίσουν την 1η Σεπτεμβρίου του 1922. Τα θλιβερά γεγονότα ματαίωσαν όμως το εγχείρημα λίγες μέρες πριν την έναρξη τους. Έτσι ο Φρίξος άρχισε την καθηγητική του καριέρα στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, καταλαμβάνοντας την έδρα της εφαρμοσμένης φυσικής στη Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών.

Αριστερά δημοσίευση του Φρίξου και δεξιά του Γιάννη Θεοδωρίδη

Phrixos et Jean livres

Το 1925 παντρεύεται στο Παρίσι την Ελένη-Δέσποινα Σκρίνη, κόρη του διάσημου γιατρού Βασιλείου Σκρίνη, ιδρυτή με τον επίσης Έλληνα Φωτεινό Πανά, της οφθαλμολογίας στη Γαλλία. Η Ελένη, απόφοιτος της δραματικής σχολής του Παρισιού (Conservatoire d’art dramatique de Paris) όπου σπούδασε στην ίδια τάξη με την (μετέπειτα διάσημη) ηθοποιό Μαντλέν Ρενώ (Madeleine Renaud), έχει καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στη Πόλη του Φωτός δύσκολα συμβατά με την πανεπιστημιακή καριέρα του Θεοδωρίδη στην Αθήνα. Το 1926 γεννιέται στο Παρίσι ο γιος τους, Γιάννης Θεοδωρίδης γνωστός ως Jean Théodoridés. Ο γάμος θα έχει πολύ μικρή διάρκεια και ο γιος θα μεγαλώσει στο Παρίσι με τη μητέρα του και τον δεύτερο σύζυγο της Ηλία Ιωακειμόπουλο.

Αριστερά πατέρας (Φρίξος) και γιος (Γιάννης) σε μουσείο στην Washington (1962). Δεξιά παππούς, πατέρας και εγγονός στη Γαλλία (1974)

Pere et fils

Το 1930 ο Φρίξος θα είναι ο πρωτεργάτης της δημιουργίας του τμήματος Μηχανικών Αεροπορίας που στόχο έχει την δημιουργία τεχνικών κυρίως για την στρατιωτική αεροπορία ενώ ο ίδιος θα ασχοληθεί έντονα με την ερασιτεχνική ανεμοπορία και αεροπορία. Υποστήριζε σθεναρά την ανάγκη συμβολής του Πολυτεχνείου και των μηχανικών στην τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Πρωτοστατούσε για την ανάπτυξε μιας ερευνητικής κουλτούρας και θεωρούσε ότι η αυτοτέλεια του πολυτεχνείου περνούσε μέσα από την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών οικονομικής ενίσχυσης από τη βιομηχανία. Τον Δεκέμβριο του 1944 θα καταστραφεί το Εργαστήριο Αεροτεχνικών Εφαρμογών και λίγο αργότερα, το 1946, θα αποφασίσει να διαβεί τον Ατλαντικό εγκαταλείποντας την Ελλάδα. Στην Αμερική, όπου παντρεύεται την Μαρσέλ, θα διδάξει τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο Harvard (Aeronautical Engineering), στο ΜΙΤ (Gas turbine Laboratory) για να καταλήξει αργότερα στο πανεπιστήμιο του Maryland (Institute for Fluid Dynamics and Applied Mathematics). Η συνεισφορά του στην επιστήμη αναγνωρίστηκε με την καταχώρηση του στους καταλόγους American Men of Science και Leader in American Science. Απεβίωσε στο Maryland τον Ιανουάριο του 1982.

Δημσιεύσεις του Jean Théodoridés: αριστερά Ιστορία της Λύσσας και δεξιά Ιστορία της Βιολογίας

Rage - Biologie

∆ιεθνούς φήμης επιστήμονας υπήρξε και ο γιος του Φρίξου, ο Ιωάννης Θεοδωρίδης (Jean Théodoridés 1926-1999), που έζησε στο Παρίσι, ένας άνθρωπος με πολυμάθεια και ευρύτητα ενδιαφερόντων. Η καριέρα του ήταν επίσης επιστημονική, αλλά σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κλάδο απ’ αυτόν του πατέρα του. Ακολούθησε κατά κάποιο τρόπο τα χνάρια του συνονόματου παππού του. Απόφοιτος του Harvard (1948) έλαβε το διδακτορικό του στο Παρίσι (Docteur és Sciences) στη Βιολογία. Υπηρέτησε σαν διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (Centre National de Recherche Scientifique – CNRS). Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές παγκοσμίως για τα πρωτόζωα και κολεόπτερα έχοντας ταξιδέψει σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας και της Πολυνησίας ταξινομώντας νέα είδη. Είναι ευρύτατα γνωστός επίσης για την μελέτη των παρασίτων στους θαλάσσιους οργανισμούς ενώ δημοσίευσε πάνω από 100 σημαντικές εργασίες. Το δεύτερο μεγαλύτερο πάθος του είχε σχέση με την ιστορία, κυρίως του Βυζαντίου, αλλά και των επιστημών όπως της Βιολογίας και της Ιατρικής επιστήμης. Θα γράψει σειρά βιβλίων σημαντικότερα των οποίων είναι ‘Η Ιστορία της Ζωολογίας”, “Από τα μιάσματα στους ιούς” (Des miasmes aux virus), “Η Ιστορία της Βιολογίας’ (σειρά Que sais-je,) και η “Ιστορία της Λύσσας” (Histoire de la rage) η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Επιστημών της Γαλλίας. Θα διατελέσει πρόεδρος της Γαλλικής Εταιρείας της Ιστορίας της Ιατρικής την δεκαετία του ’80.  Το τρίτο του μεγάλο πάθος ήταν η λογοτεχνία. Την δεκαετία του ‘60 θα πάρει και δεύτερο διδακτορικό (Docteur és Lettres) σ’ αυτόν τον κλάδο. Αγαπημένος του συγγραφέας ο Σταντάλ για τον οποίο έγραψε αρκετές φορές. Το τέταρτο πάθος του ήταν η μουσική. Δεινός πιανίστας κλασικής μουσικής και τζαζ, συνήθιζε να παίζει στους φίλους του στο Παρίσι δικές του μικρές συνθέσεις. Παντρεύτηκε το 1973 την Σαμπίν Νταντρ (Sabine Dadre) και απέκτησαν ένα γιο, τον Φαμπρίς – Κωνσταντίνο – Γεώργιο Θεοδωρίδη (Fabrice Théodoridés). Ο Γιάννης Θεοδωρίδης “έφυγε” την άγρια νύχτα της  27ης Δεκεμβρίου 1999, τη νύχτα που συγκλονίστηκε η Γαλλία από την μεγαλύτερη θύελλα στην ιστορία της. Νάταν άραγε ο ύστατος σπαρακτικός χαιρετισμός της φύσης στον ερευνητή της;

Jean

Συνεχίζεται…. 

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 3ο)

IV. Ο κλάδος του Ανδρέα Οικονόμου

Την χρονιά που ο παπά-Ιωάννης ορίζεται “Οικονόμος” της Μητρόπολης αποκτά τον τέταρτο γιο του, τον Ανδρέα (28/5/1790). Ο Ανδρέας είναι σχεδόν συνομήλικος με τον (Κωνσταντίνο) Μηνά Μηνωίδη, τον γνωστό μας Εδεσσαίο λόγιο από το άρθρο για τις Μαγεμένες. Αφού παρακολουθήσουν μαθήματα στο Ελληνομουσείο που είχε ιδρύσει λίγα χρόνια νωρίτερα ο Μητροπολίτης Μελέτιος, ξαναβρίσκονται στις Σέρρες σε μεγαλύτερη ηλικία. Η πόλη των Σερρών κάτω από την αυστηρή αλλά δίκαιη διοίκηση του Ισμαήλ μπέη – του άσπονδου ανταγωνιστή του επίσης Αλβανού Αλή πασά των Ιωαννίνων – είχε αναδειχτεί σε μεγάλο εμπορικό κέντρο της Μακεδονίας με επίκεντρο την παραγωγή και εμπορία βαμβακιού και δευτερευόντως καπνού. Ο ιστορικός της πόλης Πέτρος Πέννας στο βιβλίο του “Ιστορία των Σερρών” (Β’ έκδοσις, Αθήναι, 1966) αναφέρει, παραφράζοντας τον Γάλλο πρόξενο Κουζινερύ (Voyage dans la Macédoine, 1ος τόμος, σελ. 149) ότι : «Με μίαν σταθεράν και φρόνιμον διοίκησιν, πλουτίζων διαρκώς, ο Ισμαήλ κατόρθωσε όχι μόνον να συγκρατή την τιμή, αλλά και να προσελκύη εις την πόλιν των Σερρών πλήθος εμπόρων και κυρίως εξ εκείνων οι οποίοι είχαν καταστήματα εις Βιέννην και να προστατεύση την βιομηχανίαν των. Εξ άλλου ο Ισμαήλ εδέχετο εις την πόλιν και την περιοχήν του πλην των εμπόρων και όλους εκείνους τους οποίους η τυραννία του Αλή πασά των Ιωαννίνων ηνάγκαζε να εγκαταλείψουν τα μέρη των και να ζητήσουν άσυλον και προστασίαν εις την υπό την εξουσίαν του περιοχήν». Ο Κουζινερύ προσθέτει ότι “για πάνω από τριάντα χρόνια η πόλη γνώρισε μια σημαντική ανάπτυξη σε πλούτο και πληθυσμό. Ο Ισμαήλ φάνταζε σαν ο νέος ιδρυτής της πόλης”. Πράγματι στις αρχές του 19ου αιώνα οι Σέρρες είχαν 30.000 κατοίκους όταν η Θεσσαλονίκη είχε 60.000, η Έδεσσα 12.000 και η Βέροια 8.000. Στις Σέρρες του Ισμαήλ ο φωτεινός νέος μητροπολίτης από το Κάτω Γραμματικό Έδεσσας Χρύσανθος – πρώην Βεροίας και μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – επιθυμεί να δώσει νέα ώθηση στα ελληνικά γράμματα. Την χρονιά κιόλας της εκεί ενθρόνισης του, το 1811, καλεί τον συμπατριώτη του Εδεσσαίο Μηνωίδη, που στο μεταξύ έχει κάνει λαμπρές σπουδές δίπλα στον Αθανάσιο τον Πάριο, να μεταβεί και να διδάξει φιλοσοφία και γραμματική. Με την αναχώρηση μάλιστα του σχολάρχη Ιγνάτιου Σκαλιώρα, ο Μηνωίδης αναλαμβάνει την διεύθυνση της σχολής. Κάπου μεταξύ 1812 και 1814 ο Ανδρέας Οικονόμου μεταβαίνει κι αυτός στις Σέρρες όπου διαμένουν οι δυο λαμπροί Εδεσσαίοι. Εκεί θα συναντήσει την γυναίκα της ζωής του.

Το 1812 στέλνει τα παιδιά του Ιωάννη και Χριστόδουλο στις Σέρρες και ο βαθύπλουτος και μεγάλος γαιοκτήμονας Γεώργιος (Γούσης) Χατζηπέτρος από το Νεραϊδοχώρι Ασπροποτάμου των Τρικάλων. Το Νεραϊδοχώρι – παλιά Βέτερνικ – ήταν κτισμένο στις πλαγιές του Κόζιακα της Θεσσαλίας, τοπωνύμια που συναντάμε και στην δικιά μας οροσειρά, στο Βόρα, πάνω από τα χωριά Λουτράκι και Προμάχους. Τους στέλνει να σπουδάσουν στη σερραϊκή Σχολή και να αναλάβουν ακολούθως τις εκεί εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας. Στη πραγματικότητα ο Γούσης Χατζηπέτρος νοιώθει έντονα την πίεση του σκληροτράχηλου και παμπόνηρου Αλή Πασά ο οποίος έχει βάλει στόχο τη μεγάλη περιουσία του. Την εποχή εκείνη ο Αλή των Ιωαννίνων ήταν από τους ισχυρότερους και ίσως ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Βαλκανική. Σύμφωνα με έρευνες (Ι. Γιαννοπούλου, Τα τσιφλίκια του Βελή πασά υιού του Αλή πασά, 1972) ο Αλή είχε μαζί με τους γιους του 935 τσιφλίκια στη τεράστια ημιανεξάρτητη επικράτεια που κυβερνούσε. Οι Σέρρες λοιπόν με τον Ισμαήλ μπέη αποτελούν μια κάποια διέξοδο στο πρόβλημα του Χατζηπέτρου. Χωρίς αμφιβολία σκέπτεται να μεταφέρει εκεί, μακριά από τον Αλή πασά, το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών του δραστηριοτήτων. Τα παιδιά του όμως δεν θα διαπρέψουν ούτε στα γράμματα ούτε και στο εμπόριο. Θα διαπρέψουν στους αγώνες για την απελευθέρωση του Έθνους. Ας αναφέρουμε για την ιστορία ότι ο μεν Ιωάννης Χατζηπέτρος θα παραμείνει στις Σέρρες και θα γίνει υπασπιστής του Εμμανουήλ Παπά συμμετέχοντας μαζί του στην Επανάσταση της Χαλκιδικής το 1821. Ο δε Χριστόδουλος θα μεταβεί μετά από λίγο καιρό στη Βιέννη για να ζητήσει από τους Ευρωπαίους ηγέτες, χωρίς αποτέλεσμα βέβαια, να στραφούν προς νότο για να βοηθήσουν τους σκλαβωμένους Έλληνες. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης θα τρέξει να βοηθήσει στον αγώνα με δικό του σώμα 400 παλικαριών και θα λάβει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγίου διασπώντας τις τουρκικές γραμμές με βαρύτατες απώλειες. Με την ανεξαρτησία θα γίνει υπασπιστής του Καποδίστρια και μετά του Όθωνα και του Γεωργίου του Α’ και θα φτάσει στο βαθμό του στρατηγού.

Στις Σέρρες ο Ανδρέας Οικονόμου θα συναντήσει την Μαρία Χατζηπέτρου την οποία και παντρεύεται. Είναι τυχαία γνωριμία μέσω του Μηνωίδη, του δασκάλου των αδελφών της; είναι συνοικέσιο που κανόνισε ο Χρύσανθος; Άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι ο γάμος αυτός είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρος για τον Ανδρέα. Αποκτά σαν προίκα μεγάλα τσιφλίκια στη Θεσσαλία εκ των οποίων δυο μας είναι γνωστά: το τσιφλίκι του Βλοχού μεταξύ Τρικάλων και Λάρισας και το τσιφλίκι Μπουχλάρ (σημερινός Άγιος Γεώργιος του Δήμου Κιλελέρ) κοντά στα Φάρσαλα. Τα δυο αυτά τσιφλίκια θα καταλήξουν στον γιο του Ιωάννη όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ο Ανδρέας Οικονόμου μετά τον γάμο επιστρέφει στην Έδεσσα και εγκαθίσταται στο χωριό Αγία Φωτεινή (Όσλιανη) στις ανατολικές πλαγιές του Βερμίου. Παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι της εκεί εγκατάστασης. Ίσως κάποιος από τους γονείς του να είχε περιουσία ή καταγωγή από εκεί. Σε πρόσφατη επίσκεψη στο χωριό ήταν αδύνατο να βρεθεί κάποιο στοιχείο. Φυσικό άλλωστε γιατί όπως θα δούμε το χωριό καταστράφηκε τον καιρό της επανάστασης της Νάουσας. Οι σημερινοί του κάτοικοι προέρχονται κυρίως από τα χωριά Άνω Κορυφή και Καρυδιά. Η Αγία Φωτεινή ήταν τότε ένα πλούσιο και πολυπληθές χωριό με αναπτυγμένη κτηνοτροφία. Όπως το Κάτω Γραμματικό στις βόρειες πλαγιές του Βερμίου έτσι και η Αγία Φωτεινή είχε εμπορικές δοσοληψίες με εμπορικά κέντρα του εξωτερικού, τις παραδουνάβιες περιοχές της Μολδοβλαχίας και της Αυστροουγγαρίας με κύρια δραστηριότητα τις εξαγωγές μαλλιού και δερμάτων. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν στο Κάτω Γραμματικό και από εκεί στους Πύργους (Κατράνιτσα) από όπου περνούσαν μεγάλα καραβάνια που μέσω Αμυνταίου, Μοναστηρίου και Περλεπέ έφταναν στο Σεμλίνο (Zemoun) στις όχθες του Δούναβη. Από εκεί κατέληγαν στις παραδουνάβιες αγορές, από την Βιέννη βόρεια έως το Ιάσιο και Οδησσό ανατολικά. Ο Ανδρέας ασχολήθηκε εκεί με το εμπόριο. Σίγουρα θα είχε εμπορική συνεργασία με τον μεγαλύτερο αδελφό του Γεώργιο που βρισκόταν ήδη στο Βουκουρέστι. Γεώργιο μάλιστα βαφτίζει και τον πρωτότοκο γιο του ο οποίος γεννιέται στην Αγία Φωτεινή το 1816. Ακολουθούν η Χρυσάνθη – προφανώς όνομα προς τιμήν του Χρύσανθου – το 1818 και η Κατερίνα το 1820 η οποία πεθαίνει σε πολύ μικρή ηλικία. Η σύζυγος του Μαρία κυοφορεί το τέταρτο παιδί όταν ξεσπά η Επανάσταση της Νάουσας τέλη Φεβρουαρίου 1822. Οι νέοι της Αγίας Φωτεινής με επικεφαλής τον συγχωριανό τους Καραμήτσο – σύμφωνα με τον Ν. Γ. Φιλιππίδη, Η Επανάστασις και καταστροφή της Ναούσης, 1881 – όπως και αυτοί του Κάτω Γραμματικού και πολλών γειτονικών χωριών, λαμβάνουν μέρος στην εξέγερση των Ναουσαίων εναντίον των Τούρκων. Ο Μαχμούτ Εμίν Απτούλ Αμπούντ πασάς, γνωστότερος σαν Εμπού Λουμπούτ πασάς – “ο ροπαλοφόρος” πασάς – ένας εξισλαμισμένος ορθόδοξος χριστιανός από την Γεωργία, καταπνίγει στο αίμα την Νάουσα τον Απρίλιο του 1822. Αμέσως μετά αρχίζει τα αντίποινα πυρπολώντας δεκάδες χωριά που υποστήριξαν την εξέγερση όπως μοιρολογά και το δημοτικό τραγούδι: “Χαλάστηκεν η Νιάουστα μαζί με την Κασσάνδρα, Λουμπούτ πασιάς τις πάτησε, τις ρήμαξαν Κονιάροι”. Ο Ανδρέας Οικονόμου μαζί με την ετοιμόγεννη γυναίκα και τα παιδιά του προλαβαίνει να διαφύγει στην Έδεσσα όπου γεννιέται η Καλλιόπη (14/5/1822). Από εκεί πηγαίνει στις Σέρρες, τόπο εμπορίου, με τον μητροπολίτη Χρύσανθο να αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για πολλούς κυνηγημένους της ξεσηκωμένης περιοχής. Ο συμμαθητής του Μηνωίδης είχε ήδη φύγει από τις Σέρρες για το Παρίσι το 1819.

              Ο κλάδος του Ανδρέα Οικονόμου  († = θάνατος, + γάμος)

 Δέντρο Ανδρέα οικονόμου

Μια ανάλογη πορεία διαγράφει και η οικογένεια Χατζηλαζάρου από το Κάτω Γραμματικό Έδεσσας. Οι Χατζηλάζαροι εμπορεύονταν τόσο με την Αυστροουγγαρία όσο και με την Ρωσία. Λογικά θα πρέπει να είχαν σχέση με τον Ανδρέα Οικονόμου λόγω των συναφών εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Μετά την καταστροφή της Νάουσας ο Χρήστος Χατζηλαζάρου με τα τέσσερα παιδιά του – Ιωάννη, Αδάμ, Γρηγόριο και Σταύρο – διαφεύγει κι αυτός στην Έδεσσα για να καταλήξει στις Σέρρες του συγχωριανού Χρύσανθου πριν ο τελευταίος εκλεγεί πατριάρχης Κων/πόλεως. Στις Σέρρες συνεχίζουν οι δυο οικογένειες τις επικερδείς εμπορικές τους δραστηριότητες. Εκεί θα γεννηθεί το πέμπτο παιδί του Ανδρέα Οικονόμου, ο Δημήτριος (18/8/1825), ο οποίος πεθαίνει μικρός. Δημήτρη θα βαφτίσει όμως και το έκτο του παιδί που γεννιέται δυο χρόνια αργότερα (4/10/1827). Αυτός θα γίνει ο πρώτος πυλώνας της μεγάλης δυναστείας των Οικονόμου στη Τεργέστη. Το 1830 γεννιέται το έβδομο του παιδί, η Ελένη, η οποία θα παντρευτεί αργότερα τον Ιωσήφ Κωνσταντά. Είναι άγνωστο αν ο Ιωσήφ Κωνσταντάς είχε συγγενική σχέση με τον διδάσκαλο του γένους, τον Πηλιορείτη Γρηγόριο Κωνσταντά. Το 1831, ο Ανδρέας Οικονόμου παντρεύει στις Σέρρες σε μικρή ηλικία την κόρη του Χρυσάνθη με τον Ιωάννη Χατζηλαζάρου, τον πρωτότοκο γιο του της οικογένειας Χατζηλαζάρου. Αυτό είναι ίσως μια ένδειξη ότι οι δυο οικογένειες είχαν παλιά γνωριμία και φιλικές σχέσεις. Μετά τον γάμο ο Ανδρέας Οικονόμου θα μετακομίσει με την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη αφού οι εκεί διώξεις των Ελλήνων μετά την επανάσταση του ‘21 έχουν κοπάσει. Έχει επέλθει ήδη η συμφωνία της Κων/πολης του 1832 μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας και πολλοί φυγάδες Θεσσαλονικείς αρχίζουν να επιστρέφουν στη μισοάδεια από Έλληνες πόλη. Στη Θεσσαλονίκη θα γεννηθεί στις 8/3/1834 το όγδοο και τελευταίο παιδί του, ο Ιωάννης (Γιάγκος), αυτός που θα επεκτείνει την οικονομική αυτοκρατορία στη Τεργέστη και θα γίνει ο μεγαλύτερος βιομήχανος της Αψβουργικής αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Είναι αυτός στον οποίο απονέμεται ο κληρονομικός τίτλος του βαρώνου με πρωτοβουλία του ίδιου του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ του Α’. Ο γιος του Δημήτρης είναι ο βαρώνος που θα επισκεφθεί την Έδεσσα το 1930.

Στη Θεσσαλονίκη ο ανήσυχος Ανδρέας θα συνεχίσει τις εμπορικές του δραστηριότητες. Παράλληλα με τις εμπορικές του δραστηριότητες αναπτύσσει όμως και έντονη πατριωτική δράση η οποία θα τον φέρει σε ρήξη με τις οθωμανικές αρχές. Αναγκάζεται έτσι να γίνει και πάλι φυγάς. Εγκαταλείπει το 1848 τη νύφη του Θερμαϊκού και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Μαζί του παίρνει και τους δυο μικρούς γιους του, Δημήτριο και Ιωάννη, οι οποίοι θα τελειώσουν εκεί τις γυμνασιακές τους σπουδές. Στην Αθήνα θα κλείσει τα μάτια του το 1860 μετά από μια περιπετειώδη ζωή που τον οδήγησε από την Έδεσσα διαδοχικά στις Σέρρες, στην Αγία Φωτεινή, στην Έδεσσα, πάλι στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη και τελικά στην Αθήνα.

Λαμβάνοντας υπόψη την μεγάλη παιδική θνησιμότητα, ο κλάδος Ανδρέα Οικονόμου συνεχίζει στην ουσία την πορεία του μέσα στο χρόνο με την δευτερότοκη Χρυσάνθη, το έκτο παιδί Δημήτριο και το όγδοο παιδί Ιωάννη. Θα εξετάσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τους απογόνους των τριών αυτών παιδιών. Για το έβδομο παιδί, την Ελένη, δεν έχουν βρεθεί στοιχεία.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 2ο)

ΙΙ. Οι κλάδοι της οικογένειας Οικονόμου

Το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας μας οδηγεί πίσω στον 18ο αιώνα με τον Ανδρέα Ιωάννου (1722 –1780) να είναι ο παλιότερα γνωστός πρόγονος για τον οποίο υπάρχουν στοιχεία. Θεωρείται ο γενάρχης της οικογένειας. Αποκτά δυο αγόρια, τον πρωτότοκο Ιωάννη (1750-1820) και τον Ανδρέα. Για τον Ανδρέα τα μόνο γνωστά είναι ότι παντρεύτηκε την Μαρία Χ”Ιωάννου και ότι απεβίωσε το 1828. Δεν πρέπει να άφησαν απογόνους. Για τον Ιωάννη γνωρίζουμε πολύ περισσότερα. Παντρεύτηκε την Βίνα (Βενετία > Βένα > Βίνα) και χειροτονήθηκε διάκος το 1775. Είναι πολύ πιθανό μάλιστα να ήταν ένας από τους δυο νεαρούς διάκους που με τον ζωγράφο Αποστόλη Λογγιανό και τον Γάλλο πρόξενο Κουζινερύ είχαν κάνει μια μικρή εκδρομή στο Λόγγο τέλη άνοιξης του 1776. Το 1790 ο παπά-Ιωάννης ονομάζεται «οικονόμος» της Μητρόπολης. Από τον τίτλο αυτό η οικογένεια του θα πάρει στο εξής το επώνυμο “Οικονόμου”.

Ο παπά-Ιωάννης και η Βενετία αποκτούν πέντε γιούς. Πρωτότοκος ήταν ο Γεώργιος Οικονόμου ο οποίος θα πρέπει να γεννήθηκε λίγο πριν από το 1780. Άφησε την τελευταία του πνοή στο Βουκουρέστι το 1827. Το γεγονός ότι πέθανε στο Βουκουρέστι υποδηλώνει ότι είχε κάποια εμπορική δραστηριότητα στις τότε αυτόνομες ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας. Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα οι ελληνικές παροικίες στις παραδουνάβιες περιοχές άρχισαν να ακμάζουν. Έχοντας Έλληνες ηγεμόνες από το Φανάρι, συμπαγείς χριστιανικούς πληθυσμούς και ρωσική προστασία, το γενικότερο κλίμα ήταν πολύ πιο πρόσφορο για εμπορικές και οικονομικές δραστηριότητες στις οποίες η ελληνική γλώσσα άρχισε να κυριαρχεί. Πεθαίνοντας ο Γεώργιος άφησε πίσω του μια κόρη, την Ελισάβετ, η οποία απεβίωσε λίγα χρόνια αργότερα, το 1836. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο γι’ αυτήν. Δευτερότοκος γιος ήταν ο Παρισάκης Οικονόμου ο οποίος πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 1780 και έζησε μέχρι το 1840. Είχε και αυτός μια κόρη, τη Θεονίτσα, η οποία θα ζήσει στην Έδεσσα μέχρι το 1894. Όπως θα δούμε απόγονοι του Παρισάκη υπάρχουν σήμερα σε Έδεσσα και Θεσσαλονίκη. Ο τριτότοκος γιος ήταν ο Δημήτριος Οικονόμου ο οποίος ακολούθησε το λειτούργημα του πατέρα του και ήταν γνωστός ως παπα-Δημήτρης ο Σεβηριανός. Δεν άφησε απογόνους. Προτελευταίος γιος ήταν ο Ανδρέας Οικονόμου ο οποίος γεννήθηκε στις 28 Μαΐου 1790 και πέθανε το 1860 στην Αθήνα. Απέκτησε οκτώ παιδιά τα τέσσερα από τα οποία πέθαναν σε νεαρή ή πολύ μικρή ηλικία. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στους απογόνους του στη συνέχεια. Τελευταίος γιος ήταν ο Ιωαννούσης (Ιωάννης) Ανδρέας Οικονόμου. Πρέπει να γεννήθηκε κάπου στη δεκαετία του 1790 και πέθανε το 1828 αρκετά νέος. Παντρεύτηκε την Λικούνα (αγνώστων λοιπών στοιχείων) με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Αναστάσιο. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε κάτι για τον γιό του.

                                  Οι τρεις πρώτες γενιές της οικογένειας Οικονόμου                                                                                   († = θάνατος, + γάμος)

Πέντε παιδιά Οικονόμου

Το έτος 1928 στάθηκε μοιραίο για τον αδελφό του παπά-Ιωάννη, Ανδρέα, και για τον πέμπτο γιο του, Ιωάννη-Ανδρέα. Άγνωστο παραμένει αν υπήρχε κάποια επιδημία εκείνη την εποχή στην περιοχή της Έδεσσας.

Συμπερασματικά από τους πέντε γιούς ο μεν ένας (ο παπά-Δημήτρης) δεν άφησε απογόνους ενώ για την κόρη του Γεωργίου και τον γιο του Ιωάννη Ανδρέα δεν υπάρχουν στοιχεία. Αντίθετα στοιχεία υπάρχουν για τους άλλους δυο γιους: τον Παρισάκη και τον Ανδρέα. Ο κλάδος του Παρισάκη έζησε κατά κύριο λόγο στην Έδεσσα ενώ αυτός του Ανδρέα κυρίως στη Θεσσαλονίκη και στη Κεντρική Ευρώπη. Στους δυο αυτούς κλάδους θα επικεντρωθούμε στη συνέχεια.

ΙΙΙ. Ο κλάδος του δευτερότοκου Παρισάκη Οικονόμου

Ο Παρισάκης απέκτησε μια κόρη, την Θεονίτσα, η οποία παντρεύτηκε κάποιον Βασίλειο Χατζηπέτρο. Θα δούμε ότι και ο θείος της, Ανδρέας, παντρεύτηκε μια Χατζηπέτρου. Είναι πολύ πιθανόν να προέρχεται και αυτός από την ίδια μεγάλη θεσσαλική οικογένεια των Χατζηπετραίων για την οποία θα μιλήσουμε λίγο πιο κάτω. Απέκτησαν δυό κόρες: την Κατερίνα που παντρεύτηκε τον Νίκο Αδαμάκη και την Ολυμπία που παντρεύτηκε τον Λάζαρο Βασδάρη. Η Κατερίνα απέκτησε έναν γιο ο οποίος είναι άγνωστο που έζησε και αν άφησε απογόνους. Γνωρίζουμε όμως ότι το επώνυμο Αδαμάκης δεν είναι άγνωστο στην Έδεσσα. Η Ολυμπία με τον Λάζαρο Βασδάρη απέκτησαν τρία παιδιά. Πρωτότοκος ήταν ο Χρήστος που παντρεύτηκε την Σοφία Τασηνούση το 1911 με την οποία απέκτησε δυο αγόρια, τον Λάζαρο και τον Αναστάσιο. Δευτερότοκος ήταν ο Βασίλειος ο οποίος ήταν άτεκνος. Τελευταία ήταν η Κατερίνα η οποία παντρεύτηκε έναν ονόματι Φράγκο με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, την Μαρία. Είναι άγνωστο αν ο σύζυγος της προερχόταν από την γνωστή οικογένεια Φράγκων του Βαροσιού. Η μοίρα έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι στον Χρήστο Βασδάρη και στον γαμπρό του Φράγκο. Οι δυο τους αποφάσισαν στο μεσοπόλεμο να πάνε να δουλέψουν στην Αμερική με στόχο, αφού βγάλουν χρήματα, να επιστρέψουν στις οικογένειες τους έχοντας οικονομική άνεση. Δεν έμελλε όμως ποτέ να γυρίσουν στην Έδεσσα. Και οι δυο άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί κάτω από τραγικές συνθήκες.

            Ο κλάδος του Παρισάκη Οικονόμου († = θάνατος, + γάμος)                                                                                             

Κλάδος Παρισάκη-

Τι απέγιναν όμως οι δυο χήρες και τα παιδιά τους;

Η Σοφία πήγε και έζησε με τον πατέρα της. Από τα παιδιά της ο μικρότερος Αναστάσιος παντρεύτηκε την Ελισάβετ Χ”Πέγιου αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Ο μεγαλύτερος Λάζαρος παντρεύτηκε την Κυριακή Δελή που είχε την κατοικία της στο Βαρόσι, δίπλα στο Παρθεναγωγείο. Το αρχοντικό Δελή αγόρασε στο μεσοπόλεμο ο θειός μου Κώστας Σιβένας όπου έχτισε to 1932 την δική του καινούργια κατοικία, σε στυλ bauhaus, την οποία και δώρισε στο Δήμο. Στεγάζει σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο (στο οποίο δυστυχώς δεν δόθηκε το όνομα του!). Η εκκλησία Αγία Κυριακή στην άκρη του κήπου δίπλα στον γκρεμό ήταν το ιδιωτικό παρεκκλήσι της οικογένειας Δελή. Ήταν παράδοση στο Βαρόσι να υπάρχουν μικρές ιδιωτικές εκκλησίες σε αυλές σπιτιών. Για παράδειγμα, η Αγία Παρασκευή δίπλα στο πατρικό μου σπίτι ήταν το ιδιωτικό εκκλησάκι της οικογένειας Αλεξίου ενώ και σήμερα ακόμη στην αυλή του παλιού συμμαθητή Πέτρου Σαλαμπάση υπάρχει το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. Ο Λάζαρος και η Κυριακή απέκτησαν τρεις γιους. Τον Χρήστο που γεννήθηκε στις 29/1/1932 και τους Νικόλαο και Αναστάσιο που πέθαναν μικροί. Ο Χρήστος Βασδάρης είναι αυτός που είχε τη καλοσύνη να μου διηγηθεί το ιστορικό της οικογένειας. Διάγει το 85ο έτος της ηλικίας και του εύχομαι να τα εκατοστήσει. Παντρεύτηκε την Αγγελική Μουτσογιάννη (από τη Περαία Έδεσσας) και απέκτησαν δυο παιδιά, την Κυριακή (το όνομα της γιαγιάς της) που διατηρεί εμπορικό κατάστημα στην Έδεσσα και τον Αναστάσιο που είναι δάσκαλος και έχει δυο κόρες, την Βασιλική και την Χριστίνα.

Η έτερη χήρα Κατερίνα Φράγκου πήρε σε δεύτερο γάμο τον δάσκαλο Βασίλειο Κίτσο με τον οποίο απέκτησε άλλη μια κόρη, την Ελισάβετ (Λεζούδα). Η πρωτότοκη Μαρία Φράγκου, παντρεύτηκε τον Αναστάσιο Σκίπη με τον οποίο απέκτησαν δυο κόρες, την Αναστασία και την Καίτη. Η άτυχη Μαρία σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα προς τα τέλη του εμφυλίου. Η σφαίρα την χτύπησε ενώ βρισκόταν στο παράθυρο του σπιτιού της κοντά στο παλιό γυμνάσιο. Η πρωτότοκη κόρη της Αναστασία, όπως δείχνει και το παραπάνω διάγραμμα, παντρεύτηκε τον Βελισάριο Τεντζέρη με τον οποίο απέκτησαν τρία παιδιά, τους Ιωάννη, Βασίλειο και Μαριάννα (κάτοικοι Θεσσαλονίκης). Η δευτερότοκη Καίτη, την οποία ευχαριστώ θερμά για τις πληροφορίες, παντρεύτηκε τον Χαρ. Παπαδόπουλο με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, την Δέσποινα. Όλοι τους ζουν στη Θεσσαλονίκη. Η Ελισάβετ (Λεζούδα) Κίτσου, καθηγήτρια γυμναστικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παντρεύτηκε τον στρατιωτικό Κων. Προφαντόπουλο και διαμένει στην Αθήνα. Δεν απέκτησε απογόνους. Αυτή είναι εν συντομία η γενεαλογική αλυσσίδα των απογόνων του Παρισάκη Οικονόμου. Από τον γενάρχη Ανδρέα Ιωάννου μέχρι τις κόρες του δασκάλου Αναστασίου Βασδάρη, Βασιλική και Χριστίνα, έχουμε εννιά γενιές.

Τι απέγινε το οικόπεδο;

Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 είχε μετατραπεί σε μικρό κτήμα με περίφραξη και κλειδωνιά στη πόρτα. Μικρός θυμάμαι ότι ο δάσκαλος Βασίλης Κίτσος, συνταξιούχος πια, ερχόταν να απασχοληθεί στο κτήμα. Αργότερα το δούλευαν κάποιοι γείτονες, ίσως πληρώνοντας ένα μικρό τίμημα. Ο Χρήστος Βασδάρης με πληροφόρησε ότι ο βαρώνος Δημήτριος Οικονόμου που επισκέφθηκε την Έδεσσα το 1930, δώρισε το οικόπεδο “Παρισάκη” στα τρία μακρινά του ανίψια, δηλαδή στα αδέλφια Χρήστο, Βασίλειο και Κατερίνα Βασδάρη. Αυτό σημαίνει ότι η κυριότητα του οικοπέδου είχε ήδη περιέλθει σε έναν από τους γιους του αδελφού του Παρισάκη, Ανδρέα. Ο άτεκνος Βασίλης παραχώρησε το μερίδιο του στην αδελφή του Κατερίνα. Έτσι, ο Χρήστος Βασδάρης είχε το ένα τρίτο και η αδελφή του Κατερίνα Φράγκου και μετέπειτα Κίτσου τα δύο τρίτα. Όταν τελευταία ο Δήμος αποφάσισε να δημιουργήσει το μικρό θεατράκι στη θέση του οικοπέδου, αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες του, δηλαδή τους απογόνους της Ολυμπίας Χατζηπέτρου – Βασδάρη: κατά το ενα τρίτο τους απογόνους του Χρήστου Βασδάρη και κατά τα δύο τρίτα τους απογόνους της Κατερίνας Βασδάρη – Κίτσου.

Το ιστορικό της οικογένειας επιβεβαιώνει την πληροφορία που μου είχε δώσει ο πατέρας μου: η οικία του Παρισάκη βρισκόταν πράγματι στο σημερινό θεατράκι του Βαροσιού. Βέβαια δεν ήταν ο Παρισάκης αυτός που ξενιτεύτηκε αλλά τα παιδιά του αδελφού του Ανδρέα πολλές δεκαετίες πριν την γέννηση του πατέρα μου. Το γεγονός ότι η ιδιοκτησία είχε περιέλθει στα παιδιά του Ανδρέα Οικονόμου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σπίτι ανήκε αρχικά στον παπα-Ιωάννη Οικονόμου. Μερίδιο πρέπει να είχαν και τα πέντε του παιδιά που με τον καιρό μεταβιβάστηκαν στον Ανδρέα Οικονόμου με τελικό αποδέκτη τον εγγονό του βαρώνο Δημήτριο που διέμενε στη Τεργέστη. Η πατρική οικία Σιβένα κτίστηκε μετά τον θάνατο του Παρισάκη ακριβώς απέναντι από την οικία Οικονόμου. Όταν το τελευταίο καταστράφηκε (από άγνωστη αιτία) θα έμεινε στη συλλογική μνήμη σαν “Παρισάκη > Παρσάκη” από το όνομα αυτού που κατοίκησε και απεβίωσε εκεί. Χωρίς αμφιβολία και η κόρη του Θεονίτσα Οικονόμου – Χατζηπέτρου θα έμεινε στο σπίτι αυτό μέχρι τον θάνατο της το 1896.

Ένα άλλο ερώτημα αφορά τον ναό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Είδαμε ότι παραδοσιακά τα εκκλησάκια στο Βαρόσι ήταν οικογενειακοί ναοί των ιδιοκτητών των αρχοντικών. Τα αρχοντικά είχαν γενικά έναν αμυντικό χαρακτήρα με χοντρούς τοίχους από πωρόλιθο μέχρι τον πρώτο όροφο και παράθυρα από εκεί και πάνω. Για να μπει κάποιος στην εκκλησία έπρεπε πρώτα να περάσει την βαρειά πόρτα του αρχοντικού ή της μάντρας που περιέβαλε τον κήπο. Η πρόσβαση ήταν απόλυτα ελεγχόμενη. Οι μικρές εκκλησίες ήταν έτσι καλά προστατευμένες από πιθανό βανδαλισμό και κρυμμένες από κακόβουλα βλέμματα αλλόθρησκων κατά την δύσκολη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Θα ήταν παράξενο αν δεν συνέβαινε το ίδιο και με τον ναό Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Η είσοδος του ναού δεν ήταν επί της οδού αλλά έβλεπε προς το αρχοντικό Οικονόμου. Το πιθανότερο είναι να συγκοινωνούσε με την εσωτερική αυλή του αρχοντικού το οποίο πρέπει να ήταν κτισμένο κολλητά με το εκκλησάκι. Έτσι η πρόσβαση στον ναό θα πρέπει να γινόταν αναγκαστικά μέσω της εξωτερικής θύρας του σπιτιού.

Η γειτονιά του Βαροσιού με τις ενδείξεις των διαφόρων οικοδομών από το Google: (1) Το Παρθεναγωγείο δίπλα στη παλιά Μητρόπολη, (2) το οικόπεδο όπου βρισκόταν η οικία Οικονόμου και τώρα μικρό θεατράκι, (3) ο Ναός Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, υπό την προστασία της οικογένειας Οικονόμου (4) η πατρική οικία Σιβένα (παπά-Ιωάννη και Προκοπίου Σιβένα), (5) οικία Κώστα Σιβένα (γιου του παπά -Ιωάννη Σιβένα) δωρισθείσα στον Δήμο όπου στεγάζεται σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο. Παλιότερα ήταν η οικία Δελή η οποία είχε στο κήπο (6) το οικογενειακό παρεκκλήσι της Αγίας Κυριακής. (7) πρώην Οικία Αλεξίου με το οικογενειακό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής (8). Τα οικογενειακά εκκλησάκια της Αγ, Κυριακής και της Αγ. Παρασκευής ήταν μικρά. Πολλαπλασιάστηκαν σε όγκο με την ανακατασκευή τους την δεκαετία του ‘50 αρχιερετεύοντος του μητροπολίτη Διονυσίου.

Βαρόσι googlemap

Συνεχίζεται…..

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 1ο)

Ι. Αντί εισαγωγής:   παιδικές αναμνήσεις….και απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα

Οι πρώτες αναμνήσεις από την προσχολική μου ηλικία συνδέονται με παιχνίδια στο οικόπεδο μπροστά από το πατρικό μου σπίτι όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το μικρό ανοιχτό θεατράκι του Βαροσιού. Στην κάτω αριστερή άκρη του οικοπέδου, κολλητά με τη βάση του μικρού – ανοιχτού τότε – αυλόγυρου της εκκλησίας Αποστόλων Πέτρου και Παύλου υπήρχε μια παροχή νερού που έτρεχε νύχτα μέρα σχηματίζοντας ένα μικρό ρυάκι που στη συνέχεια έπεφτε στον γκρεμό. Το νερό ερχόταν μέσα από ένα παλιό υπόγειο αγωγό από το ποτάμι που κυλά και σήμερα κατά μήκος του γηπέδου. Ξεκινούσε από την γωνία της οικίας Ζήμνα, απέναντι από το σημερινό όμορφο μικρό ξενοδοχείο “Χαγιάτι”, και διέτρεχε όλο το βόρειο Βαρόσι – κάτω από τα καλντερίμια των οδών Μακεδονομάχων, Φράγκου, Αρχιερέως Μελετίου και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κατέληγε στον κήπο του Δεσπότη και από εκεί στο βυρσοδεψείο των αδελφών Ραφτόπουλου πριν πέσει στο Λόγγο σαν μικρός καταρράκτης. Ο αγωγός μοίραζε νερό σε όλα τα – προνομιακά! – σπίτια των δρόμων που ήταν κτισμένα προς την πλευρά του γκρεμού. Είχαν τρεχούμενο νερό χειμώνα καλοκαίρι χωρίς μάλιστα να πληρώνουν τίποτα. Το πατρικό μου σπίτι, χτισμένο στην αντίθετη πλευρά, δεν είχε νερό. Έτσι η μητέρα μου κατέβαινε για την μπουγάδα της στη παροχή του απέναντι οικοπέδου όπου συνήθως ξέβγαζε τα ρούχα. Κι αυτό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 όταν ο τότε δήμαρχος Γρηγόρης Ιατρόπουλος έφτιαξε δίκτυο πόσιμου νερού στη γειτονιά και είχαμε τρεχούμενο νερό στο σπίτι. Την συγκεκριμένη παροχή νερού την λέγαμε “παρσάκι”. Παράξενο όνομα αλλά μικρός δεν έδινα σημασία. Εκεί καθόμουν συχνά τα καλοκαίρια και έπαιζα με το νερό. Όταν μετά από χρόνια ρώτησα τον πατέρα μου τι σήμαινε η λέξη αυτή μου απάντησε με τον πιο φυσικό τρόπο: “Εδώ ήταν πολύ παλιά το σπίτι ενός Παρσάκη που έφυγε στο εξωτερικό και δεν γύρισε πίσω ποτέ”.

Τις πρώτες τάξεις του δημοτικού τις πέρασα στο ιστορικό κτήριο του Παρθεναγωγείου που ανήκε τότε στο 6ο Δημοτικό σχολείο, δίπλα στην παλιά Μητρόπολη. Εκεί ήταν οι τρεις πρώτες τάξεις, τα νήπια, η πρώτη και η δευτέρα. Οι υπόλοιπες ήταν κοντά στα δικαστήρια. Η επιλογή του σχολείου αυτού ήταν απόλυτα λογική αφού το Παρθεναγωγείο ήταν λίγα μόλις μέτρα πιο κάτω από το πατρικό μου. Το Παρθεναγωγείο είχε τότε διαφορετική μορφή, τροποποιημένο σίγουρα για τις ανάγκες του δημοτικού σχολείου. Σήμερα, πιο ωραίο μετά την αναπαλαίωση, θα πρέπει να πήρε, εξωτερικά τουλάχιστον, την μορφή που είχε τον Απρίλιο του 1877, κατά την αποπεράτωση του.

Το Παρθεναγωγείο όταν φιλοξενούσε τις πρώτες τάξεις του 6ου Δημοτικού σχολείου και όπως είναι σήμερα

Παρθεναγωγείο πριν και μετα

Πάνω από την είσοδο η μαρμάρινη πλάκα μας πληροφορεί ότι κτίστηκε με την συνδρομή Εδεσσαίων κατοίκων «συνεπικουρούντων και φιλόμουσων ξένων». Ποιοι άραγε να ήσαν οι φιλόμουσοι ξένοι ευεργέτες της πόλης;

Η είσοδος του Παρθεναγωγείου με το κείμενο στη μαρμάρινη πλάκα: “Το ορθόδοξον ελληνικόν κοινόν Εδεσσαίων συνεπικουρούντων και φιλόμουσων ξένων τόδε το σκήνωμα μουσών πιερίδων ανήγειρε προς φωτισμόν των Εδεσσαίων θυγατέρων έτει από Σωτήρος 1877ω μηνί Απριλίω. Ελιθογραφήθη δε δια χειρός του Ζαφείρη Κ Ζωγράφου εκ Βοδενών”

Είσοδος κ πλάκα

Η απορία λύθηκε αυτό το καλοκαίρι διαβάζοντας το τελευταίο παράρτημα της ιστορίας της Έδεσσας του Ευσταθίου Στουγιαννάκη «Έδεσσα η Μακεδονική εν τη Ιστορία». Στη σελίδα 313 (έκδοση της Λαογραφικής Εταρείας Νομού Πέλλας, 2001) διαβάζουμε: «Εις τα άνω προσθετέα και η εξής αγαθοεργία Ιωάννου Ανδρέου Οικονόμου και Υιών. Ανήγειραν εν Εδέσση δι’ ιδίας δαπάνης το Παρθεναγωγείον Εδέσσης, το οποίον και είχον προικίσει με τακτικόν ετήσιον επιχορήγημα 200 χρυσών εικοσοφράγκων, άτινα τακτικώτατα εστέλλοντο επί Τουρκοκρατίας εις τας εκάστοτε εφορείας των σχολείων δια του εν Θεσσαλονίκη προξένου της Αμερικής Περικλέους Χατζηλαζάρου και 50 ακόμη εικοσοφράγκων ως μισθού της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου. Εις τούτους, ως εις ευεργέτας ου μόνον των σχολείων αλλά και όλης της Κοινότητος, επέμπετο κατ’ έτος έκθεσις των πεπραγμένων των σχολείων από την εκάστοτε διεύθυνσιν αυτών και τα ονόματα των εμνημονεύοντο κατ’ έτος κατά την εορτήν των Τριών Ιεραρχών». Ο Ιωάννης λοιπόν Οικονόμου, γιος του Ανδρέα, και οι δυο γιοι τουΔημήτριος και Λεωνίδας όπως θα δούμε αργότερα – βοήθησαν στην ανέγερση του Παρθεναγωγείου. Βέβαια πολλοί ήταν οι Εδεσσαίοι που είχαν συμβάλει στην ανέγερση με χρηματικές δωρεές. Οι Οικονόμου όμως είχαν δώσει το μεγαλύτερο ποσό. Μαθαίνουμε επίσης ότι κάλυπταν και τα έξοδα λειτουργίας “των σχολείων”, πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον πλήρωναν και για την λειτουργία του Αρρεναγωγείου. Ο Στουγιαννάκης μας πληροφορεί ακόμη ότι ένας από τους γιους του Ιωάννη Οικονόμου, ο βαρώνος Δημήτριος Οικονόμου, επισκέφτηκε την πατρίδα του παππού του Ανδρέα για να συναντήσει τους εν ζωή συγγενείς του. Ήλθε μάλιστα «αρωγός σεβαστού ποσού χρηματικού» που προσέφερε στον Δήμο. Άλλωστε και η πρώτη έκδοση του βιβλίου του, το 1932, έγινε δυνατή χάρη στη γενναιοδωρία τους. Ξεφυλλίζοντας φύλλα παλιών εφημερίδων ανακαλύψαμε ότι η επίσκεψη αυτή έγινε στις 8 Αυγούστου 1930. Διαβάζουμε στην εφημερίδα “Το Θάρρος” του δημοσιογράφου τότε Γρηγόρη Ιατρόπουλου της 10ης Αυγούστου και κάτω από τον τίτλο “Αποθεωτική υποδοχή του βαρώνου Οικονόμου” τα εξής: “Την παρελθούσαν Παρασκευήν το πρωί η πόλις μας εδέχθη στας αγκάλας της ένα από τα καλλίτερα της παιδιά. Εδέχθη τον Μέγαν Ευεργέτην της Βαρώνον Δημήτριον Οικονόμου. Προς τιμήν του η πόλις εσημαιοστολίσθη και η αγορά έκλεισε επ’ ολίγα λεπτά. Στον σιδ. σταθμόν ο λαός της Εδέσσης με επικεφαλής τας Αρχάς τον υπεδέχθη με ζητωκραυγάς. Τον κ. Οικονόμου εχαιρέτησε εκ μέρους του Δήμου ο Δημαρχών κ. Χ”Θεόδωρος Ζουρλίδης και τον προσεφώνησε ο κ. Γυμνασιάρχης. Επίσης η Δις Ελ. Βρέζα του προσέφερεν ανθοδέσμην εκ μέρους του Δήμου και προσεφώνησεν ως εξής: Η Έδεσσα ευγνωμονούσα ευεργεσίας τας οποίας αφειδώς προσέφεραν εις αυτήν οι οίκοι σας κατά τους χρόνους της δουλείας, επί τη ευκαιρία της επισκέψεως της Πατρίδος σας προσφέρει την ανθοδέσμην ταύτην που εσχηματίσθη από τους κήπους των ευεργετηθεισών οικιών”.

Η πρώτη σελίδα της εφημερίδας “Το Θάρρος” του Γρηγόρη Ιατρόπουλου – μετέπειτα δημάρχου – όπου παρουσιάζεται με λεπτομέρειες η επίσκεψη του βαρώνου Δ. Οικονόμου στην Έδεσσα την 8η Αυγούστου 1930 (αρχείο Νίκου Καραμανάβη τον οποίο και ευχαριστώ)

Το Θάρρος 10-8-1930

Στο φύλλο της 31ης Αυγούστου 1930 διαβάζουμε ακόμη ότι “ο βαρώνος Δ. Οικονόμου συνεχίζων το φιλανθρωπικόν και προοδευτικόν του πρόγραμμα την παρελθούσαν εβδομάδα απέστειλεν εις μεν τον φιλοπρόοδο σύλλογον “Μ. Αλέξανδρον” 10.000 δραχμάς εις δε το σωματείον των δεσποινίδων “Η Δορκάς” δραχμάς 4.000”. Το φύλλο της 11ης Οκτωβρίου της ίδιας εφημερίδας μας πληροφορεί κάτω από τον τίτλο “Το ενδιαφέρον του Βαρώνου Οικονόμου” μια νέα αποστολή “εκ μέρους του εν Τεργέστη εγκατεστημένου διαπρεπούς συμπολίτου μας Βαρώνου Δημητρίου Οικονόμου 150.000 δραχμών εις τον Δήμον”. Η εφημερίδα σε συνάντηση που είχε με τον τότε δήμαρχο Γεώργιο Πέτσο έμαθε ότι “εκ των 150.000 δραχμών, 30.000 δραχμές προορίζονται δια το Γυμνάσιον, 10.000 δια την Ιεράν Μητρόπολιν, 10.000 δια την Πρακτικήν Σχολήν και αι υπόλοιπαι 100 χιλιάδες δια τον Δήμον”. Ο δήμαρχος μάλιστα τόνισε ότι το ποσό των 100.000 δρχ. θα χρησιμοποιούταν “δια την εξαγοράν της τοποθεσίας Κιουπρί…και την χρησιμοποίησιν ταύτης ως δημοτικού κήπου φέροντος την ονομασίαν του Βαρώνου”. Φαίνεται ότι η μεν εξαγορά της τοποθεσίας υλοποιήθηκε πλην όμως ο Δήμος …λησμόνησε να μνημονεύσει τον ευεργέτη του. 

Ευεργετημένος κι εγώ προσωπικά από τις δωρεές της οικογένειας Οικονόμου, αφού τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο παλιό Παρθεναγωγείο και τα συνέχισα στο Γυμνάσιο που είχαν βοηθήσει οικονομικά τα μέλη της, θεώρησα ότι είχα χρέος να γράψω λίγα λόγια για την ιστορία αυτής της μεγάλης εδεσσαϊκής οικογένειας. Ήταν ο λόγος που με παρακίνησε να ασχοληθώ με το θέμα. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ την δυσκολία και την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος αλλά και τις μεγάλες εκπλήξεις που με περίμεναν. Ξεκινώντας από ένα πρώτο και ημιτελές γενεαλογικό δέντρο χρειάστηκαν ατέλειωτες ώρες αναζητήσεων και εξακριβώσεων στο διαδίκτυο, σε βιβλιοθήκες και σε συζητήσεις με επιζώντες απογόνους. Σε μια περίοδο τριών αιώνων απόγονοι μιας απλής και φτωχικής οικογένειας της μικρής μας πόλης συνέδεσαν το όνομα τους με μεγάλα ιστορικά γεγονότα, με επιστημονικές διακρίσεις παγκοσμίου επιπέδου και με τεράστια επιτεύγματα στον οικονομικό τομέα τα οποία διαπίστωσα ότι είναι ελάχιστα ή καθόλου γνωστά ακόμη και σε επιζώντες απογόνους της. Ακολουθώντας βήμα – βήμα την εξέλιξη της οικογένειας αυτής είδα το μεγαλείο του μακεδονικού ελληνισμού που σε εποχές δουλείας κατόρθωσε να πάρει στα χέρια του μεγάλο μέρος του εμπορίου όχι μόνο της Βαλκανικής αλλά και της Ευρώπης γενικότερα. Το πυκνό εμπορικό τους δίκτυο ξαπλωνόταν σε τέσσερις μεγάλες αυτοκρατορίες – της Οθωμανικής, της Αυστροουγγαρίας, της Ρωσίας και της Αγγλίας. Ήταν ένας ελληνισμός που, σε μεγάλο βαθμό, χρησιμοποίησε τη συσσώρευση του πλούτου για να βοηθήσει την υπόδουλη Μακεδονία να μορφωθεί, να απελευθερωθεί και να προκόψει. Ήταν η εποχή της προσφοράς στο έθνος. Ήταν η γενιά των μεγάλων ευεργετών.

Στο βιβλίο του ο Στουγιαννάκης παραπέμπει σε ένα γενεαλογικό δέντρο που του είχε στείλει με επιστολή ο βαρώνος μετά την επίσκεψη του στην Έδεσσα το 1930. Δυστυχώς όμως αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του 2001. Ένας καλός Εδεσσαίος φίλος, τον οποίο και ευχαριστώ, μου έδωσε ένα αντίγραφο στο πέρασμα μου από την Έδεσσα στα μέσα αυτού του Σεπτέμβρη κατευθυνόμενος προς την βόρεια Ευρώπη. Αυτό το γενεαλογικό δένδρο αποτέλεσε την βάση των περαιτέρω αναζητήσεων μου. Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη όταν παρατήρησα ότι ένας από τους πρώτους απογόνους της οικογένειας λεγόταν Παρισάκης Οικονόμου. Τα ονόματα Παρίσης και Παρισάκης δεν ήταν σπάνια παλιότερα στην Έδεσσα. Μήπως λοιπόν το όνομα Παρισάκης έγινε Παρσάκης στη τρέχουσα γλώσσα και έτσι προέκυψε και το τοπωνύμιο “παρσάκι”; Η υπόθεση αυτή έπρεπε να επιβεβαιωθεί κατά την ολιγοήμερη παραμονή μου στη πόλη. Πράγμα το οποίο και έγινε αφού όπως θα δούμε στη συνέχεια ένας απόγονος της οικογένειας που ζει στη πόλη είχε την καλοσύνη να συμπληρώσει ορισμένους από τους πολλούς κρίκους που έλειπαν – και συνεχίζουν να λείπουν – από το γενεαλογικό δένδρο. Όπως λοιπόν λένε οι Αθηναίοι “στο Γουδί” αντί “στου Γουδή” έτσι και εμείς λέγαμε “στο παρσάκι” αντί “στου Παρ(ι)σάκη”!

Συνεχίζεται….

Ένας αιώνας ακριβώς από τον βομβαρδισμό της Έδεσσας *

Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι τον αείμνηστο πατέρα μου να διηγείται ιστορίες από τον 1ο Ευρωπαϊκό – όπως έλεγε – Πόλεμο. Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου – με δάσκαλο τον περίφημο Δημήτριο Γεωργιάδη – ρούφηξε στη κυριολεξία τις εικόνες αυτού που φάνταζε στα μάτια του σαν ένα μεγάλο Λούνα-Παρκ και τις αποτύπωσε ανεξίτηλα στο μυαλό του. Για πρώτη φορά είδε αυτοκίνητα, και μάλιστα να τα οδηγούν γυναίκες, οι εθελόντριες γιατροί του νοσοκομείου Σκωτσέζων γυναικών στην Άρνισσα· κινηματογράφο, τον Σαρλώ στο δημοτικό σχολείο δίπλα στο Ψηλό Βράχο από Γάλλους κινηματογραφιστές· μαύρους από την Σενεγάλη, κίτρινους Ανναμίτες από το Βιετνάμ, εντυπωσιακούς ξανθούς Ρώσους με αμούστακους νεαρούς αξιωματικούς, Μαροκινούς πάνω στα πανύψηλα άλογα, τους Ζοάβους όπως έλεγε. Για πρώτη φορά δοκίμασε σοκολάτα, η πληρωμή για την μεταφορά από το Λόγγο μέχρι επάνω στο Βαρόσι των σακιδίων των κατακουρασμένων Γάλλων στρατιωτών που έρχονταν πεζοί από τη Θεσσαλονίκη· για πρώτη φορά είδε αχνιστό ψωμί να ξεφουρνίζεται από ρώσικη άμαξα-φούρνο εν κινήσει. Πρωτόγνωρα πράγματα, σαν να γύρισε τον κόσμο σε ηλικία ένδεκα και δώδεκα ετών χωρίς να κάνει βήμα από την αγαπημένη του πόλη. Στις διηγήσεις του αναφερόταν συχνά και στις εχθρικές αεροπορικές επισκέψεις, τον φόβο και τον τρόμο των Εδεσσαίων. “Ψάχνανε να σκοτώσουν τον διάδοχο της Σερβίας Αλέξανδρο που περνούσε συχνά από την Έδεσσα” ήταν η μόνιμη επωδός. Σε μια από αυτές τις διηγήσεις ανέφερε και τον τραγικό θάνατο μιας Βαβούρη σε βομβαρδισμό της πόλης από γερμανικά αεροπλάνα: “μια βόμβα έπεσε στην αγορά εκεί που είναι το περίπτερο του Σωκράτη, στη πλατεία Τημενιδών” μου έλεγε. “Σκοτώθηκε μάλιστα η Δωροθέα Βαβούρη, η σύζυγος του Αναστασίου Βαβούρη που είχε το ξενοδοχείο ο Μέγας Αλέξανδρος ακριβώς απέναντι”. Τότε δεν είχα δώσει σημασία σ’ αυτή την ιστορία. Σ’ ένα περσινό ταξίδι μου στην Έδεσσα όμως, μπροστά στο μνήμα των γονιών μου, θυμήθηκα αυτή την ιστορία. Άραγε να υπήρχε κάποια ένδειξη γι αυτό το συμβάν; Την εποχή εκείνη βέβαια τα νεκροταφεία βρίσκονταν στο σημερινό πάρκο των καταρρακτών, μπροστά από τον Ι.Ν της Αναλήψεως. Μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση πολύ αργότερα, στη γερμανική κατοχή, οπότε οι ελπίδες ανεύρεσης κάποιου στοιχείου ήταν πολύ λίγες. Τριγυρίζοντας στην πολιτεία των νεκρών όμως βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα μνήμα που είχε την ακόλουθη επιγραφή: “ΔΩΡΟΘΕΑ ΒΑΒΟΥΡΗ, ΑΠΕΒ. ΑΠΡΙΛΙΟ 1918”. Ήμουν μπροστά στον οικογενειακό τάφο του Αναστασίου Βαβούρη, συζύγου της Δωροθέας! Ήταν η επιβεβαίωση της ιστορίας του πατέρα μου! Ο βομβαρδισμός που ανέφερε είχε γίνει λοιπόν τον Απρίλιο του 1918. Η επιγραφή βέβαια φαινόταν αρκετά καινούργια. Σίγουρα προστέθηκε μετά τον ενταφιασμό του συζύγου της Αναστασίου το 1949.

Βαβούρη τρονκέ

Έτσι μπήκα στον πειρασμό να βρω στοιχεία για εκείνον τον βομβαρδισμό. Πώς αλήθεια να συνέβη; ήταν ατύχημα; μια παράπλευρη απώλεια; ή πράγματι ήταν βομβαρδισμός μιας απροστάτευτης πόλης; Έχοντας πρόσβαση στους 13 μεγάλους τόμους των γαλλικών αρχείων του Στρατού της Ανατολής, η ανεύρεση ήταν θέμα χρόνου. Ψάχνοντας τα αρχεία του Μαΐου 1918 δεν βρήκα τίποτα. Απογοήτευση. Μάλλον δεν θα θεωρήθηκε σημαντικό στη δίνη του μεγάλου πολέμου ένας βομβαρδισμός μιας μικρής επαρχιακής πόλης κάπου στο μακεδονικό μέτωπο. Από περιέργεια όμως άρχισα να ξεφυλλίζω τις εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα του Μαΐου 1917. Και, ω του θαύματος, σε πολυσέλιδη έκθεση της 5ης Μαΐου 1917 του συμμαχικού αρχηγείου Θεσσαλονίκης προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι διάβασα σε μια μικρή παράγραφο: “Στις 30 Απριλίου, 12 γερμανικά αεροπλάνα έριξαν 40 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό και στη πόλη των Βοδενών και 8 βόμβες στο Βέρτεκοπ. Δεν προξενήθηκαν ζημιές στην σιδηροδρομική γραμμή. Στα Βοδενά 15 νεκροί, 23 πολίτες τραυματισμένοι, 3 Γάλλοι στρατιώτες νεκροί”. Αυτό ήταν! Η αρχή του νήματος είχε βρεθεί!

Απόσπασμα της έκθεσης του στρατηγού Σαράιγ προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι όπου γίνεται αναφορά στον βομβαρδισμό της Έδεσσας.

Compte rendu cimplet

Ήταν λοιπόν 30 Απριλίου 1917, μέρα Δευτέρα, 17 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο που ήταν τότε σε ισχύ στην Ελλάδα. Περαιτέρω αναζήτηση οδήγησε στην ανεύρεση ειδικής έκθεσης για τον βομβαρδισμό που έγινε από έναν ανεξάρτητο Ελβετό εμπειρογνώμονα. Πρόκειται για τον Ροδόλφο Άρτσιμπαλντ Ράις (Rodolphe Archibald Reiss), καθηγητή εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου της Λωζάννης. Ο Ράις ήταν ιδρυτής του πρώτου παγκοσμίως ινστιτούτου εγκληματολογίας με έδρα την Λωζάννη, γι’ αυτό και θεωρείται πατέρας του κλάδου αυτού. Γεννημένος Γερμανός αλλά πολιτογραφημένος Ελβετός, ο Ράις βρισκόταν στα Βαλκάνια από την αρχή του πολέμου σαν ουδέτερος παρατηρητής. Είχε ήδη ετοιμάσει μια άλλη έκθεση που αφορούσε τον βομβαρδισμό των αγγλικών νοσοκομείων του Μαυροβουνίου στις 12 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς. Τότε βομβαρδίστηκαν και οι αποθήκες πυρομαχικών της 2ης σερβικής στρατιάς που βρίσκονταν μετά τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας, εκεί που η στενή σιδηροδρομική γραμμή ντεκωβίλ προς Αλμωπία συναντούσε την κανονική γραμμή. Ο Ράις επισκέφθηκε την Έδεσσα την επόμενη του βομβαρδισμού, Τρίτη 1η Μαΐου, ενώ συνέταξε και υπέγραψε την έκθεση στις 2 Μαΐου. Στη λεπτομερή του αναφορά γράφει ότι στις 30 Απριλίου, μεταξύ 9.30 και 10 το πρωί, επτά αεροπλάνα βομβάρδισαν την Έδεσσα προκαλώντας μεγάλες υλικές καταστροφές και πολλά θύματα. Σύμφωνα με περιγραφές πιλότων της αεροπορικής βάσης στο Μαυροβούνι, ένα σμήνος από δεκατέσσερα εχθρικά αεροπλάνα ήρθαν το πρωί της μέρας εκείνης από βορρά (Dragomanci – Άψαλο) στην περιοχή της Σκύδρας. Έριξαν τέσσερις βόμβες στο σιδηροδρομικό σταθμό αλλά δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν γιατί καταδιώχτηκαν από δώδεκα αεροπλάνα με Γάλλους και Σέρβους πιλότους που πρόλαβαν να απογειωθούν από το παρακείμενο αεροδρόμιο. Τα γερμανικά αεροπλάνα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Μία ομάδα από επτά αεροπλάνα πήρε την κατεύθυνση της Έδεσσας, ενώ τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν προς Γουμένισσα. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την πόλη έριξε βόμβες διαφόρων διαμετρημάτων. “Ο υπογράφων δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τον αριθμό των βομβών αλλά είδε ο ίδιος είκοσι κρατήρες που προκλήθηκαν από τις εκρήξεις”.

                      Η αρχή της έκθεσης του Ράις……

“On April 3oth, between 9.30 and 10 a.m., seven enemy aeroplanes flew over the open town of Vodena and bombarded it with projectiles of various calibre. These aeroplanes came from Vertekop. Commander V of the Franco-Serbian Air Service was at the last-named place at the time and saw fourteen enemy aeroplanes coming from the direction of Dragomanci. One of the aeroplanes flew over Vertekop station and dropped four bombs there. Another detached itself from the group and flew over the field belonging to the Franco-Serbian Air Service near the Vertekop hospitals. These two aeroplanes did not go to Vodena. The Franco-Serbian aviators, twelve in number, having gone up in chase of the Bulgaro-Germans, five of the aeroplanes belonging to the latter went off in the direction of Gumendje, while seven others went out of their way to fly over Vodena, going off subsequently in the direction of the first group. Exactly seven aeroplanes were correctly observed by the greater number of the witnesses I interrogated….”

                        ……και ο επίλογος της

“All these considerations warrant the undersigned in coming to the conclusion that the bombardment of the town of Vodena itself was merely an act of vandalism committed with the object of terrorizing the civil population, perhaps even out of revenge because the Allied aviators had prevented the enemy squadron from carrying out destructive work of real military value.
                                                                                          R. A. REISS.
SALONICA, May 2, 1917”.

Υπάρχει όμως και άλλη μαρτυρία. Ο κορυφαίος Σέρβος χειρούργος Μιχαήλο Πέτροβιτς υπηρετούσε στο σερβικό νοσοκομείο της Αψάλου (Δραγουμάντσι), την κατεύθυνση δηλαδή από την οποία ήρθαν τα γερμανικά αεροπλάνα. Είχε μάλιστα τη καλή συνήθεια να κρατά προσωπικό ημερολόγιο. Ας διαβάσουμε τι γράφει για την μέρα αυτή: “17.04: Σήμερα το πρωί ξεκινήσαμε να πάμε στα Βοδενά, στο στρατιωτικό οδοντιατρείο” (σημ. αρχές Ιανουαρίου 1917 οι σύμμαχοι είχαν ανοίξει στην Έδεσσα ένα στρατιωτικό οδοντιατρείο με επικεφαλής τον Σέρβο γιατρό Μίλος Πόποβιτς και βοηθό την Αγγλίδα Τέμπατ (Alice-Mary Tebbutt)). “Δεν προλάβαμε να κάνουμε ένα χιλιόμετρο όταν ακούσαμε κινητήρες αεροπλάνων πίσω από τη πλάτη μας. Ένα αγγλικό αυτοκίνητο που προχωρούσε πιο μπροστά σταμάτησε. Οι Άγγλοι κατέβηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν ψηλά στον ουρανό προστατεύοντας τα μάτια τους με τις παλάμες. Αρχίσαμε να κοιτάμε και εμείς πίσω μας. Μια ομάδα από πέντε γερμανικά αεροπλάνα περνούσε ψηλά. Τα αντιαεροπορικά άρχισαν να βάλουν χωρίς σταματημό αλλά δεν σημάδευαν καλά. Πέντε έξι λεπτά αργότερα ακούσαμε έντονους πολυβολισμούς και είδαμε τα γερμανικά αεροπλάνα να επιστρέφουν….Δυο δικά μας αεροπλάνα Νιούπορτ συνετρίβησαν στο έδαφος. Η μηχανή του ενός ήταν διάτρητη από βλήματα ενώ το άλλο φαίνεται ότι έπεσε από βλάβη. Αγνοούμε αν οι Γερμανοί είχαν απώλειες αλλά αμφιβάλλω πολύ”.

Το χρονικό της επιδρομής έχει λοιπόν ως εξής. Τα γερμανικά αεροπλάνα φτάνουν πρωί στη Σκύδρα από την κατεύθυνση της Αψάλου. Ο Σέρβος γιατρός είδε 5 αεροπλάνα αλλά σίγουρα υπήρχε και άλλη ομάδα από 7 ή 9 την οποία δεν κατάφερε να δει. Φτάνοντας στη Σκύδρα οι επιτιθέμενοι προλαβαίνουν να ρίξουν 8 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό σύμφωνα με την γαλλική έκθεση, αλλά υπό την πίεση των γαλλικών καταδιωκτικών Νιούπορτ χωρίζονται σε δυο ομάδες. Μια ομάδα παίρνει τον δρόμο του γυρισμού ακολουθώντας την ίδια διαδρομή μέσω Αψάλου. Σε αερομαχία που ακολουθεί καταφέρνουν να καταρρίψουν δυο γαλλικά αεροπλάνα. Τα υπόλοιπα παίρνουν τον δρόμο για την Έδεσσα όπου αδειάζουν το φονικό τους φορτίο.

Ο Ελβετός εμπειρογνώμονας την πρωτομαγιά του 1917 κάνει επιτόπια έρευνα επισκεπτόμενος τις πληγείσες γειτονιές και σημειώνει: “Βόμβες έπεσαν κοντά στους στρατώνες, στην αγορά της πόλης, στον σιδηροδρομικό σταθμό, στα κτήματα μπροστά από τον σταθμό, κοντά στην Αμερικανική αποστολή, κοντά στο μεγάλο τζαμί, στα τουρκικά νεκροταφεία βγαίνοντας προς Άγρα, και κάτω στον Λόγγο. Ο σταθμός απέχει περί τα 450 μέτρα από τη πόλη. Εκεί έπεσε βόμβα μεγάλου διαμετρήματος (50 κιλών) δίπλα από τις τουαλέτες προκαλώντας φθορές στα κτήρια. Δεύτερη βόμβα ιδίου διαμετρήματος έπεσε στο λόφο 150 μέτρα βόρεια του σταθμού χωρίς όμως να εκραγεί. Άλλες βόμβες έπεσαν στους κήπους μπροστά από τον σταθμό. Εκεί σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ένας Γάλλος υπολοχαγός (Lecerf ο αποκαλούμενος Sior)”. Πέντε βόμβες έπεσαν στα τουρκικά νεκροταφεία, αριστερά βγαίνοντας από Έδεσσα προς Άγρα, όπου Τουρκάλες είχαν απλώσει άσπρα σεντόνια που ίσως δημιούργησαν την εντύπωση στους πιλότους ότι υπήρχε εκεί κάποιος σημαντικός στρατιωτικός στόχος, καθώς επίσης και στη περιοχή των στρατώνων όπου βρίσκονταν πέντε μεγάλα αντίσκηνα της γαλλικής αεροπορίας. “Οι άλλες βόμβες έπεσαν στη τύχη σε διάφορα σημεία της πόλης. Στην αγορά δυο μεγάλες βόμβες σκότωσαν και τραυμάτισαν αρκετούς πολίτες…Αναρωτιέται επίσης κανείς τι νόημα είχε ο βομβαρδισμός κάτω στο Λόγγο, όπου μια βόμβα έπεσε κοντά στο μοναστήρι ( σημ. της Αγίας Τριάδας) ενώ οι άλλες περί το ένα χιλιόμετρο μακριά”. Να σημειώσουμε ότι η Αμερικανική Αποστολή είχε δημιουργήσει καταυλισμό με Σέρβους πρόσφυγες από το Μοναστήρι σχετικά κοντά στο Γενί τζαμί. Δίπλα στο τζαμί λειτουργούσε μάλιστα και νοσοκομείο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού 50 κλινών, σε οίκημα που είχε παραχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση (2ο Δημοτικό σχολείο σήμερα). Γιατροί ήταν η χειρούργος Ρεγγίνα Κίις (Dr Regina Keyes) από το Μπάφαλο (ΝΥ) και η γιατρός Φράνσις Μέιμπελ Φλάντ (Dr Frances Mabel Flood) από την Ελμίρα (ΝΥ), με δυο Αμερικανίδες νοσοκόμες και ντόπιους βοηθούς.

Ο Ράις δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τον συνολικό αριθμό των βομβών αν και ο ίδιος είδε τουλάχιστον 20 κρατήρες που δημιουργήθηκαν από τις εκρήξεις. Η γαλλική έκθεση κάνει λόγο για 40 βόμβες στην Έδεσσα και θα πρέπει να είναι ο ακριβής αριθμός. Οι βόμβες ήταν δυο ειδών: μικρές όπως αυτές που χρησιμοποιεί το πεζικό εναντίον προσωπικού και μεγάλες των 50 κιλών. Τα περισσότερα θύματα βρέθηκαν στην αγορά της πόλης όπου έπεσαν δυο βόμβες σε ώρα που είχε αρκετό κόσμο.

Τα ονόματα των στρατιωτικών, θύματα του βομβαρδισμού στον Σταθμό, δεν κοινοποιήθηκαν με μόνη εξαίρεση αυτή του Γάλλου υπολοχαγού. Ο Ράις όμως αναφέρει τα ονόματα των πολιτών δίνοντας δυο λίστες, μία για τους νεκρούς και μία για τους τραυματίες. Είχε βέβαια κάποια δυσκολία να συγκρατήσει μερικά δύσκολα και εξωτικά γι’ αυτόν ονόματα, οπότε ο κατάλογος είναι κάπως έτσι:

Νεκροί πολίτες
1. Μπογκουμίρ Μιλάνοβιτς, 40 ετών
2. Λάζαρος Νούσης, 40 ετών
3. Μαρία Φίντση, 8 ετών
4. Αθανάσιος Ροδάβνης, 13 ετών
5. Αθανάσιος Κορόνας, 11 ετών
6. Δημήτριος Ζλατάνης, 45 ετών
7. Γαβριήλ Κουπούσινατς, 46 ετών ιερέας νοσοκομείου (ίσως του σερβικού σταθμού πρώτων βοηθειών κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό)
8. Ναδίρ Αλίν Μαχμούτ, 7 ετών
9. Αισέ Αμπντουλάχ, 20 ετών (έγγυος γυναίκα)
10. Εκσέ Μουσταφά, 5 ετών
11. Φατιμά Ντάγκο Αλίπε, 38 ετών
12.Δημήτριος Βούτσης, 30 ετών
13/ Ενας κουρέας, 40 ετών

Τραυματίες πολίτες
1. Δωροθέα Βαβούρη, 38 ετών
2. Ζήρα Μπέτση, 50 ετών
3. Νικόλαος Σάνης, 21 ετών
4. Αλή Χατζη Οσμάν, 19 ετών
5. Χατζη Οσμάν, 60 ετών
6. Πέτρος Ταρπάνης, 36 ετών
7. Τζώρτζε Τζίγκερ, 10 ετών
8. Λεπορλή Μεχμέτ, 25 ετών
9. Γκότσι Ντεμισον, 11 ετών
10. Ιωάννης Βαλτάδομ(;), 35 ετών
11. Τρυφωνία Μίτση, 35 ετών
12. Τσουκρί Μπεσίν, 14 ετών
13. Ζιβοζίν Βούκσεβιτς, 45 ετών
14. Γεώργιος Μπέλος, 11 ετών
15. Κωστας Βαδραλέσκας, 17 ετών
16. Χρίστος Τρεσίντσης, 16 ετών
17. Παναγιώτα Τσουκαλά, 30 ετών
18. Μαρία Λάζου Ρίστου, 30 ετών
19. Πετρούλα Τζόρτζη-Μιχαήλ, 25 ετών
20. Λάζα Χατζη-Αντόνοβιτς, 8 ετών.

Ο ονομαστικός κατάλογος του Ράις έχει 13 νεκρούς και 20 τραυματίες πολίτες, σύνολο 33 θύματα. Αντίθετα ο γαλλικός στρατός στην έκθεση της 5ης Μαίου αναφέρει 15 νεκρούς πολίτες και 23 τραυματίες, δηλαδή 38 θύματα χωρίς να υπολογίζονται φυσικά οι τρεις Γάλλοι στρατιωτικοί. Ίσως οι γαλλικές αρχές της πόλης, έχοντας περισσότερο καιρό στη διάθεση τους, να έκαναν ακριβέστερη καταγραφή των θυμάτων. Δυστυχώς δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στη γαλλική έκθεση. Παρατηρούμε επίσης ότι στον κατάλογο Ράις η Δωροθέα Βαβούρη φέρεται ως τραυματίας ενώ γνωρίζουμε ότι ο θάνατος της ήταν ακαριαίος και συνεπώς ο κατάλογος του θα πρέπει να διορθωθεί σε 14 νεκρούς και 19 τραυματίες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Ράις συντάχθηκε μία μόλις μέρα μετά τον βομβαρδισμό είναι πιθανόν κάποιος άλλος βαριά τραυματισμένος να κατέληξε τις επόμενες μέρες ανεβάζοντας τον τελικό αριθμό των νεκρών σε 15, δηλαδή τον αριθμό της γαλλικής αναφοράς.

Για την Δωροθέα Βαβούρη έχουμε τη σημαντική μαρτυρία της εγγονής της, κυρίας Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, η οποία είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας την οικογενειακή μνήμη. Ήταν Δευτέρα πρωί όταν σήμαναν οι σειρήνες στην Έδεσσα με την εμφάνιση των εχθρικών αεροπλάνων. Η γιαγιά της με το άκουσμα των σειρήνων βγήκε τρέχοντας από το ξενοδοχείο να πάει στο δημοτικό σχολείο στο Ψηλό Βράχο να πάρει τα παιδιά της. Δεν πρόλαβε να κάνει δέκα βήματα έξω από το ξενοδοχείο όταν έπεσε η βόμβα αφήνοντας την επί τόπου. Ήταν Δευτέρα 30 Απριλίου 1917 με το νέο ημερολόγιο (και όχι 1918 όπως αναφέρει η επιγραφή στον οικογενειακό τάφο).

Το περίπτερο στη πλατεία Τημενιδών όπου έπεσε η βόμβα και σκότωσε τη Δωροθέα Βαβούρη. Το ξενοδοχείο της οικογένειας, “Ο Μέγας Αλέξανδρος”, πρέπει να βρισκόταν πίσω δεξιά, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο “Ελενα”

Περίπτερο Σωκράτη.resized

Οικογενειακή φωτογραφία από το αρχείο της κ. Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, την οποία και ευχαριστώ. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο Αναστάσιος Βαβούρης και δίπλα του η σύζυγος του Δωροθέα. Ακριβώς πίσω είναι ο μεγάλος γιος και πατέρας της Μαίρης, Κωνσταντίνος, ενώ δίπλα στέκεται, όρθιος και αυτός, ο άλλος γιος Γρηγόρης. Στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας ο τρίτος γιός Δημητρός ενώ μπροστά είναι η κόρη τους Κλεοπάτρα. Η οικογένεια Βαβούρη φωτογραφήθηκε με έναν οικογενειακό φίλο (με το φέσι) αγνώστων στοιχείων (διόρθωση 3/5/2017: με νέα στοιχεία της οικογένειας πρόκειται για τον αδελφό της Δωροθέας κ. Γιούσμη, γνωστής οικογένειας στην Έδεσσα)

Φωτογραφία Βαβούρη0001.resized

Ο ονομαστικός κατάλογος νεκρών του Ράις περιλαμβάνει 4 Τούρκους, 2 Σέρβους και 7 Έλληνες στους οποίους πρέπει φυσικά να προσθέσουμε και την Δωροθέα Βαβούρη που την έχει λανθασμένα στο κατάλογο των τραυματιών. Διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα θύματα ήταν νέοι άνθρωποι και μικρά παιδιά. Από τους νεκρούς, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι θα πρέπει να επλήγησαν είτε κοντά στα τουρκικά νεκροταφεία είτε κοντά στο τζαμί ενώ οι περισσότεροι Έλληνες στην αγορά και στον σταθμό. Παρατηρούμε επίσης ότι μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν και Σέρβοι πρόσφυγες. Τότε υπήρχαν στην Έδεσσα πολλές οικογένειες Σέρβων προσφύγων αρκετές από τις οποίες φιλοξενούνταν και σε σπίτια Εδεσσαίων, όπως στο πατρικό μου. Αρκετοί πρόσφυγες φιλοξενούνταν και στη Μονή της Αγίας Τριάδας κάτω στο Λόγγο όπως και σε αντίσκηνα της Αμερικανικής Αποστολής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού Χένρυ Ντέιβισον, στην Έδεσσα είχαν βρει καταφύγιο περί τους 5000 Σέρβοι πρόσφυγες! (Henry Davison, The American Red Cross in the Great War, 1919).

Οι γερμανικές αεροπορικές αποστολές είχαν ενταθεί τους πρώτους μήνες του 1917. Στις 15 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης είχε μεταφερθεί στην αεροπορική βάση της Χούντοβας στη τότε Σερβία, βόρεια της Γευγελής, η περίφημη γερμανική μονάδα Καγκόλ 1 (Kagohl 1) που αποτελούνταν από τρία σμήνη βαρέων δικινητήριων βομβαρδιστικών (Gotha, Rumpler, AEG και τα Friedrichshafen) η οποία είχε σπείρει τον πανικό στις δυνάμεις της Αντάντ. Η μονάδα αυτή μεταφέρονταν από το γερμανικό επιτελείο στα διάφορα σημεία των συγκρούσεων ανάλογα με τις ανάγκες του πολέμου. Τα αεροπλάνα της πετούσαν σε μεγάλο ύψος και είχαν Γερμανούς πιλότους. Στη Χούντοβα παρέμειναν τρεις μήνες. Στις 27 Φεβρουαρίου βομβάρδισαν την Θεσσαλονίκη, στις 12 Μαρτίου βομβάρδισαν τις αποθήκες του σερβικού στρατού στη Σκύδρα καθώς επίσης και τα αγγλικά νοσοκομεία στο Μαυροβούνι, στις 2 Απριλίου το Μοναστήρι και στις 30 Απριλίου την Έδεσσα. Φυσικά επιχειρούσαν και ανατολικά, κυρίως στη Ρουμανία. Η μονάδα Καγκόλ 1 μεταφέρθηκε στα μέσα Μαΐου στο Δυτικό Μέτωπο, στη Φλάνδρα του Βελγίου, και από τότε η Αντάντ ανέκτησε και πάλι την κυριαρχία στους αιθέρες.

Ποιος ήταν όμως ο λόγος του βομβαρδισμού της Έδεσσας, μιας πόλης που δεν είχε στρατιωτικές μονάδες; Ο τότε δήμαρχος της πόλης – ο Γεώργιος Πέτσος – ανέφερε στον Ράις την επικρατούσα στην Έδεσσα άποψη που μου είχε πει και ο πατέρας μου. Εκείνες τις μέρες υπήρχε η φήμη ότι ο Πρίγκηπας και Αντιβασιλέας Αλέξανδρος Καρατζόρτζεβιτς της Σερβίας θα ερχόταν στην Έδεσσα. Ο εχθρός θα το είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους και έτσι βομβάρδισαν την πόλη για να τον σκοτώσουν. Ο δήμαρχος ανέφερε μάλιστα ότι είχε συλλάβει το πρωί έναν Βούλγαρο κατάσκοπο. Ο Γάλλος διοικητής όμως του αεροδρομίου στο Μαυροβούνι, ο λοχαγός Βιτρά (Vitrat) που τον αναφέρει στην έκθεση με το γράμμα V, έδωσε μια άλλη εξήγηση. Οι Γερμανοί ήρθαν να βομβαρδίσουν τον σιδηροδρομικό σταθμό, τις αποθήκες και το αεροδρόμιο στην περιοχή της Σκύδρας όπως είχαν κάνει και στις 12 Μαρτίου. Η ετοιμότητα όμως των συμμαχικών αεροπλάνων, που αυτή τη φορά πρόλαβαν να απογειωθούν έγκαιρα σε αντίθεση με την προηγούμενη επιδρομή της 12ης Μαρτίου, ματαίωσε τα σχέδιά τους. Έτσι για ευνόητους λόγους το γερμανικό σμήνος χωρίστηκε σε δυο ομάδες: μια ομάδα αεροπλάνων έφυγε δυτικά προς Έδεσσα και μια άλλη ανατολικά. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την Έδεσσα άδειασε το φορτίο της στη πόλη απλά για να προξενήσουν φθορές. Ο Ράις ασπάζεται αυτή την άποψη η οποία ακούγεται και πιο λογική. Έτσι παρά το γεγονός ότι η Έδεσσα δεν ήταν ο στόχος της γερμανικής επιδρομής, οι πιλότοι “ξεφορτώθηκαν” τις βόμβες σε περιοχές της πόλης που έκριναν ότι είχαν κάποιο στρατιωτικό ενδιαφέρον όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός, τα αντίσκηνα των Γάλλων και της Αμερικανικής Αποστολής καθώς επίσης τα τουρκικά νεκροταφεία όπου τα λευκά σεντόνια των μουσουλμάνων γυναικών θα τους φάνηκαν σαν αντίσκηνα στρατιωτών από το ύψος των 3000 μέτρων. Γι αυτό ήταν και τα μόνα μέρη όπου έριξαν εγκαιροφλεγείς βόμβες, δηλαδή βόμβες εναντίον προσωπικού που εκρήγνυνται πριν προσκρούσουν στο έδαφος. Το συμπέρασμα του Ελβετού ειδικού λοιπόν ήταν ότι ο βομβαρδισμός της πόλης δεν ήταν προσχεδιασμένος αλλά έγινε για να αδειάσουν το φορτίο τους προξενώντας μεγάλες καταστροφές χωρίς να λάβουν υπόψη τον άμαχο πληθυσμό κατά παράβαση των διεθνών κανόνων.

Η ιστορία παίζει μερικές φορές παράξενα παιχνίδια. 20 χρόνια αργότερα, στις 26 Απριλίου 1937, έγινε ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα στην Ισπανία που απαθανάτισε στον αριστουργηματικό του πίνακα ο Πικάσο.

Ο Ράις κλείνει την έκθεση του με τα εξής λόγια: “Όλες αυτές οι εκτιμήσεις ωθούν τον υπογράφοντα στο συμπέρασμα ότι ο βομβαρδισμός των Βοδενών ήταν κυρίως πράξη βανδαλισμού με στόχο την τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού, ίσως και από οργή για την αποτροπή εκ μέρους των συμμαχικών αεροπλάνων της επίτευξης των στρατιωτικών τους στόχων”. Ο Ροδόλφος Ράις συγκινημένος από τις απάνθρωπες ενέργειες του αυστριακού και βουλγαρικού στρατού εναντίον αμάχων στην κατεχόμενη Σερβία θα παραμείνει στο μακεδονικό μέτωπο μέχρι τη λήξη του πολέμου και θα ακολουθήσει το 1918 τη νικηφόρα πορεία των συμμαχικών δυνάμεων μέχρι το Βελιγράδι όπου και θα εγκατασταθεί μέχρι το τέλος της ζωής του. Η στάση του αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι τα δυο του αδέλφια υπηρέτησαν κατά τον πόλεμο στον γερμανικό στρατό όπου μάλιστα παρασημοφορήθηκαν σαν ήρωες πολέμου. Απεβίωσε το 1929 και η τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί η καρδιά του στη κορυφή του Βόρρα, στο σημείο που έγινε η φονικότατη μάχη του Καϊμακτσαλάν τον Σεπτέμβριο του 1916. Πράγματι, η καρδιά του μεταφέρθηκε σε μαρμάρινη λήκυθο στο εκκλησάκι που είναι γνωστό σήμερα σαν Προφήτης Ηλίας.

Η μαρμάρινη λήκυθος με την καρδιά του Ράις (στα σερβικά Ράισα – ΡΑJCΑ) στο εκκλησάκι στη κορυφή του Καϊμακτσαλάν

Screenshot from 2017-04-19 17-08-53

* Νέα ανάρτηση που αντικαθιστά αυτήν της 5ης Απριλίου 2016