Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 5ο)

ΙΙΙ.1.β Οι γιοί της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χ”Λαζάρου

Οι τρεις γιοί Ευριπίδης, Νικόλαος και Περικλής θα ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη την εμπορική εταιρεία “Υιοί Ιωάννου Χατζηλαζάρου” με αντικείμενο την εμπορία δημητριακών και προϊόντων σιδηρουργίας. Θα συνεχίσουν έτσι την πετυχημένη δραστηριότητα του πατέρα τους επαυξάνοντας την οικογενειακή περιουσία. Αποκτούν μεγάλα ακίνητα στην Εγνατία και κοντά στο λιμάνι. Θα συνδιαχειριστούν παράλληλα με τους θείους τους που έμειναν στις Σέρρες τα τρία μεγάλα τσιφλίκια του παππού τους. Πρόκειται για μεγάλες εκτάσεις στο Λάτροβο, στο Μπαχτιάρ (αντίστοιχα Χορτερό και Δενδρόφυτο Σιδηροκάστρου) και στο Γιάννες (Μεταλλικό Κιλκίς). Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα θα αποτελέσουν εξέχοντα μέλη της επιχειρηματικής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη. Ο εμπορικός τους οίκος θα εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους στη πόλη. Παράλληλα θα συμμετάσχουν ενεργά, οι ίδιοι όπως και οι σύζυγοι τους, στα δρώμενα της Ελληνικής Κοινότητας. Θα προεδρεύσουν σε σχολικές εφορίες, σε συλλόγους και ιδρύματα και θα μεριμνήσουν για τους φτωχότερους συμπατριώτες τους. Τα τρία αδέλφια είχαν εγκαταλείψει την οθωμανική υπηκοότητα και είχαν πάρει την ρωσική. Πολλοί εύποροι Θεσσαλονικείς είχαν πάρει ευρωπαϊκές υπηκοότητες γιατί απολάμβαναν τις ευνοϊκές ρυθμίσεις από τις διομολογήσεις που είχαν συνάψει οι Μεγάλες Δυνάμεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζαν μεγαλύτερη ασφάλεια τόσο για τους ίδιους και τις οικογένειες τους όσο και για τις επιχειρήσεις τους από τυχόν αυθαιρεσίες των κυβερνώντων.

Ο Ευριπίδης, ο οποίος δεν άφησε απογόνους, εξελέγη το 1904 αντιπρόσωπος της 36μελούς αντιπροσωπείας της Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης για τέσσερα χρόνια. Ήταν η τελευταία αναλαμπή της ζωής του γιατί αμέσως μετά απεβίωσε (“προκομμουνιστικός” Ριζοσπάστης της 15-3-1909: Ο Ευριπίδης Χατζηλαζάρου απεβίωσεν εν Θεσσαλονίκη).

Ο δευτερότοκος Νικόλαος, απέκτησε με την Χαρίκλεια Θεολόγου έναν γιο, τον Ιωάννη, και δυο κόρες, την Ίρμα και την Ειρήνη, οι οποίες πέθαναν σε μικρή ηλικία. Ο ίδιος πέθανε το 1906. Για τον γιο του Ιωάννη δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Ο Ευάγγελος Χεκίμογλου στη μελέτη του για τον Κλέωνα Χατζηλαζάρου γράφει ότι “κάποιος Ιωάννης Χατζηλάζαρος “ελληνορώσος πρόξενος”(;) αναφέρεται ως δωρητής του οικοπέδου του Νοσοκομείου Αφροδισίων σε συμβολαιογραφική πράξη του 1952”. Στο ιστορικό του Νοσοκομείου διαβάζουμε ότι “Το Νοσοκομείο εγκαταστάθηκε το 1918 στην έπαυλη της Ελληνικής καταγωγής οικογένειας από την Κωνσταντινούπολη Νικολάου Χατζηλαζάρου”.

Το Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Θεσσαλονίκης επί της οδού Δελφών

Νοσοκομείο Αφροδισίων

Το πιθανότερο είναι το εν λόγω νοσοκομείο να ήταν η οικία του Νικολάου Χατζηλαζάρου, αδελφού του Ευριπίδη και του Περικλή, ο οποίος είχε ένα γιο που τον λέγανε Ιωάννη. Δεν φαίνεται άλλωστε να υπήρχε στις αρχές του περασμένου αιώνα κάποιος Κωνσταντινουπολίτης Νικόλαος Χατζηλαζάρου, ρωσικής υπηκοότητας, με έπαυλη στη Θεσσαλονίκη και γιο Ιωάννη,

Ο οικογενειακός τάφος του Νικολάου Χατζηλαζάρου στο κοιμητήριο Ευαγγελιστρίας.

Ταφος Ν Χατζηλαζάρου

Ο μικρότερος γιος Περικλής (1847-1917) παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την Λουκία Άπτον (Lucie Page Upton, 1839-1871), κόρη του Αμερικανού βουλευτή της Βιρτζίνια Charles Horace Upton (“The Upton Memorial, A genealogical Record”, 1874). Το 1863, μετά την απώλεια της βουλευτικής του έδρας λόγω ακύρωσης της εκλογής του, ο πρόεδρος Λίνκολν τον τοποθετεί πρόξενο των ΗΠΑ στη Γενεύη της Ελβετίας όπου θα παραμείνει για 14 ολόκληρα χρόνια μέχρι τον θάνατο του. Στη Γενεύη η εικοσιεννιάχρονη κόρη του Λουκία γνωρίζει και παντρεύεται (1868) τον εικοσιενάχρονο Περικλή Χ”Λαζάρου. Μετά τον γάμο μετακομίζουν στη Θεσσαλονίκη την πόλη όπου βρίσκονται οι οικονομικές δραστηριότητες της οικογένειας Χ”Λαζάρου. Το 1870, στα εικοσιτρία του χρόνια, ο Περικλής ονομάζεται επίτιμος υποπρόξενος των ΗΠΑ, αναλαμβάνοντας την διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας αυτής στη Θεσσαλονίκη. Ο γάμος του με την κόρη του Αμερικανού πολιτικού και διπλωμάτη δεν πρέπει να είναι άσχετος με αυτή την ονομασία. Η κατοικία του επί της Εγνατίας οδού, μεταξύ Αγίας Σοφίας και Καμάρας, θα είναι συγχρόνως και η έδρα του αμερικανικού προξενείου. Εκεί διαμένει και η μητέρα του Χρυσάνθη. Την ίδια χρονιά αποκτά ένα αγόρι, τον Κλέωνα Χ”Λαζάρου. Η γυναίκα του θα αφήσει τη τελευταία της πνοή το 1871 στη γέννα του δεύτερου παιδιού τους που επίσης πεθαίνει. Ο Περικλής νυμφεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Ευφροσύνη Βασιλείου με την οποία δεν έκαναν παιδιά. Μαζί θα ανεγείρουν το 1890 μια νέα κατοικία στη συνοικία των Εξοχών, σημερινή γωνία Βασ. Όλγας και Συνδίκα, γνωστής σήμερα σαν βίλας Σιάγα από το όνομα του τωρινού ιδιοκτήτη. Στην οικία αυτή θα φιλοξενηθεί ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ από την είσοδο του στη πόλη στις 29 Οκτωβρίου 1912 μέχρι και την δολοφονία του στις 18 Μαρτίου 1913 με το σημερινό ημερολόγιο.

Η βίλα του Περική Χατζηλαζάρου όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα στην συνοικία των Εξοχών. Εκεί διέμεινε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ μεταξύ 29/10/1912 και 18/03/1913

Κατοικία Χατζηλαζάρου αρχές 20ου

Η Χρυσάνθη και τα παιδιά της υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήρια σε κοινωνικά, εκπαιδευτικά και εθνικά θέματα ιδιαίτερα από το 1870. Με την ίδρυση του Βουλγαρικού Κομιτάτου (1868) και της βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) γεννήθηκαν έντονοι εθνικοί ανταγωνισμοί στη Μακεδονία που με τον χρόνο δυνάμωναν. Η Χρυσάνθη και τα παιδιά της αντιλαμβάνονται μαζί με άλλους φωτισμένους Θεσσαλονικείς ότι υπάρχει άμεση ανάγκη για συσπείρωση των Ελλήνων απέναντι στον επιθετικό βουλγαρικό εθνικισμό. Προτεραιότητα είναι η διαφύλαξη και ενίσχυση της συνοχής των ελληνικών κοινοτήτων. Έτσι η Ελληνική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, τονώνει τους δεσμούς με την Εκκλησία και ιδρύει σωματεία και συλλόγους που μαζί με την έντονη κοινωνική δράση υπηρετούν και εθνικούς σκοπούς. Ιδρύεται η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης” (1871), ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος” (1872), η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Θεσσαλονίκης” (1873), εφορίες νοσοκομείων, σχολείων κλπ. Η Χρυσάνθη με τους γιους της θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο σε όλα αυτά. Η ίδια θα είναι ιδρυτικό μέλος της Φιλοπτώχου Αδελφότητας Κυριών και θα διατελέσει πρώτη πρόεδρος της. Ο Περικλής θα αναλάβει την προεδρία της “Φιλοπτώχου Αδελφότητας Ανδρών” το 1874 και ο αδελφός του Νικόλαος το 1886. Ο Περικλής το 1893 θα διατελέσει έφορος των Σχολείων και του Χαρισείου νοσοκομείου. Η κοσμογονία αυτή μεταδίδεται και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Έτσι στην Έδεσσα ιδρύεται ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Βοδενών” (1872) με πρωταγωνιστή τον γιατρό Δημήτριο Ρίζο και μέλος τον Περικλή Χατζηλαζάρου ενώ το 1905 ιδρύεται η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Εδέσσης” με πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων, και της Αικατερίνης Σιβένα, συζύγου του παπά-Ιωάννη Σιβένα. Ο Φιλεκπαιδευτικός Βοδενών βοηθούσε τα σχολεία της ευρύτερης περιφέρειας. Η ακτίνα δράσης του έφτανε μέχρι τη Βογδάνιτσα, χωριό μεταξύ Γευγελής και λίμνης Δοϊράνης.

Η πρώτη σελίδα των “Πρακτικών του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Βοδενών” είναι αφιερωμένη στο ιστορικό της ίδρυσης του

20171115_114826

Αξιοσημείωτο είναι ότι η πόλη των Σερρών πρωτοστάτησε ιδρύοντας πρώτη, στις αρχές του 1870, τον “Μακεδονικό Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Σερρών” με πρωτεργάτη τον Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ και συμπαραστάτη τον αδελφό του άντρα της Αδάμ Χατζηλαζάρου.

Ο Περικλής Χατζηλαζάρου με την γυναίκα του Ευφροσύνη και μια φίλη στη βίλα της συνοικίας των Εξοχών

Περικλής Χ''Λαζάρου και Ευφροσύνη Βασιλείου δεξιά ΙΜΑ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1870 ένα ιστορικό γεγονός θα συνταράξει την κοινωνία της Θεσσαλονίκης με τεκτονικά κύματα που θα ταρακουνήσουν συθέμελα την Οθωμανική αυτοκρατορία. Πρόκειται για τη σφαγή των Προξένων της Γερμανίας, Ερρίκου Άμποτ (Henry Abbbott, (23/6/1842 – 6/5/1876)) και της Γαλλίας, Ζυλ Μουλέν (Jules Moulin) το 1876. Η Χρυσάνθη Οικονόμου – Χ”Λαζάρου θα παίξει έναν αναπάντεχο αλλά καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας αυτής.

Συνεχίζεται….

Advertisements

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 4ο)

ΙV.1 Οι απόγονοι της Χρυσάνθης Οικονόμου-Χατζηλαζάρου

Η Χρυσάνθη και ο Ιωάννης Χατζηλαζάρου μετά το γάμο τους θα εγκατασταθούν κι αυτοί στη Θεσσαλονίκη όπου θα αποκτήσουν πέντε παιδιά: τον Ευρυπίδη που παντρεύεται την Πολυτίμη Μητσοπούλου, την Καλλιόπη (1840-1933) που θα πάρει τον γιατρό Αθανάσιο Εμμανουήλ (1828-1894), τον Νικόλαο που ενώνει την ζωή του με την Χαρίκλεια Θεολόγου, τον Περικλή (1847-1917) που σε πρώτο γάμο θα πάρει την Lucy Upton, κόρη Αμερικάνου βουλευτή και σε δεύτερο την Ευφροσύνη Βασιλείου και τέλος την Μαρία που βρίσκει έναν αριστοκράτη σύζυγο, τον Ρώσο Karakanowski, μέλος της αυλής του τσάρου Νικολάου του Β’. Από τα τρία αγόρια, ο Ευριπίδης ήταν άτεκνος, ο Νικόλαος απέκτησε τρία παιδιά, τους Ιωάννη, Ίρμα και Ειρήνη ενώ ο Περικλής ευτύχισε να μεγαλώσει ένα παιδί, τον Κλέωνα από τον πρώτο του γάμο. Από τις δυο κόρες, η μεν Καλλιόπη απέκτησε πέντε παιδιά η δε Μαρία τρεις κόρες. Οι τελευταίες δεν είναι γνωστό αν επέζησαν της Οκτωβριανής επανάστασης.

                 Ο υποκλάδος της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χατζηλαζάρου

Υποκλάδος Χρυσάνθης

Από την οικογένεια της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χ”Λαζάρου θα επικεντρωθούμε στους απογόνους της Καλλιόπης Χ”Λαζάρου και των τριων γιων Χ”Λαζάρου για τους οποίους υπάρχουν στοιχεία. Η Καλλιόπη, όπως έχει ήδη λεχθεί, παντρεύτηκε τον γιατρό Αθανάσιο Εμμανουήλ με τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά: την Ευτέρπη που παντρεύτηκε κάποιον Ζλάτκου, την Καλυψώ (1866-1949) που παντρεύτηκε επίσης γιατρό, τον Σερραίο Ιωάννη Θεοδωρίδη, τον Χαρίλαο, την Ιουλία και την Νίνα που παντρεύτηκε κάποιον Πολέμη. Επαρκή στοιχεία βρέθηκαν μόνο για την Καλυψώ.

ΙV.1.α.  Η γενεαλογική γραμμή Χρυσάνθης > Καλλιόπης > Καλυψώς

Ο σύζυγος της Καλυψώς Ιωάννης Μ. Θεοδωρίδης (1864-1941) σπούδασε ιατρική στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στις Σέρρες ανέλαβε την διεύθυνση του νεοϊδρυθέντος Νοσοκομείου της Ελληνικής Κοινότητας ενώ για μεγάλο διάστημα διατέλεσε και υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της σερραϊκής πόλης Πέτρο Πέννα το κύρος του Θεοδωρίδη στους Έλληνες και Τούρκους υπήρξε τεράστιο. Χάρη μάλιστα στις προσπάθειες του πέτυχε τη συνεργασία τους έναντι των Βουλγάρων. Τα Σερραϊκά Χρονικά μας πληροφορούν ότι η οικογένεια Θεοδωρίδη αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα στο απόγειο του Μακεδονικού αγώνα (1906) γιατί είχε επικηρυχθεί από τους Βουλγάρους. Είχαν ήδη αποκτήσει το 1892 ένα γιο, τον Φρίξο. Ο Ιωάννης Θεοδωρίδης συνέχισε την ιατρική του σταδιοδρομία στην Αθήνα καταλαμβάνοντας και την θέση του προέδρου στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Απεβίωσε το 1941 και η Καλυψώ το 1949.

Για τον Φρίξο Θεοδωρίδη η καθηγήτρια Λίλα Θεοδωρίδου – Σωτηρίου μας πληροφορεί (Η διεθνής καριέρα του καθηγητή Φρίξου Ιω. Θεοδωρίδη, Σερραϊκά Χρονικά, 2015) ότι μετά τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα συνέχισε στο – και σήμερα – κορυφαίο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ETH) με αντικείμενο την φυσική και ειδικότερα την θερμοδυναμική. Υπήρξε μαθητής του Αϊνστάιν (Albert Einstein), καθώς και άλλων φημισμένων επιστημόνων της εποχής (Emil Meissner, Pierre–Ernest Weiss, Peter Depye κλπ). Την διδακτορική του διατριβή στον θερμομαγνητισμό την έκανε στο ίδιο πανεπιστήμιο με επιβλέποντα καθηγητή τον Αύγουστο Πικάρ (Auguste Piccard). {Ο Πικάρ εκτός από εξαίρετος επιστήμονας ήταν και παγκοσμίως διάσημος για τα παράτολμα κατορθώματα του. Λάτρης των αιθέρων, είχε κάνει ρεκόρ ύψους με αερόστατο στα 23.000 μέτρα. Συγχρόνως ήταν και ο εφευρέτης του βαθυσκάφους το οποίο και πρώτος χρησιμοποίσε εξερευνώντας τα βάθη των οκεανών. Tην οικογενειακή παράδοση συνεχίζει σήμερα ο εγγονός του Μπερτράν (Bertrand Piccard) ο οποίος έκανε τον πρώτο γύρο της γης με αερόστατο (1999) και με ηλιακό αεροπλάνο (2015)}.  Το 1921 ο Φρίξος αναγορεύτηκε διδάκτωρ των Τεχνικών Επιστημών του Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου της Ζυρίχης.

Το 1919 ο διάσημος Έλληνας μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής προτείνει στον Βενιζέλο την δημιουργία ενός πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Καραθεοδωρής πρότεινε κάτι τέτοιο στον Βενιζέλο. Η πρώτη φορά ήταν το 1913 και αφορούσε την δημιουργία πανεπιστημίου στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη. Ο Μεγάλος Πόλεμος όμως ματαίωσε αυτά τα σχέδια. Ο Βενιζέλος αποδέχεται την πρόταση του μεγάλου Έλληνα μαθηματικού και του ζητά να την υλοποιήσει. Το νέο πανεπιστήμιο θα είχε σαν έμβλημα έναν ανατέλλοντα ήλιο με την φράση “Φως εξ Ανατολών”. Ο μεγάλος μαθηματικός αναζήτησε αμέσως τους καλύτερους Έλληνες επιστήμονες. Ο πρόξενος της Ελλάδας στο Παρίσι του συστήνει να δει τον Φρίξο. Ο Kαραθεοδωρής τον συναντά, τον εγκρίνει και στέλνει στον ύπατο Αρμοστή Σμύρνης, τον Αριστείδη Στεργιάδη, την παρακάτω επιστολή: «καθώς σας τηλεγράφησα ο κ. Φρίξος Θεοδωρίδης έχει όλα τα προσόντα για να αναλάβει την διεύθυνση του Ινστιτούτου Φυσικής. Έτσι λύνεται το δυσκολότερο όλων των προβλημάτων γιατί ακόμη και στην Αθήνα δεν υπάρχει διδασκαλία της Φυσικής όπως χρειάζεται». Και συνεχίζει: «Ο κ. Θεοδωρίδης μου έκανε τόσο καλή εντύπωση ώστε δεν δύναμαι να φαντασθώ ότι μπορούμε να βρούμε καλύτερο». Έτσι ο νεαρός διδάκτωρ με τις εξαιρετικές περγαμηνές ρίχνεται στη μάχη της προετοιμασίας του νέου πανεπιστημίου. Τον Αύγουστο του 1922 τα πάντα είναι έτοιμα. Τα μαθήματα ήταν προγραμματισμένα να αρχίσουν την 1η Σεπτεμβρίου του 1922. Τα θλιβερά γεγονότα ματαίωσαν όμως το εγχείρημα λίγες μέρες πριν την έναρξη τους. Έτσι ο Φρίξος άρχισε την καθηγητική του καριέρα στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, καταλαμβάνοντας την έδρα της εφαρμοσμένης φυσικής στη Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών.

Αριστερά δημοσίευση του Φρίξου και δεξιά του Γιάννη Θεοδωρίδη

Phrixos et Jean livres

Το 1925 παντρεύεται στο Παρίσι την Ελένη-Δέσποινα Σκρίνη, κόρη του διάσημου γιατρού Βασιλείου Σκρίνη, ιδρυτή με τον επίσης Έλληνα Φωτεινό Πανά, της οφθαλμολογίας στη Γαλλία. Η Ελένη, απόφοιτος της δραματικής σχολής του Παρισιού (Conservatoire d’art dramatique de Paris) όπου σπούδασε στην ίδια τάξη με την (μετέπειτα διάσημη) ηθοποιό Μαντλέν Ρενώ (Madeleine Renaud), έχει καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στη Πόλη του Φωτός δύσκολα συμβατά με την πανεπιστημιακή καριέρα του Θεοδωρίδη στην Αθήνα. Το 1926 γεννιέται στο Παρίσι ο γιος τους, Γιάννης Θεοδωρίδης γνωστός ως Jean Théodoridés. Ο γάμος θα έχει πολύ μικρή διάρκεια και ο γιος θα μεγαλώσει στο Παρίσι με τη μητέρα του και τον δεύτερο σύζυγο της Ηλία Ιωακειμόπουλο.

Αριστερά πατέρας (Φρίξος) και γιος (Γιάννης) σε μουσείο στην Washington (1962). Δεξιά παππούς, πατέρας και εγγονός στη Γαλλία (1974)

Pere et fils

Το 1930 ο Φρίξος θα είναι ο πρωτεργάτης της δημιουργίας του τμήματος Μηχανικών Αεροπορίας που στόχο έχει την δημιουργία τεχνικών κυρίως για την στρατιωτική αεροπορία ενώ ο ίδιος θα ασχοληθεί έντονα με την ερασιτεχνική ανεμοπορία και αεροπορία. Υποστήριζε σθεναρά την ανάγκη συμβολής του Πολυτεχνείου και των μηχανικών στην τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Πρωτοστατούσε για την ανάπτυξε μιας ερευνητικής κουλτούρας και θεωρούσε ότι η αυτοτέλεια του πολυτεχνείου περνούσε μέσα από την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών οικονομικής ενίσχυσης από τη βιομηχανία. Τον Δεκέμβριο του 1944 θα καταστραφεί το Εργαστήριο Αεροτεχνικών Εφαρμογών και λίγο αργότερα, το 1946, θα αποφασίσει να διαβεί τον Ατλαντικό εγκαταλείποντας την Ελλάδα. Στην Αμερική, όπου παντρεύεται την Μαρσέλ, θα διδάξει τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο Harvard (Aeronautical Engineering), στο ΜΙΤ (Gas turbine Laboratory) για να καταλήξει αργότερα στο πανεπιστήμιο του Maryland (Institute for Fluid Dynamics and Applied Mathematics). Η συνεισφορά του στην επιστήμη αναγνωρίστηκε με την καταχώρηση του στους καταλόγους American Men of Science και Leader in American Science. Απεβίωσε στο Maryland τον Ιανουάριο του 1982.

Δημσιεύσεις του Jean Théodoridés: αριστερά Ιστορία της Λύσσας και δεξιά Ιστορία της Βιολογίας

Rage - Biologie

∆ιεθνούς φήμης επιστήμονας υπήρξε και ο γιος του Φρίξου, ο Ιωάννης Θεοδωρίδης (Jean Théodoridés 1926-1999), που έζησε στο Παρίσι, ένας άνθρωπος με πολυμάθεια και ευρύτητα ενδιαφερόντων. Η καριέρα του ήταν επίσης επιστημονική, αλλά σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κλάδο απ’ αυτόν του πατέρα του. Ακολούθησε κατά κάποιο τρόπο τα χνάρια του συνονόματου παππού του. Απόφοιτος του Harvard (1948) έλαβε το διδακτορικό του στο Παρίσι (Docteur és Sciences) στη Βιολογία. Υπηρέτησε σαν διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (Centre National de Recherche Scientifique – CNRS). Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές παγκοσμίως για τα πρωτόζωα και κολεόπτερα έχοντας ταξιδέψει σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας και της Πολυνησίας ταξινομώντας νέα είδη. Είναι ευρύτατα γνωστός επίσης για την μελέτη των παρασίτων στους θαλάσσιους οργανισμούς ενώ δημοσίευσε πάνω από 100 σημαντικές εργασίες. Το δεύτερο μεγαλύτερο πάθος του είχε σχέση με την ιστορία, κυρίως του Βυζαντίου, αλλά και των επιστημών όπως της Βιολογίας και της Ιατρικής επιστήμης. Θα γράψει σειρά βιβλίων σημαντικότερα των οποίων είναι ‘Η Ιστορία της Ζωολογίας”, “Από τα μιάσματα στους ιούς” (Des miasmes aux virus), “Η Ιστορία της Βιολογίας’ (σειρά Que sais-je,) και η “Ιστορία της Λύσσας” (Histoire de la rage) η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Επιστημών της Γαλλίας. Θα διατελέσει πρόεδρος της Γαλλικής Εταιρείας της Ιστορίας της Ιατρικής την δεκαετία του ’80.  Το τρίτο του μεγάλο πάθος ήταν η λογοτεχνία. Την δεκαετία του ‘60 θα πάρει και δεύτερο διδακτορικό (Docteur és Lettres) σ’ αυτόν τον κλάδο. Αγαπημένος του συγγραφέας ο Σταντάλ για τον οποίο έγραψε αρκετές φορές. Το τέταρτο πάθος του ήταν η μουσική. Δεινός πιανίστας κλασικής μουσικής και τζαζ, συνήθιζε να παίζει στους φίλους του στο Παρίσι δικές του μικρές συνθέσεις. Παντρεύτηκε το 1973 την Σαντρίν Νταντρ (Sabine Dadre) και απέκτησαν ένα γιο, τον Φαμπρίς – Κωνσταντίνο – Γεώργιο Θεοδωρίδη (Fabrice Théodoridés). Ο Γιάννης Θεοδωρίδης “έφυγε” την άγρια νύχτα της  27ης Δεκεμβρίου 1999, τη νύχτα που συγκλονίστηκε η Γαλλία από την μεγαλύτερη θύελλα στην ιστορία της. Νάταν άραγε ο ύστατος σπαρακτικός χαιρετισμός της φύσης στον ερευνητή της;

Jean

Συνεχίζεται…. 

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 3ο)

IV. Ο κλάδος του Ανδρέα Οικονόμου

Την χρονιά που ο παπά-Ιωάννης ορίζεται “Οικονόμος” της Μητρόπολης αποκτά τον τέταρτο γιο του, τον Ανδρέα (28/5/1790). Ο Ανδρέας είναι σχεδόν συνομήλικος με τον (Κωνσταντίνο) Μηνά Μηνωίδη, τον γνωστό μας Εδεσσαίο λόγιο από το άρθρο για τις Μαγεμένες. Αφού παρακολουθήσουν μαθήματα στο Ελληνομουσείο που είχε ιδρύσει λίγα χρόνια νωρίτερα ο Μητροπολίτης Μελέτιος, ξαναβρίσκονται στις Σέρρες σε μεγαλύτερη ηλικία. Η πόλη των Σερρών κάτω από την αυστηρή αλλά δίκαιη διοίκηση του Ισμαήλ μπέη – του άσπονδου ανταγωνιστή του επίσης Αλβανού Αλή πασά των Ιωαννίνων – είχε αναδειχτεί σε μεγάλο εμπορικό κέντρο της Μακεδονίας με επίκεντρο την παραγωγή και εμπορία βαμβακιού και δευτερευόντως καπνού. Ο ιστορικός της πόλης Πέτρος Πέννας στο βιβλίο του “Ιστορία των Σερρών” (Β’ έκδοσις, Αθήναι, 1966) αναφέρει, παραφράζοντας τον Γάλλο πρόξενο Κουζινερύ (Voyage dans la Macédoine, 1ος τόμος, σελ. 149) ότι : «Με μίαν σταθεράν και φρόνιμον διοίκησιν, πλουτίζων διαρκώς, ο Ισμαήλ κατόρθωσε όχι μόνον να συγκρατή την τιμή, αλλά και να προσελκύη εις την πόλιν των Σερρών πλήθος εμπόρων και κυρίως εξ εκείνων οι οποίοι είχαν καταστήματα εις Βιέννην και να προστατεύση την βιομηχανίαν των. Εξ άλλου ο Ισμαήλ εδέχετο εις την πόλιν και την περιοχήν του πλην των εμπόρων και όλους εκείνους τους οποίους η τυραννία του Αλή πασά των Ιωαννίνων ηνάγκαζε να εγκαταλείψουν τα μέρη των και να ζητήσουν άσυλον και προστασίαν εις την υπό την εξουσίαν του περιοχήν». Ο Κουζινερύ προσθέτει ότι “για πάνω από τριάντα χρόνια η πόλη γνώρισε μια σημαντική ανάπτυξη σε πλούτο και πληθυσμό. Ο Ισμαήλ φάνταζε σαν ο νέος ιδρυτής της πόλης”. Πράγματι στις αρχές του 19ου αιώνα οι Σέρρες είχαν 30.000 κατοίκους όταν η Θεσσαλονίκη είχε 60.000, η Έδεσσα 12.000 και η Βέροια 8.000. Στις Σέρρες του Ισμαήλ ο φωτεινός νέος μητροπολίτης από το Κάτω Γραμματικό Έδεσσας Χρύσανθος – πρώην Βεροίας και μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – επιθυμεί να δώσει νέα ώθηση στα ελληνικά γράμματα. Την χρονιά κιόλας της εκεί ενθρόνισης του, το 1811, καλεί τον συμπατριώτη του Εδεσσαίο Μηνωίδη, που στο μεταξύ έχει κάνει λαμπρές σπουδές δίπλα στον Αθανάσιο τον Πάριο, να μεταβεί και να διδάξει φιλοσοφία και γραμματική. Με την αναχώρηση μάλιστα του σχολάρχη Ιγνάτιου Σκαλιώρα, ο Μηνωίδης αναλαμβάνει την διεύθυνση της σχολής. Κάπου μεταξύ 1812 και 1814 ο Ανδρέας Οικονόμου μεταβαίνει κι αυτός στις Σέρρες όπου διαμένουν οι δυο λαμπροί Εδεσσαίοι. Εκεί θα συναντήσει την γυναίκα της ζωής του.

Το 1812 στέλνει τα παιδιά του Ιωάννη και Χριστόδουλο στις Σέρρες και ο βαθύπλουτος και μεγάλος γαιοκτήμονας Γεώργιος (Γούσης) Χατζηπέτρος από το Νεραϊδοχώρι Ασπροποτάμου των Τρικάλων. Το Νεραϊδοχώρι – παλιά Βέτερνικ – ήταν κτισμένο στις πλαγιές του Κόζιακα της Θεσσαλίας, τοπωνύμια που συναντάμε και στην δικιά μας οροσειρά, στον Βόρα, πάνω από τα χωριά Λουτράκι και Προμάχους. Τους στέλνει να σπουδάσουν στη σερραϊκή Σχολή και να αναλάβουν ακολούθως τις εκεί εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας. Στη πραγματικότητα ο Γούσης Χατζηπέτρος νοιώθει έντονα την πίεση του σκληροτράχηλου και παμπόνηρου Αλή Πασά ο οποίος έχει βάλει στόχο τη μεγάλη περιουσία του. Την εποχή εκείνη ο Αλή των Ιωαννίνων ήταν από τους ισχυρότερους και ίσως ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Βαλκανική. Σύμφωνα με έρευνες (Ι. Γιαννοπούλου, Τα τσιφλίκια του Βελή πασά υιού του Αλή πασά, 1972) ο Αλή είχε μαζί με τους γιους του 935 τσιφλίκια στη τεράστια ημιανεξάρτητη επικράτεια που κυβερνούσε. Οι Σέρρες λοιπόν με τον Ισμαήλ μπέη αποτελούν μια κάποια διέξοδο στο πρόβλημα του Χατζηπέτρου. Χωρίς αμφιβολία σκέπτεται να μεταφέρει εκεί, μακριά από τον Αλή πασά, το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών του δραστηριοτήτων. Τα παιδιά του όμως δεν θα διαπρέψουν ούτε στα γράμματα ούτε και στο εμπόριο. Θα διαπρέψουν στους αγώνες για την απελευθέρωση του Έθνους. Ας αναφέρουμε για την ιστορία ότι ο μεν Ιωάννης Χατζηπέτρος θα παραμείνει στις Σέρρες και θα γίνει υπασπιστής του Εμμανουήλ Παπά συμμετέχοντας μαζί του στην Επανάσταση της Χαλκιδικής το 1821. Ο δε Χριστόδουλος θα μεταβεί μετά από λίγο καιρό στη Βιέννη για να ζητήσει από τους Ευρωπαίους ηγέτες, χωρίς αποτέλεσμα βέβαια, να στραφούν προς νότο για να βοηθήσουν τους σκλαβωμένους Έλληνες. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης θα τρέξει να βοηθήσει στον αγώνα με δικό του σώμα 400 παλικαριών και θα λάβει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγίου διασπώντας τις τουρκικές γραμμές με βαρύτατες απώλειες. Με την ανεξαρτησία θα γίνει υπασπιστής του Καποδίστρια και μετά του Όθωνα και του Γεωργίου του Α’ και θα φτάσει στο βαθμό του στρατηγού.

Στις Σέρρες λοιπόν ο Ανδρέας Οικονόμου θα συναντήσει την Μαρία Χατζηπέτρου την οποία και παντρεύεται. Είναι τυχαία γνωριμία μέσω του Μηνωίδη, του δασκάλου των αδελφών της; είναι συνοικέσιο που κανόνισε ο Χρύσανθος; Άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι ο γάμος αυτός είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρος για τον Ανδρέα. Αποκτά σαν προίκα μεγάλα τσιφλίκια στη Θεσσαλία εκ των οποίων δυο μας είναι γνωστά: το τσιφλίκι του Βλοχού μεταξύ Τρικάλων και Λάρισας και το τσιφλίκι Μπουχλάρ (σημερινός Άγιος Γεώργιος του Δήμου Κιλελέρ) κοντά στα Φάρσαλα. Τα δυο αυτά τσιφλίκια θα καταλήξουν στον γιο του Ιωάννη όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ο Ανδρέας Οικονόμου μετά τον γάμο επιστρέφει στην Έδεσσα και εγκαθίσταται στο χωριό Αγία Φωτεινή (Όσλιανη) στις ανατολικές πλαγιές του Βερμίου. Παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι της εκεί εγκατάστασης. Ίσως κάποιος από τους γονείς του να είχε περιουσία ή καταγωγή από εκεί. Σε πρόσφατη επίσκεψη στο χωριό ήταν αδύνατο να βρεθεί κάποιο στοιχείο. Φυσικό άλλωστε γιατί όπως θα δούμε το χωριό καταστράφηκε τον καιρό της επανάστασης της Νάουσας. Οι σημερινοί του κάτοικοι προέρχονται κυρίως από τα χωριά Άνω Κορυφή και Καρυδιά. Η Αγία Φωτεινή ήταν τότε ένα πλούσιο και πολυπληθές χωριό με αναπτυγμένη κτηνοτροφία. Όπως το Κάτω Γραμματικό στις βόρειες πλαγιές του Βερμίου έτσι και η Αγία Φωτεινή είχε εμπορικές δοσοληψίες με εμπορικά κέντρα του εξωτερικού, τις παραδουνάβιες περιοχές της Μολδοβλαχίας και της Αυστροουγγαρίας με κύρια δραστηριότητα τις εξαγωγές μαλλιού και δερμάτων. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν στο Κάτω Γραμματικό και από εκεί στους Πύργους (Κατράνιτσα) από όπου περνούσαν μεγάλα καραβάνια που μέσω Αμυνταίου, Μοναστηρίου και Περλεπέ έφταναν στο Σεμλίνο (Zemoun) στις όχθες του Δούναβη. Από εκεί κατέληγαν στις παραδουνάβιες αγορές, από την Βιέννη βόρεια έως το Ιάσιο και Οδησσό ανατολικά. Ο Ανδρέας ασχολήθηκε εκεί με το εμπόριο. Σίγουρα θα είχε εμπορική συνεργασία με τον μεγαλύτερο αδελφό του Γεώργιο που βρισκόταν ήδη στο Βουκουρέστι. Γεώργιο μάλιστα βαφτίζει και τον πρωτότοκο γιο του ο οποίος γεννιέται στην Αγία Φωτεινή το 1816. Ακολουθούν η Χρυσάνθη το 1818 και η Κατερίνα το 1820 η οποία πεθαίνει σε πολύ μικρή ηλικία. Η σύζυγος του Μαρία κυοφορεί το τέταρτο παιδί όταν ξεσπά η Επανάσταση της Νάουσας τέλη Φεβρουαρίου 1822. Οι νέοι της Αγίας Φωτεινής με επικεφαλής τον συγχωριανό τους Καραμήτσο – σύμφωνα με τον Ν. Γ. Φιλιππίδη, Η Επανάστασις και καταστροφή της Ναούσης, 1881 – όπως και αυτοί του Κάτω Γραμματικού και πολλών γειτονικών χωριών, λαμβάνουν μέρος στην εξέγερση των Ναουσαίων εναντίον των Τούρκων. Ο Μαχμούτ Εμίν Απτούλ Αμπούντ πασάς, γνωστότερος σαν Εμπού Λουμπούτ πασάς – “ο ροπαλοφόρος” πασάς – ένας εξισλαμισμένος ορθόδοξος χριστιανός από την Γεωργία, καταπνίγει στο αίμα την Νάουσα τον Απρίλιο του 1822. Αμέσως μετά αρχίζει τα αντίποινα πυρπολώντας δεκάδες χωριά που υποστήριξαν την εξέγερση όπως μοιρολογά και το δημοτικό τραγούδι: “Χαλάστηκεν η Νιάουστα μαζί με την Κασσάνδρα, Λουμπούτ πασιάς τις πάτησε, τις ρήμαξαν Κονιάροι”. Ο Ανδρέας Οικονόμου μαζί με την ετοιμόγεννη γυναίκα και τα παιδιά του προλαβαίνει να διαφύγει στην Έδεσσα όπου γεννιέται η Καλλιόπη (14/5/1822). Από εκεί πηγαίνει στις Σέρρες, τόπο εμπορίου, με τον μητροπολίτη Χρύσανθο να αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για πολλούς κυνηγημένους της ξεσηκωμένης περιοχής. Ο συμμαθητής του Μηνωίδης είχε ήδη φύγει από τις Σέρρες για το Παρίσι το 1819.

              Ο κλάδος του Ανδρέα Οικονόμου  († = θάνατος, + γάμος)

 Δέντρο Ανδρέα οικονόμου

Μια ανάλογη πορεία διαγράφει και η οικογένεια Χατζηλαζάρου από το Κάτω Γραμματικό Έδεσσας. Οι Χατζηλάζαροι εμπορεύονταν τόσο με την Αυστροουγγαρία όσο και με την Ρωσία. Λογικά θα πρέπει να είχαν σχέση με τον Ανδρέα Οικονόμου λόγω των συναφών εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Μετά την καταστροφή της Νάουσας ο Χρήστος Χατζηλαζάρου με τα τέσσερα παιδιά του – Ιωάννη, Αδάμ, Γρηγόριο και Σταύρο – διαφεύγει κι αυτός στην Έδεσσα για να καταλήξει στις Σέρρες του συγχωριανού Χρύσανθου πριν ο τελευταίος εκλεγεί πατριάρχης Κων/πόλεως. Στις Σέρρες συνεχίζουν οι δυο οικογένειες τις επικερδείς εμπορικές τους δραστηριότητες. Εκεί θα γεννηθεί το πέμπτο παιδί του Ανδρέα Οικονόμου, ο Δημήτριος (18/8/1825), ο οποίος πεθαίνει μικρός. Δημήτρη θα βαφτίσει όμως και το έκτο του παιδί που γεννιέται δυο χρόνια αργότερα (4/10/1827). Αυτός θα γίνει ο πρώτος πυλώνας της μεγάλης δυναστείας των Οικονόμου στη Τεργέστη. Το 1830 γεννιέται το έβδομο του παιδί, η Ελένη, η οποία θα παντρευτεί αργότερα τον Ιωσήφ Κωνσταντά. Είναι άγνωστο αν ο Ιωσήφ Κωνσταντάς είχε συγγενική σχέση με τον διδάσκαλο του γένους, τον Πηλιορείτη Γρηγόριο Κωνσταντά. Το 1831, ο Ανδρέας Οικονόμου παντρεύει στις Σέρρες σε μικρή ηλικία την κόρη του Χρυσάνθη με τον Ιωάννη Χατζηλαζάρου, ένα από τα τέσσερα αδέλφια. Αυτό είναι ίσως μια ένδειξη ότι οι δυο οικογένειες είχαν παλιά γνωριμία και φιλικές σχέσεις. Μετά τον γάμο ο Ανδρέας Οικονόμου θα μετακομίσει με την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη αφού οι εκεί διώξεις των Ελλήνων μετά την επανάσταση του ‘21 έχουν κοπάσει. Έχει επέλθει ήδη η συμφωνία της Κων/πολης του 1832 μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας και πολλοί φυγάδες Θεσσαλονικείς αρχίζουν να επιστρέφουν στη μισοάδεια από Έλληνες πόλη. Στη Θεσσαλονίκη θα γεννηθεί στις 8/3/1834 το όγδοο και τελευταίο παιδί του, ο Ιωάννης (Γιάγκος), αυτός που θα επεκτείνει την οικονομική αυτοκρατορία στη Τεργέστη και θα γίνει ο μεγαλύτερος βιομήχανος της Αψβουργικής αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Είναι αυτός στον οποίο απονέμεται ο κληρονομικός τίτλος του βαρώνου με πρωτοβουλία του ίδιου του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ του Α’. Ο γιος του Δημήτρης είναι ο βαρώνος που θα επισκεφθεί την Έδεσσα το 1930.

Στη Θεσσαλονίκη ο ανήσυχος Ανδρέας θα συνεχίσει τις εμπορικές του δραστηριότητες. Παράλληλα με τις εμπορικές του δραστηριότητες αναπτύσσει όμως και έντονη πατριωτική δράση η οποία θα τον φέρει σε ρήξη με τις οθωμανικές αρχές. Αναγκάζεται έτσι να γίνει και πάλι φυγάς. Εγκαταλείπει το 1848 τη νύφη του Θερμαϊκού και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Μαζί του παίρνει και τους δυο μικρούς γιους του, Δημήτριο και Ιωάννη, οι οποίοι θα τελειώσουν εκεί τις γυμνασιακές τους σπουδές. Στην Αθήνα θα κλείσει τα μάτια του το 1860 μετά από μια περιπετειώδη ζωή που τον οδήγησε από την Έδεσσα διαδοχικά στις Σέρρες, στην Αγία Φωτεινή, στην Έδεσσα, πάλι στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη και τελικά στην Αθήνα.

Λαμβάνοντας υπόψη την μεγάλη παιδική θνησιμότητα, ο κλάδος Ανδρέα Οικονόμου συνεχίζει στην ουσία την πορεία του μέσα στο χρόνο με την δευτερότοκη Χρυσάνθη, το έκτο παιδί Δημήτριο και το όγδοο παιδί Ιωάννη. Θα εξετάσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τους απογόνους των τριών αυτών παιδιών. Για το έβδομο παιδί, την Ελένη, δεν έχουν βρεθεί στοιχεία.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 2ο)

ΙΙ. Οι κλάδοι της οικογένειας Οικονόμου

Το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας μας οδηγεί πίσω στον 18ο αιώνα με τον Ανδρέα Ιωάννου (1722 –1780) να είναι ο παλιότερα γνωστός πρόγονος για τον οποίο υπάρχουν στοιχεία. Θεωρείται ο γενάρχης της οικογένειας. Αποκτά δυο αγόρια, τον πρωτότοκο Ιωάννη (1750-1820) και τον Ανδρέα. Για τον Ανδρέα τα μόνο γνωστά είναι ότι παντρεύτηκε την Μαρία Χ”Ιωάννου και ότι απεβίωσε το 1828. Δεν πρέπει να άφησαν απογόνους. Για τον Ιωάννη γνωρίζουμε πολύ περισσότερα. Παντρεύτηκε την Βίνα (Βενετία > Βένα > Βίνα) και χειροτονήθηκε διάκος το 1775. Είναι πολύ πιθανό μάλιστα να ήταν ένας από τους δυο νεαρούς διάκους που με τον ζωγράφο Αποστόλη Λογγιανό και τον Γάλλο πρόξενο Κουζινερύ είχαν κάνει μια μικρή εκδρομή στο Λόγγο τέλη άνοιξης του 1776. Το 1790 ο παπά-Ιωάννης ονομάζεται «οικονόμος» της Μητρόπολης. Από τον τίτλο αυτό η οικογένεια του θα πάρει στο εξής το επώνυμο “Οικονόμου”.

Ο παπά-Ιωάννης και η Βενετία αποκτούν πέντε γιούς. Πρωτότοκος ήταν ο Γεώργιος Οικονόμου ο οποίος θα πρέπει να γεννήθηκε λίγο πριν από το 1780. Άφησε την τελευταία του πνοή στο Βουκουρέστι το 1827. Το γεγονός ότι πέθανε στο Βουκουρέστι υποδηλώνει ότι είχε κάποια εμπορική δραστηριότητα στις τότε αυτόνομες ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας. Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα οι ελληνικές παροικίες στις παραδουνάβιες περιοχές άρχισαν να ακμάζουν. Έχοντας Έλληνες ηγεμόνες από το Φανάρι, συμπαγείς χριστιανικούς πληθυσμούς και ρωσική προστασία, το γενικότερο κλίμα ήταν πολύ πιο πρόσφορο για εμπορικές και οικονομικές δραστηριότητες στις οποίες η ελληνική γλώσσα άρχισε να κυριαρχεί. Πεθαίνοντας ο Γεώργιος άφησε πίσω του μια κόρη, την Ελισάβετ, η οποία απεβίωσε λίγα χρόνια αργότερα, το 1836. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο γι’ αυτήν. Δευτερότοκος γιος ήταν ο Παρισάκης Οικονόμου ο οποίος πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 1780 και έζησε μέχρι το 1840. Είχε και αυτός μια κόρη, τη Θεονίτσα, η οποία θα ζήσει στην Έδεσσα μέχρι το 1894. Όπως θα δούμε απόγονοι του Παρισάκη υπάρχουν σήμερα σε Έδεσσα και Θεσσαλονίκη. Ο τριτότοκος γιος ήταν ο Δημήτριος Οικονόμου ο οποίος ακολούθησε το λειτούργημα του πατέρα του και ήταν γνωστός ως παπα-Δημήτρης ο Σεβηριανός. Δεν άφησε απογόνους. Προτελευταίος γιος ήταν ο Ανδρέας Οικονόμου ο οποίος γεννήθηκε στις 28 Μαΐου 1790 και πέθανε το 1860 στην Αθήνα. Απέκτησε οκτώ παιδιά τα τέσσερα από τα οποία πέθαναν σε νεαρή ή πολύ μικρή ηλικία. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στους απογόνους του στη συνέχεια. Τελευταίος γιος ήταν ο Ιωαννούσης (Ιωάννης) Ανδρέας Οικονόμου. Πρέπει να γεννήθηκε κάπου στη δεκαετία του 1790 και πέθανε το 1828 αρκετά νέος. Παντρεύτηκε την Λικούνα (αγνώστων λοιπών στοιχείων) με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Αναστάσιο. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε κάτι για τον γιό του.

                                  Οι τρεις πρώτες γενιές της οικογένειας Οικονόμου                                                                                   († = θάνατος, + γάμος)

Πέντε παιδιά Οικονόμου

Το έτος 1928 στάθηκε μοιραίο για τον αδελφό του παπά-Ιωάννη, Ανδρέα, και για τον πέμπτο γιο του, Ιωάννη-Ανδρέα. Άγνωστο παραμένει αν υπήρχε κάποια επιδημία εκείνη την εποχή στην περιοχή της Έδεσσας.

Συμπερασματικά από τους πέντε γιούς ο μεν ένας (ο παπά-Δημήτρης) δεν άφησε απογόνους ενώ για την κόρη του Γεωργίου και τον γιο του Ιωάννη Ανδρέα δεν υπάρχουν στοιχεία. Αντίθετα στοιχεία υπάρχουν για τους άλλους δυο γιους: τον Παρισάκη και τον Ανδρέα. Ο κλάδος του Παρισάκη έζησε κατά κύριο λόγο στην Έδεσσα ενώ αυτός του Ανδρέα κυρίως στη Θεσσαλονίκη και στη Κεντρική Ευρώπη. Στους δυο αυτούς κλάδους θα επικεντρωθούμε στη συνέχεια.

ΙΙΙ. Ο κλάδος του δευτερότοκου Παρισάκη Οικονόμου

Ο Παρισάκης απέκτησε μια κόρη, την Θεονίτσα, η οποία παντρεύτηκε κάποιον Βασίλειο Χατζηπέτρο. Θα δούμε ότι και ο θείος της, Ανδρέας, παντρεύτηκε μια Χατζηπέτρου. Είναι πολύ πιθανόν να προέρχεται και αυτός από την ίδια μεγάλη θεσσαλική οικογένεια των Χατζηπετραίων για την οποία θα μιλήσουμε λίγο πιο κάτω. Απέκτησαν δυό κόρες: την Κατερίνα που παντρεύτηκε τον Νίκο Αδαμάκη και την Ολυμπία που παντρεύτηκε τον Λάζαρο Βασδάρη. Η Κατερίνα απέκτησε έναν γιο ο οποίος είναι άγνωστο που έζησε και αν άφησε απογόνους. Γνωρίζουμε όμως ότι το επώνυμο Αδαμάκης δεν είναι άγνωστο στην Έδεσσα. Η Ολυμπία με τον Λάζαρο Βασδάρη απέκτησαν τρία παιδιά. Πρωτότοκος ήταν ο Χρήστος που παντρεύτηκε την Σοφία Τασηνούση το 1911 με την οποία απέκτησε δυο αγόρια, τον Λάζαρο και τον Αναστάσιο. Δευτερότοκος ήταν ο Βασίλειος ο οποίος ήταν άτεκνος. Τελευταία ήταν η Κατερίνα η οποία παντρεύτηκε έναν ονόματι Φράγκο με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, την Μαρία. Είναι άγνωστο αν ο σύζυγος της προερχόταν από την γνωστή οικογένεια Φράγκων του Βαροσιού. Η μοίρα έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι στον Χρήστο Βασδάρη και στον γαμπρό του Φράγκο. Οι δυο τους αποφάσισαν στο μεσοπόλεμο να πάνε να δουλέψουν στην Αμερική με στόχο, αφού βγάλουν χρήματα, να επιστρέψουν στις οικογένειες τους έχοντας οικονομική άνεση. Δεν έμελλε όμως ποτέ να γυρίσουν στην Έδεσσα. Και οι δυο άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί κάτω από τραγικές συνθήκες.

            Ο κλάδος του Παρισάκη Οικονόμου († = θάνατος, + γάμος)                                                                                             

Κλάδος Παρισάκη-

Τι απέγιναν όμως οι δυο χήρες και τα παιδιά τους;

Η Σοφία πήγε και έζησε με τον πατέρα της. Από τα παιδιά της ο μικρότερος Αναστάσιος παντρεύτηκε την Ελισάβετ Χ”Πέγιου αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Ο μεγαλύτερος Λάζαρος παντρεύτηκε την Κυριακή Δελή που είχε την κατοικία της στο Βαρόσι, δίπλα στο Παρθεναγωγείο. Το αρχοντικό Δελή αγόρασε στο μεσοπόλεμο ο θειός μου Κώστας Σιβένας όπου έχτισε to 1932 την δική του καινούργια κατοικία, σε στυλ bauhaus, την οποία και δώρισε στο Δήμο. Στεγάζει σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο (στο οποίο δυστυχώς δεν δόθηκε το όνομα του!). Η εκκλησία Αγία Κυριακή στην άκρη του κήπου δίπλα στον γκρεμό ήταν το ιδιωτικό παρεκκλήσι της οικογένειας Δελή. Ήταν παράδοση στο Βαρόσι να υπάρχουν μικρές ιδιωτικές εκκλησίες σε αυλές σπιτιών. Για παράδειγμα, η Αγία Παρασκευή δίπλα στο πατρικό μου σπίτι ήταν το ιδιωτικό εκκλησάκι της οικογένειας Αλεξίου ενώ και σήμερα ακόμη στην αυλή του παλιού συμμαθητή Πέτρου Σαλαμπάση υπάρχει το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. Ο Λάζαρος και η Κυριακή απέκτησαν τρεις γιους. Τον Χρήστο που γεννήθηκε στις 29/1/1932 και τους Νικόλαο και Αναστάσιο που πέθαναν μικροί. Ο Χρήστος Βασδάρης είναι αυτός που είχε τη καλοσύνη να μου διηγηθεί το ιστορικό της οικογένειας. Διάγει το 85ο έτος της ηλικίας και του εύχομαι να τα εκατοστήσει. Παντρεύτηκε την Αγγελική Μουτσογιάννη (από τη Περαία Έδεσσας) και απέκτησαν δυο παιδιά, την Κυριακή (το όνομα της γιαγιάς της) που διατηρεί εμπορικό κατάστημα στην Έδεσσα και τον Αναστάσιο που είναι δάσκαλος και έχει δυο κόρες, την Βασιλική και την Χριστίνα.

Η έτερη χήρα Κατερίνα Φράγκου πήρε σε δεύτερο γάμο τον δάσκαλο Βασίλειο Κίτσο με τον οποίο απέκτησε άλλη μια κόρη, την Ελισάβετ (Λεζούδα). Η πρωτότοκη Μαρία Φράγκου, παντρεύτηκε τον Αναστάσιο Σκίπη με τον οποίο απέκτησαν δυο κόρες, την Αναστασία και την Καίτη. Η άτυχη Μαρία σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα προς τα τέλη του εμφυλίου. Η σφαίρα την χτύπησε ενώ βρισκόταν στο παράθυρο του σπιτιού της κοντά στο παλιό γυμνάσιο. Η πρωτότοκη κόρη της Αναστασία, όπως δείχνει και το παραπάνω διάγραμμα, παντρεύτηκε τον Βελισάριο Τεντζέρη με τον οποίο απέκτησαν τρία παιδιά, τους Ιωάννη, Βασίλειο και Μαριάννα (κάτοικοι Θεσσαλονίκης). Η δευτερότοκη Καίτη, την οποία ευχαριστώ θερμά για τις πληροφορίες, παντρεύτηκε τον Χαρ. Παπαδόπουλο με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, την Δέσποινα. Όλοι τους ζουν στη Θεσσαλονίκη. Η Ελισάβετ (Λεζούδα) Κίτσου, καθηγήτρια γυμναστικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παντρεύτηκε τον στρατιωτικό Κων. Προφαντόπουλο και διαμένει στην Αθήνα. Δεν απέκτησε απογόνους. Αυτή είναι εν συντομία η γενεαλογική αλυσσίδα των απογόνων του Παρισάκη Οικονόμου. Από τον γενάρχη Ανδρέα Ιωάννου μέχρι τις κόρες του δασκάλου Αναστασίου Βασδάρη, Βασιλική και Χριστίνα, έχουμε εννιά γενιές.

Τι απέγινε το οικόπεδο;

Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 είχε μετατραπεί σε μικρό κτήμα με περίφραξη και κλειδωνιά στη πόρτα. Μικρός θυμάμαι ότι ο δάσκαλος Βασίλης Κίτσος, συνταξιούχος πια, ερχόταν να απασχοληθεί στο κτήμα. Αργότερα το δούλευαν κάποιοι γείτονες, ίσως πληρώνοντας ένα μικρό τίμημα. Ο Χρήστος Βασδάρης με πληροφόρησε ότι ο βαρώνος Δημήτριος Οικονόμου που επισκέφθηκε την Έδεσσα το 1930, δώρισε το οικόπεδο “Παρισάκη” στα τρία μακρινά του ανίψια, δηλαδή στα αδέλφια Χρήστο, Βασίλειο και Κατερίνα Βασδάρη. Αυτό σημαίνει ότι η κυριότητα του οικοπέδου είχε ήδη περιέλθει σε έναν από τους γιους του αδελφού του Παρισάκη, Ανδρέα. Ο άτεκνος Βασίλης παραχώρησε το μερίδιο του στην αδελφή του Κατερίνα. Έτσι, ο Χρήστος Βασδάρης είχε το ένα τρίτο και η αδελφή του Κατερίνα Φράγκου και μετέπειτα Κίτσου τα δύο τρίτα. Όταν τελευταία ο Δήμος αποφάσισε να δημιουργήσει το μικρό θεατράκι στη θέση του οικοπέδου, αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες του, δηλαδή τους απογόνους της Ολυμπίας Χατζηπέτρου – Βασδάρη: κατά το ενα τρίτο τους απογόνους του Χρήστου Βασδάρη και κατά τα δύο τρίτα τους απογόνους της Κατερίνας Βασδάρη – Κίτσου.

Το ιστορικό της οικογένειας επιβεβαιώνει την πληροφορία που μου είχε δώσει ο πατέρας μου: η οικία του Παρισάκη βρισκόταν πράγματι στο σημερινό θεατράκι του Βαροσιού. Βέβαια δεν ήταν ο Παρισάκης αυτός που ξενιτεύτηκε αλλά τα παιδιά του αδελφού του Ανδρέα πολλές δεκαετίες πριν την γέννηση του πατέρα μου. Το γεγονός ότι η ιδιοκτησία είχε περιέλθει στα παιδιά του Ανδρέα Οικονόμου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σπίτι ανήκε αρχικά στον παπα-Ιωάννη Οικονόμου. Μερίδιο πρέπει να είχαν αρχικά και τα πέντε του παιδιά που με τον καιρό μεταβιβάστηκαν στον Ανδρέα Οικονόμου με τελικό αποδέκτη τον εγγονό του βαρώνο Δημήτριο που διέμενε στη Τεργέστη. Η πατρική οικία Σιβένα κτίστηκε μετά τον θάνατο του Παρισάκη ακριβώς απέναντι από την οικία Οικονόμου. Όταν το τελευταίο καταστράφηκε (από άγνωστη αιτία) θα έμεινε στη συλλογική μνήμη σαν “Παρισάκη > Παρσάκη” από το όνομα αυτού που κατοίκησε και απεβίωσε εκεί. Χωρίς αμφιβολία και η κόρη του Θεονίτσα Παρισάκη – Χατζηπέτρου θα έμεινε στο σπίτι αυτό μέχρι τον θάνατο της το 1896.

Ένα άλλο ερώτημα αφορά τον ναό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Είδαμε ότι παραδοσιακά τα εκκλησάκια στο Βαρόσι ήταν οικογενειακοί ναοί των ιδιοκτητών των αρχοντικών. Τα αρχοντικά είχαν γενικά έναν αμυντικό χαρακτήρα με χοντρούς τοίχους από πορόλιθο μέχρι τον πρώτο όροφο και παράθυρα από εκεί και πάνω. Για να μπει κάποιος στην εκκλησία έπρεπε πρώτα να περάσει την βαρειά πόρτα του αρχοντικού ή της μάντρας που περιέβαλε τον κήπο. Η πρόσβαση ήταν απόλυτα ελεγχόμενη. Οι μικρές εκκλησίες ήταν έτσι καλά προστατευμένες από πιθανό βανδαλισμό και κρυμμένες από κακόβουλα βλέμματα αλλόθρησκων κατά την δύσκολη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Θα ήταν παράξενο αν δεν συνέβαινε το ίδιο και με τον ναό Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Η είσοδος του ναού δεν ήταν επί της οδού αλλά έβλεπε προς το αρχοντικό Οικονόμου. Το πιθανότερο είναι να συγκοινωνούσε με την εσωτερική αυλή του αρχοντικού το οποίο πρέπει να ήταν κτισμένο κολλητά με το εκκλησάκι. Έτσι η πρόσβαση στον ναό θα πρέπει να γινόταν αναγκαστικά μέσω της εξωτερικής θύρας του σπιτιού.

Η γειτονιά του Βαροσιού με τις ενδείξεις των διαφόρων οικοδομών από το Google: (1) Το Παρθεναγωγείο δίπλα στη παλιά Μητρόπολη, (2) το οικόπεδο όπου βρισκόταν η οικία Οικονόμου και τώρα μικρό θεατράκι, (3) ο Ναός Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, υπό την προστασία της οικογένειας Οικονόμου (4) η πατρική οικία Σιβένα (παπά-Ιωάννη και Προκοπίου Σιβένα), (5) οικία Κώστα Σιβένα (γιου του παπά -Ιωάννη Σιβένα) δωρισθείσα στον Δήμο όπου στεγάζεται σήμερα το Λαογραφικό Μουσείο. Παλιότερα ήταν η οικία Δελή η οποία είχε στο κήπο (6) το οικογενειακό παρεκκλήσι της Αγίας Κυριακής. (7) Οικία Αλεξίου με το οικογενειακό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής (8). Τα οικογενειακά εκκλησάκια της Αγ, Κυριακής και της Αγ. Παρασκευής ήταν μικρά. Σχεδόν πενταπλασιάστηκαν σε όγκο την δεκαετία του ‘50 αρχιερετεύοντος του μητροπολίτη Διονυσίου.

Βαρόσι googlemap

Συνεχίζεται…..

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 1ο)

Ι. Αντί εισαγωγής:   παιδικές αναμνήσεις….και απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα

Οι πρώτες αναμνήσεις από την προσχολική μου ηλικία συνδέονται με παιχνίδια στο οικόπεδο μπροστά από το πατρικό μου σπίτι όπου σήμερα έχει κατασκευαστεί το μικρό ανοιχτό θεατράκι του Βαροσιού. Στην κάτω αριστερή άκρη του οικοπέδου, κολλητά με τη βάση του μικρού – ανοιχτού τότε – αυλόγυρου της εκκλησίας Αποστόλων Πέτρου και Παύλου υπήρχε μια παροχή νερού που έτρεχε νύχτα μέρα σχηματίζοντας ένα μικρό ρυάκι που στη συνέχεια έπεφτε στον γκρεμό. Το νερό ερχόταν μέσα από ένα παλιό υπόγειο αγωγό από το ποτάμι που κυλά και σήμερα κατά μήκος του γηπέδου. Ξεκινούσε από την γωνία της οικίας Ζήμνα, απέναντι από το σημερινό όμορφο μικρό ξενοδοχείο “Χαγιάτι”, και διέτρεχε όλο το βόρειο Βαρόσι – κάτω από τα καλντερίμια των οδών Μακεδονομάχων, Φράγκου, Αρχιερέως Μελετίου και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κατέληγε στον κήπο του Δεσπότη και από εκεί στο βυρσοδεψείο των αδελφών Ραφτόπουλου πριν πέσει στο Λόγγο σαν μικρός καταρράκτης. Ο αγωγός μοίραζε νερό σε όλα τα – προνομιακά! – σπίτια των δρόμων που ήταν κτισμένα προς την πλευρά του γκρεμού. Είχαν τρεχούμενο νερό χειμώνα καλοκαίρι χωρίς μάλιστα να πληρώνουν τίποτα. Το πατρικό μου σπίτι, χτισμένο στην αντίθετη πλευρά, δεν είχε νερό. Έτσι η μητέρα μου κατέβαινε για την μπουγάδα της στη παροχή του απέναντι οικοπέδου όπου συνήθως ξέβγαζε τα ρούχα. Κι αυτό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 όταν ο τότε δήμαρχος Γρηγόρης Ιατρόπουλος έφτιαξε δίκτυο πόσιμου νερού στη γειτονιά και είχαμε τρεχούμενο νερό στο σπίτι. Την συγκεκριμένη παροχή νερού την λέγαμε “παρσάκι”. Παράξενο όνομα αλλά μικρός δεν έδινα σημασία. Εκεί καθόμουν συχνά τα καλοκαίρια και έπαιζα με το νερό. Όταν μετά από χρόνια ρώτησα τον πατέρα μου τι σήμαινε η λέξη αυτή μου απάντησε με τον πιο φυσικό τρόπο: “Εδώ ήταν πολύ παλιά το σπίτι ενός Παρσάκη που έφυγε στο εξωτερικό και δεν γύρισε πίσω ποτέ”.

Τις πρώτες τάξεις του δημοτικού τις πέρασα στο ιστορικό κτήριο του Παρθεναγωγείου που ανήκε τότε στο 6ο Δημοτικό σχολείο, δίπλα στην παλιά Μητρόπολη. Εκεί ήταν οι τρεις πρώτες τάξεις, τα νήπια, η πρώτη και η δευτέρα. Οι υπόλοιπες ήταν κοντά στα δικαστήρια. Η επιλογή του σχολείου αυτού ήταν απόλυτα λογική αφού το Παρθεναγωγείο ήταν λίγα μόλις μέτρα πιο κάτω από το πατρικό μου. Το Παρθεναγωγείο είχε τότε διαφορετική μορφή, τροποποιημένο σίγουρα για τις ανάγκες του δημοτικού σχολείου. Σήμερα, πιο ωραίο μετά την αναπαλαίωση, θα πρέπει να πήρε, εξωτερικά τουλάχιστον, την μορφή που είχε τον Απρίλιο του 1877, κατά την αποπεράτωση του.

Το Παρθεναγωγείο όταν φιλοξενούσε τις πρώτες τάξεις του 6ου Δημοτικού σχολείου και όπως είναι σήμερα

Παρθεναγωγείο πριν και μετα

Πάνω από την είσοδο η μαρμάρινη πλάκα μας πληροφορεί ότι κτίστηκε με την συνδρομή Εδεσσαίων κατοίκων «συνεπικουρούντων και φιλόμουσων ξένων». Ποιοι άραγε να ήσαν οι φιλόμουσοι ξένοι ευεργέτες της πόλης;

Η είσοδος του Παρθεναγωγείου με το κείμενο στη μαρμάρινη πλάκα: “Το ορθόδοξον ελληνικόν κοινόν Εδεσσαίων συνεπικουρούντων και φιλόμουσων ξένων τόδε το σκήνωμα μουσών πιερίδων ανήγειρε προς φωτισμόν των Εδεσσαίων θυγατέρων έτει από Σωτήρος 1877ω μηνί Απριλίω. Ελιθογραφήθη δε δια χειρός του Ζαφείρη Κ Ζωγράφου εκ Βοδενών”

Είσοδος κ πλάκα

Η απορία λύθηκε αυτό το καλοκαίρι διαβάζοντας το τελευταίο παράρτημα της ιστορίας της Έδεσσας του Ευσταθίου Στουγιαννάκη «Έδεσσα η Μακεδονική εν τη Ιστορία». Στη σελίδα 313 (έκδοση της Λαογραφικής Εταρείας Νομού Πέλλας, 2001) διαβάζουμε: «Εις τα άνω προσθετέα και η εξής αγαθοεργία Ιωάννου Ανδρέου Οικονόμου και Υιών. Ανήγειραν εν Εδέσση δι’ ιδίας δαπάνης το Παρθεναγωγείον Εδέσσης, το οποίον και είχον προικίσει με τακτικόν ετήσιον επιχορήγημα 200 χρυσών εικοσοφράγκων, άτινα τακτικώτατα εστέλλοντο επί Τουρκοκρατίας εις τας εκάστοτε εφορείας των σχολείων δια του εν Θεσσαλονίκη προξένου της Αμερικής Περικλέους Χατζηλαζάρου και 50 ακόμη εικοσοφράγκων ως μισθού της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου. Εις τούτους, ως εις ευεργέτας ου μόνον των σχολείων αλλά και όλης της Κοινότητος, επέμπετο κατ’ έτος έκθεσις των πεπραγμένων των σχολείων από την εκάστοτε διεύθυνσιν αυτών και τα ονόματα των εμνημονεύοντο κατ’ έτος κατά την εορτήν των Τριών Ιεραρχών». Ο Ιωάννης λοιπόν Οικονόμου, γιος του Ανδρέα, και οι δυο γιοι τουΔημήτριος και Λεωνίδας όπως θα δούμε αργότερα – βοήθησαν στην ανέγερση του Παρθεναγωγείου. Βέβαια πολλοί ήταν οι Εδεσσαίοι που είχαν συμβάλει στην ανέγερση με χρηματικές δωρεές. Οι Οικονόμου όμως είχαν δώσει το μεγαλύτερο ποσό. Μαθαίνουμε επίσης ότι κάλυπταν και τα έξοδα λειτουργίας “των σχολείων”, πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον πλήρωναν και για την λειτουργία του Αρρεναγωγείου. Ο Στουγιαννάκης μας πληροφορεί ακόμη ότι ένας από τους γιους του Ιωάννη Οικονόμου, ο βαρώνος Δημήτριος Οικονόμου, επισκέφτηκε την πατρίδα του παππού του Ανδρέα για να συναντήσει τους εν ζωή συγγενείς του. Ήλθε μάλιστα «αρωγός σεβαστού ποσού χρηματικού» που προσέφερε στον Δήμο. Άλλωστε και η πρώτη έκδοση του βιβλίου του, το 1932, έγινε δυνατή χάρη στη γενναιοδωρία τους. Ξεφυλλίζοντας φύλλα παλιών εφημερίδων ανακαλύψαμε ότι η επίσκεψη αυτή έγινε στις 8 Αυγούστου 1930. Διαβάζουμε στην εφημερίδα “Το Θάρρος” του δημοσιογράφου τότε Γρηγόρη Ιατρόπουλου της 10ης Αυγούστου και κάτω από τον τίτλο “Αποθεωτική υποδοχή του βαρώνου Οικονόμου” τα εξής: “Την παρελθούσαν Παρασκευήν το πρωί η πόλις μας εδέχθη στας αγκάλας της ένα από τα καλλίτερα της παιδιά. Εδέχθη τον Μέγαν Ευεργέτην της Βαρώνον Δημήτριον Οικονόμου. Προς τιμήν του η πόλις εσημαιοστολίσθη και η αγορά έκλεισε επ’ ολίγα λεπτά. Στον σιδ. σταθμόν ο λαός της Εδέσσης με επικεφαλής τας Αρχάς τον υπεδέχθη με ζητωκραυγάς. Τον κ. Οικονόμου εχαιρέτησε εκ μέρους του Δήμου ο Δημαρχών κ. Χ”Θεόδωρος Ζουρλίδης και τον προσεφώνησε ο κ. Γυμνασιάρχης. Επίσης η Δις Ελ. Βρέζα του προσέφερεν ανθοδέσμην εκ μέρους του Δήμου και προσεφώνησεν ως εξής: Η Έδεσσα ευγνωμονούσα ευεργεσίας τας οποίας αφειδώς προσέφεραν εις αυτήν οι οίκοι σας κατά τους χρόνους της δουλείας, επί τη ευκαιρία της επισκέψεως της Πατρίδος σας προσφέρει την ανθοδέσμην ταύτην που εσχηματίσθη από τους κήπους των ευεργετηθεισών οικιών”.

Η πρώτη σελίδα της εφημερίδας “Το Θάρρος” του Γρηγόρη Ιατρόπουλου – μετέπειτα δημάρχου – όπου παρουσιάζεται με λεπτομέρειες η επίσκεψη του βαρώνου Δ. Οικονόμου στην Έδεσσα την 8η Αυγούστου 1930 (αρχείο Νίκου Καραμανάβη τον οποίο και ευχαριστώ)

Το Θάρρος 10-8-1930

Στο φύλλο της 31ης Αυγούστου 1930 διαβάζουμε ακόμη ότι “ο βαρώνος Δ. Οικονόμου συνεχίζων το φιλανθρωπικόν και προοδευτικόν του πρόγραμμα την παρελθούσαν εβδομάδα απέστειλεν εις μεν τον φιλοπρόοδο σύλλογον “Μ. Αλέξανδρον” 10.000 δραχμάς εις δε το σωματείον των δεσποινίδων “Η Δορκάς” δραχμάς 4.000”. Το φύλλο της 11ης Οκτωβρίου της ίδιας εφημερίδας μας πληροφορεί κάτω από τον τίτλο “Το ενδιαφέρον του Βαρώνου Οικονόμου” μια νέα αποστολή “εκ μέρους του εν Τεργέστη εγκατεστημένου διαπρεπούς συμπολίτου μας Βαρώνου Δημητρίου Οικονόμου 150.000 δραχμών εις τον Δήμον”. Η εφημερίδα σε συνάντηση που είχε με τον τότε δήμαρχο Γεώργιο Πέτσο έμαθε ότι “εκ των 150.000 δραχμών, 30.000 δραχμές προορίζονται δια το Γυμνάσιον, 10.000 δια την Ιεράν Μητρόπολιν, 10.000 δια την Πρακτικήν Σχολήν και αι υπόλοιπαι 100 χιλιάδες δια τον Δήμον”. Ο δήμαρχος μάλιστα τόνισε ότι το ποσό των 100.000 δρχ. θα χρησιμοποιούταν “δια την εξαγοράν της τοποθεσίας Κιουπρί…και την χρησιμοποίησιν ταύτης ως δημοτικού κήπου φέροντος την ονομασίαν του Βαρώνου”. Φαίνεται ότι η μεν εξαγορά της τοποθεσίας υλοποιήθηκε πλην όμως ο Δήμος …λησμόνησε να μνημονεύσει τον ευεργέτη του. 

Ευεργετημένος κι εγώ προσωπικά από τις δωρεές της οικογένειας Οικονόμου, αφού τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο παλιό Παρθεναγωγείο και τα συνέχισα στο Γυμνάσιο που είχαν βοηθήσει οικονομικά τα μέλη της, θεώρησα ότι είχα χρέος να γράψω λίγα λόγια για την ιστορία αυτής της μεγάλης εδεσσαϊκής οικογένειας. Ήταν ο λόγος που με παρακίνησε να ασχοληθώ με το θέμα. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ την δυσκολία και την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος αλλά και τις μεγάλες εκπλήξεις που με περίμεναν. Ξεκινώντας από ένα πρώτο και ημιτελές γενεαλογικό δέντρο χρειάστηκαν ατέλειωτες ώρες αναζητήσεων και εξακριβώσεων στο διαδίκτυο, σε βιβλιοθήκες και σε συζητήσεις με επιζώντες απογόνους. Σε μια περίοδο τριών αιώνων απόγονοι μιας απλής και φτωχικής οικογένειας της μικρής μας πόλης συνέδεσαν το όνομα τους με μεγάλα ιστορικά γεγονότα, με επιστημονικές διακρίσεις παγκοσμίου επιπέδου και με τεράστια επιτεύγματα στον οικονομικό τομέα τα οποία διαπίστωσα ότι είναι ελάχιστα ή καθόλου γνωστά ακόμη και σε επιζώντες απογόνους της. Ακολουθώντας βήμα – βήμα την εξέλιξη της οικογένειας αυτής είδα το μεγαλείο του μακεδονικού ελληνισμού που σε εποχές δουλείας κατόρθωσε να πάρει στα χέρια του μεγάλο μέρος του εμπορίου όχι μόνο της Βαλκανικής αλλά και της Ευρώπης γενικότερα. Το πυκνό εμπορικό τους δίκτυο ξαπλωνόταν σε τέσσερις μεγάλες αυτοκρατορίες – της Οθωμανικής, της Αυστροουγγαρίας, της Ρωσίας και της Αγγλίας. Ήταν ένας ελληνισμός που, σε μεγάλο βαθμό, χρησιμοποίησε τη συσσώρευση του πλούτου για να βοηθήσει την υπόδουλη Μακεδονία να μορφωθεί, να απελευθερωθεί και να προκόψει. Ήταν η εποχή της προσφοράς στο έθνος. Ήταν η γενιά των μεγάλων ευεργετών.

Στο βιβλίο του ο Στουγιαννάκης παραπέμπει σε ένα γενεαλογικό δέντρο που του είχε στείλει με επιστολή ο βαρώνος μετά την επίσκεψη του στην Έδεσσα το 1930. Δυστυχώς όμως αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του 2001. Ένας καλός Εδεσσαίος φίλος, τον οποίο και ευχαριστώ, μου έδωσε ένα αντίγραφο στο πέρασμα μου από την Έδεσσα στα μέσα αυτού του Σεπτέμβρη κατευθυνόμενος προς την βόρεια Ευρώπη. Αυτό το γενεαλογικό δένδρο αποτέλεσε την βάση των περαιτέρω αναζητήσεων μου. Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη όταν παρατήρησα ότι ένας από τους πρώτους απογόνους της οικογένειας λεγόταν Παρισάκης Οικονόμου. Τα ονόματα Παρίσης και Παρισάκης δεν ήταν σπάνια παλιότερα στην Έδεσσα. Μήπως λοιπόν το όνομα Παρισάκης έγινε Παρσάκης στη τρέχουσα γλώσσα και έτσι προέκυψε και το τοπωνύμιο “παρσάκι”; Η υπόθεση αυτή έπρεπε να επιβεβαιωθεί κατά την ολιγοήμερη παραμονή μου στη πόλη. Πράγμα το οποίο και έγινε αφού όπως θα δούμε στη συνέχεια ένας απόγονος της οικογένειας που ζει στη πόλη είχε την καλοσύνη να συμπληρώσει ορισμένους από τους πολλούς κρίκους που έλειπαν – και συνεχίζουν να λείπουν – από το γενεαλογικό δένδρο. Όπως λοιπόν λένε οι Αθηναίοι “στο Γουδί” αντί “στου Γουδή” έτσι και εμείς λέγαμε “στο παρσάκι” αντί “στου Παρ(ι)σάκη”!

Συνεχίζεται….

Ένας αιώνας ακριβώς από τον βομβαρδισμό της Έδεσσας *

Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι τον αείμνηστο πατέρα μου να διηγείται ιστορίες από τον 1ο Ευρωπαϊκό – όπως έλεγε – Πόλεμο. Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου – με δάσκαλο τον περίφημο Δημήτριο Γεωργιάδη – ρούφηξε στη κυριολεξία τις εικόνες αυτού που φάνταζε στα μάτια του σαν ένα μεγάλο Λούνα-Παρκ και τις αποτύπωσε ανεξίτηλα στο μυαλό του. Για πρώτη φορά είδε αυτοκίνητα, και μάλιστα να τα οδηγούν γυναίκες, οι εθελόντριες γιατροί του νοσοκομείου Σκωτσέζων γυναικών στην Άρνισσα· κινηματογράφο, τον Σαρλώ στο δημοτικό σχολείο δίπλα στο Ψηλό Βράχο από Γάλλους κινηματογραφιστές· μαύρους από την Σενεγάλη, κίτρινους Ανναμίτες από το Βιετνάμ, εντυπωσιακούς ξανθούς Ρώσους με αμούστακους νεαρούς αξιωματικούς, Μαροκινούς πάνω στα πανύψηλα άλογα, τους Ζοάβους όπως έλεγε. Για πρώτη φορά δοκίμασε σοκολάτα, η πληρωμή για την μεταφορά από το Λόγγο μέχρι επάνω στο Βαρόσι των σακιδίων των κατακουρασμένων Γάλλων στρατιωτών που έρχονταν πεζοί από τη Θεσσαλονίκη· για πρώτη φορά είδε αχνιστό ψωμί να ξεφουρνίζεται από ρώσικη άμαξα-φούρνο εν κινήσει. Πρωτόγνωρα πράγματα, σαν να γύρισε τον κόσμο σε ηλικία ένδεκα και δώδεκα ετών χωρίς να κάνει βήμα από την αγαπημένη του πόλη. Στις διηγήσεις του αναφερόταν συχνά και στις εχθρικές αεροπορικές επισκέψεις, τον φόβο και τον τρόμο των Εδεσσαίων. “Ψάχνανε να σκοτώσουν τον διάδοχο της Σερβίας Αλέξανδρο που περνούσε συχνά από την Έδεσσα” ήταν η μόνιμη επωδός. Σε μια από αυτές τις διηγήσεις ανέφερε και τον τραγικό θάνατο μιας Βαβούρη σε βομβαρδισμό της πόλης από γερμανικά αεροπλάνα: “μια βόμβα έπεσε στην αγορά εκεί που είναι το περίπτερο του Σωκράτη, στη πλατεία Τημενιδών” μου έλεγε. “Σκοτώθηκε μάλιστα η Δωροθέα Βαβούρη, η σύζυγος του Αναστασίου Βαβούρη που είχε το ξενοδοχείο ο Μέγας Αλέξανδρος ακριβώς απέναντι”. Τότε δεν είχα δώσει σημασία σ’ αυτή την ιστορία. Σ’ ένα περσινό ταξίδι μου στην Έδεσσα όμως, μπροστά στο μνήμα των γονιών μου, θυμήθηκα αυτή την ιστορία. Άραγε να υπήρχε κάποια ένδειξη γι αυτό το συμβάν; Την εποχή εκείνη βέβαια τα νεκροταφεία βρίσκονταν στο σημερινό πάρκο των καταρρακτών, μπροστά από τον Ι.Ν της Αναλήψεως. Μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση πολύ αργότερα, στη γερμανική κατοχή, οπότε οι ελπίδες ανεύρεσης κάποιου στοιχείου ήταν πολύ λίγες. Τριγυρίζοντας στην πολιτεία των νεκρών όμως βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα μνήμα που είχε την ακόλουθη επιγραφή: “ΔΩΡΟΘΕΑ ΒΑΒΟΥΡΗ, ΑΠΕΒ. ΑΠΡΙΛΙΟ 1918”. Ήμουν μπροστά στον οικογενειακό τάφο του Αναστασίου Βαβούρη, συζύγου της Δωροθέας! Ήταν η επιβεβαίωση της ιστορίας του πατέρα μου! Ο βομβαρδισμός που ανέφερε είχε γίνει λοιπόν τον Απρίλιο του 1918. Η επιγραφή βέβαια φαινόταν αρκετά καινούργια. Σίγουρα προστέθηκε μετά τον ενταφιασμό του συζύγου της Αναστασίου το 1949.

Βαβούρη τρονκέ

Έτσι μπήκα στον πειρασμό να βρω στοιχεία για εκείνον τον βομβαρδισμό. Πώς αλήθεια να συνέβη; ήταν ατύχημα; μια παράπλευρη απώλεια; ή πράγματι ήταν βομβαρδισμός μιας απροστάτευτης πόλης; Έχοντας πρόσβαση στους 13 μεγάλους τόμους των γαλλικών αρχείων του Στρατού της Ανατολής, η ανεύρεση ήταν θέμα χρόνου. Ψάχνοντας τα αρχεία του Μαΐου 1918 δεν βρήκα τίποτα. Απογοήτευση. Μάλλον δεν θα θεωρήθηκε σημαντικό στη δίνη του μεγάλου πολέμου ένας βομβαρδισμός μιας μικρής επαρχιακής πόλης κάπου στο μακεδονικό μέτωπο. Από περιέργεια όμως άρχισα να ξεφυλλίζω τις εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα του Μαΐου 1917. Και, ω του θαύματος, σε πολυσέλιδη έκθεση της 5ης Μαΐου 1917 του συμμαχικού αρχηγείου Θεσσαλονίκης προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι διάβασα σε μια μικρή παράγραφο: “Στις 30 Απριλίου, 12 γερμανικά αεροπλάνα έριξαν 40 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό και στη πόλη των Βοδενών και 8 βόμβες στο Βέρτεκοπ. Δεν προξενήθηκαν ζημιές στην σιδηροδρομική γραμμή. Στα Βοδενά 15 νεκροί, 23 πολίτες τραυματισμένοι, 3 Γάλλοι στρατιώτες νεκροί”. Αυτό ήταν! Η αρχή του νήματος είχε βρεθεί!

Απόσπασμα της έκθεσης του στρατηγού Σαράιγ προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι όπου γίνεται αναφορά στον βομβαρδισμό της Έδεσσας.

Compte rendu cimplet

Ήταν λοιπόν 30 Απριλίου 1917, μέρα Δευτέρα, 17 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο που ήταν τότε σε ισχύ στην Ελλάδα. Περαιτέρω αναζήτηση οδήγησε στην ανεύρεση ειδικής έκθεσης για τον βομβαρδισμό που έγινε από έναν ανεξάρτητο Ελβετό εμπειρογνώμονα. Πρόκειται για τον Ροδόλφο Άρτσιμπαλντ Ράις (Rodolphe Archibald Reiss), καθηγητή εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου της Λωζάννης. Ο Ράις ήταν ιδρυτής του πρώτου παγκοσμίως ινστιτούτου εγκληματολογίας με έδρα την Λωζάννη, γι’ αυτό και θεωρείται πατέρας του κλάδου αυτού. Γεννημένος Γερμανός αλλά πολιτογραφημένος Ελβετός, ο Ράις βρισκόταν στα Βαλκάνια από την αρχή του πολέμου σαν ουδέτερος παρατηρητής. Είχε ήδη ετοιμάσει μια άλλη έκθεση που αφορούσε τον βομβαρδισμό των αγγλικών νοσοκομείων του Μαυροβουνίου στις 12 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς. Τότε βομβαρδίστηκαν και οι αποθήκες πυρομαχικών της 2ης σερβικής στρατιάς που βρίσκονταν μετά τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας, εκεί που η στενή σιδηροδρομική γραμμή ντεκωβίλ προς Αλμωπία συναντούσε την κανονική γραμμή. Ο Ράις επισκέφθηκε την Έδεσσα την επόμενη του βομβαρδισμού, Τρίτη 1η Μαΐου, ενώ συνέταξε και υπέγραψε την έκθεση στις 2 Μαΐου. Στη λεπτομερή του αναφορά γράφει ότι στις 30 Απριλίου, μεταξύ 9.30 και 10 το πρωί, επτά αεροπλάνα βομβάρδισαν την Έδεσσα προκαλώντας μεγάλες υλικές καταστροφές και πολλά θύματα. Σύμφωνα με περιγραφές πιλότων της αεροπορικής βάσης στο Μαυροβούνι, ένα σμήνος από δεκατέσσερα εχθρικά αεροπλάνα ήρθαν το πρωί της μέρας εκείνης από βορρά (Dragomanci – Άψαλο) στην περιοχή της Σκύδρας. Έριξαν τέσσερις βόμβες στο σιδηροδρομικό σταθμό αλλά δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν γιατί καταδιώχτηκαν από δώδεκα αεροπλάνα με Γάλλους και Σέρβους πιλότους που πρόλαβαν να απογειωθούν από το παρακείμενο αεροδρόμιο. Τα γερμανικά αεροπλάνα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Μία ομάδα από επτά αεροπλάνα πήρε την κατεύθυνση της Έδεσσας, ενώ τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν προς Γουμένισσα. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την πόλη έριξε βόμβες διαφόρων διαμετρημάτων. “Ο υπογράφων δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τον αριθμό των βομβών αλλά είδε ο ίδιος είκοσι κρατήρες που προκλήθηκαν από τις εκρήξεις”.

                      Η αρχή της έκθεσης του Ράις……

“On April 3oth, between 9.30 and 10 a.m., seven enemy aeroplanes flew over the open town of Vodena and bombarded it with projectiles of various calibre. These aeroplanes came from Vertekop. Commander V of the Franco-Serbian Air Service was at the last-named place at the time and saw fourteen enemy aeroplanes coming from the direction of Dragomanci. One of the aeroplanes flew over Vertekop station and dropped four bombs there. Another detached itself from the group and flew over the field belonging to the Franco-Serbian Air Service near the Vertekop hospitals. These two aeroplanes did not go to Vodena. The Franco-Serbian aviators, twelve in number, having gone up in chase of the Bulgaro-Germans, five of the aeroplanes belonging to the latter went off in the direction of Gumendje, while seven others went out of their way to fly over Vodena, going off subsequently in the direction of the first group. Exactly seven aeroplanes were correctly observed by the greater number of the witnesses I interrogated….”

                        ……και ο επίλογος της

“All these considerations warrant the undersigned in coming to the conclusion that the bombardment of the town of Vodena itself was merely an act of vandalism committed with the object of terrorizing the civil population, perhaps even out of revenge because the Allied aviators had prevented the enemy squadron from carrying out destructive work of real military value.
                                                                                          R. A. REISS.
SALONICA, May 2, 1917”.

Υπάρχει όμως και άλλη μαρτυρία. Ο κορυφαίος Σέρβος χειρούργος Μιχαήλο Πέτροβιτς υπηρετούσε στο σερβικό νοσοκομείο της Αψάλου (Δραγουμάντσι), την κατεύθυνση δηλαδή από την οποία ήρθαν τα γερμανικά αεροπλάνα. Είχε μάλιστα τη καλή συνήθεια να κρατά προσωπικό ημερολόγιο. Ας διαβάσουμε τι γράφει για την μέρα αυτή: “17.04: Σήμερα το πρωί ξεκινήσαμε να πάμε στα Βοδενά, στο στρατιωτικό οδοντιατρείο” (σημ. αρχές Ιανουαρίου 1917 οι σύμμαχοι είχαν ανοίξει στην Έδεσσα ένα στρατιωτικό οδοντιατρείο με επικεφαλής τον Σέρβο γιατρό Μίλος Πόποβιτς και βοηθό την Αγγλίδα Τάμπετ). “Δεν προλάβαμε να κάνουμε ένα χιλιόμετρο όταν ακούσαμε κινητήρες αεροπλάνων πίσω από τη πλάτη μας. Ένα αγγλικό αυτοκίνητο που προχωρούσε πιο μπροστά σταμάτησε. Οι Άγγλοι κατέβηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν ψηλά στον ουρανό προστατεύοντας τα μάτια τους με τις παλάμες. Αρχίσαμε να κοιτάμε και εμείς πίσω μας. Μια ομάδα από πέντε γερμανικά αεροπλάνα περνούσε ψηλά. Τα αντιαεροπορικά άρχισαν να βάλουν χωρίς σταματημό αλλά δεν σημάδευαν καλά. Πέντε έξι λεπτά αργότερα ακούσαμε έντονους πολυβολισμούς και είδαμε τα γερμανικά αεροπλάνα να επιστρέφουν….Δυο δικά μας αεροπλάνα Νιούπορτ συνετρίβησαν στο έδαφος. Η μηχανή του ενός ήταν διάτρητη από βλήματα ενώ το άλλο φαίνεται ότι έπεσε από βλάβη. Αγνοούμε αν οι Γερμανοί είχαν απώλειες αλλά αμφιβάλλω πολύ”.

Το χρονικό της επιδρομής έχει λοιπόν ως εξής. Τα γερμανικά αεροπλάνα φτάνουν πρωί στη Σκύδρα από την κατεύθυνση της Αψάλου. Ο Σέρβος γιατρός είδε 5 αεροπλάνα αλλά σίγουρα υπήρχε και άλλη ομάδα από 7 ή 9 την οποία δεν κατάφερε να δει. Φτάνοντας στη Σκύδρα οι επιτιθέμενοι προλαβαίνουν να ρίξουν 8 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό σύμφωνα με την γαλλική έκθεση, αλλά υπό την πίεση των γαλλικών καταδιωκτικών Νιούπορτ χωρίζονται σε δυο ομάδες. Μια ομάδα παίρνει τον δρόμο του γυρισμού ακολουθώντας την ίδια διαδρομή μέσω Αψάλου. Σε αερομαχία που ακολουθεί καταφέρνουν να καταρρίψουν δυο γαλλικά αεροπλάνα. Τα υπόλοιπα παίρνουν τον δρόμο για την Έδεσσα όπου αδειάζουν το φονικό τους φορτίο.

Ο Ελβετός εμπειρογνώμονας την πρωτομαγιά του 1917 κάνει επιτόπια έρευνα επισκεπτόμενος τις πληγείσες γειτονιές και σημειώνει: “Βόμβες έπεσαν κοντά στους στρατώνες, στην αγορά της πόλης, στον σιδηροδρομικό σταθμό, στα κτήματα μπροστά από τον σταθμό, κοντά στην Αμερικανική αποστολή, κοντά στο μεγάλο τζαμί, στα τουρκικά νεκροταφεία βγαίνοντας προς Άγρα, και κάτω στον Λόγγο. Ο σταθμός απέχει περί τα 450 μέτρα από τη πόλη. Εκεί έπεσε βόμβα μεγάλου διαμετρήματος (50 κιλών) δίπλα από τις τουαλέτες προκαλώντας φθορές στα κτήρια. Δεύτερη βόμβα ιδίου διαμετρήματος έπεσε στο λόφο 150 μέτρα βόρεια του σταθμού χωρίς όμως να εκραγεί. Άλλες βόμβες έπεσαν στους κήπους μπροστά από τον σταθμό. Εκεί σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ένας Γάλλος υπολοχαγός (Lecerf ο αποκαλούμενος Sior)”. Πέντε βόμβες έπεσαν στα τουρκικά νεκροταφεία, αριστερά βγαίνοντας από Έδεσσα προς Άγρα, όπου Τουρκάλες είχαν απλώσει άσπρα σεντόνια που ίσως δημιούργησαν την εντύπωση στους πιλότους ότι υπήρχε εκεί κάποιος σημαντικός στρατιωτικός στόχος, καθώς επίσης και στη περιοχή των στρατώνων όπου βρίσκονταν πέντε μεγάλα αντίσκηνα της γαλλικής αεροπορίας. “Οι άλλες βόμβες έπεσαν στη τύχη σε διάφορα σημεία της πόλης. Στην αγορά δυο μεγάλες βόμβες σκότωσαν και τραυμάτισαν αρκετούς πολίτες…Αναρωτιέται επίσης κανείς τι νόημα είχε ο βομβαρδισμός κάτω στο Λόγγο, όπου μια βόμβα έπεσε κοντά στο μοναστήρι ( σημ. της Αγίας Τριάδας) ενώ οι άλλες περί το ένα χιλιόμετρο μακριά”. Να σημειώσουμε ότι η Αμερικανική Αποστολή είχε δημιουργήσει καταυλισμό με Σέρβους πρόσφυγες από το Μοναστήρι σχετικά κοντά στο Γενί τζαμί. Δίπλα στο τζαμί λειτουργούσε μάλιστα και νοσοκομείο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού 50 κλινών, σε οίκημα που είχε παραχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση (2ο Δημοτικό σχολείο σήμερα). Γιατροί ήταν η χειρούργος Ρεγγίνα Κίις (Dr Regina Keyes) από το Μπάφαλο (ΝΥ) και η γιατρός Φράνσις Μέιμπελ Φλάντ (Dr Frances Mabel Flood) από την Ελμίρα (ΝΥ), με δυο Αμερικανίδες νοσοκόμες και ντόπιους βοηθούς.

Ο Ράις δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τον συνολικό αριθμό των βομβών αν και ο ίδιος είδε τουλάχιστον 20 κρατήρες που δημιουργήθηκαν από τις εκρήξεις. Η γαλλική έκθεση κάνει λόγο για 40 βόμβες στην Έδεσσα και θα πρέπει να είναι ο ακριβής αριθμός. Οι βόμβες ήταν δυο ειδών: μικρές όπως αυτές που χρησιμοποιεί το πεζικό εναντίον προσωπικού και μεγάλες των 50 κιλών. Τα περισσότερα θύματα βρέθηκαν στην αγορά της πόλης όπου έπεσαν δυο βόμβες σε ώρα που είχε αρκετό κόσμο.

Τα ονόματα των στρατιωτικών, θύματα του βομβαρδισμού στον Σταθμό, δεν κοινοποιήθηκαν με μόνη εξαίρεση αυτή του Γάλλου υπολοχαγού. Ο Ράις όμως αναφέρει τα ονόματα των πολιτών δίνοντας δυο λίστες, μία για τους νεκρούς και μία για τους τραυματίες. Είχε βέβαια κάποια δυσκολία να συγκρατήσει μερικά δύσκολα και εξωτικά γι’ αυτόν ονόματα, οπότε ο κατάλογος είναι κάπως έτσι:

Νεκροί πολίτες
1. Μπογκουμίρ Μιλάνοβιτς, 40 ετών
2. Λάζαρος Νούσης, 40 ετών
3. Μαρία Φίντση, 8 ετών
4. Αθανάσιος Ροδάβνης, 13 ετών
5. Αθανάσιος Κορόνας, 11 ετών
6. Δημήτριος Ζλατάνης, 45 ετών
7. Γαβριήλ Κουπούσινατς, 46 ετών ιερέας νοσοκομείου (ίσως του σερβικού σταθμού πρώτων βοηθειών κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό)
8. Ναδίρ Αλίν Μαχμούτ, 7 ετών
9. Αισέ Αμπντουλάχ, 20 ετών (έγγυος γυναίκα)
10. Εκσέ Μουσταφά, 5 ετών
11. Φατιμά Ντάγκο Αλίπε, 38 ετών
12.Δημήτριος Βούτσης, 30 ετών
13/ Ενας κουρέας, 40 ετών

Τραυματίες πολίτες
1. Δωροθέα Βαβούρη, 38 ετών
2. Ζήρα Μπέτση, 50 ετών
3. Νικόλαος Σάνης, 21 ετών
4. Αλή Χατζη Οσμάν, 19 ετών
5. Χατζη Οσμάν, 60 ετών
6. Πέτρος Ταρπάνης, 36 ετών
7. Τζώρτζε Τζίγκερ, 10 ετών
8. Λεπορλή Μεχμέτ, 25 ετών
9. Γκότσι Ντεμισον, 11 ετών
10. Ιωάννης Βαλτάδομ(;), 35 ετών
11. Τρυφωνία Μίτση, 35 ετών
12. Τσουκρί Μπεσίν, 14 ετών
13. Ζιβοζίν Βούκσεβιτς, 45 ετών
14. Γεώργιος Μπέλος, 11 ετών
15. Κωστας Βαδραλέσκας, 17 ετών
16. Χρίστος Τρεσίντσης, 16 ετών
17. Παναγιώτα Τσουκαλά, 30 ετών
18. Μαρία Λάζου Ρίστου, 30 ετών
19. Πετρούλα Τζόρτζη-Μιχαήλ, 25 ετών
20. Λάζα Χατζη-Αντόνοβιτς, 8 ετών.

Ο ονομαστικός κατάλογος του Ράις έχει 13 νεκρούς και 20 τραυματίες πολίτες, σύνολο 33 θύματα. Αντίθετα ο γαλλικός στρατός στην έκθεση της 5ης Μαίου αναφέρει 15 νεκρούς πολίτες και 23 τραυματίες, δηλαδή 38 θύματα χωρίς να υπολογίζονται φυσικά οι τρεις Γάλλοι στρατιωτικοί. Ίσως οι γαλλικές αρχές της πόλης, έχοντας περισσότερο καιρό στη διάθεση τους, να έκαναν ακριβέστερη καταγραφή των θυμάτων. Δυστυχώς δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στη γαλλική έκθεση. Παρατηρούμε επίσης ότι στον κατάλογο Ράις η Δωροθέα Βαβούρη φέρεται ως τραυματίας ενώ γνωρίζουμε ότι ο θάνατος της ήταν ακαριαίος και συνεπώς ο κατάλογος του θα πρέπει να διορθωθεί σε 14 νεκρούς και 19 τραυματίες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Ράις συντάχθηκε μία μόλις μέρα μετά τον βομβαρδισμό είναι πιθανόν κάποιος άλλος βαριά τραυματισμένος να κατέληξε τις επόμενες μέρες ανεβάζοντας τον τελικό αριθμό των νεκρών σε 15, δηλαδή τον αριθμό της γαλλικής αναφοράς.

Για την Δωροθέα Βαβούρη έχουμε τη σημαντική μαρτυρία της εγγονής της, κυρίας Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, η οποία είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας την οικογενειακή μνήμη. Ήταν Δευτέρα πρωί όταν σήμαναν οι σειρήνες στην Έδεσσα με την εμφάνιση των εχθρικών αεροπλάνων. Η γιαγιά της με το άκουσμα των σειρήνων βγήκε τρέχοντας από το ξενοδοχείο να πάει στο δημοτικό σχολείο στο Ψηλό Βράχο να πάρει τα παιδιά της. Δεν πρόλαβε να κάνει δέκα βήματα έξω από το ξενοδοχείο όταν έπεσε η βόμβα αφήνοντας την επί τόπου. Ήταν Δευτέρα 30 Απριλίου 1917 με το νέο ημερολόγιο (και όχι 1918 όπως αναφέρει η επιγραφή στον οικογενειακό τάφο).

Το περίπτερο στη πλατεία Τημενιδών όπου έπεσε η βόμβα και σκότωσε τη Δωροθέα Βαβούρη. Το ξενοδοχείο της οικογένειας, “Ο Μέγας Αλέξανδρος”, πρέπει να βρισκόταν πίσω δεξιά, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο “Ελενα”

Περίπτερο Σωκράτη.resized

Οικογενειακή φωτογραφία από το αρχείο της κ. Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, την οποία και ευχαριστώ. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο Αναστάσιος Βαβούρης και δίπλα του η σύζυγος του Δωροθέα. Ακριβώς πίσω είναι ο μεγάλος γιος και πατέρας της Μαίρης, Κωνσταντίνος, ενώ δίπλα στέκεται, όρθιος και αυτός, ο άλλος γιος Γρηγόρης. Στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας ο τρίτος γιός Δημητρός ενώ μπροστά είναι η κόρη τους Κλεοπάτρα. Η οικογένεια Βαβούρη φωτογραφήθηκε με έναν οικογενειακό φίλο (με το φέσι) αγνώστων στοιχείων (διόρθωση 3/5/2017: με νέα στοιχεία της οικογένειας πρόκειται για τον αδελφό της Δωροθέας κ. Γιούσμη, γνωστής οικογένειας στην Έδεσσα)

Φωτογραφία Βαβούρη0001.resized

Ο ονομαστικός κατάλογος νεκρών του Ράις περιλαμβάνει 4 Τούρκους, 2 Σέρβους και 7 Έλληνες στους οποίους πρέπει φυσικά να προσθέσουμε και την Δωροθέα Βαβούρη που την έχει λανθασμένα στο κατάλογο των τραυματιών. Διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα θύματα ήταν νέοι άνθρωποι και μικρά παιδιά. Από τους νεκρούς, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι θα πρέπει να επλήγησαν είτε κοντά στα τουρκικά νεκροταφεία είτε κοντά στο τζαμί ενώ οι περισσότεροι Έλληνες στην αγορά και στον σταθμό. Παρατηρούμε επίσης ότι μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν και Σέρβοι πρόσφυγες. Τότε υπήρχαν στην Έδεσσα πολλές οικογένειες Σέρβων προσφύγων αρκετές από τις οποίες φιλοξενούνταν και σε σπίτια Εδεσσαίων, όπως στο πατρικό μου. Αρκετοί πρόσφυγες φιλοξενούνταν και στη Μονή της Αγίας Τριάδας κάτω στο Λόγγο όπως και σε αντίσκηνα της Αμερικανικής Αποστολής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού Χένρυ Ντέιβισον, στην Έδεσσα είχαν βρει καταφύγιο περί τους 5000 Σέρβοι πρόσφυγες! (Henry Davison, The American Red Cross in the Great War, 1919).

Οι γερμανικές αεροπορικές αποστολές είχαν ενταθεί τους πρώτους μήνες του 1917. Στις 15 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης είχε μεταφερθεί στην αεροπορική βάση της Χούντοβας στη τότε Σερβία, βόρεια της Γευγελής, η περίφημη γερμανική μονάδα Καγκόλ 1 (Kagohl 1) που αποτελούνταν από τρία σμήνη βαρέων δικινητήριων βομβαρδιστικών (Gotha, Rumpler, AEG και τα Friedrichshafen) η οποία είχε σπείρει τον πανικό στις δυνάμεις της Αντάντ. Η μονάδα αυτή μεταφέρονταν από το γερμανικό επιτελείο στα διάφορα σημεία των συγκρούσεων ανάλογα με τις ανάγκες του πολέμου. Τα αεροπλάνα της πετούσαν σε μεγάλο ύψος και είχαν Γερμανούς πιλότους. Στη Χούντοβα παρέμειναν τρεις μήνες. Στις 27 Φεβρουαρίου βομβάρδισαν την Θεσσαλονίκη, στις 12 Μαρτίου βομβάρδισαν τις αποθήκες του σερβικού στρατού στη Σκύδρα καθώς επίσης και τα αγγλικά νοσοκομεία στο Μαυροβούνι, στις 2 Απριλίου το Μοναστήρι και στις 30 Απριλίου την Έδεσσα. Φυσικά επιχειρούσαν και ανατολικά, κυρίως στη Ρουμανία. Η μονάδα Καγκόλ 1 μεταφέρθηκε στα μέσα Μαΐου στο Δυτικό Μέτωπο, στη Φλάνδρα του Βελγίου, και από τότε η Αντάντ ανέκτησε και πάλι την κυριαρχία στους αιθέρες.

Ποιος ήταν όμως ο λόγος του βομβαρδισμού της Έδεσσας, μιας πόλης που δεν είχε στρατιωτικές μονάδες; Ο τότε δήμαρχος της πόλης – ο Γεώργιος Πέτσος – ανέφερε στον Ράις την επικρατούσα στην Έδεσσα άποψη που μου είχε πει και ο πατέρας μου. Εκείνες τις μέρες υπήρχε η φήμη ότι ο Πρίγκηπας και Αντιβασιλέας Αλέξανδρος Καρατζόρτζεβιτς της Σερβίας θα ερχόταν στην Έδεσσα. Ο εχθρός θα το είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους και έτσι βομβάρδισαν την πόλη για να τον σκοτώσουν. Ο δήμαρχος ανέφερε μάλιστα ότι είχε συλλάβει το πρωί έναν Βούλγαρο κατάσκοπο. Ο Γάλλος διοικητής όμως του αεροδρομίου στο Μαυροβούνι, ο λοχαγός Βιτρά (Vitrat) που τον αναφέρει στην έκθεση με το γράμμα V, έδωσε μια άλλη εξήγηση. Οι Γερμανοί ήρθαν να βομβαρδίσουν τον σιδηροδρομικό σταθμό, τις αποθήκες και το αεροδρόμιο στην περιοχή της Σκύδρας όπως είχαν κάνει και στις 12 Μαρτίου. Η ετοιμότητα όμως των συμμαχικών αεροπλάνων, που αυτή τη φορά πρόλαβαν να απογειωθούν έγκαιρα σε αντίθεση με την προηγούμενη επιδρομή της 12ης Μαρτίου, ματαίωσε τα σχέδιά τους. Έτσι για ευνόητους λόγους το γερμανικό σμήνος χωρίστηκε σε δυο ομάδες: μια ομάδα αεροπλάνων έφυγε δυτικά προς Έδεσσα και μια άλλη ανατολικά. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την Έδεσσα άδειασε το φορτίο της στη πόλη απλά για να προξενήσουν φθορές. Ο Ράις ασπάζεται αυτή την άποψη η οποία ακούγεται και πιο λογική. Έτσι παρά το γεγονός ότι η Έδεσσα δεν ήταν ο στόχος της γερμανικής επιδρομής, οι πιλότοι “ξεφορτώθηκαν” τις βόμβες σε περιοχές της πόλης που έκριναν ότι είχαν κάποιο στρατιωτικό ενδιαφέρον όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός, τα αντίσκηνα των Γάλλων και της Αμερικανικής Αποστολής καθώς επίσης τα τουρκικά νεκροταφεία όπου τα λευκά σεντόνια των μουσουλμάνων γυναικών θα τους φάνηκαν σαν αντίσκηνα στρατιωτών από το ύψος των 3000 μέτρων. Γι αυτό ήταν και τα μόνα μέρη όπου έριξαν εγκαιροφλεγείς βόμβες, δηλαδή βόμβες εναντίον προσωπικού που εκρήγνυνται πριν προσκρούσουν στο έδαφος. Το συμπέρασμα του Ελβετού ειδικού λοιπόν ήταν ότι ο βομβαρδισμός της πόλης δεν ήταν προσχεδιασμένος αλλά έγινε για να αδειάσουν το φορτίο τους προξενώντας μεγάλες καταστροφές χωρίς να λάβουν υπόψη τον άμαχο πληθυσμό κατά παράβαση των διεθνών κανόνων.

Η ιστορία παίζει μερικές φορές παράξενα παιχνίδια. 20 χρόνια αργότερα, στις 26 Απριλίου 1937, έγινε ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα στην Ισπανία που απαθανάτισε στον αριστουργηματικό του πίνακα ο Πικάσο.

Ο Ράις κλείνει την έκθεση του με τα εξής λόγια: “Όλες αυτές οι εκτιμήσεις ωθούν τον υπογράφοντα στο συμπέρασμα ότι ο βομβαρδισμός των Βοδενών ήταν κυρίως πράξη βανδαλισμού με στόχο την τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού, ίσως και από οργή για την αποτροπή εκ μέρους των συμμαχικών αεροπλάνων της επίτευξης των στρατιωτικών τους στόχων”. Ο Ροδόλφος Ράις συγκινημένος από τις απάνθρωπες ενέργειες του αυστριακού και βουλγαρικού στρατού εναντίον αμάχων στην κατεχόμενη Σερβία θα παραμείνει στο μακεδονικό μέτωπο μέχρι τη λήξη του πολέμου και θα ακολουθήσει το 1918 τη νικηφόρα πορεία των συμμαχικών δυνάμεων μέχρι το Βελιγράδι όπου και θα εγκατασταθεί μέχρι το τέλος της ζωής του. Η στάση του αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι τα δυο του αδέλφια υπηρέτησαν κατά τον πόλεμο στον γερμανικό στρατό όπου μάλιστα παρασημοφορήθηκαν σαν ήρωες πολέμου. Απεβίωσε το 1929 και η τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί η καρδιά του στη κορυφή του Βόρρα, στο σημείο που έγινε η φονικότατη μάχη του Καϊμακτσαλάν τον Σεπτέμβριο του 1916. Πράγματι, η καρδιά του μεταφέρθηκε σε μαρμάρινη λήκυθο στο εκκλησάκι που είναι γνωστό σήμερα σαν Προφήτης Ηλίας.

Η μαρμάρινη λήκυθος με την καρδιά του Ράις (στα σερβικά Ράισα – ΡΑJCΑ) στο εκκλησάκι στη κορυφή του Καϊμακτσαλάν

Screenshot from 2017-04-19 17-08-53

* Νέα ανάρτηση που αντικαθιστά αυτήν της 5ης Απριλίου 2016

Έδεσσα – Αιγές: η εκπληκτική επιβίωση ενός μύθου

“Και ο Κάρανος με ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων, προσταγμένος από τον χρησμό να πάει να εγκατασταθεί στη Μακεδονία έφτασε στην Ημαθία. Κυρίευσε εκεί την Έδεσσα περνώντας απαρατήρητος από τους κατοίκους της πόλης χάρις σε μια δυνατή μπόρα, με ομίχλη και πυκνή βροχή. Μπροστά του έτρεχαν γίδες που η κακοκαιρία τις έσπρωχνε προς την πόλη και ενθυμούμενος τον χρησμό που έλεγε ότι “θα βασιλέψει εκεί που θα τον οδηγήσουν οι γίδες” διάλεξε την πόλη αυτή για έδρα του βασιλείου του. Από τότε σε κάθε εκστρατεία έβαζε να προπορεύονται του στρατού γίδες για να έχει την ίδια επιτυχία όπως στη πρώτη του κατάκτηση. Σαν ενθύμιο αυτού του περιστατικού ονόμασε Αιγές την Έδεσσα και το λαό της Αιγεάτες”(1).

Για σχεδόν δεκαοκτώ αιώνες αυτό το κείμενο του Ιουστίνου θα γίνει το ευαγγέλιο λογίων, ιστορικών, αρχαιολόγων και άλλων επαϊόντων όταν προσέγγιζαν το θέμα της τοποθεσίας των Αιγών. Περαστικοί και επισκέπτες, περνώντας από την Έδεσσα δεν θα λησμονούν να αναφέρουν ότι εδώ ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Ήταν πίστη ακράδαντη, θεμελιωμένη στο παραπάνω απόσπασμα. Μερικοί προσπάθησαν να ανακαλύψουν τους βασιλικούς τάφους διατρέχοντας την αρχαία πόλη στο Λόγγο καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο πάνω στο πλάτωμα της αρχαίας ακρόπολης, όπου σήμερα κείται η σύγχρονη πόλη. Μάταια όμως. Με τα ευρήματα των ανασκαφών στη Βεργίνα το 1976 από τον Μανόλη Ανδρόνικο, εδώ δηλαδή και σαράντα χρόνια, το θέμα θα λυθεί τελεσίδικα. Πρόκειται ίσως για την πλάνη που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Και άντεξε στο χρόνο γιατί ο συγκεκριμένος γενεαλογικός μύθος της μακεδονικής δυναστείας εκλήφθηκε στη συνέχεια σαν αναντίρρητη ιστορική αλήθεια. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι δυναστικοί μύθοι και οι εκάστοτε αρχηγέτες τους – με πρώτο χρονικά τον Περδίκκα όπως τον παρουσιάζουν οι ιστορικοί Ηρόδοτος και Θουκυδίδης, ακολούθως τον Αρχέλαο όπως τον εισήγαγε αργότερα ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδία του και τελευταίο τον Κάρανο σε δυο παραλλαγές – εξελίχθηκαν στην αρχαία Μακεδονία στα πλαίσια της διεκδίκησης και εδραίωσης του βασιλικού θρόνου. Εξυπηρετούσαν με άλλα λόγια και πολιτικές σκοπιμότητες. Δεν θα υπεισέλθουμε εδώ στη δημιουργία των μύθων αυτών καθεαυτών (για το συγκεκριμένο θέμα βλ. Γ.Κ. Μάλλιου, Ο πρώτος βασιλιάς των Μακεδόνων Κάρανος, Έδεσσα 2014). Στο παρόν σημείωμα θα επικεντρωθούμε στο πως η δεύτερη παραλλαγή του μύθου με αρχηγέτη τον Κάρανο, η μόνη που ταυτίζει την Έδεσσα με τις Αιγές και που αναπαρήγαγε ο Ιουστίνος, κατάφερε να παραπλανήσει τις έρευνες για την ανεύρεση της πρώτης μακεδονικής πρωτεύουσας. Πως συνέβη να περάσουν τόσοι αιώνες χωρίς να αρθεί το πέπλο που σκέπαζε την αλήθεια; Σ’ αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουν να δώσουν απάντηση οι επόμενες γραμμές βασιζόμενες σε κείμενα εποχής.

Ποιός ήταν ο ιστορικός Ιουστίνος; Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Δεν γνωρίζουμε ούτε πού, ούτε πότε γεννήθηκε. Από τα ιστορικά γεγονότα που εξιστορεί υπολογίζεται ότι έζησε κάπου μεταξύ του 2ου και του 3ου αιώνα μ. Χ. Ήταν Ρωμαίος και έγραψε “εις λατινίδα φωνήν”. Το μόνο του σύγγραμα είναι η επιτομή, δηλ. η σύνοψη σε ένα τόμο, της μη σωζόμενης μεγάλης και πολύτομης “Παγκόσμιας Ιστορίας των Λαών” του Ρωμαίου ιστορικού Πομπηίου Τρόγου. Ο τελευταίος έζησε στα χρόνια του Οκταβιανού Αυγούστου και του Τιβερίου, στο πέρασμα δηλαδή από την παλιά στη νέα εποχή, στα χρόνια του Ιησού. Στην ιστορία του είχε τεράστιο αφιέρωμα στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στον πατέρα του Αλεξάνδρου Φίλιππο, σ’ αυτόν που έβαλε τις βάσεις του μακεδονικού μεγαλείου. Γι’ αυτό και το έργο του έγινε γνωστό και σαν “Φιλιππικές Ιστορίες”. Άλλωστε μόλις τότε ο Οκταβιανός έδωσε τέλος στη τελευταία κραταιά μακεδονική δυναστεία της Αιγύπτου, οδηγώντας σε αυτοκτονία την τελευταία των Λαγιδών, Κλεοπάτρα. Ο Ιουστίνος λοιπόν απλά σμύκρινε το μεγάλο έργο του Τρόγου γράφοντας μια σύνοψη. Σύνοψη που σίγουρα ήταν πιο εύκολο να αναπαραχθεί, πιο εύκολο να μεταφερθεί και πιο εύκολο να διαβαστεί από τους λατινόφωνους πολίτες της Ρωμαϊκης Αυτοκρατορίας. Έφερε τον τίτλο “Epitoma historiarum Philippicarum Pompei Trogi” (Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου).

Για το έργο του Ιουστίνου υπήρχαν από παλιά ενστάσεις. Ενστάσεις για παραλείψεις και για αρκετά λάθη. Εντυπωσιάζει για παράδειγμα η κρίση ενός Έλληνα μεταφραστή του λατινικού κειμένου, του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη, που προειδοποιεί τον αναγνώστη στον πρόλογο της έκδοσης του 1817 με τα εξής λόγια: “…θαϊδής τί άκαιρα και ανιστόρητα παραπηδήματα, τί δηλαδή αποτομαίς και κολοβώσεις έκαμε ο λεγόμενος επιτομεύς, ο οποίος την έκαμε, ως γραμματικός, δια να κάμη επίδειξιν των λογοτορνευμάτων του. Πλην και ούτω εις την από το ναυάγιον πτωχείαν μας, είναι και αυτό το βιβλίον αξιόλογον και περισπούδαστον, επειδή παίρνομεν δι αυτού μίαν έννοιαν της ιστορίας του Τρόγου”! Ο Φιλιππίδης εδώ υπονοεί ότι ο Ιουστίνος στη προσπάθεια του να συμπτύξει την πολύτομη ιστορία του Τρόγου αφαίρεσε σημαντικά κομμάτια, γι’ αυτό και κάνει αναφορά σε “αποτομαίς και κολοβώσεις“. Άραγε να αφαίρεσε και τις εναλλακτικές εκδοχές  της δυναστικής γενεαλογίας της Μακεδονίας που απουσιάζουν από το σύγγραμμα;

Η Επιτομή είχε εξαιρετική διάδοση στη Δύση. Γραμμένη στα λατινικά, την γλώσσα των λογίων του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι εκδόσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Είχε γίνει το δημοφιλές εγχειρίδιο της ιστορίας για αιώνες. Εκδόσεις του έχουμε το 1470 στη Βενετία, το 1472 στη Ρώμη, το 1474 στο Μιλάνο, το 1522 πάλι στη Βενετία, το 1588 στο Παρίσι, το 1606 στο Λέιντεν, το 1668 στην Ουτρέχτη ενώ αργότερα οι εκδόσεις και οι μεταφράσεις πολλαπλασιάζονται σε όλη την Ευρώπη. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι λόγιοι της εποχής που επισκέπτονται την Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους την ιστορία του Ιουστίνου. Αλλά και στον ελληνικό χώρο η πρώτη γνωστή μετάφραση γίνεται ήδη το 1686 (Βιβλίον ιστορικόν καλούμενον Ιουστίνος / Μεταφρασθέν εκ της λατινίδος φωνής εις απλήν φράσιν παρά Ιωάννου Μάκολα του Αθηναίου. Ενετίησιν: Παρά Μιχαήλ Αγγέλω τω Βαρβωνίω, αχπς’ (1686) μηνί Φεβρουαρίω). Η δεύτερη έκδοση θα γίνει το 1817 στη Λειψία “τω υψηλοτάτω και ευσεβεστάτω ηγεμόνι κ.κ. Ιωάννη Καραντζιά” σε μετάφραση του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη. Έτσι και οι Έλληνες λόγιοι θα γνωρίσουν από πολύ νωρίς την Επιτομή του Ιουστίνου.

Το εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης της Επιτομής του Ιουστίνου, το 1686, μεταφρασμένο από τον Ιωάννη Μάκολα.

Ιουστίνος 1686

Το εξώφυλλο της δεύτερης μετάφρασης “εις αιολοδωρικήν” της Επιτομής του Ιουστίνου από τον Δανιήλ Φιλιππίδη με το ψευδώνυμο “αποπειρογράφος της Ρουμουνίας”. Ο Φιλιππίδης είχε ήδη γράψει τα βιβλία “Απόπειρα Αναλύσεως του Νοουμένου” και “Ιστορία και Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας” εξ ού και το ψευδώνυμο “αποπειρογράφος”. Αγνοούσε την προγενέστερη μετάφραση του Μάκολα και είχε την εντύπωση ότι η δική του μετάφραση ήταν η πρώτη στη κοινή ελληνική.

Επιτομή Φιλιππίδη

Με το κείμενο του Ιουστίνου η Έδεσσα θα γίνει παγκοσμίως γνωστή σαν η πόλη που μετονόμασε ο Κάρανος σε Αιγές. Όποιος ήθελε να βρει την πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου δεν είχε παρά να ψάξει για την Έδεσσα. Και επειδή το τοπωνύμιο αυτό είχε χαθεί στο πέρασμα των αιώνων, ο Γάλλος θεολόγος Μισέλ Λεκιέν στο βιβλίο του για την Χριστιανική Ανατολή (Michel Lequien, Oriens christianus, Παρίσι 1740, σελ. 79-80) θα παρουσιάσει κείμενο του πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθου που μιλά για τον μητροπολίτη “Εδέσσης, ήτις τανιώ Βόδενα, ή Βόδυνα λέγεται”. Αυτός ήταν ο κρίκος που έλειπε για τη γνωστή πια τριπλέτα Έδεσσα – Αιγές – Βοδενά. Τα Βοδενά λοιπόν ήταν η αρχαία Έδεσσα η οποία σύμφωνα με τον Ιουστίνο συνέπιπτε με τις αρχαίες Αιγές. Έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος ομοφωνίας μεταξύ των λογίων της Δύσης για την τοποθεσία των Αιγών. Ομοφωνία όμως με μια εξαίρεση. Κάποιος Θεόφιλος Φρειδερίκος Τάφελ (Theophilus Fridericus Tafel), καθηγητής του πανεπιστημίου του Τούμπιγκεν (Tübingen) και μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας της Φρανκφούρτης, τόλμησε να εκφράσει μια διαφορετική, μια αιρετική άποψη. Στο βιβλίο του για την ρωμαϊκή στρατιωτική οδό Εγνατία (De Via Militari Romanorum Egnatia) που εκδόθηκε το 1842 διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές δεν ταυτίζονταν με την Έδεσσα. Χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω τον μύθο με τις γίδες διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές ήταν μια άλλη πόλη. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω; Όχι ακριβώς. Το θέμα συζητήθηκε ευρέως στην εποχή του. Φαίνεται όμως ότι απορρίφθηκε η άποψη του. Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε πώς έγινε η απόρριψη αυτή. Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει ένας νεαρός Γάλλος ελληνιστής ο οποίος θα προσπαθήσει να συνοψίσει τα επιχειρήματα εναντίον της άποψης του Γερμανού καθηγητή.

Ο Αλφρέντ Ντελακουλόνς (Alfred Delacoulonches) ήταν ένας νεαρός και ταλαντούχος ελληνιστής που είχε διαβάσει διεξοδικά τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Διπλωματούχος της περίφημης Ecole Normale του Παρισιού έφτασε την δεκαετία του 1850 μαζί με τον συμμαθητή του Λεόν Εζέ (Léon Heuzey) στη Γαλλική Σχολή Αθηνών. Μαζί ξεκινούν τον Σεπτέμβριο του 1855 ένα διερευνητικό ταξίδι στη Μακεδονία, τότε υπό οθωμανικό ζυγό, ακολουθώντας τα βήματα του Γάλλου προξένου Εσπρί Κουζινερύ. Τα αποτελέσματα αυτού του ταξιδιού ο Ντελακουλόνς θα τα δημοσιεύσει το 1859 στο Παρίσι (Memoire sur le berceau de la Puissance Macédonienne, 1859). Πρώτος σταθμός του ταξιδιού ήταν φυσικά οι αρχαίες Αιγές, τα τότε Βοδενά. Η ομορφιά του τοπίου τον μαγεύει από την πρώτη στιγμή. “Φανταστείτε ένα τεράστιο ημικυκλικό πλάτωμα ύψους 120 με 150 πόδια που κόβεται σαν μαχαίρι στις τρεις του πλευρές ενώ έχει για πλάτη τα δυο βουνά (σημ. Βέρμιο και Βόρρα) οι πλαγιές των οποίων αφήνουν ένα πέρασμα στα νερά των λιμνών (σημ. εννοεί τις λίμνες Άγρα και Βεγορίτιδα)”… “Η Ακρόπολη των Αθηνών είναι ο πιο όμορφος βράχος του κόσμου αλλά το πιο υπέροχο πλάτωμα που φιλοξενεί πόλη είναι ίσως αυτό των Βοδενών”. Μπροστά μάλιστα στους καταρράκτες, όπως ο συνταγματάρχης Λήκ το 1806 (William Martin Leake, Travels in Northern Greece), θα αναφωνήσει τους στίχους του Ορατίου…

Με γοητεύουν λιγότερο η Λακεδαίμονα
και οι εύφορες πεδιάδες της Λάρισσας
από ότι οι πηγές του Άλμπουλα, ο γρήγορος χείμαρρος Άνιο
τα δάση του Τίβολι και οι κήποι με τα φρούτα
που διασχίζονται από δροσερά ρυάκια (2)

..καθρεφτίζοντας φυσικά στους τρεις τελευταίους στίχους τα νερά της Έδεσσας.

Σχεδόν ερωτευμένος με το τοπίο θα γράψει κατηγορηματικά: “σ’ αυτόν τον τόπο ήταν κάποτε η αρχαία Έδεσσα, η πόλη του Καράνου, η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό”. Με τη δύναμη της γνώσης των ελάχιστων που έχουν επισκεφτεί την τοποθεσία δεν χάνει την ευκαιρία να αναφερθεί “στο σημαντικό ερώτημα που έθεσε τελευταία η γερμανική κριτική: Έδεσσα και Αιγές ήταν μία και αυτή πόλη; ή καλύτερα η Έδεσσα ήταν οι Αιγές στην οποία ενταφιάζονταν οι βασιλείς της Μακεδονίας;” Αναφέρεται φυσικά στη “μελέτη για την Via Egnatia στην οποία ο κ. Τάφελ δίνει αρνητική απάντηση”. Μεθοδικά θα συνοψίσει τα επιχειρήματα του Τάφελ και θα προσπαθήσει να τα αντικρούσει ένα προς ένα. Το κείμενο του σίγουρα αντικατοπτρίζει τον ακαδημαϊκό διάλογο που έφερε στο προσκήνιο η έκδοση του βιβλίου του Τάφελ.

Το πρώτο επιχείρημα του Γερμανού καθηγητή είναι η διάκριση που κάνει ο γεωγράφος Πτολεμαίος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών όταν αναφέρεται στις πόλεις της Ημαθίας: “Ημαθίας: Τύρισσα…..Αίδεσσα, Βέρροια, Αιγαία, Πέλλα”. Δίδει μάλιστα τα γεωγραφικά στίγματα της Έδεσσας και των Αιγών σε αντίθετες κατευθύνσεις από την Βέροια. Η Έδεσσα βόρεια και οι Αιγές νότια της Βέροιας.

Οι συντεταγμενες πόλεων της Ημαθίας όπως εμφανίζονται στη Γεωγραφία του Πτολεμαίου από την έκδοση του C. F. A. Nobbe της Λειψίας το 1843

Screenshot from 2017-05-24 19-22-46

Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει ότι ο Πτολεμαίος διακρίνει δυο διαφορετικές πόλεις, την Αίδεσσα (Έδεσσα) και την Αιγαία αλλά τονίζει: “Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η πόλη Αιγαία ήταν πράγματι ο τόπος ταφής των Μακεδόνων βασιλέων. Και μόνο η ορθογραφία μας οδηγεί σε αντίθετη σκέψη. Βρίσκουμε στα κείμενα τους τύπους Αιγαί, Αιγείων, Αιγέων, Αιγοίς, Αιγέας αλλά πουθενά Αιγαία. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι η Αιγαία δεν έχει καμιά σχέση με τις Αιγές….Ίσως να πρόκειται για την Αιγανέη γειτονική πόλη της Βέροιας”. Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι η διαφορά γραφής στην περίπτωση της Έδεσσας δεν ενοχλεί τον νεαρό ελληνιστή ενώ θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τη γραφή Αιγαία (με αι) αντί Αιγέα (με ε). Θα δούμε στη συνέχεια ότι και ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την ίδια ορθογραφία με τον Πτολεμαίο. Ας σημειωθεί ότι οι διαφορές γραφής ονομάτων δεν ήταν τόσο σπάνιο φαινόμενο παλιότερα. Οι αντιγραφείς των αρχαίων κειμένων ήταν συχνά η αιτία των διαφορών στη γραφή. Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι οι ιδέες του Πτολεμαίου είχαν περάσει στους χαρτογράφους της Αναγέννησης αλλά δεν τους δόθηκε η προσήκουσα σημασία. Έτσι για παράδειγμα σε χάρτη του Γερμανού γεωγράφου Γιόχαν Λάουρενμπεργκ (Johann Laurenberg) που εκδόθηκε το 1661 (Graecia antiqua, Amsterdam, 1661) οι θέσεις Έδεσσας, Βέροιας και Αιγών είναι διακριτές, όπως και στον Πτολεμαίο, και δίδονται τα στίγματα με την ακριβή σειρά: η Έδεσσα βορειότερα της Βέροιας και οι Αιγές νοτιότερα.

Ο  χάρτης του Λάουρενμπεργκ του 1661 διακρίνει καθαρά τις διαφορετικές τοποθεσίες των πόλεων Έδεσσας, Βέροιας και Αιγέας (Αιγών). Ο χάρτης αυτός πέρασε απαρατήρητος από τους επαΐοντες των τριών επόμενων αιώνων!

LAURENBERG, Johann Macedonia 1661

Το δεύτερο στοιχείο κατά τον Τάφελ είναι η διάκριση που κάνει ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών σε δυο διαφορετικά βιβλία της Ιστορίας του. Στο μεν τέταρτο βιβλίο (4 10) αναφέρει τις Αιγές πρώτη μεταξύ των πόλεων της Μακεδονίας ενώ στο έκτο βιβλίο (6 34), όπου μιλά για την ιδιοφυή ιδέα των Ελλήνων να χωρίσουν τη γη σε γεωγραφικές παραλλήλους στις ζώνες των οποίων ανήκουν πόλεις “που έχουν την ίδια διάρκεια νύχτας και μέρας”, αναφέρει την Έδεσσα στην 5ο παράλληλο. Η απάντηση του Ντελακουλόνς είναι ότι ο Πλίνιος δεν αναφέρει και τις δυο πόλεις ταυτόχρονα στα δυο βιβλία. Την πρώτη φορά αναφέρει τις Αιγές αλλά όχι την Έδεσσα ενώ την δεύτερη φορά αναφέρει την Έδεσσα αλλά όχι τις Αιγές. Άρα μιλά πάντα για την ίδια πόλη: την πρώτη φορά με το νέο όνομα Αιγές στο 4ο βιβλίο και τη δεύτερη φορά με το παλιό στο 6ο βιβλίο.

Το τρίτο επιχείρημα αφορά την “Περί Φυτών Ιστορία” όπου ο Θεόφραστος περιγράφει ένα περίεργο φυσικό φαινόμενο: “διό ενιαχού τα νέφη τοις πνεύμασιν υπενεναντίας φέρεται, καθάπερ περί Αιγειάς της Μακεδονίας, βορέου πνέοντος προς βορέαν” (VI. 8, 12) δηλαδή σε μερικούς τόπους τα σύννεφα έχουν αντίθετη φορά από τους ανέμους όπως στις Αιγές όπου όταν πνέει βόρειος άνεμος τα σύννεφα πηγαίνουν βόρεια. Αυτό το φαινόμενο συνδέεται φυσικά με την διαφορετική φορά των ανέμων ανάλογα με το ύψος και συμβαίνει συχνά σε μέρη όπου η αύρα της θάλασσας έχει διαφορετική κατεύθυνση από τους ανέμους που πνέουν σε μεγαλύτερα ύψη. Ο Ντελακουλόνς όμως απαντά ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε άρα και στο υψηλό οροπέδιο της Έδεσσας και συνεπώς το σημείο αυτό είναι άνευ σημασίας.

Το τέταρτο επιχείρημα του Τάφελ προέρχεται από τους Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου όπου αναφέρονται ξεχωριστά οι πόλεις Έδεσσα και Αιγές. Στο έργο του “Δημήτριος” (ο Πολιορκητής) ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όταν ο Δημήτριος αρρώστησε, ο Πύρρος βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί ξαφνικά στη Μακεδονία και να φτάσει μέχρι την Έδεσσα (3). Στο έργο “Πύρρος” επαναλαμβάνει την ξαφνική κάθοδο του Μολοσσού βασιλιά χωρίς αντίσταση μέχρι την Έδεσσα όταν είχε αρρωστήσει ο Δημήτριος με κίνδυνο να πάρει ακόμη και την βασιλεία (4). Στην Έδεσσα επίσης είχε στρατοπεδεύσει ο Πύρρος όταν έμαθε ότι ο Λυσίμαχος, μετά την νίκη του επί του Δημητρίου, ερχόταν εναντίον του από τη Συρία και φοβισμένος έφυγε με τον στρατό του (5). Αντίθετα στο κεφάλαιο 26 αναφέρεται για πρώτη φορά στις Αιγές, πόλιν Αιγαίων, όπως την ονομάζει. Αφού ο Πύρρος νίκησε τον γιό του Δημητρίου, Αντίγονο Γονατά, άρχισε να καταλαμβάνει τη μια πόλη μετά την άλλη. Κατέλαβε και τις Αιγές, φερόμενος άγρια στους κατοίκους της και εγκατέστησε φρουρά από Γαλάτες μισθοφόρους. Οι τελευταίοι, άνθρωποι πρωτοφανούς απληστίας, άρχισαν να σκάβουν τους τάφους των βασιλέων, λεηλάτησαν τους θησαυρούς και διέπραξαν ιεροσυλία διασκορπίζοντας τα οστά τους (6). Γιατί λοιπόν ο Πλούταρχος αναφέρεται με δυο ξεχωριστές ονομασίες και μάλιστα στο ίδιο κείμενο (Πύρρος) αν πρόκειται για την ίδια πόλη; Το ερώτημα το αντιπαρέρχεται ο Ντελακουλόνς δίνοντας την βολική απάντηση ότι δηλαδή άλλοτε ο Πλούταρχος αναφέρει την Έδεσσα με το παλιό της όνομα και άλλοτε με το νέο! Και όμως η ανάγνωση του κειμένου δίνει καταφανώς δίκιο στον Γερμανό καθηγητή. Ο Πύρρος είχε καταλάβει δυο φορές την Έδεσσα, τη δεύτερη μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την εγκαταλείψει οικειοθελώς όταν πλησίαζε ο Λυσίμαχος προερχόμενος από τη Συρία. Ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε άσχημα στους Εδεσσαίους. Ποιος ο λόγος λοιπόν να φερθεί σκληρότατα στους κατοίκους της ίδιας πόλης όταν την κατέλαβε για τρίτη φορά; Προφανώς επρόκειτο για άλλη πόλη, τις Αιγές όπως και την ονομάζει ο Πλούταρχος. Η απάντηση του Ντελακουλόνς ότι τυχαία ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ονομασία στερείται κάθε λογικής.

Το τελευταίο επιχείρημα του Τάφελ είναι ότι δεν έχουν βρεθεί βασιλικοί τάφοι στην Έδεσσα. Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει στο σημείο αυτό ότι παρά τις έρευνες πολλών ημερών δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τους περίφημους τάφους για τους οποίους μιλούν ο αρχαίοι ιστορικοί. “Θα το πω ευθέως” αναφέρει στην έκθεση του. “Δεν σταθήκαμε πιο τυχεροί από άλλους επισκέπτες και δεν βρήκαμε τίποτα που θα μπορούσε να ρίξει φως σε σχέση με τους βασιλικούς τάφους”. Έχει όμως έτοιμη τη δικαιολογία: “αυτοί οι τάφοι όμως είχαν λεηλατηθεί τόσες φορές, και μόλις 50 χρόνια από τον θάνατο του Αλεξάνδρου, που θα έπρεπε να εκπλαγούμε αν βρίσκαμε και το παραμικρό ίχνος”.

Ικανοποιημένος από την “αποδόμηση” των επιχειρημάτων του Τάφελ ο Ντελακουλόνς καταλήγει: “Αυτές οι παρατηρήσεις μας οδηγούν στη κοινή μας πεποίθηση. Στην Έδεσσα πρέπει να τοποθετήσουμε τον ιερό τόπο της μακεδονικής βασιλείας. Έδεσσα και Αιγές δεν είναι παρά μία και μόνο πόλη”!

Η εμμονή του νεαρού Γάλλου ελληνιστή που κλείνει τα μάτια μπροστά στο προφανές μας εντυπωσιάζει. Η ρήση του Ιουστίνου είχε δημιουργήσει σχεδόν θρησκευτική πίστη που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει. Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ντελακουλόνς. Η συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών είχε την ίδια αντίδραση.

Ο συνάδελφος, φίλος και συνοδοιπόρος του Ντελακουλόνς, Εζέ, θα βρεθεί στο χωριό Παλατίτσα, στις αρχαίες Αιγές, δυο φορές. Παρακινούμενος από την ανάγνωση του “Ταξιδιού στη Μακεδονία” του Γάλλου προξένου Κουζινερύ θα επισκεφτεί τον χώρο που είχε υποδείξει το 1776 στον Κουζινερύ ο Μπεκέλας της Βεροίας, ο προπάππος του Δημητρίου Βικέλα. Για την τοποθεσία “Παλάτια” είχε γράψει πρώτος ο γεωγράφος και επίσκοπος Ναυπάκτου Μελέτιος, στη Γεωγραφία του. Κατά τον Μελέτιο στη θέση εκείνη βρισκόταν η αρχαία Πέλλα. Όπως όμως είχε παρατηρήσει ο Μπεκέλας, σε ερώτηση του Κουζινερύ, η θέση Παλάτια δεν βρισκόταν κοντά στα Γιαννιτσά όπως έγραφε ο Μελέτιος αλλά νότια του Αλιάκμονα στις πλαγιές των Πιερίων, ένα μέρος με πολλές αρχαιότητες λόγω των οποίων μάλιστα είχε πάρει και το όνομα Παλάτια. Δεν είχε καμιά σχέση με την Πέλλα. Ο Εζέ, μετά την πρώτη επίσκεψη εκεί το 1855 όπου διαπίστωσε την ύπαρξη αρχαίων, θα οργανώσει ειδική αποστολή το 1861 χρηματοδοτούμενη από τον Γάλλο αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ’. Εξετάζοντας τα αρχαία, ψηλά στο πλάτωμα όπου είχε ανεγερθεί στα βυζαντινά χρόνια η εκκλησία της Αγίας Τριάδος, θα καταλάβει ότι δεν πρόκειται για ένα κοινό κτήριο ή ναό όπως ο Παρθενώνας αλλά για παλάτι πρωτοφανών για την αρχαιότητα διαστάσεων, σύμβολο πολιτικής επιρροής και ισχύος. Ήταν παλάτι Μακεδόνων βασιλέων. Έκπληκτος από τα ευρήματα θα σπάσει το κεφάλι του να βρει την πόλη που κρυβόταν πίσω από τα σημαντικά ερείπια. Θα εξετάσει όλα τα ενδεχόμενα. Μήπως είναι η πόλη Ουάλλαι (Βάλλες) του γεωγράφου Πτολεμαίου; Αλλά πρόκειται για ύστερο ρωμαϊκό τοπωνύμιο, άρα απορρίπτεται. Μήπως είναι η πόλη Φυλακαί που δεν έχει βρεθεί ακόμη; Αλλά η θέση δεν ταιριάζει με τους αρχαίους χάρτες του Πτολεμαίου. Παρατηρεί βέβαια ότι μια πόλη ταιριάζει με τους πτολεμαϊκούς χάρτες. Είναι “ένα μέρος που ο Πτολεμαίος ονομάζει Αιγαία πλην όμως οι σύγχρονοι γεωγράφοι την τοποθετούν οι μεν στις Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας που είναι η Έδεσσα, οι δε στο Αιγίνιο ή στην Αιγανέη της Εορδαίας που είναι και το πιθανότερο. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι η Αιγαία βρίσκεται στην Ημαθία” (Mission de Macédoine, 1876). Η τύφλωση που έχει επιφέρει το κείμενο του Ιουστίνου είναι άνευ προηγουμένου! Τελικά θα την αναφέρει στο κείμενο του απλά Αρχαία Πόλη, πόλη χωρίς όνομα.

Αριστερά το τοπογραφικό του Εζέ του 1861 και δεξιά δορυφορική φωτογραφία της περιοχής των Αιγών. (1) το Παλάτι, όπου υπήρχε ο Ι.Ν. της Αγίας Τριάδος (2) η Νεκρόπολη – που ο Εζέ ονομάζει αρχαία πόλη, (3) η Μεγάλη Τούμπα όπως την ονομάζει ο Εζέ όπου βρέθηκε ο τάφος του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο, (4) οι μεγάλες τεχνητές τούμπες και (5) το χωριό Παλατίτσα.

Screenshot from 2017-04-11 07-52-26.resized

Το Παλάτι όπως το σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Ντομέ (Daumet), μέλος της αποστολής Εζέ του 1861, με βάση τις διαστάσεις του οικοδομήματος

Screenshot from 2017-04-11 07-59-42

Θα περάσει ένας αιώνας πριν το θέμα ανακύψει ξανά. Θα το επαναφέρει η Ελληνίδα Φανούλα Παπάζογλου η οποία το 1957 θα υποστηρίξει ότι είναι λάθος η ταύτιση των Αιγών με την Έδεσσα. Στις γνωστές θέσεις του Πτολεμαίου, του Πλινίου και του Πλουτάρχου θα προσθέσει και δυο επιγραφές του 3ου π. Χ αιώνα που αναφέρουν “Μακεδών εξ Εδέσσης” και “Μακεδών εξ Αιγεών”. Μετά τον Γερμανό Τάφελ θα είναι η πρώτη φορά που κάποιος άλλος θα αποδείξει με επιχειρήματα την μεγάλη πλάνη. Παρόλα αυτά θα πρέπει να φτάσει το 1972, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος Χάμοντ (N. G. L. Hammond, A History of Macedonia, Oxford, 1972) θα συμπλεύσει με την άποψη αυτή. Και φυσικά το τέλος του λάθους θα φέρει ο καθηγητής Ανδρόνικος το 1976 ο οποίος θα δείξει πόσο δίκιο είχε ο γεωγράφος Πτολεμαίος και πόσο άδικο ο Ιουστίνος!

Κλείνοντας θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η, μακροβιότερη ίσως, ιστορική πλάνη έγινε δυνατή λόγω της απώλειας σημαντικών έργων της αρχαιότητας για την Μακεδονία. Από το κεφάλαιο του 7ου βιβλίου του Στράβωνα που αφορούσε την Μακεδονία έχουν σωθεί ελάχιστα τμήματα. Πιο άτυχοι είμαστε με τα γραπτά των Μακεδόνων ιστορικών. Τόσο οι μακεδονικές ιστορίες (Μακεδονικαί Ιστορίαι) του Μαρσύα Φιλιππέως, όσο και η Ιστορία του, συμμαθητή και φίλου του Αλεξάνδρου, Μαρσύα Πελλαίου καθώς και τα “Μακεδονικά Πάτρια” του Θεαγένη έχουν δυστυχώς χαθεί. Έτσι όλα τα βλέμματα στάθηκαν στην σύνοψη του Ιουστίνου. Κι ενώ ο συνδυασμός παραγράφων άλλων αρχαίων κειμένων, όπως του Πλουτάρχου, οδηγούσε λογικά στην αποκάλυψη της ιστορικής αλήθειας αιώνες νωρίτερα, χρειάστηκε η αρχαιολογική σκαπάνη να λύσει, σαν άλλο γόρδιο δεσμό, το μεγάλο γρίφο της τοποθεσίας των Αιγών. Ίσως όμως να ήταν έτσι καλύτερα. Γιατί γνωρίζουμε τί συνέβαινε όταν δυτικοί αρχαιολάτρες ανακάλυπταν αρχαία στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα! Σήμερα δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε στο Λούβρο για να θαυμάσουμε τα αριστουργήματα της αρχαίας μακεδονικής τέχνης που βρέθηκαν – και συνεχίζουν να ανευρίσκονται – στις Αιγές. Μια επίσκεψη στη Βεργίνα αρκεί.

(1) Απόσπασμα από την έκδοση “ex officina plantiniana raphelengii” του 1606 στο Λέιντεν (Leiden) της Ολλανδίας. H Έδεσσα γράφεται στο κείμενο Aedessa (Αίδεσσα).

Screenshot from 2017-04-22 12-14-45

“Sed et Caramus cum magna multitudine Graecorum, sedes in Macedonia responso oraculi jussus quaerere, cum in Emathiam venisset, urbem Aedessam, non sentienti bus oppidanis propter imbrium et nebulae magnitudinem, gregem caprarum imbrem fugientium secutus, occupavit; revocatusque in memoriam oraculi, quo jussus erat ducibus capris imperium quaerere, regni sedem statuit, religioseque postea observavit, quocunque agmen moveret, ante signa easdem capras habere, coeptorum duces habi turus, quas regni habuerat auctores. Urbem Aedessam ob memoriam muneris Aegeas, populum Aegeadas vocavit”.  (Iustini Liber VII)

(2) Nee me tam patiens Lacedaemon,
Nee tam Larissae percussil campus opimae,
Quam domus Albuneae resonantis
Et praeceps Anio, el Tiburni Iucus et uda
Mobilibus pomaria rivis
(Oratio I carm: VII)

(3) “ ὁ δ᾽οὖν Δημήτριος ἐπισφαλέστατα νοσήσας ἐν Πέλλῃ μικροῦ τότε Μακεδονίαν ἀπέβαλε, καταδραμόντος ὀξέως Πύρρου καὶ μέχρις Ἐδέσσης προελθόντος” (Πλουτάρχου Δημήτριος 43)

(4) “ὀλίγῳ δὲ ὕστερον πυθόμενος νοσεῖν τὸν Δημήτριον ἐπισφαλῶς ἐνέβαλε μὲν ἐξαίφνης εἰς Μακεδονίαν ὡς ἐπιδρομήν τινα καὶ λεηλασίαν ποιησόμενος, παρ᾽ ὀλίγον δὲ ἦλθε πάντων ὁμοῦ κρατῆσαι καὶ λαβεῖν ἀμαχεὶ τὴν βασιλείαν, ἐλάσας ἄχρι Ἐδέσσης μηδενὸς ἀμυνομένου” (Πλουτάρχου Πύρρος, 10 1-2)

(5) “τέλος δὲ Δημητρίου καταπολεμηθέντος ἐν Συρίᾳ Λυσίμαχος ἐπ᾽ ἀδείας γενόμενος καὶ σχολάζων εὐθὺς ἐπὶ τὸν Πύρρον ὥρμησε καθημένου περὶ τὴν Ἔδεσσαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 12 5-6)

(6) “μετὰ τὴν μάχην δὲ εὐθὺς ἀνελάμβανε τὰς πόλεις, τῶν δὲ Αἰγαίων κρατήσας τά τε ἄλλα χαλεπῶς ἐχρήσατο τοῖς ἀνθρώποις, καὶ φρουρὰν Γαλατικὴν ἐν τῇ πόλει κατέλιπε τῶν μετ᾽ αὐτοῦ στρατευομένων, οἱ δὲ Γαλάται γένος ἀπληστότατον χρημάτων ὄντες ἐπέθεντο τῶν βασιλέων αὐτόθι κεκηδευμένων τοὺς τάφους ὀρύττειν, καὶ τὰ μὲν χρήματα διήρπασαν, τὰ δὲ ὀστᾶ πρὸς ὕβριν διέρριψαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 26)

Στα βήματα ενός πρέσβη της Βενετίας το 1591

Ο πρώτος δυτικός επισκέπτης που πέρασε κατά την οθωμανική περίοδο από τα μέρη μας ήταν ο Ενετός βάιλος (πρέσβης) Λορέντζο Μπερνάρντο (Lorenzo Bernardo) τον Μάιο του 1591. Ο Μπερνάρντο δεν έκανε ταξίδι αναψυχής ούτε ενδιαφερόταν για αρχαιότητες. Τα ταξίδια στην Ανατολή την περίοδο εκείνη ήταν είτε συνδεδεμένα με τους Αγίους Τόπους, είχαν δηλαδή προσκυνηματικό χαρακτήρα, είτε είχαν καθαρά στρατιωτικό και πολιτικό σκοπό. Στη προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για μια ειδική μυστική αποστολή. Το Συμβούλιο των Δέκα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, το ισχυρό εκτελεστικό και δικαστικό σώμα της Βενετίας, είχε λάβει πληροφορίες στις 19 Απριλίου του 1591 ότι ο πρεσβευτής της στη Κωνσταντινούπολη, Ιερώνυμος Λιπομάνο (Girolamo Lippomano), είχε δώσει μυστικές πληροφορίες που αφορούσαν τον ενετικό στόλο και τον τρόπο κατασκευής των πλοίων στον ανταγωνιστή τους βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο ΙΙ. Την επόμενη μέρα το Συμβούλιο έκρινε ότι επρόκειτο για υψίστη προδοσία και αποφάσισε τη σύλληψη και θανάτωση του. Υποψιάζονταν όμως ότι σε περίπτωση που πληροφορούνταν την ποινή, ο Λιπομάνο θα προσπαθούσε να διαφύγει ή να θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις Βενετίας-Οθωμανικής αυτοκρατορίας γιατί είχε αναπτύξει αρκετά στενή φιλία με τον μεγάλο βεζίρη (κάτι σαν πρωθυπουργό του σουλτάνου) Σινάν πασά. Για το λόγο αυτό ανατέθηκε σε έναν έκτακτο απεσταλμένο, τον Λορέντζο Μπερνάρντο που γνώριζε καλά τους κύκλους στη Κωνσταντινο-ύπολη καθότι είχε διατελέσει βάιλος εκεί λίγα χρόνια νωρίτερα (1584-87), να πάει κρυφά να τον συλλάβει και να τον στείλει πίσω στη Βενετία. Ο Μπερνάρντο, συνοδευόμενος από τον γραμματέα του Γκαμπριέλε Καβάτσα (Gabriele Cavazza) και έναν άλλο αξιουματούχο, ξεκίνησε την μυστική του αποστολή στις 26 Απριλίου 1591 μπαρκάροντας με γαλέρα από την Βενετία. Δεν αποβιβάστηκε για λόγους μυστικότητας στη Ραγούσα (Ντουμπρόβνικ) όπως συνηθιζόταν για την γρήγορη διαδρομή Ραγούσα – Σκόπια – Σόφια – Αδριανούπολη – Κωνσταντινούπολη αλλά κατέβηκε νοτιότερα στο Κάταρο (Cattaro σημερινό Κότορ) του Μαυροβουνίου. Ο Καβάτσα κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού που μας είναι σήμερα πολύτιμο γιατί οι περιγραφές της διαδρομής θεωρούνται πολύ ακριβείς. Όπως αναφέρει στην αρχή του ημερολογίου, το γεγονός ότι πήραν μια σπάνια, λιγότερο ασφαλή και άγνωστη τότε διαδρομή τον έκανε να κρατήσει σημειώσεις που θα ήταν χρήσιμες σε επόμενους ταξιδιώτες οι οποίοι θα έπαιρναν τον ίδιο δρόμο. Ετσι ακολούθησαν την οδό που περνούσε από Τίρανα, Ελμπασάν και Μοναστήρι. Από εκεί αντί να πάνε μέσω Σκοπίων που ήταν πιο ασφαλής διαδρομή αλλά τέσσερις μέρες μακρύτερη, ο πρεσβευτής αποφάσισε να πάρει το δρόμο της Θεσσαλονίκης που τους επέτρεπε να διατηρήσουν καλύτερα την μυστικότητα του ταξιδιού. Έτσι πέρασαν και από την Έδεσσα! (La strada per Ducagini non esser sicura per la sollevazione degli Albanesi… Proponeva la strada di Elbassan … La strada per Uscopia sarebbe più sicura e più facile, ma quattro giornate più lunga… Questa deliberazione di tener lo viaggio per la via di Elbassan e Salonichi, insolita ad ambasciadori e baili, mi fece resolvere di scrivere quest’ itinerario).

Το ημερολόγιο του Καβάτσα δημοσιεύτηκε το 1886 – πολύ αργά για να χρησιμεύσει σε άλλους ταξιδιώτες – από τον οίκο των αδελφών Visentini «Viaggio di un ambasciatore veneziano da Venezia a Constantinopoli nel 1591». Στα ελληνικά έχουμε την τύχη να το διαβάζουμε από τη μετάφραση του 1943 που έκανε ο λόγιος και ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Μέρτζιος. Ο τελευταίος, όντας κάτοικος Βενετίας, είχε τη δυνατότητα να συγκρίνει το βιβλίο του 1886 με το πρωτότυπο χειρόγραφο που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία και να προβεί σε σημαντικές διορθώσεις. Με το κείμενο αυτό θα ακολουθήσουμε τα βήματα του Βενετού πρέσβη από το Μοναστήρι έως τα Γιαννιτσά προσπαθώντας συγχρόνως να λύσουμε ορισμένους γρίφους του κειμένου.

Εχοντας ναυλώσει καραβάνι με 40 άλογα , φτάνουν την Πέμπτη 23 Μαΐου στο Μοναστήρι όπου τους περιποιείται ο ραββίνος Σαμουήλ Ναχμίας. Αφού ξεκουράζονται και αλλάζουν άλογα ξεκινούν το Σάββατο 25 Μαϊου για την Έδεσσα.
Ο Καβάτσα γράφει στο ημερολόγιο (όπως το μετέφρασε ο Κ. Μέρτζιος):

Εξελθόντες του Μοναστηρίου ωδεύσαμεν επί δύο και ημίσειαν ώρας δια μέσου εκτεταμένης πεδιάδος, ομαλής και ευφόρου, πέριξ της οποίας είναι αρκετά χωριά. Κατόπιν εισήλθομεν εις άλλην πεδιάδα η οποία είναι κατά τι ανώμαλος και έχει διαφόρους λόφους, φαίνεται άγονος και πετρώδης εις πολλά μέρη και ονομάζεται πεδιάς του Calassi προς διάκρισιν από την του Μοναστηρίου. Εις το Fluribelli δεν ευρίσκεται ούτε ψωμί, ούτε κρασί, ούτε υπάρχει καρβασαράς (σημ. καραβαν-σεράι)”….Την Κυριακή 26 Μαΐου ξεκίνησαν μιαν ώρα μετά την ανατολή. “Περάσαμε από το χωριό Gornichiecca και ανερχόμενοι επί των λόφων διεκρίναμεν την πεδιάδα του Μοναστηρίου, την οποίαν αφήσαμεν δεξιά, ίνα συντομεύσωμεν την πορείαν. Ανεκαλύψαμεν έφιπποι πρώτον την λίμνην Σαριγκιόλ, λέξις τουρκική που εις την ημετέραν σημαίνει “λίμνη κίτρινη” και ολίγον κατόπιν την λίμνην της Όστροβας όπου επίσης είναι καδής (σημ ιεροδικαστής). Η Όστροβα είναι χωριό παρά την λίμνην η οποία έχει αρκετόν μήκος αλλ’είναι σχήματος στενού και με πολλάς στροφάς γύρω των λόφων. Εις το μέσον του χωριού της Όστροβας υπάρχει έν μικρόν ύψωμα απόκρημνον και επί της κορυφής του έχει κτισθή ένα τζαμί, που θα ημπορούσε να μετασχηματισθή εις φρούριον ασφαλέστατον, διότι ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει και ένα νησάκι με σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”.

Η περιγραφή του Καβάτσα καλεί σε αποκωδικοποίηση των τοπωνυμίων που αναφέρει. Ένας ξένος ταξιδιώτης ήταν πολύ δύσκολο να συγκρατήσει τα ακριβή και δύσκολα ονόματα των τοποθεσιών που περνούσαν. Σαν πεδιάδα Καλασί (Calassi), συνεχόμενη της πεδιάδας Μοναστηρίου, θα πρέπει να ονομάζει την περιοχή στην οποία ο ποταμός Εριγώνας ενώ κατεβαίνει προς νότο από Περλεπέ γυρίζει απότομα προς βορρά για να χυθεί αργότερα στον Αξιό κοντά στους αρχαίους Στόβους. Ο Εριγώνας στα τουρκικά ονομαζόταν Καρασού, δηλαδή Μαυρονέρι, και φαίνεται ότι ο Καβάτσα το συγκράτησε σαν Καλασί. Επόμενο ερωτηματικό αφορά το τοπωνύμιο Φλούρμπελι (Fluribelli). Εκεί έκαναν την πρώτη διανυκτέρευση και το γεγονός ότι δεν βρήκαν ούτε ψωμί, ούτε κρασί σημαίνει ότι ήταν ένα πολύ μικρό χωριό. Ως γνωστόν τέτοιο ιταλογενές τοπωνύμιο δεν υπάρχει στην περιοχή. Η αναζήτηση σε παλιούς χάρτες μας κάνει να πιστεύουμε ότι πρόκειται για τη Μελίτη η οποία ονομαζόταν τότε στα τουρκικά Τούρμπελι. Αυτή η άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι είχαν πάρει έντονα ανατολική κατεύθυνση περνώντας κοντά από τη στροφή του Εριγώνα που βρίσκεται λίγο βορειότερα απο τη Μελίτη. Το επόμενο χωριό το αποκαλεί Γκορνιτσιέκα (Gornichiecca) και πρόκειται φυσικά για τη Κέλλη που τότε ονομαζόταν Γκορνίτσεβο. Η διαδρομή μέσω Μελίτη ήταν πράγματι πρωτοφανής γιατί δεν αντιστοιχεί σε καμιά από τις γνωστές οδούς που υπήρχαν στη περιοχή. Είχε όμως το πλεονέκτημα να “κόβει” δρόμο αφού δεν πήγαν στη Κέλλη μέσω Βεύης κάνοντας μεγαλύτερο γύρο, ούτε ακολούθησαν τον δρόμο νοτίως της λίμνης Βεγορίτιδας από όπου σήμερα εικάζεται ότι περνούσε η Εγνατία οδός.

Η διαδρομή του βάιλου Μπερνάρντο και της συνοδείας του από Μοναστήρι στην Έδεσσα

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%81-%ce%b5%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1-resized

Στη συνέχεια αναφέρει ότι το χωριό Όστροβα (Άρνισσα) ήταν χτισμένο γύρω από το ύψωμα στην κορυφή του οποίου στέκει ακόμη και σήμερα η βάση του τζαμιού με τον μιναρέ. Είναι μια σημαντική πληροφορία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Πρώτον, μαθαίνουμε ότι το τζαμί ήταν ήδη κτισμένο το 1591. Αυτό ενισχύει την προφορική παράδοση στη περιοχή ότι το τζαμί έχει ανεγερθεί στις αρχές του 16ου αιώνα, κατά την βασιλεία του σουλτάνου Σελίμ του Σκληρού, του πρώτου Οθωμανού χαλίφη του Ισλάμ (1512-1520), και καταρρίπτει φυσικά τις επικρατούσες απόψεις ότι είναι πολύ νεώτερο. Ενδιαφέρον έχει και η πληροφορία ότι το νησάκι δίπλα στο ακρωτήρι (το Σουτ Μπουρούν) από τη μεριά της Περαίας ήταν ορατό και μάλιστα είχε “σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”. Αμφιβάλλουμε βέβαια αν ο Καβάτσα είχε χρόνο να επισκεφθεί το νησάκι και να θαυμάσει την ωραία θέα. Το γεγονός όμως ότι είχε μεγάλα (σκιερά) δένδρα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σαν νησάκι (εξείχε δηλαδή της στάθμης της λίμνης) για μεγάλο χρονικό διάστημα πράγμα απαραίτητο για να μεγαλώσουν τα δέντρα. Έχει ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε με βάση αυτές τις πληροφορίες το ύψος της στάθμης της λίμνης στα τέλη του 16ου αιώνα. Γνωρίζουμε σήμερα ότι με στάθμη κάτω από τα 510 μέτρα η ξηρά ενώνεται με το νησάκι μετατρέποντας το σε προέκταση του ακρωτηρίου Σουτ Μπουρούν (φωτό 1). Αντίθετα πάνω από τα 530 μέτρα το νησάκι εξαφανίζεται κάτω από τα νερά (φωτό 2) ενώ το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται στο περίφημο νησί, το Όστροβο (φωτό 3). Μεταξύ περίπου 510 και 530 μέτρων το ύψωμα με τον μιναρέ γίνεται ένας παραλίμνιος βράχος ενώ απέναντι του προβάλλει το νησάκι από το νερό. Αυτό το θέαμα πρέπει να είδε ο Καβάτσα πριν από 426 χρόνια όταν πέρασε από εκεί. Το γεγονός μάλιστα ότι το χωριό ήταν χτισμένο δίπλα στο ύψωμα με το τζαμί και ότι το νησάκι είχε μεγάλα δένδρα μας ωθεί στο συμπέρασμα ότι η στάθμη της λίμνης είχε σταθεροποιηθεί σ’εκείνο το ύψος (φωτό 4) για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Φωτό 1: το νησάκι μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη της λίμνης πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα (2005)

peninsula-islet

Φωτό 2: το νησάκι σκεπάζεται από το νερό όταν η στάθμη της λίμνης ανεβαίνει πάνω από τα 530 μέτρα. Το νησάκι θα βρισκόταν πίσω ακριβώς από τον νεροκουβαλητή της Άρνισσας (IWM 1917-18)

%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%b2%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%b7%cf%82

Φωτό 3: το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται σε νησί (το όστροβο) όταν η στάθμη του νερού ξεπερνά τα 530 μέτρα, ενώ το νησάκι απέναντι εξαφανίζεται μέσα στο νερό (αρχείο ΕΛΙΑ, 1926)

ostrovo-1926

Φωτό 4: Δορυφορική φωτογραφία (Google) της λίμνης στα σημερινά (515 – 518 μέτρα) επίπεδα
A: το νησί δηλ. το ύψωμα με το τζαμί το οποίο γίνεται πράγματι νησί όταν ανεβαίνει η στάθμη της λίμνης πάνω από τα 530 μέτρα.
Β: το νησάκι το οποίο σκεπάζεται από τα νερά όταν η στάθμη ξεπερνά τα 530 μέτρα ενώ μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα.

%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b9-%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b1%ce%ba%ce%b9-resized

Ας συνεχίσουμε όμως το ταξίδι του Ενετού πρέσβη προς την Έδεσσα.

Ολίγον μετά την Όστροβαν ευρίσκεται ένα χωριό επάνω εις λόφον και εκεί πλησίον εγευματίσαμεν, ανευρόντες μίαν βρύσιν. Μετά το γεύμα εξηκολουθήσαμεν την πορείαν ανάμεσα από λόφους δενδρώδεις και κατόπιν εισήλθαμεν εις εν δάσος πυκνόν και εκτεταμένον, μέρος πολύ επικίνδυνον, διότι εδώ συνήθως ενεδρεύουν διάφοροι κακοποιοί. Μόλις εφθάσαμεν εκεί, εμάθομεν ότι την προτεραίαν είχον φονεύσει ένα Τούρκον, ο οποίος είχε σταλή από τον κύριον του ίνα αγοράση φορέματα γαμήλια. Μας έδειξαν μάλιστα και το αίμα εις το μέρος ακριβώς όπου ο δυστυχής εδολοφονήθη. Δι αυτόν τον λόγον η αυτού εξοχότης διέταξε την συνοδείαν να βαδίζη ηνωμένη και να έχη και τα όπλα έτοιμα δια κάθε ενδεχόμενον”.

Το καραβάνι προσπέρασε την Άρνισσα και πλησίασαν σε ένα χωριό “εις λόφον” κοντά στο οποίο βρήκαν μια βρύση και γευμάτισαν. Στον δρόμο προς Έδεσσα μετά την Άρνισσα ένα χωριό που ταιριάζει με την περιγραφή είναι το χωριό Δροσιά. Μετά συνέχισαν περνώντας από τα στενά Μουχαρέμ Χάνι με κατεύθυνση τον Άγρα. Στα στενά μας πληροφορεί ότι ενέδρευαν κακοποιοί και μάλιστα είχαν σκοτώσει έναν Τούρκο την προηγούμενη μέρα που προφανώς θα πήγαινε με αρκετά λεφτά στην Έδεσσα για να αγοράσει γαμήλια δώρα. Είναι γεγονός ότι για πολλούς αιώνες κακοποιοί και κλέφτες παραμόνευαν σε κλεισούρες και στενά στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής επικράτειας για να ληστέψουν τους περαστικούς. Οι αλλοδαποί πλούσιοι επισκέπτες μάλιστα αποτελούσαν ιδιαίτερα προσφιλή στόχο γιατί, αφού ληστεύονταν, πιάνονταν και όμηροι για να απελευθερωθούν μόνο μετά την πληρωμή πολλών λύτρων. Για τον λόγο αυτό ταξίδευαν συνήθως σε μεγάλα καραβάνια υπό την προστασία καλά πληρωμένων ενόπλων γενιτσάρων.

Εξελθόντες του δάσους, διήλθομεν τον ποταμόν Βόδαν, επί μιας ξυλίνης γεφύρας και δια μέσου μιας στενωπού, ένθεν και ένθεν της οποίας υπάρχουν απόκρημνοι βράχοι. Τόπος όμοιος με το Faragno που συναντά κανείς μεταβαίνων από τα Χανιά εις τα Σφακιά. Ανέβημεν είτα απί λόφου καταφύτου και γεμάτου από νερά και κήπους και εφθάσαμεν εις την πόλιν των Βοδενών η οποία ευρίσκεται απί της κορυφής του λόφου και κατελύσαμεν εις το καρβασαράν, αρκετά ακατάλληλον, αλλ’εύρομεν ψωμί και κρασί. Εις Βοδενά εδρεύει Καδής. Δια μέσου της πόλεως τρέχουν πολλά νερά και είναι πολλαί κρήναι και πολλοί κήποι”.

Ο δρόμος από Άγρα προς Έδεσσα όπως τον αποτύπωσε ο Έντουαρτ Λήρ το 1848, δυόμισι αιώνες μετά την διάβαση των Μπερνάρντο και Καβάτσα. Δίνει την εντύπωση μιας σκαμμένης στο βράχο διάβασης.

vogdena-15-sept-1848-2-resized

Στη περιοχή του σημερινού χωριού Άγρα πέρασαν μέσω μιας ξύλινης γέφυρας από την δεξιά στην αριστερή όχθη του Εδεσσαίου ποταμού. Αυτός θα ήταν τότε ο κανονικός δρόμος προς Έδεσσα. Η διαδρομή από το μέρος όπου γευμάτισαν μέχρι την Έδεσσα θα πρέπει να ήταν η χάραξη της αρχαίας Εγνατίας οδού, και μετά τον Άγρα θα ακολουθούσε την αριστερή όχθη του ποταμού και όχι την δεξιά από όπου πηγαίνει σήμερα ο αυτοκινητόδρομος. Σημειώνουμε επίσης ότι παραδόξως δεν αναφέρει ύπαρξη χωριού εκεί. Αντίθετα εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από το απόκρημνο τοπίο που το συγκρίνει με το φαράγγι ανάμεσα σε Χανιά και Σφακιά! Τον δρόμο αυτό διάβηκε και ο Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς το 1855 και δίνει την ίδια περίπου περιγραφή, δηλαδή σαν σκαμμένου στο βράχο δρόμου. Ο Καβάτσα δυστυχώς δεν αναφέρει τίποτα το σημαντικό για την Έδεσσα παρά μόνο ότι έχει την έδρα του ένας ιεροδικαστής και ότι την διατρέχουν πολλά νερά, έχει πολλές βρύσες ενώ είναι γεμάτη με κήπους. Σημειώνει όμως ότι είχε καραβάν-σεράι όπως και στο Μοναστήρι. Η φράση μάλιστα “εις το καρβασαράν” υποδηλώνει λογικά ότι υπήρχε ένα μόνο καραβαν-σεράι. Για τα καραβαν-σεράγια μας πληροφορεί ένας άλλος περιηγητής της εποχής εκείνης, ο Γάλλος φυσιοδίφης του 16ου αιώνα Πιέρ Μπελόν (Pierre Belon – Observations de plusieurs singularitez, Paris 1553). Ο Μπελόν, που ταξίδεψε μεταξύ άλλων σε Χαλικιδική, Θεσσαλονίκη και ανατολική Μακεδονία μισό περίπου αιώνα πριν από τον Μπερνάρντο, έγραψε ότι δεν υπήρχαν ξενοδοχεία στη Τουρκία αλλά έβρισκε κανείς ξενώνες. Αναφέρει το παράδειγμα του Ιμπραΐμ πασά στη Καβάλα ο οποίος είχε κτίσει ένα οίκημα που οι Τούρκοι αποκαλούσαν καραβαν-σεράι. Εκεί γίνονταν δεχτοί για διανυκτέρευση όλοι οι ταξιδιώτες ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Αποτελούνταν από άδεια δωμάτια στα οποία οι περαστικοί έστρωναν τις δικές τους κουβέρτες και σεντόνια ενώ τους προσφέρονταν συνήθως τραχανάς, πλιγούρι ή ρύζι σε πιάτα που έφερναν μαζί τους (εξ ου μάλλον και η στρατιωτική καραβάνα). Όλα ήταν δωρεάν. Καραβάν-σεράγια έχτιζαν συνήθως πλούσιοι Οθωμανοί σαν πράξη αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας ελπίζοντας σε μετά θάνατον ουράνια ανταπόδοση. Είχαν συνήθως δίπλα λουτρά και τζαμί για την κάθαρση του σώματος και τον εξαγνισμό της ψυχής των μουσουλμάνων. Κατασκευάζονταν κοντά σε κύριους οδικούς άξονες ή δίπλα σε εμπορικές συνοικίες και στο εσωτερικό τους γίνονταν συχνά αγοραπωλησίες και εμπορικές πράξεις. Με βάση τα στοιχεία του Μπελόν αλλά και τα ιστορικά στοιχεία της πόλης, το καραβαν-σεράι που αναφέρει ο Καβάτσα λογικά θα πρέπει να ήταν κοντά στο Χουνκιάρ τζαμί, που σήμερα ανήκει στον φιλοπρόοδο σύλλογο “ο Μέγας Αλέξανδρος”. Το Χουνκιάρ τζαμί εκτιμάται ότι ήταν το πρώτο τζαμί που είχε κτιστεί στη πόλη μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς. Βρισκόταν κοντά στην αγορά αλλά και δίπλα στην κεντρική οδό που οδηγούσε προς τον Άγρα ενώ τα άλλα γνωστά τζαμιά ήταν διεσπαρμένα στις τουρκικές γειτονιές.

Το Χουνκιάρ τζαμί τρεις περίπου αιώνες αργότερα, στις αρχές του 20ού αιώνα με τον φρεσκοχτισμένο νέο πύργου ρολογιού. Λογικά το καραβάν-σεράι θα ήταν κτισμένο κοντά στο τζαμί.

%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%ba%ce%b9%ce%ac%cf%81-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%bc%ce%af-resized

Την Δευτέρα 27 Μαΐου ξεκίνησαν δυό ώρες μετά την ανατολή για τα Γιαννιτσά.

Κατελθόντες τον κατάφυτον λόφον και βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου εισήλθομεν εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza. Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος· ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου. Εν τούτοις είναι τόπος αφρούρητος και εγκαταλελειμμένος, αλλά φαίνεται ότι πρόκειται περί αρχαίων ερειπίων…Περάσαμεν ακολούθως από το χωριό Chielticchi και οδεύοντες πάντοτε δια μέσου ομαλής πεδιάδος διεκρίναμεν από το εν και από το άλλο μέρος ταύτης χωριά με σπίτια σκαπασμένα με κεραμίδια. Τα μέρη αυτά είναι πολύ εύφορα και κατάσπαρτα. Προχωρούντες προς την Θεσσαλονίκην, συνηντήσαμεν δύο καραβάνια καμήλων και κατόπιν δύο κάρρα με μίαν τούρκισσαν, η οποία με την συνοδείαν της ήρχετο από το Γενιτζέ και επήγαινεν ως νύμφη εις τα Βοδενά· μετ’αυτής ήσαν και λίγοι Τούρκοι υπηρέται έφιπποι που την συνώδευον. Μεταξύ δε αυτών και ένας εξωμότης εκ Chioggia ο οποίος ήτο απί ενός ωραίου και με καλήν σκευήν ίππου και εφαίνετο ωσάν να ήτο αυτός ο αρχηγός της ακολουθίας. Ούτος μας ηρώτησε δια έναν εκλαμπρότατον Thiepolo ως και δια έναν εκλαμπρότατον Giacomo Contarini και κατόπιν ευγενώς μας είπεν ότι, αν ευρίσκετο εις το Γενιτζέ, όπου είχομεν σκοπόν να διανυκτερεύσωμεν, θα μας περιεποιείτο και θα μας εξεύρισκε και κατάλυμα. Την 19ην ώραν, οδεύοντες πάντοτε δια μέσου πεδιάδος, εφθάσαμεν εις το Γενιτζέ, έδραν καδή κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά. Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν. Κατελύσαμεν εις ένα καρβασαράν όχι κατάλληλον. Είναι πόλις πλουσία και ευρήκαμε ψωμί και κρασί. Μας είπαν ότι εδώ οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς μετά την 24ην ώραν (δηλ. μετά τη δύση του ηλίου). Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα, και κατ’αυτόν τον τρόπον είναι όλα τα κάρρα που είδομεν από εδώ έως την Θεσσαλονίκην, και σύρονται από βουβάλια”.

Η πορεία που ακολούθησαν για να βγουν από την Έδεσσα δεν περιγράφεται με σαφήνεια. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι ο Καβάτσα αναφέρει πως η Έδεσσα βρίσκεται πάνω σε έναν λόφο τότε η φράση “βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου” μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βγήκαν από την πόλη από ανατολάς και προχώρησαν έχοντας τον Εδεσσαίο ποταμό στα δεξιά τους και τη λοφοσειρά, “το βουνό”, από όπου περνά σήμερα η σιδηροδρομική γραμμή στα αριστερά τους. Είναι δύσκολο να φανταστούμε την τότε τοπογραφία του ανατολικού άκρου της πόλης διότι η κατασκευή του εργοστασίου Άνω Εστία και λίγο πιο μακριά η κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών αλλοίωσαν τις ανατολικές προσβάσεις προς τον Λόγγο. Πολλοί θεωρούν ότι από εκεί περνούσε η Εγνατία οδός. Όταν οι ταξιδιώτες φτάνουν στο σημερινό Μαυροβούνι ατενίζουν την απέραντη πεδιάδα “ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Η λέξη βαρδαρόνας προέρχεται από τον ποταμό Βαρδάρη που χύνει τα νερά του στην άκρη της πεδιάδας αυτής, στον Θερμαϊκό κόλπο. Είναι τουρκικής προέλευσης. Όπως μας πληροφορεί ο Παύλος Καλλιγάς (Μελέται Βυζαντινής Ιστορίας, 1856) “ο Αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) μετώκησεν εις τας εκβολάς του Αξιού 14 χιλιάδας Τούρκων, εξ ών ο μεν Αξιός ωνομάσθη Βαρδάριος, ούτοι δε Βαρδαριώται, ενωρίς εκχριστιανισθέντες και ίδιον έχοντες επίσκοπον Βαρδαριστών ήτοι Τούρκων”. Την ίδια εξήγηση δίνει και ο Γάλλος Πουκβίλ (Pouqueville, Voyage de la Grèce, 1826) σημειώνοντας όμως ότι οι μέτοικοι είχαν περσική καταγωγή (Περσών χιλάδων ιδ’). Για τη λέξη σλάνιτσα ο Κ. Μέρτζιος υποστηρίζει ότι σημαίνει αλμυρά (από το σλαβικό σλαν). Η ερμηνεία αυτή ίσως να οφείλεται στην ύπαρξη των μεγάλων πηγών της Αραβησσού, πλην όμως τα νερά δεν είναι ούτε αλμυρά ούτε έχουν άλατα. Η δεύτερη εκδοχή δίδεται από τον Κ. Σταλίδη (Το Βυζαντινό τοπωνύμιο Σλάνιτσα, 2007) σύμφωνα με την οποία η ονομασία προέρχεται από τη λέξη slana που σημαίνει πάχνη. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η λίμνη των Γιαννιτσών και οι εκτεταμένοι υγρότοποι που την περιέβαλαν δημιουργούσαν συχνά πάχνη και ομίχλη σε όλη τη περιοχή κατά τις πρωινές ώρες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του Καβάτσα για ένα κάστρο που ήταν ορατό από μακριά. Η περιγραφή μας θυμίζει έντονα το κάστρο της Χρυσής στην Αλμωπία “Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος · ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου.”. Ήταν όμως αδύνατο να δουν το κάστρο της Χρυσής εκτός αν είχαν επιλέξει άλλη διαδρομή μέσω Αψάλου, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Ο Κ. Σταλίδης πιστεύει ότι πρόκειται για τα τείχη της ακρόπολης της αρχαίας Έδεσσας: “όσο για το φρούριο που διακρίνει θα πρέπει να πρόκειται για την οχυρωμένη ακρόπολη της Έδεσσας, ενώ το τείχος σε σχήμα ημισελήνου θα πρέπει να είναι κάποιο μέρος από τα τείχη της αρχαίας πόλης στον Λόγγο” (Δρόμοι στην Έδεσσα κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, 2012). Εάν όμως ήταν τα τείχη της αρχαίας Έδεσσας, ο Καβάτσα θα το είχε αναφέρει κατεβαίνοντας προς τον Λόγγο και πριν εισέλθουν “εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Επίσης είναι αμφίβολο αν τα τείχη της Έδεσσας είχαν αντέξει στον καταστρεπτικό σεισμό του 1395. Αλλά και αν είχαν αντέξει το πιθανότερο θα ήταν να είχαν καταστραφεί αμέσως μετά από τους ίδιους του κατοίκους για την ανοικοδόμηση της νέας πόλης ψηλά στην Ακρόπολη, στη σημερινή της τοποθεσία, όταν εγκατέλειψαν την κατεστραμμένη πόλη κάτω στον Λόγγο. Το κάστρο στο οποίο αναφέρεται ο Καβάτσα πρέπει να βρίσκεται μετά το Μαυροβούνι και συγκεκριμένα στους πρόποδες του βουνού Πάικο όχι πολύ μακριά από την Εγνατία οδό προς Γιαννιτσά. Ο Γάλλος πρόξενος Θεσσαλονίκης Κουζινερύ (Cousinèry, Voyage dans la Macèdoine, 1831) στο πρώτο του ταξίδι στη περιοχή την άνοιξη του 1776 και κατά την επιστροφή του από την Έδεσσα παρέα με τον μητροπολίτη Γερμανό, διανυκτέρευσε σε ένα χωριό που ονομαζόταν Παλαιόκαστρο. Σημείωσε μάλιστα ότι η λέξη σημαίνει παλιό κάστρο στα ελληνικά. Λίγα χιλιόμετρα από το χωριό υπήρχαν πλούσιες πηγές που τις επισκέφτηκε και τον εντυπωσίασαν ιδιαίτερα (σημερινές πηγές Αραβησσού). Δεν κάνει όμως καμιά αναφορά σε σωζόμενο κάστρο. Ούτε ρώτησε τον μητροπολίτη περί αυτού. Εξετάζοντας παλιούς χάρτες βρίσκουμε το τοπωνύμιο Παλαιόκαστρο πολύ κοντά στη σημερινή Αραβησσό. Είναι το χωριό στο οποίο διανυκτέρευσε ο Κουζινερύ και χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το μέρος που αναφέρει ο Καβάτσα. Ανατρέχοντας στον Γάλλο αρχαιολόγο Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που ερεύνησε την περιοχή το φθινόπωρο του 1855 πληροφορούμαστε ότι στη θέση Παλαιόκαστρο ήταν κτισμένη η αρχαία Κύρρος. Ο Γάλλος αρχαιολόγος ανέβηκε στο κάστρο και βρήκε τις βάσεις των τειχών. Λίγο βορειότερα βρήκε και το αρχαίο λατομείο που είχε χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση της Κύρρου και της Πέλλας. Η Κύρρος ήταν μια από τις μεγάλες πόλεις της Κάτω Μακεδονίας μαζί με Πέλλα, Βέρροια, Έδεσσα, Σκύδρα, Μίεζα και Ευρωπό. Ήταν η πρώτη φορά που η τοποθεσία της αρχαίας Κύρρου, γνωστής από την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκιδίδη, ταυτοποιήθηκε στη σύγχρονη εποχή. Ο Ντελακουλόνς εκτιμά ότι το κάστρο ήταν η αρχαία ακρόπολη της μακεδονικής πόλης, το οποίο, όπως αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος, ξαναχτίστηκε από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, μάλλον επί Ιουστινιανού. Το κάστρο λοιπόν που είδε ο Καβάτσα το 1591 μάλλον ήταν ότι απέμενε από το ανοικοδομημένο βυζαντινό κάστρο της αρχαίας Κύρρου που απείχε περί τα τρία χιλιόμετρα από την Εγνατία οδό. Το χωριό Παλαιόκαστρο έπαυσε να υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η διαδρομή που ακολούθησε ο Ενετός πρέσβης από την Έδεσσα στα Γιανιτσά και το χωριό Παλαιόκαστρο, η θέση της αρχαίας Κύρρου, από αυστριακό χάρτη του 1904

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%ad%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%cf%84%cf%83%cf%8e%ce%bd-resized

Στη συνέχεια ο Καβάτσα μας πληροφορεί για την κίνηση στον δρόμο (δυο καραβάνια με καμήλες επί της Εγνατίας οδού) και μια ακολουθία από δυο κάρα που μετέφεραν μια Γιαννιτσώτα μουσουλμάνα νύφη στην Έδεσσα, σίγουρα με την προίκα της, υπό την αρχηγία ενός εξισλαμισμένου (εξωμότη) Ενετού (η Chioggia είναι γειτονική πόλη της Βενετίας και βρίσκεται στην ίδια λιμνοθάλασσα). Φτάνοντας στα Γιαννιτσά καταλύουν σε ένα καραβαν-σεράι που πρέπει να βρισκόταν στην λεγόμενη Παλιά Αγορά, κοντά στην Εγνατία οδό. Παρά το ότι ήταν κατ’εξοχήν (ιερή) τουρκική πόλη υπήρχαν και Έλληνες κάτοικοι “κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά”. Τα Γιαννιτσά είναι η μόνη πόλη όλης της διαδρομής που την ονομάζει πλούσια και αναφέρει μια ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα “Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν”. Παρά το ότι είχε ζωή δυο μόνο αιώνων από την ίδρυση της από τον Γαζή Εβρενός είχε συγκεντρώσει μεγάλο τουρκικό πληθυσμό. Ίσως η προσέλκυση, λόγω της ιερότητας και του πλούτου της πόλης, πολλών μουσουλμάνων από διάφορα μέρη της Βαλκανικής να οδήγησε και σε εσωτερικές αντιζηλίες και τριβές που δημιούργησαν τη φήμη ότι εκεί “οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς” μετά τη δύση του ηλίου. Τέλος η περιγραφή των κάρων που σύρονται από βουβάλια δεν μας ξενίζει αφού επιβίωσαν μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα.

“Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα…και σύρονται από βουβάλια”. Τα κάρα που είδε ο Καβάτσα το 1591 επιβίωσαν μέχρι τον 20ο αιώνα. Η παρακάτω φωτογραφία είναι τραβηγμένη στη Κοζανη στις 14-9-1916. 

1916 09 14 charriots à boeufs

Το ημερολόγιο του Καβάτσα αποτελεί την παλιότερη γνωστή περιγραφή της διαδρομής Μοναστηρίου – Έδεσσας – Θεσσαλονίκης. Αν και το ταξίδι ήταν στη πραγματικότητα μια κούρσα ταχύτητας λόγω της ιδιαίτερης αποστολής του Ενετού πρέσβη, η παρατηρητικότητα του γραμματέα του μας εκπλήσσει με την ακρίβεια και αντικειμενικότητα των περιγραφών του. Ο επόμενος δυτικός επισκέπτης θα είναι ο Γάλλος πρόξενος Κουζινερύ, στα τέλη του 18ου αιώνα, για τον οποίο έχουμε γράψει εν εκτάσει σε σειρά άλλων αναρτήσεων. Τον 19ο αιώνα το ρεύμα των επισκεπτών θα αυξηθεί σημαντικά ενώ ατις αρχές του 20ύ αιώνα η περιοχή θα κατακλυστεί από τα στρατεύματα της Αντάντ.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, ας αναφέρουμε και το τέλος της περίφημης μυστικής αποστολής. Φτάνοντας στη Κωνσταντινούπολη ο Μπερνάρντο πηγαίνει αμέσως να συλλάβει τον πρέσβη. Στο κεφαλόσκαλο της πρεσβείας ο Λιπομάνο τον περιμένει και του λέγει ότι είχε μάθει εδώ και μέρες για τον λόγο της επίσκεψης του αλλά παρέμεινε στη Κωνσταντινούπολη γιατί ήθελε να ταξιδέψει στη Βενετία για να αποδείξει πόσο λάθος είχε κάνει το Συμβούλιο να πιστέψει τις κακοήθειες εναντίον του. Παρά λοιπόν τις μεγάλες προφυλάξεις του Μπερνάρντο, τα νέα της αποστολής του είχαν ταξιδέψει πιο γρήγορα από τον ίδιο στη Κωνσταντινούπολη. Ο Αλβανός μεγάλος βεζίρης Σινάν πασάς πράγματι είχε προσφερθεί να φυγαδεύσει τον Λιπομάνο εκτός Κωνσταντινούπολης αλλά εκείνος αρνήθηκε επιθυμώντας να μείνει για να ξεπλύνει τις εναντίον του κατηγορίες. Άλλωστε ήταν γόνος μιας από τις πιο παλιές και ευγενείς οικογένειες της Βενετίας που είχε προσφέρει σειρά εκλεκτών ανδρών στα πολιτικά της πράγματα. Ο Μπερνάρντο, εκτελώντας κατά γράμμα την εντολή που είχε λάβει, συνέλαβε τον Λιπομάνο και τον έστειλε με γαλέρα πίσω στη Βενετία. Πλησιάζοντας στην πατρίδα του και διακρίνοντας την λεπτή ακτογραμμή του Λίντο ο Λιπομάνο πήδηξε από την κουπαστή στη θάλασσα και πνίγηκε. Έτσι έβαλε τέλος ο ίδιος στη ζωή του, τουλάχιστον αν πιστέψουμε την επίσημη ενετική εκδοχή για τον θάνατο του. Η ανεπίσημη είναι ότι πέθανε από τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη στα υπόγεια του ωραιότατου παλατιού των Δόγηδων.

The Almopia Decauville train

For the Greek version here

Inefficient communication networks were one of the major problems that Entente army faced in Macedonia during the 1915-1918 campaign. The area had just been incorporated into the Greek State after the Balkan wars of 1912-13. Roads for automobiles were simply non-existent as there were simply no cars at the time. The roads were mostly narrow paths and the means of transport were horses, donkeys, mules and ox-drawn carts. The only known road axis, Via Egnatia, built in the 2nd BC century by the Romans, was still the main link between Thessaloniki (Salonika) and western Macedonia, poorly maintained for centuries. The sudden arrival of hundreds of thousands of soldiers, thousands of cars and lorries and thousands of canons called for an urgent improvement of the existing transport networks. It is estimated that 900 km of new roads were built and 300 km of existing roads were improved during that period.

The three single track railways linking Thessaloniki with Belgrade to the north, Monastir (Bitola) to the west and Constantinople to the east had a limited capacity for the needs of the army. Gordon Smith, correspondent of the New York Tribune in Thessaloniki, describes his experience of a short trip by train in the autumn of 1916.
“I left Salonica by the Monastir railway, my destination being Vertekop (Skydra), a station about 40 miles from Salonica as the crow flies but about 70 by rail on account of the extraordinary detour made by this line, which first runs southwest to Veria and then turns at an acute angle due north toward Vodena (Edessa). The first difficulty was to find the train at the Salonica station. It was supposed to start at midnight so that it had to be found in the darkness of the night. As there were over a score of tracks each packed with flat trucks and freight cars this alone was an adventure. As all the tracks were filled from end to end, this meant climbing over the buffers of coupled freight cars and splashing about in the puddles of water that usually lay between the tracks. On account of the danger of enemy air raids the whole station was in black darkness and as most of the employees only spoke Greek it was no easy matter to locate anything. The train when I did find it consisted of an endless succession of flat cars, box cars and cattle trucks, the latter used for moving the horses and mules necessary at the front. Up near the engine was a single passenger coach which had certainly seen better days. Window glass was conspicuous by its absence and one of the doors would not shut and had to be tied with string to keep it closed. As six passengers were placed in each compartment the possibility of sleep was reduced to a minimum. Though all the passengers were punctually on board at midnight it was nearly four o’clock before we got under way. The average speed was about seven or eight miles an hour and the stops were frequent and interminable. As the line was single track we were side-tracked at nearly every station to let empty trains coming from the front pass. The result was that it took us over ten hours to cover the sixty miles separating us from Vertekop”.

Leaving the plain, the railroad climbs to Edessa and Arnissa (Ostrovo). We read in the “Rapport de renseignement No20, 178/2 du 2 Septembre 1916” from Salonika headquarters to Grand Quartier Général (GQG) in Paris that “the line, with many bends and multiple tunnels, climbs 508 meters between Vertekop (30 m) and Ostrovo (538 m) at a distance of 30 km. The Vertekop – Vladovo section (419 m), 20 km long with a slope of 2.5%, is very difficult to ride even with very slow speed. For 20-25 wagons, it is necessary to use three locomotives, two in front and one in the back. “

The northern Greek border in early 1916 from a French map. With blue line I marked the entrenched camp built by General Sarrail to protect Thessaloniki from Bulgarian attack

1synora-1915-16-resized

Such was the situation in spring of 1916 when General Sarrail, head of the Entente forces, decided to head the army out of the Salonika entrenched camp and deploy it along the northern Greek borders. He had already agreed with the Greek authorities, who kept a neutral position to the conflict at the time, to replace the Greek military units in the northern border by Anglo-French and Serbian troops. British troops would be lined up along the Struma valley and Doïran, the French would be deployed on both sides of the Vardar valley and the Serbs would be placed along the Voras (Moglena) mountain range up to Florina and Prespa lakes. The Serbian army had just arrived in Salonika. After the Great Retreat of autumn 1915 through Montenegro and Albania and a short stay in Corfu, they moved to Mikra near Salonika where they were re-armed and trained by French officers. They were about 150,000 men including Yugoslav volunteers from Slovenia, Croatia, Herzegovina and Montenegro. The western part of the front, the Serbian section, was next to home as they used to say, just behind the Voras mountain range. This mountain, a real wall, was then the border between Greece and Serbia and had become the front line between Entente and Central Powers. It stretches for about 70 kilometers from Vevi (Banitsa) in Western Macedonia to the villages of Periclia and Huma in the east. The Serbs were organized at that time in three Armies of two Divisions each, plus a Cavalry Regiment. The 1st Army (Divisions Morava and Vardar), led by General Michitch, was assigned the eastern sector, from Koùpa (near Skra) to Foùstani. The 2nd Army (Divisions Timok and Shoumadia), led by General Stepanovitch, occupied the central section from Foùstani to Ano Koryfi near Orma (Tresina). The 3rd Army (divisions Drina and Danube), led by General Vachitch, was in charge of the extensive western sector from Ano Koryfi to Florina and Prespa lakes.

The Voras mountain range (in greek ΒΟΡΑΣ) extends from Vevi in the West to Periclia / Huma in the East. In purple colour the approximative front line in mid-August 1916, almost identical to the then Greek – Serbian border. The red line indicates the positions of the three Serbian Armies (I, II, III). The blue line shows the sector of 122nd French Infantry Division. In black is the railway line Thessaloniki – Monastir (Bitola) and the brown one marks the decauville line from Skydra to Apsalos (A), Xifiani (Ξ) and Aridea.

2front-1916-resized

The construction of the first decauville line in 1916
Almopia valley was isolated from road and rail networks of the broader region. In May and June of that year the 2nd bis French regiment of Zouaves had transformed the narrow path linking Skydra to Aridea (Subotsko) into a larger dirty automobile road. However, for the daily provision of food and ammunition it was considered necessary to have also a railroad. The order to construct a light and narrow decauville line was taken at the end of June and the job was entrusted to lieutenant-colonel Premovitch, commander of the pioneers of the Serbian army, with help and supervision from French engineers (les sapeurs des chemin de fer). Progress of work was reported to Paris through the quarterly and monthly reports from Salonika. Work began in the first half of July (Compte rendu of 07.18.1916) and already on 12 August, the section Skydra – Nea Zoï was ready (Rapport de renseignements no20 178-2 of 09.02.1916). On 10 September the entire line Skydra – Xifiani (Kosturian) was ready (Compte-rendu 18/9/1916) and a decision was taken to extend the line to Aridea. In the report of 16 October, Sarrail announces the start of work for the new section (on commence également le prolongement de la voie de 0m60 vers Subotsko), while its completion took place in the first days of December (“Rapport de Novembre 1367/4 du 3 décembre 1916 “). So in five months the decauville line Skydra – Aridea was up and running!

The road Apsalos – Aridea under construction by the Zouaves in June 1916 with the Voras ridge in the background

3road-to-subotsko

The decauville line was running next to the French airfield of Mavrovouni, near Skydra (Vertekop)

4decauville-airfield-mavrovouni

The first bridge on 6th km of Skydra – Apsalos section

5vertekop-xifonia-6km

In the same position there is today a road bridge

6-%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82-6%cf%87%ce%bb%ce%bc

The railroad was following the dirty road built by the Zouaves a few weeks earlier. Here the bend before the ‘Rock with the hole‘ near Nea Zoï village

7vertekop-xifonia-9km

After Nea Zoï village there was a shorter bridge. The French officer of ‘Sapeurs des chemins de fer’ supervises the construction

8vertekop-xifonia-12km

Fishing by Senegalese of the 17th colonial division near the bridge a year later

9%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%ce%b6%cf%89%ce%ae-%cf%87%ce%b9%ce%bb-12-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%b6%ce%bf%ce%b9-%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bf%cf%85%ce%bd-13-06-17

The bridge today is part of a rural road 

10resized

The steel basis of the bridge is the same since 1916. It sustains the concrete of the modern road

11-resized

The station of Apsalos (Dragomanci) is still there with a small section of the decauville line

12-resized

Just behind the station it was the big Serbian hospital of the 2nd army. In the photo the same position then and now

13tote-k-twra

The correspondent of the New York Tribune, who travelled to Apsalos (Dragomanci) in 1916 writes:
“No one dropping into Dragamanci would ever have imagined that the peaceful little village was a centre of warlike activities. Its six hundred inhabitants were mostly Turks. All day long from the village schoolhouse, where a couple of score of children sat cross-legged round the teacher, came a droning chant as they all repeated their lessons in unison. The only sign of the military occupation was when a staff automobile would shoot along the street carrying officers to or from the front. The only other sign of war was the continuous drone of the heavy gims which echoed from the distant mountains. In a meadow near the exit of the village a score of tents were pitched. A narrow stream meandered through it, crossed by a simple plank bridge. On the other side a solitary tent was pitched. This was the home of Field-Marshal Stepanovitch, commander of the Second Serbian Army, the most taciturn soldier in the service of King Peter. When he was not in his tent, immersed in his maps and plans, he wandered alone. The only persons he ever spoke to were the little village children who little knew that the man in the shabby uniform was one of the greatest generals in an army that counts many soldats d’ elite”.

“All day long from the village schoolhouse, where a couple of score of children sat cross legged round the teacher, came a droning chant as they all repeated their lessons in unison”

14sxoleio-dragomanci

“A narrow stream meandered through it, crossed by a simple plank bridge”

15%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82

Next decauville bridge was near the Xifiani (Kosturian) village

16pont-xifiani

In Aridea was the end of the 1916 line. Below in front of the Aridea station, it’s the loading of a 155mm canon hit by airstrike

17decauville-sobutsko-canon-155

The same foreign correspondent arriving in Aridea observes: Next day I rode on to Soubotsko, the Headquarters of the Shumadia Division. No one dropping into Soubotsko would have imagined that it was one of the storm centres of the Balkan campaign. It presented a picture of peace such as would have gladdened the heart of any pacifist. The two streets that form the village, the shorter one at right angles to the other, running along a sluggish stream of doubtful purity, were lined with a few wretched shops in which soap, petroleum, sugar and a few other strictly necessary articles were to be found. Luxuries here were none, unless one counts the inevitable tins of concentrated milk and a few stray boxes of sardines in that category. At the angle where the streets join, the solitary mosque of the village, and a marble fountain with a Turkish inscription, formed the last souvenirs of the regime of the Sultan. Here, once a week, the populace of the surrounding country poured in on foot and on donkeys to hold a market. The goods on display did not have, however, a total value of more than a hundred francs or so, consisting mainly of onions, chestnuts, paprika and such oddments as pins, needles and thread. I saw one red-turbaned merchant spend the whole day cross-legged in front of a couple of dozen boxes of matches. As these sold for a cent apiece, even if he had disposed of his whole stock (which he certainly did not), his gross receipts would not have been twenty-five cents. From time to time a grey-bearded man with a red fez climbed on to the marble fountain and made a speech. At first I thought he was a political agitator, as he spoke with apparent eloquence and conviction, but I discovered he was only the town crier making known the latest municipal decrees. From the freezingly cold reception given to his pronouncements, I imagine he was proclaiming some fresh taxation, or something of the sort.

From 9 o’clock in the morning hundreds of peasants, the men, Turkish fashion, mounted on donkeys, and the women walking on foot, poured into the village. Even the small boys rode, while their mothers walked behind, the outward tribute to the predominant position of the male. The feminist movement has a long distance to go in Macedonia. The chief business of the males on market days seemed to be to sit cross-legged on the ground in the various cafes (wooden sheds with beaten earth floors open to the streets) and consume an endless number of microscopic cups of coffee. As the immense majority of the people are Mahometans, 90 per cent of them wore either fezes or turbans.

The extensions of the decauville line in 1918

In late spring 1918 the military situation in the Macedonian Front was profoudly changed. The first change was the differentiation of the front line. After the successful Entente campaign of the previous two years, the western part of the front had moved northward. It passed north of Prespa lakes and Monastir, to Macovo (FYROM) and then passed south of Gradesnitsa (FYROM) and continued south of Sokol peak and of Dobropolie plateau in the Greek-Serbian border. The second important change was Greece’s entry in the war on Entente’s side. Nine Greek divisions were added to the allied army creating practically an equilibrium of forces. General Louis Franchet d’Espèrey, who replaced General Guillaumat on 18 June as commander-in-chief of the Entente forces, said in a radio interview in the ‘30s:

After my arrival, I went to see Prince Alexander who was the leader of the Serbian army (it was June 28, the anniversary of Ferdinand’s assassination in Sarajevo). I went to his headquarters in Yelac (FYROM) in a wooden hut. He was not fond of the city’s entertainments and preferred to live in a hut, offered to him by the British and built on Serbian territory conquered in the previous year. The next day (June 29) we went up riding to Floka peak. I had the pleasure to meet there an old friend, Major Claemens, commander of two French batteries supporting the Serbs. It was he who explained to me very clearly the tactical situation. It was 6:00 in the afternoon. Although it was June the sun had begun setting and the oblique rays lit up the Bulgarian positions: facing south was possible to see not only the first Bulgarian lines – we were at 2400 meters and them at 1800 – but also the second lines until the last one at Koziak. It was a unique opportunity. The Serbs were enthusiastic and ready to march, they were highlanders, but they lacked the methods of modern warfare. I decided to give them two French divisions: the first one I knew very well because it was me who had formed in 1915, the 122nd Infantry Division; the other one was commanded by an old friend whom I knew and appreciated in China during the Boxers war, the General Pruneau of 17th colonial Infantry Division. I decided that these two divisions would break the “crust” of the first Bulgarian lines and behind them the Serbs would follow …. The allied army consisted of people of all races and religions which was historically unprecedented. I had the British army that consisted of English, Scots, Irish, Cypriots and Indians. I had the French army composed of French, Algerians, Tunisians, Moroccans, Annamites (Vietnamese), Cambodians, Senegalese, Malgasious. I had Albanians, Russians, Italians, and Greeks of course who offered me a very great service because thanks to the Greeks I was able to form the necessary critical mass for maneuvering. Thanks to Venizelos I was able to give two divisions to the Serbs, and several heavy guns”.

Left: Prince Alexander with Franchet d’Espèrey in Yelac next to the wooden hut on 28 June. Right: Prince Alexander, Franchet d’Espèrey and Marshal Michitch at Floka in June 29, 1918

19yelac-and-floka

It should be noted, however, that already by the end of 1916, general Pavlovitch, commander of Shoumadia division and General Stepanovitch of the 2nd army believed that an attack through Dobropolie had a lot of chances of succes. However, the French had to be convinced. Sarrail and his successor Guillaumat were not of the same opinion. But Franchet d’Espèrey believed in it and after the two-day trip to Yelac he radically changed the plans. According to the previous Guillaumat’s plan, the mountain range of Voras, and Almopia valley in general, would only play a minor role, a defensive role. With the new plans, Almopia would become the main theater of the battle, the two French divisions being the spearhead of the attack! Who could seriously believe that an attack at an altitude of 1,800 meters was possible and had a chance of success? Certainly not the commander of the German-Bulgarian Army, general von Scholtz. He was sure that their position in Voras were so favorable that they could easily defend the crests even if the opponents had larger forces. This view seemed to be shared by the commander of the 11th German army, General von Steuben who was defending the area north of Monastir.

The change of plans meant changing preparatory priorities. It was necessary now to improve all the roads in Almopia valley and expand the trails on the slopes of the mountain. And most importantly, it was urgent to extend the narrow decauville line in two directions: from Aridea to Sosandra and Promahi (Bahovo) near the foot of the mountain and from Apsalos to Orma near Loutraki (Pojar), the beginning of the ascent to Sokol and Dobropolie. The carrying capacity of the light rail should be increased from 200 tonnes/day to more than 600 tonnes/day, by using more locomotives and wagons. 600 canons, one third of all the canons of the Salonika Army, and 85,000 men would be squeezed in a distance of 30 km! The workload fell on the French and Italian pioneers assisted by Bulgarian prisoners and Russians Bolsheviks who refused to continue the war after the withdrawal of their new government from the war. Local residents from the Almopia villages were also used.

The positions early September of 1918. The 122nd French Division was located under Sokol (S) and the 17th French colonial division under Dobropolie (D). To the Right, the Serbian division Shoumadia (SH) aiming at Veternik (the Rock of Blood as the Serbs used to call it) and at Koziak (KO). Behind the 122nd was the Yugoslav division (YU), behind the 17th was the Timok division (TI). Further to the right, the first group of divisions under the French general d’Anselme with the participation of two Greek divisions (F + GR). Next to the 122nd division were the divisions of the 1st Serbian Army, i.e. Drina (DR), Danube (DA) and Morava (MO) and further to the west the Armée Française d’Orient (AFO) with a Greek division under general Henrys. Floka (F) was the observatory of the Serbian army, dominating all the Bulgaria occupied peaks in the east. In Yelac (Y) was the headquarters of Prince Alexander at 1,600 meters. Franchet d’Espèrey decided to carry heavy French artillery to Floka, at 2,300 meters !! For its transport they used the decauville line in green colour from Marina (Sakulevo) village near Florina to Scotsivir (FYROM), then with lorries from Scotsivir to Petalino (FYROM), with smaller cars to Yelac (FYROM) and with mules to Floka. It’s perhaps the highest position of heavy artillery (155mm) in history! Lighter loads were carried using the trail  Arnissa – Patima – Tourkolivado – Floka. For provisions to Divisions 122, 17, Yugoslav, Shoumadia and Timok the decauville lines of Orma and Sosandra – Promahi were used. In brown colour is depicted the decauville line of 1916 and in black the extensions built in 1918.

20-1918-%ce%bc%ce%ad%cf%84%cf%89%cf%80%ce%bf-resized

Franchet d’Espèrey to general Michitch on July 13, 1918: “…. in response to your letter of July 11, I have the honour to inform you that I agree with the creation of a 0.60 meters line from Dragomanci (Apsalos) to Poliani and Tresina (Orma) you proposed to urgently undertake … the orders have been given for the transport of the necessary materials for 16 km 0.60m line to Vertekop (Skydra) station …. According to your desire I put at your disposal the 3rd company of the pioneers of the railways (sapeurs des chemins de fer) “

21decauville-dragomanci-tresina-13-7-1918-resized

The Orma extension began on July 20 (Compte rendu 5/8/1918). On 28 August the line to Megaplatanos was ready (Compte rendu of September) and a few days later the remaining small section to Orma. We found no reference of the completion date of the Aridea – Sosandra – Promahi extension. A mid-August request by general Michitch to increase the capacity of Aridea – Promahi section to 400 tonnes/day may imply that the line was ready by that time.

The decauville train on the right and the normal one on the left in Skydra railway station

22decauville-vertikop-gare-1916-resized

Ammunition arrived in Skydra with the normal train from Salonika and then loaded into decauville wagons for distribution to the various warehouses in Almopia.

23decauville-vertikop-reserve-dobus-30-9-1916-resized

Entente soldiers relaxing after having loaded the decauville wagons

24decauville-a-droite-vertikop-30-9-1916-resized

In conclusion, the Almopia narrow railroad network was constructed in two periods. The Skydra – Aridea line was built between July and December 1916 for the supply of the Serbian divisions stationed in Almopia from the summer of 1916 onward. The material and design were provided by the French, the execution by the Serbs. The extensions from Apsalos to Orma and from Aridea to Sosandra and Promahi took place during the 1918 summer in view of Franchet d’Espèrey’s plans to break the enemy lines on the Voras ridge.

The Voras peaks east of Kaymakchalan (1) Kaymakchalan (Profitis Ilias) 2524m, (2) Koutsoumpeis 2440m, (3) Floka 2370m, (4) Sokol 1827m, (5) Dobro Polie 1750m, (6) Kravitsa 1772m, (7) Veternik 1755m, (8) Koziak 1817m, (9) Pinovo 2156m, (10) Djena 2182m

25%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%8d%cf%82-resized

Franchet d’Espèrey’s plan was succesful. Although it is not the subject of the present article, let’s say a few words about the biggest battle in the Balkans during WWI. The Entente bombardment started September 14th at 7 a.m. from Florina to Struma and continued all daylong. In Almopia the 600 canons poured their shells in the few miles of front line on the Voras crests. “The earth in the positions was completely destroyed or collapsed by the concentrated fire. The greater part of the trenches disappeared. In their place appeared huge pits, in which it was impossible to move around” said a Bulgarian observer. Next day, at 5:30 a.m.  the attack began. By the end of the day the three main objectives were attained despite the strong and brave Bulgarian resistance: Sokol, Dobropolie and Veternik were under the Allied control but with heavy losses. The second day the breakthrough continued and the following days the retreat of the Bulgarian army took bigger proportions. On Sepember 25th the Bulgarian government decided to seek an armistice (without tsar Ferdinand’s agreement). The armistice was agreed and signed between d’Espèrey and a Bulgarian delegation in the evening of 29, effective from September 30 at noon. The Bulgarian collapse came as a big surprise in Paris and London. “It was recognized at once that the end had come” writes Churchill while in a mission in Paris. And Hindenburg, the commander-in-chief of the German army will write three days later : “as a result of the collapse of the Macedonian Front….there is, so far as can be foreseen, no longer a prospect of forcing peace on the enemy”. It was the beginning of Kaiser’s fall.

The Balkan breakthrough in September 1918

26-1918-breakthrough-resized

What was the future of the light Almopia railway after the war? The French offered it to the Greek government who ceded it in 1923 to a private company, the “Macedonian Local Railways”. The decauville train operated for the transport of goods and people until 1931, but then following the crisis it was temporarily shut down and stopping altogether in 1936. Shortly afterwards the lines were removed and the locomotives and wagons were dispersed to other similar networks in Greece. The only known locomotive of the Almopia decauville seems to be currently in the Athens Railway Museum. Thus ended the life of the “little Karatzova train” from a glorious and historic period.

Η ιστορία της δημιουργίας του τρένου της Αλμωπίας

Τα δίκτυα επικοινωνιών ήταν ένα από τα μεγάλα προβλήματα που έπρεπε να επιλύσουν οι δυνάμεις της Αντάντ (Entente Cordiale – Εγκάρδια Συνεννόηση) στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας 1915-1918. Η περιοχή είχε μόλις ενσωματωθεί στο Ελληνικό Κράτος μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 με υποδομές που χαρακτηρίζονταν από αιώνες εγκατάλειψης. Δρόμοι για αυτοκίνητα ήταν πρακτικά ανύπαρκτοι απλά γιατί δεν υπήρχαν αυτοκίνητα πριν από τον Α’ Παγκοσμιο Πόλεμο. Οι δρόμοι τις περισσότερες φορές ήταν μονοπάτια και καρόδρομοι. Τα κύρια μεταφορικά μέσα ήταν άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, αραμπάδες και βοϊδάμαξες. Ο μόνος γνωστός δρόμος, η Εγνατία οδός, που χτίστηκε τον 2ο π.Χ. αιώνα από τους Ρωμαίους παρέμενε ο βασικός οδικός άξονας που συνέδεε την Θεσσαλονίκη με την δυτική Μακεδονία. Η ξαφνική άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, χιλιάδων αυτοκινήτων και φορτηγών, μικρών και μεγάλων πυροβόλων δημιούργησε το αδιαχώρητο. Οι πατημένοι για χρόνια από πόδια ανθρώπων και ζώων χωμάτινοι δρόμοι δεν μπορούσαν να αντέξουν το βάρος των οχημάτων. Τα ελαστικά τους έμπαιναν βαθειά στο χώμα ή κολλούσαν στο λασπώδες έδαφος. Το γαλλικό κυρίως μηχανικό δούλεψε σκληρά για την κατασκευή 900 χιλιομέτρων νέων δρόμων και τη βελτίωση 300 χιλιομέτρων σε όλη τη Μακεδονία. Ενας από τους δρόμους που βελτιώθηκαν ριζικά τότε ήταν και το τμήμα Σκύδρας – Έδεσσας – Άρνισσας.

Υπήρχαν βέβαια και οι σιδηροδρομικές γραμμές. Οι τρεις όμως μονές σιδηροδρομικές γραμμές που συνέδεαν τη Θεσσαλονίκη με το Βελιγράδι προς βορρά, με το Μοναστήρι προς δυσμάς και με την Κωνσταντινούπολη προς ανατολάς είχαν μια πολύ χαμηλή μεταφορική ικανότητα για τις ανάγκες του στρατού. Ο Gordon Smith, ανταποκριτής της New York Tribune στη Θεσσαλονίκη, περιγράφει την εμπειρία του από ένα σύντομο ταξίδι με τρένο τον φθινόπωρο του 1916. “Έφευγα από το σταθμό Θεσσαλονίκης με προορισμό το Vertekop (Σκύδρα), ένα σταθμό περίπου 40 μίλια από τη Θεσσαλονίκη σε ευθεία γραμμή, αλλά περίπου 70 μίλια με τον σιδηρόδρομο, λόγω της ιδιαίτερης χάραξης της γραμμής, η οποία πηγαίνει στην αρχή νοτιοδυτικά στη Βέροια και μετά παίρνει βόρεια κατεύθυνση προς τα Βοδενά (Έδεσσα). Η πρώτη δυσκολία ήταν να βρω το τρένο στο σταθμό Θεσσαλονίκης. Ξεκινούσε τα μεσάνυχτα και έπρεπε να το βρω στο σκοτάδι της νύχτας. Υπήρχαν αρκετοί συρμοί στις γραμμές, ο ένας δίπλα στον άλλο, όλοι φορτωμένοι απ άκρη σ άκρη και για να τους περάσω έπρεπε να σκαρφαλώνω πάνω από τις συνδέσεις των βαγονιών, πιτσιλώντας σε λακούβες με νερά. Για προστασία από αεροπορικές επιδρομές όλος ο σταθμός ήταν στο μαύρο σκοτάδι και όπως οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους μιλούσαν μόνο ελληνικά δεν ήταν προφανής η αναζήτηση του τρένου. Οταν τελικά το βρήκα, αποτελούνταν από μια ατελείωτη σειρά από φορτωμένα ανοιχτά βαγόνια, κλειστά βαγόνια, βαγόνια με βοοειδή ενώ το τελευταίο ήταν φορτωμένο με άλογα και μουλάρια. Κοντά στην ατμομηχανή ήταν η επιβατική άμαξα που σίγουρα είχε δει καλύτερες μέρες. Τα γυάλινα παράθυρα έλαμπαν διά της απουσίας τους και μία από τις πόρτες ήταν δεμένη με σπάγγο για να μένει κλειστή. Όπως σε κάθε διαμέρισμα είχε έξι επιβάτες η δυνατότητα του ύπνου μειώθηκε στο ελάχιστο. Αν και όλοι οι επιβάτες είχαν έρθει στην ώρα τους ήταν σχεδόν τέσσερις το πρωΐ όταν ξεκινήσαμε. Η μέση ταχύτητα ήταν περίπου επτά ή οκτώ μίλια την ώρα και οι στάσεις ήταν συχνές και ατελείωτες. Δεδομένου ότι η γραμμή ήταν μονή έπρεπε να μπαίνουμε σε διπλανή γραμμή σχεδόν σε κάθε σταθμό για να αφήσουμε να περάσουν τα άδεια τρένα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μας πήρε πάνω από δέκα ώρες για να καλύψουμε τα εξήντα μίλια που μας χώριζαν από το Βέρτεκοπ “.

Εγκαταλείποντας την πεδιάδα και αρχίζοντας την αναρρίχηση στο βουνό προς Έδεσσα και Άρνισσα τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο δύσκολα. Διαβάζουμε σε έκθεση της 2ας Σεπτεμβρίου 1916 «Rapport de renseignement No20, 178/2 du 2 Septembre 1916″ προς το Γενικό αρχηγείο στο Παρίσι ότι «η γραμμή, με πολλές στροφές και πολλές σήραγγες, ανεβαίνει κατά 508 μέτρα μεταξύ Βέρτεκοπ (30 m) και Όστροβο (538 m) σε μια απόσταση 30 χιλιομέτρων. Το τμήμα Βέρτεκοπ – Βλάδοβο (419 m) 20 χιλιομέτρων με κλίση 2,5% είναι ιδιαίτερα δύσκολο και με πολύ αργή ταχύτητα. Για 20 έως 25 βαγόνια, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν τρεις ατμομηχανές, δύο μπροστά και μία πίσω ».

Τα βόρεια ελληνικά σύνορα στις αρχές του 1916 από γαλλικό χάρτη. Με μπλε γραμμή τα ορια του περιχαρακωμένου στρατοπέδου που κατασκεύασε ο στρατηγός Σαράϊγ για την προστασία της Θεσσαλονίκης από βουλγαρική επίθεση

1synora-1915-16-resized

Τέτοια ήταν η κατάσταση την Άνοιξη του ’16 όταν ο στρατηγός Σαράιγ, επικεφαλής των δυνάμεων της Αντάντ, αποφάσισε να βγάλει τον στρατό από το περιχαρακωμένο στρατόπεδο γύρω από την Θεσσαλονίκη και να τον αναδιατάξει κατά μήκος των βόρειων ελληνικών συνόρων. Είχε ήδη συμφωνήσει με τις ελληνικές αρχές, που κρατούσαν τότε ουδέτερη στάση στην ευρωπαϊκή διένεξη, την αντικατάσταση των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων στα βόρεια σύνορα με αγγλο-γαλλο-σερβικά στρατεύματα. Τα βρετανικά στρατεύματα θα παρατάσσονταν κατά μήκος της κοιλάδας του Στρυμόνα και της Δοϊράνης, τα γαλλικά θα αναπτύσσονταν στην κοιλάδα του Αξιού μέχρι το Σκρα και την Κούπα και τα σερβικά θα τοποθετούνταν κατά μήκος της οροσειράς του Βόρα μέχρι την Φλώρινα και τις Πρέσπες. Ο σερβικός στρατός μόλις είχε καταφθάσει στη Θεσσαλονίκη. Μετά την Μεγάλη Υποχώρηση του φθινοπώρου 1915 δια μέσου Μαυροβουνίου και Αλβανίας, και μετά από μια σύντομη παραμονή στην Κέρκυρα, μεταφέρθηκε στη Μίκρα όπου είχε εκ νέου οπλισθεί και εκπαιδευτεί από γάλλους αξιωματικούς. Μετρούσε περίπου 150.000 άνδρες μαζί με τους Γιουγκοσλάβους εθελοντές που είχαν έρθει να βοηθήσουν από Σλοβενία, Κροατία, Ερζεγοβίνη και Μαυροβούνιο. Το δυτικό τμήμα του μετώπου, ο σερβικός τομέας, ήταν ακριβώς πλάϊ στην πατρίδα τους όπως συνήθιζαν να λένε, πίσω από την οροσειρά του Βόρα. Αυτός ο τεράστιος ορεινός όγκος, τείχος απροσπέλαστο, χώριζε την Ελλάδα από την τότε Σερβία στα βόρεια της κοιλάδας της Αλμωπίας και αποτελούσε την γραμμή του μετώπου μεταξύ της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας και Αυστρο-Ουγγαρίας στις οποίες προστέθηκαν αργότερα η Τουρκία και η Βουλγαρία). Η οροσειρά εκτείνεται σε μήκος 70 περίπου χιλιόμετρων από τη Βεύη στη δυτική Μακεδονία μέχρι τα χωριά Περίκλεια και Χούμα στα ανατολικά με μερικές πολύ ψηλές κορυφές, όπως το Καϊμακτσαλάν στα 2524 μέτρα, ο Κουτσούμπεης στα 2440 μέτρα, ο Άσπρος Σβώλος (Φλόκας) στα 2370 και η Τζένα στα 2182. Οι σερβικές δυνάμεις οργανώθηκαν το 1916 σε τρεις στρατιές δύο μεραρχιών η κάθε μια, συν ένα σύνταγμα ιππικού. Στη 1η Στρατιά (μεραρχίες Μοράβα και Βαρδάρη) με διοικητή τον στρατηγό Μίσιτς, ανατέθηκε ο ανατολικός τομέας, από Κούπα (κοντά στο Σκρα) μέχρι Φούστανη. Στα δεξιά τους και μέχρι τον Αξιό ποταμό είχε απλωθεί η 122η γαλλική μεραρχία πεζικού. Η 2η Στρατιά (μεραρχίες Τιμόκ και Σουμαδιά) με διοικητή τον στρατηγό Στεπάνοβιτς και έδρα την Άψαλο, είχε τον κεντρικό τομέα από Φούστανη μέχρι Άνω Κορυφή κοντά στην Όρμα. Η 3η Στρατιά (μεραρχίες Δρίνα και Δούναβη) με διοικητή τον στρατηγό Βάσιτς και έδρα την Άρνισσα, είχε στην ευθύνη της τον εκτεταμένο δυτικό τομέα, από Άνω Κορυφή μέχρι Φλώρινα και Πρέσπες περνώντας από Ζέρβη, Κέλλη και Βεύη. Η 1η και 2η στρατιά είχαν λοιπόν καταλάβει όλη την Αλμωπία.

Η οροσειρά του Βόρα εκτείνεται από Βεύη στη Δύση μέχρι Περίκλεια/Χούμα στην Ανατολή. Με μωβ χρώμα δίδεται κατά προσέγγιση το μέτωπο στα μέσα Αυγούστου 1916 που συνέπιπτε με τα σύνορα Ελλάδας – Σερβίας. Με κόκκινη γραμμή η θέση των τριών σερβικών στρατιών (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ). Με μπλε ο τομέας της 122ης γαλλικής μεραρχίας πεζικού. Η μαύρη γραμμή δείχνει τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου (Μπίτολα) και με καφέ χρώμα η γραμμή ντεκωβίλ από Σκύδρα σε Άψαλο (Α), Ξιφιανή (Ξ) και Αριδαία

2front-1916-resized

Η κατασκευή της βασικής γραμμής το 1916
Η Αλμωπία ήταν απομονωμένη από τα τότε οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα της περιοχής. Η ανάπτυξη τεσσάρων μεραρχιών, της 1ης και 2ης στρατιάς, και η ανάγκη για συνεχή ανεφοδιασμό τους σε τρόφιμα και πυρομαχικά επέβαλε την κατασκευή ενός δικτύου που να την συνδέει με την Σκύδρα από την οποία περνούσε τόσο ο σιδηρόδρομος όσο και ο αυτοκινητόδρομος προς Έδεσσα και Μοναστήρι. Οι Γάλλοι είχαν προνοήσει ήδη από τον μήνα Μάιο να διανείξουν το μονοπάτι που περνούσε από το Ζενίς Ντερέ μεταξύ Προφήτη Ηλία (Μετσεκλί) και Αψάλου και να τον μετατρέψουν σε κανονικό αυτοκινητόδρομο. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου μάλιστα είχαν φτιάξει αυτοκινητόδρομο ως την Αριδαία. Για την δουλειά αυτή είχε χρησιμοποιηθεί το μεγαλύτερο τμήμα του 2ου bis γαλλικού συντάγματος των Ζουάβων, δηλαδή στρατιωτών από τις γαλλικές τότε αποικίες του Μαρόκου, της Αλγερίας και της Τυνησίας όπως μας πληροφορούν οι εκθέσεις (Comptes rendus des opérations) της 16ης Μαΐου και 17ης Ιουνίου 1916 προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι.

Η κατασκευή του δρόμου Αψάλου – Αριδαίας τον Ιούνιο του 1916 από τους Ζουάβους

3road-to-subotsko

Έλειπε όμως η απαραίτητη σιδηροδρομική σύνδεση. Με εντολή του στρατηγού Σαράιγ αποφασίστηκε η κατασκευή ενός στενού σιδηροδρόμου 60 εκατοστών, γνωστού ως ντεκωβίλ (decauville) από το όνομα του Γάλλου εφευρέτη της, συνδέοντας τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας με την Άψαλο και την Ξιφιανή. Στην Άψαλο θα εγκαθίσταντο το αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς καθώς επίσης και το μεγάλο σερβικό νοσοκομείο 1.500 κλινών. Η κατασκευή ανατέθηκε στον αντισυνταγματάρχη Πρέμοβιτς, διοικητή των σκαπανέων του σερβικού στρατού, με σχέδια και επίβλεψη από Γάλλους μηχανικούς (les sapeurs des chemins de fer). Οι εργασίες ξεκίνησαν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου (Compte rendu της 18/7/1916) και ήδη στις 12 Αυγούστου η γραμμή Σκύδρας – Νέας Ζωής ήταν έτοιμη (Rapport de renseignements no20 178-2 της 2/9/1916). Με την κατασκευή του τμήματος Αψάλου – Ξιφιανής στις 10 Σεπτεμβρίου το σύνολο της γραμμής Σκύδρας – Ξιφιανής ήταν έτοιμο (Compte-rendu 18/9/1916: achèvement de la voie de 0m60 de Kosturian à Dragomanci, ouverte à l’exploitation le 10 Septembre). Δυό μέρες νωρίτερα, στις 8 Σεπτεμβρίου, αποφασίστηκε η επέκταση της γραμμής προς Αριδαία, έδρα της μεραρχίας Σουμαδιά. Στη δεκαπενθήμερη έκθεση της 16ης Οκτωβρίου, ο Σαράιγ ανακοινώνει την έναρξη των εργασιών της επέκτασης αυτής (on commence également le prolongement de la voie de 0m60 vers Subotsko), επέκταση που ολοκληρώθηκε κατά τις πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου (“Rapport de Novembre 1367/4 du 3 décembre 1916”). Ετσι σε πέντε μήνες το ντεκωβίλ Σκύδρας – Αριδαίας ήταν σε πλήρη λειτουργία!

Η γραμμή περνούσε πλάϊ από το γαλλικό αεροδρόμιο στο Μαυροβούνι. Στο βάθος φαίνεται αμυδρά η Σκύδρα και δεξιά η κατεύθυνση της γραμμής προς Νέα Ζωή και Άψαλο

4decauville-airfield-mavrovouni

Στο 6ο χιλιόμετρο Σκύδρας – Αψάλου κατασκευάστηκε η πρώτη μεγάλη γέφυρα….

5vertekop-xifonia-6km

Στο ίδιο σημείο σήμερα βρίσκεται η γέφυρα του αυτοκινητοδρόμου Σκύδρας – Αριδαίας

6-%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82-6%cf%87%ce%bb%ce%bc

Η γραμμή ακολουθούσε τον αυτοκινητόδρομο που είχαν φτιάξει οι Ζουάβοι λίγες εβδομάδες νωρίτερα, τον Μάιο του 1916. Εδώ η στροφή πριν από τον ‘Τρύπιο Βράχο’ πηγαίνοντας προς Νέα Ζωή

7vertekop-xifonia-9km

Βγαίνοντας από τη Νέα Ζωή κατασκευάστηκε μια μικρότερη γέφυρα. Ο Γάλλος αξιωματικός αριστερά επιβλέπει τις εργασίες κατασκευής

8vertekop-xifonia-12km

Στο ίδιο σημείο ένα χρόνο αργότερα Σενεγαλέζοι στρατιώτες της 17ης αποικιακής μεραρχίας πεζικού ψαρεύουν στο ποτάμι

9%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%ce%b6%cf%89%ce%ae-%cf%87%ce%b9%ce%bb-12-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%b6%ce%bf%ce%b9-%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bf%cf%85%ce%bd-13-06-17

Η γέφυρα στη Νέα Ζωή αποτελεί σήμερα μέρος αγροτικού δρόμου

10resized

Η μεταλλική βάση παραμένει η ίδια από το 1916. Απλά από πάνω έριξαν αργότερα μπετόν για να περνούν αγροτικά οχήματα

11-resized

Το κτίριο του σταθμού της Αψάλου διατηρείται ακόμη και σήμερα όπως και μερικά άλλα στη περιοχή. Εδώ διατηρείται μάλιστα και ένα κομμάτι της γραμμής με μερικά βαγονέτα. Στο βάθος ο Βόρας

12-resized

Λίγο πιο πίσω από τον σταθμό είχε εγκατασταθεί και το μεγάλο χειρουργικό νοσοκομείο της 2ης σερβικής στρατιάς 1.500 κλινών. Στην Άψαλο βρισκόταν επίσης το αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς. Στη φωτογραφία η περιοχή του νοσοκομείου όπως ήταν τότε και όπως είναι σήμερα

13tote-k-twra

Ο ανταποκριτής της New York Tribune που πέρασε από την Άψαλο το 1916 γράφει: κανείς φτάνοντας στο Δραγομάνσι δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι το μικρό ειρηνικό χωριό ήταν κέντρο πολεμικών δραστηριοτήτων. Οι περίπου εξακόσια κάτοικοί του ήταν κυρίως Τούρκοι. Όλη την ημέρα από το σχολείο του χωριού ακουγόταν ένα γλυκό βούϊσμα από τις φωνές των παιδιών, που καθισμένα σταυροπόδι γύρω από τον δάσκαλο τους, επαναλάμβαναν όλα μαζί το μάθημα. Το μόνο σημάδι στρατιωτικής δραστηριότητας ήταν όταν κάποιο αυτοκίνητο περνούσε με θόρυβο στο δρόμο κουβαλώντας αξιωματικούς από ή προς το μέτωπο. Η μόνη άλλη ένδειξη ήταν η συνεχής βοή των βαρέων κανονιών που αντηχούσαν από τα μακρινά βουνά. Σε ένα λιβάδι κοντά στην έξοδο του χωριού υπήρχαν αρκετές σκηνές. Ένα στενό ρέμα περνούσε παρα δίπλα με μια σανιδένια γέφυρα. Από την άλλη πλευρά ήταν στημένη μια μοναχική σκηνή. Ήταν το σπίτι του ατρατηγού Στεπάνοβιτς, διοικητή της 2ης σερβικής στρατιάς, του πιο ολιγόλογου στρατιώτη στην υπηρεσία του βασιλιά Πέτρου. Όταν δεν ήταν στη σκηνή του, βυθισμένος σε χάρτες και σχέδια, περιπλανιόταν μόνος του. Τα μόνα πρόσωπα με τα οποία συνομιλούσε ήταν τα μικρά παιδιά του χωριού.

Το τουρκικό σχολείο της Αψάλου το 1916: “όλη την ημέρα από το σχολείο του χωριού ακουγόταν ένα γλυκό βούϊσμα από τις φωνές των παιδιών”

14sxoleio-dragomanci

Η σανιδένια γέφυρα στο ρέμα που περνούσε από την Άψαλο

15%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82

Μετά την Άψαλο το τρενάκι πήγαινε στη Ξιφιανή όπου διάβαινε άλλη μεγάλη γέφυρα

16pont-xifiani

Στη Αριδαία τέλειωνε η γραμμή του 1916. Εδώ ήταν το αρχηγείο της μεραρχίας Σουμαδιά. Στη φωτογραφία γίνεται η φόρτωση στον σταθμό της Αριδαίας ενός χαλασμένου πυροβόλου 155 χιλ. μετά από αεροπορικό χτύπημα

17decauville-sobutsko-canon-155

Ο ίδιος ξένος ανταποκριτής φτάνοντας στην Αριδαία παρατηρεί: “το χωριό παρουσίαζε μιαν ειρηνική εικόνα που θα χαροποιούσε την καρδιά κάθε ειρηνιστή. Οι δύο δρόμοι του χωριού, ο ένας κάθετος στον άλλο, είχαν κατά μήκος μερικά φτωχικά καταστήματα που πωλούσαν σαπούνι, πετρέλαιο, ζάχαρη και μερικά άλλα απολύτως απαραίτητα είδη. Δεν υπήρχαν πολυτελή είδη, εκτός αν κάποιος λογάριαζε σαν τέτοια τα κουτιά συμπυκνωμένου γάλακτος και μερικές πλατιές κονσέρβες σαρδέλας. Στη γωνία, όπου οι δρόμοι συναντιόντουσαν, βρισκόταν το μοναχικό τζαμί του χωριού, καθώς και ένα μαρμάρινο συντριβάνι με μια τουρκική επιγραφή, τελευταία αναμνηστικά του καθεστώτος του Σουλτάνου. Εδώ, μία φορά την εβδομάδα, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής έρχονταν με τα πόδια και με γαϊδουράκια για το παζάρι. Τα προϊόντα που πωλούνταν δεν είχαν, ωστόσο, συνολική αξία πάνω από μερικές εκατοντάδες φράγκα και αποτελούνταν κυρίως από κρεμμύδια, κάστανα, κόκκινες πιπεριές και μερικές καρφίτσες, βελόνες και νήματα. Είδα έναν έμπορα με κόκκινο τουρμπάνι να περνά όλη τη μέρα σταυροπόδι μπροστά από δυο δεκάδες κουτιά σπίρτων. Όπως η τιμή ήταν ένα λεπτό το κουτί ακόμα και αν πουλούσε το σύνολο της πραμάτειας του (που σίγουρα όχι), οι ακαθάριστες εισπράξεις του δεν θα ήταν παρά εικοσιπέντε λεπτά. Από καιρό σε καιρό ένας άνδρας με γκρίζα γενειάδα και κόκκινο φέσι ανέβαινε πάνω στο μαρμάρινο σιντριβάνι και έλεγε κάτι. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν πολιτικός γιατί μιλούσε με εμφανή ευγλωττία και αυτοπεποίθηση, αλλά ανακάλυψα ότι ήταν μόνο ο τελάλης που ανήγγειλε τις τελευταίες δημοτικές ανακοινώσεις. Από την ψυχρή υποδοχή των ανακοινώσεων, φαντάζομαι ότι επρόκειτο για νέους φόρους ή κάτι τέτοιο.
Κάθε πρωί κατά τις 9 η ώρα, εκατοντάδες αγρότες ντυμένοι τούρκικα έρχονταν στο χωριό, οι άνδρες πάνω σε γαϊδούρια και οι γυναίκες με τα πόδια. Ακόμη και μικρά αγόρια ήταν πάνω σε γαϊδούρια ενώ οι μητέρες τους περπατούσαν από πίσω, σύμβολο της αρσενικής κυριαρχίας. Το φεμινιστικό κίνημα έχει πολύ δρόμο να κάνει στη Μακεδονία. Η κύρια δουλειά του άνδρα φαίνεται ότι ήταν να κάθεται σταυροπόδι στο έδαφος σε διάφορα καφενεία (ξύλινα υπόστεγα με πατημένα γήϊνα δάπεδα ανοιχτά στους δρόμους) και να καταναλώνει ατελείωτα μικροσκοπικά φλιτζάνια καφέ. Δεδομένου ότι η τεράστια πλειοψηφία του λαού είναι Μωαμεθανοί, το 90 τοις εκατό από αυτούς φορούσαν είτε φέσια είτε τουρμπάνια”.

Η επίσκεψη του βασιλιά Αλέξανδρου
Στις 7 Φεβρουαρίου 1918 ο νέος βασιλιάς Αλέξανδρος, που ανέβηκε στο θρόνο μετά την αποπομπή του πατέρα του Κωνσταντίνου τον Ιούνιο του ‘17, έφτασε στη Θεσσαλονίκη για μεγάλη επιθεώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων. Τον συνόδευε στην επιθεώρηση ο αρχηγός του στρατού της Αντάντ, στρατηγός Γκιγιωμά, που είχε αναλάβει καθήκοντα στις 22 του προηγούμενου Δεκεμβρίου. Για τις μετακινήσεις τους χρησιμοποίησαν το τρένο και το ντεκωβίλ. Ο νεαρός βασιλιάς επισκέφτηκε την Άψαλο στις 12 Φεβρουαρίου όπου στο αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς τον υποδέχτηκε ο πρίγκηπας και διάδοχος του σερβικού θρόνου – και συνονόματος του – Αλέξανδρος που τον ενημέρωσε για την κατάσταση στη μεθοριακή γραμμή του Βόρα.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος και αριστερά του ο στρατηγός Γκιγιωμά σε βαγόνι ντεκωβίλ

18le-general-gerome-le-roi-de-grece-et-le-general-guillaumat-resized

Ο βασιλιάς της Ελλάδας Αλέξανδρος εξέρχεται από το σερβικό στρατηγείο στην Άψαλο συνοδευόμενος από τον διάδοχο και αντιβασιλέα της Σερβίας συνονόματο του Αλέξανδρο

dragomanci2

Μετά ο βασιλιάς κατευθύνθηκε στην Έδεσσα όπου ενδιαφέρθηκε για τα έργα που γίνονταν από τους Γάλλους στρατιώτες στη πόλη. Χαρακτηριστικό είναι ένα στιγμιότυπο κατά την επίσκεψη αυτή που αναμεταδόθηκε από τον γαλλικό τύπο. Στην Έδεσσα ήταν η έδρα των εφεδρικών στρατευμάτων με διοικητή τον Γάλλο αντισυνταγματάρχη Βικ (Vicq). Ο Γάλλος διοικητής χρησιμοποιούσε τον στρατό για λιθόστρωση παλιών και χάραξη νέων δρόμων στην πόλη. Τότε χτίστηκε και το γαλλικό διοικητήριο που βρίσκεται ακόμη στον προαύλειο χώρο του εργοστασίου Σεφερτζή. Ο βασιλιάς ήταν απορροφημένος από τις εργασίες των στρατιωτών και ο αντισυνταγματάρχης τον ρώτησε ευγενικά γιατί ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την δραστηριότητα των ανδρών του. Ο νεαρός βασιλιάς του έδωσε μια σιβυλλική απάντηση: μαθαίνω την δουλειά του βασιλιά! Μετά την Έδεσσα ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε στη Φλώρινα και το Μοναστήρι όπου επιθεώρησε γαλλικές και ιταλικές μονάδες. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 13ης Φεβρουαρίου.

Οι επεκτάσεις του 1918
Στο τέλος της άνοιξης του 1918 η στρατιωτική κατάσταση στο Μακεδονικό Μέτωπο είχε διαφοροποιηθεί ριζικά. Η πρώτη διαφοροποίηση αφορούσε την γραμμή του μετώπου. Μετά την επιτυχημένη εκστρατεία της Αντάντ τα προηγούμενα δυο χρόνια, η δυτική πλευρά του μετώπου είχε μετακινηθεί προς βορρά. Περνούσε βορείως των Πρεσπών και του Μοναστηρίου, έφτανε στο Μάκοβο (ΠΓΔΜ) και στη συνέχεια περνούσε νοτίως της Γκραντέσνιτσα (ΠΓΔΜ) και συνέχιζε νότια κάτω από την κορυφή Σοκόλ (Γεράκι) και το πλάτωμα Ντομπροπόλιε (Καλό Λιβάδι) στα ελληνοσερβικά σύνορα. Η δεύτερη και σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορούσε την είσοδο της Ελλάδας στο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Εννέα ελληνικές μεραρχίες είχαν προστεθεί στις δυνάμεις της Αντάντ δημιουργώντας ισορροπία δυνάμεων στο μέτωπο. Ο στρατηγός Λουί Φρανσέ ντ’Εσπεραί (Louis Franchet d’Espèrey), ο οποίος αντικατέστησε στις 18 Ιουνίου 1918 τον στρατηγό Γκιγιωμά (Guillaumat) ως διοικητή των δυνάμεων της Αντάντ, είπε σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη την δεκαετία του 30:

“Μετά την άφιξή μου (στη Θεσσαλονίκη), πήγα να δω τον πρίγκιπα Αλέξανδρο ο οποίος ήταν ο αρχηγός του σερβικού στρατού (ήταν 28 Ιουνίου, επέτειο της δολοφονίας του Φερδινάνδου στο Σεράγεβο). Πήγα στην έδρα του στο Γιέλακα (Yelac – ΠΓΔΜ) σε μια ξύλινη καλύβα. Δεν του άρεσαν οι διασκεδάσεις της πόλης και προτιμούσε να ζει σε μια καλύβα χτισμένη σε σερβικό έδαφος που κατακτήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Την επόμενη μέρα (29 Ιουνίου) ανεβήκαμε με άλογα στην κορυφή Φλόκα (Άσπρος Σβώλος). Είχα τη χαρά να συναντήσω εκεί έναν παλιό φίλο, τον ταγματάρχη Κλεμάν (Claemens), διοικητή των δύο πυροβολαρχιών υποστήριξης των Σέρβων. Ήταν αυτός που μου εξήγησε με πολύ σαφή τρόπο την τακτική κατάσταση. Ήταν έξι το απόγευμα. Παρά το γεγονός ότι ήταν Ιούνιος ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και οι λοξές ακτίνες του φώτιζαν τις βουλγαρικές θέσεις: με νότιο προσανατολισμό ήταν δυνατό να δούμε όχι μόνο τις πρώτες βουλγαρικές γραμμές – ήμασταν στα 2400 μέτρα και αυτοί στα 1800 – αλλά και τις άλλες γραμμές μέχρι την τελευταία στο Κόζιακα. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία. Οι Σέρβοι ήταν ενθουσιώδεις και έτοιμοι να βαδίσουν, ήταν ορεσίβιοι, αλλά τους έλειπαν οι μέθοδοι του σύγχρονου πολέμου. Αποφάσισα να τους δώσω δύο μεραρχίες: η πρώτη που την ήξερα καλά, γιατί την είχα σχηματίσει και εκπαιδεύσει εγώ το 1915, ήταν η 122η μεραρχία πεζικού και η άλλη είχε ως διοικητή έναν παλιό φίλο τον οποίο είχα γνωρίσει και εκτιμήσει στην Κίνα κατά τη διάρκεια του πολέμου των Μπόξερ, τον στρατηγό Πρινώ (Pruneau) της 17ης αποικιακής μεραρχίας πεζικού. Αποφάσισα ότι αυτές οι δύο μεραρχίες θα έσπαγαν την «κρούστα» των πρώτων βουλγαρικών γραμμών και πίσω τους οι Σέρβοι θα εφορμούσαν …. Ο συμμαχικός στρατός αποτελούνταν από ανθρώπους όλων των φυλών και θρησκειών πράγμα που ήταν ιστορικά πρωτοφανές. Είχα τον βρετανικό στρατό που αποτελείτο από Άγγλους, Σκωτσέζους, Ιρλανδούς, Κύπριους και Ινδούς. Είχα τον γαλλικό στρατό που αποτελείτο από Γάλλους, Αλγερινούς, Τυνήσιους, Μαροκινούς, Ανναμίτες (Βιετναμέζους), Καμποτζιανούς, Σενεγαλέζους, Μαλγάσιους. Είχα Αλβανούς, Ρώσους, Ιταλούς και φυσικά Έλληνες που μου πρόσφεραν μια πολύ μεγάλη υπηρεσία γιατί χάρις στους Έλληνες ήμουν σε θέση να σχηματίσω την απαραίτητη κριτική μάζα για τους ελιγμούς. Χάρις στον Βενιζέλο ήμουν σε θέση να δώσω δύο μεραρχίες στους Σέρβους, καθώς και πολλά βαρέα πυροβόλα “.

Αριστερά: o πρίγκιπας Αλέξανδρος με τον Φρανσέ ντ’ Εσπεραί στο Γιέλακα, δίπλα στην ξύλινη καλύβα στις 28 Ιουνίου 1918. Δεξιά: ο πρίγκιπας Αλέξανδρος, ο Φρανσέ ντ’ Εσπεραί και ο στρατάρχης Μίσιτς στη κορυφή του Φλόκα (Άσπρος Σβώλος) στα 2.370 μέτρα στις 29 Ιουνίου 1918

19yelac-and-floka

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήδη από το τέλος του 1916, ο διοικητής της μεραρχίας Σουμαδιά Πάβλοβιτς και ο στρατηγός της 2ης στρατιάς Στεπάνοβιτς πίστευαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας μιας επίθεσης από το Ντομπροπόλιε ήταν μεγάλες. Έμενε όμως να πεισθούν για αυτό και οι Γάλλοι. Ο Σαράιγ και ο διάδοχος του Γκιγιωμά δεν είχαν δώσει μεγάλη σημασία σ’αυτές τις σκέψεις. Ο Φρανσέ ντ’Εσπεραί όμως όχι μόνο πίστεψε αλλά μετά το διήμερο ταξίδι στο Γιέλακα άλλαξε ριζικά τα σχέδια της επίθεσης. Σύμφωνα με το προηγούμενο σχέδιο του στρατηγού Γκιγιωμά, η οροσειρά του Βόρα και γενικότερα η Αλμωπία θα έπαιζαν μόνο ένα δευτερεύοντα, έναν αμυντικό ρόλο. Αλλά με τα νέα σχέδια, η Αλμωπία γινόταν το κεντρικό θέατρο της μάχης με τις δύο γαλλικές μεραρχίες να είναι η αιχμή του δόρατος! Ποιός θα μπορούσε στα σοβαρά να πιστέψει ότι μια επίθεση σε ύψος 1.800 μέτρων ήταν δυνατή και είχε πιθανότητες επιτυχίας; Σίγουρα όχι ο Γερμανός γενικός διοικητής του γερμανο-βουλγαρικού στρατού, στρατηγός φον Σχόλτς (von Scholtz), που βρισκόταν αρκετά χιλιόμετρα βορειότερα. Ήταν σίγουρος ότι η τοποθεσία τους ευνούσε τόσο πολύ που θα μπορούσαν εύκολα να αμυνθούν σε περίπτωση επίθεσης έστω και αν οι αντίπαλοι είχαν μεγαλύτερες δυνάμεις. Την ίδια άποψη φαίνεται ότι συμμεριζόταν και ο διοικητής της 11ης γερμανικής στρατιάς, στρατηγός φον Στόϋμπεν (von Steuben) που φύλαγε τον τομέα βόρεια του Μοναστηρίου και περίμενε εκεί την κύρια επίθεση. Ο διοικητής της 2ης βουλγαρικής μεραρχίας, στρατηγός Ρούσεφ, που φρουρούσε τις κορυφές του Βόρα από την άλλη πλευρά περίμενε ότι ενδεχόμενη επίθεση εκεί θα ήταν απλά μια κίνηση αντιπερισπασμού, όχι η κύρια επίθεση της Αντάντ.

Η αλλαγή των σχεδίων σήμανε αλλαγή των προπαρασκευαστικών προτεραιοτήτων. Ήταν απαραίτητο τώρα να βελτιωθούν όλοι οι δρόμοι στη πεδιάδα της Αλμωπίας και να διευρυνθούν τα μονοπάτια στις πλαγιές του ορεινού όγκου. Και πιο σημαντικό, ήταν επείγουσα η επέκταση της στενής γραμμής ντεκωβίλ προς δύο κατευθύνσεις: από Αριδαία προς Σωσάνδρα και Προμάχους κοντά στους πρόποδες του βουνού και από Άψαλο προς Όρμα δίπλα στο Λουτράκι, στην αρχή της ανάβασης προς Σοκόλ και Ντομπροπόλιε. Η ικανότητα μεταφοράς του ελαφριού σιδηροδρόμου έπρεπε να αυξηθεί από 200 τόνους/μέρα σε περισσότερους από 600 τόνους/μέρα, αποκτώντας νέες μηχανές και πολλά περισσότερα βαγόνια για τον ανεφοδιασμό των 600 πυροβόλων, το ένα τρίτο του συνόλου των πυροβόλων του στρατού της Ανατολής, και των 85.000 στρατιωτών σε ένα μέτωπο μόλις 30 χιλιομέτρων! Στη κατασκευή των δρόμων και της σιδηροδρομικής γραμμής χρησιμοποιήθηκαν, εκτός των Γάλλων και Ιταλών σκαπανέων, Βούλγαροι αιχμάλωτοι, ως επί το πλείστον αυτόμολοι, και Ρώσσοι στρατιώτες υποστηρικτές των μπολσεβίκων που αρνήθηκαν να συνεχίσουν τον πόλεμο μετά την απόσυρση της νέας ρωσικής κυβέρνησης από την παγκόσμια σύρραξη. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης επι πληρωμή και πολλοί ντόπιοι κάτοικοι από τα χωριά της Αλμωπίας.

Το μέτωπο τον Σεπτέμβριο του 1918. Η 122η γαλλική μεραρχία κάτω από την κορυφή Σοκόλ (S) και η 17η γαλλική αποικιακή μεραρχία κάτω από το Ντομπροπόλιε (D). Δεξιά της η σερβική μεραρχία Σουμαδιά (SH) με στόχο το Βέτερνικ (τον Βράχο του Αίματος όπως τον αποκαλούσαν οι Σέρβοι) και την κορυφή του Κόζιακα (ΚΟ). Πίσω από την 122η, η Γιουγκοσλαβική μεραρχία (YU), και πίσω από την 17η, η μεραρχία Τιμόκ (TI). Δεξιότερα η 1η ομάδα μεραρχιών υπό τον γάλλο στρατηγό ντ’Ανσέλμ (d’Anselme) στην οποία συμμετέχουν και δυο ελληνικές μεραρχίες (F+GR). Αριστερά από την 122η μεραρχία βρίσκονται οι σερβικές μεραρχίες της 1ης στρατιάς, Ντρίνα (DR), Δούναβη (DA) και Μοράβα (MO) ενώ αριστερότερα η 3η ομάδα μεραρχιών υπό τον Γάλλο στρατηγό Ανρύς (Henrys) όπου συμμετέχει κι εκεί μια ελληνική μεραρχία. Η κορυφή Φλόκα (F) είναι το βασικό παρατηρητήριο του σερβικού στρατού που δεσπόζει σε όλες τις υπό βουλγαρική κατοχή κορυφές ανατολικά. Στο Γιέλακα (Y) έχει την έδρα του το αρχηγείο του Σέρβου πρίγκηπα και αντιβασιλέα Αλεξάνδρου, στα 1.600 μέτρα. Ο Φρανσέ ντ’Εσπεραί αποφάσισε να μεταφέρει βαρύ γαλλικό πυροβολικό στη κορυφή Φλόκα, στα 2.300 μέτρα!! Η μεταφορά έγινε με το τρένο ντεκωβίλ από το χωριό Μαρίνα της Φλώρινας και πλάϊ απο τον ποταμό Εριγώνα (Τσέρνα) μέχρι το Σκότσιβιρ (ΠΓΔΜ), από εκεί με φορτηγά μέχρι το Πετάλινο (ΠΓΔΜ), με μικρότερα αυτοκίνητα μέχρι το Γιέλακα (ΠΓΔΜ) και με ζώα μέχρι το Φλόκα. Ίσως είναι το υψηλότερο σημείο από όπου έχουν γίνει βολές πυροβολικού στη παγκόσμια ιστορία! Η μεταφορά των ελαφρύτερων φορτίων έγινε οδικώς από Άρνισσα, Πάτημα, Τουρκολίβαδο και Φλόκα. Ο εφοδιασμός των μεραρχιών 122, 17, Γιουγκοσλαβικής, Σουμαδιά και Τίμοκ έγινε με τις νέες γραμμές ντεκωβίλ Όρμας και Σωσάνδρας – Προμάχων. Με χρώμα καφέ είναι το ντεκωβίλ του 1916 και με μαύρο οι επεκτάσεις του 1918

20-1918-%ce%bc%ce%ad%cf%84%cf%89%cf%80%ce%bf-resized

Φρανσέ ντ Εσπεραί προς στρατηγό Μίσιτς στις 13 Ιουλίου 1918: “…. σε απάντηση της επιστολή σας της 11ης Ιουλίου, έχω την τιμή να σας ανακοινώσω ότι συμφωνώ με τη δημιουργία μιας γραμμής 0,60 μέτρων από Δραγομάνσι προς Πόλιανη και Τρεσίνα όπως προτείνατε επειγόντως να φτιάξετε … οι παραγγελίες έχουν ήδη δοθεί για τη μεταφορά των απαραίτητων υλικών για 16 χλμ γραμμής 0,60 μέτρων στο σταθμό Βέρτεκοπ ….Σύμφωνα με την επιθυμία σας θέτω στη διάθεση σας τον 3ο λόχο των σκαπανέων των σιδηροδρόμων (sapeurs des chemins de fer)”

Decauville Dragomanci Tresina 13-7-1918

Οι εργασίες κατασκευής της γραμμής προς Όρμα άρχισαν στις 20 Ιουλίου (Compte rendu 5/8/1918). Στις 28 Αυγούστου είχε αποδοθεί το τμήμα Άψαλος – Μεγαπλάτανος (Compte rendu του μήνα Σεπτεμβρίου) και λίγες μέρες αργότερα το υπόλοιπο μικρό τμήμα μέχρι την Όρμα. Δεν βρήκαμε αναφορά σχετικά με την ημερομηνία ολοκλήρωσης του τμήματος Αριδαίας – Σωσάνδρας – Προμάχων. Υπάρχει αίτημα του στρατηγού Μίσιτς για αύξηση της μεταφορικής ικανότητας προς Προμάχους στους 400 τόννους/μέρα στα μέσα Αυγούστου, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανόν η γραμμή να ήταν έτοιμη νωρίτερα. (le voïvode Michitch insistait-il pour obtenir de la ligne Vértékop – Dragomanci et de ses embranchements sur Bahovo et Trésina un rendement quotidien de 600 tonnes). Τα εφόδια έρχονταν με την κανονική γραμμή μέχρι την Σκύδρα και από εκεί με το ντεκωβίλ διανέμονταν στις αποθήκες που είχαν δημιουργηθεί στους σταθμούς της Αλμωπίας.

Η σύνδεση του ντεκωβίλ (δεξιά) με το κανονικό τρένο (αριστερά) στον σταθμό της Σκύδρας. Τα εφόδια έρχονταν από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τον κανονικό σιδηρόδρομο και στη Σκύδρα γινόταν η μεταφόρτωση στα ντεκωβίλ.

22decauville-vertikop-gare-1916-resized

Πυρομαχικά της 2ης σερβικής στρατιάς στο σταθμό της Σκύδρας για μεταφόρτωση και διανομή στην Αλμωπία με το ντεκωβίλ

23Decauville Vertikop Réserve d'obus 30-9-1916.resized.png

Η Σκύδρα ήταν επίσης το κέντρο μετεπιβίβασης του προσωπικού από το κανονικό τρένο στο ντεκωβίλ

24decauville-a-droite-vertikop-30-9-1916-resized

Σαν συμπέρασμα, το σιδηροδρομικό δίκτυο στενού σιδηροδρόμου Αλμωπίας κατασκευάστηκε σε δύο περιόδους. Η πρώτη γραμμή Σκύδρας – Αριδαίας έγινε μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου 1916 για τον ανεφοδιασμό των σερβικών μεραρχιών που τοποθετήθηκαν στην Αλμωπία το καλοκαίρι της χρονιάς εκείνης. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν γαλλικά, ο σχεδιασμός γαλλικός και η εκτέλεση σερβική. Οι επεκτάσεις από Άψαλο προς Όρμα και από Αριδαία προς Σωσάνδρα και Προμάχους κατασκευάστηκαν το καλοκαίρι του 1918 ενόψει των σχεδίων του ντ’Εσπεραί για κύρια επίθεση από τις κορυφές του Βόρα. Οι επεκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα αφού οι νέες γραμμές ήταν έτοιμες λίγες μόνο μέρες ή εβδομάδες πριν την γενική επίθεση. Ηταν όμως απαραίτητες για τον γρήγορο εφοδιασμό μιας μεγάλης μάζας δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών και εκατοντάδων κανονιών.

Το παράτολμο σχέδιο του ντ’Εσπεραί τελικά είχε επιτυχία. Αν και δεν είναι του παρόντος η παρουσίαση της μεγάλης μάχης στο Ντομπροπόλιε, της μεγαλύτερης μάχης στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ, ας αναφέρουμε ενδεικτικά τα κύρια σημεία.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1918 άρχισε ο συμμαχικός κανονιοβολισμός σε όλο το μήκος του μετώπου από Πρέσπα μέχρι τον Στρυμώνα. Στις κορυφές του Βόρα, που είχαν γίνει στόχος της μεγαλύτερης δύναμης πυρός της Αντάντ, η γη έτρεμε. Ενας Βούλγαρος θυμάται οτι “οι θέσεις μάχης είχαν καταστραφεί κάτω από τον έντονο κανονιοβολισμό. Το μεγαλύτερο μέρος των χαρακωμάτων εξαφανίστηκε και στη θέση τους δημιουργήθηκαν τεράστιες τρύπες που δυσκόλευαν κάθε κίνηση”. Στις 5:30 το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου άρχισε η επίθεση. Το κύριο βάρος το είχε η 122η γαλλική μεραρχία που επιχείρησε να διεμβολίσει τους Βούλγαρους στο πιο δύσκολο μέρος μεταξύ Σοκόλ και Ντομπροπόλιε κάτω από έντονο βουλγαρικό πυρ. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν ακόμη και σκάλες για να σκαρφαλώσουν στις απόκρημνες πλαγιές του Σοκόλ. Οι απώλειες ήταν τεράστιες αλλά το πείσμα για τη νίκη μεγαλύτερο. Η 17η γαλλική μεραρχία με τους Σενεγαλέζους εφόρμησε στο Βέτερνικ από δυτικά και η σερβική Σουμαδιά από ανατολικά. Δίπλα στη σερβική μεραρχία μαχόταν το 35ο ελληνικό σύνταγμα της 4ης μεραρχίας με διοικητή τον συνταγματάρχη Παναγιώτη Γαργαλίδη. Στις 8 η ώρα η 122η κατόρθωσε να καταλάβει το ψηλό σημείο του Ντομπροπόλιε, την Πυραμίδα (1875 μ), ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας μετά από μεγάλη αιματοχυσία καταλήφθηκαν και οι τρεις στόχοι της Αντάντ: το Σοκόλ (Γεράκι), το Ντομπροπόλιε (Καλό Λιβάδι) και το Βέτερνικ (Άννα). Το βουλγαρικό μέτωπο είχε σπάσει σε ένα μήκος 11 χιλιομέτρων. Την επόμενη μέρα έπεσε και ο Κόζιακας και η διαρραγή του μετώπου είχε φτάσει τα 25 χιλιόμετρα.

Οι κορυφές του Βόρα ανατολικά του Καϊμακτσαλάν: (1) Καϊμακτσαλάν (Προφ. Ηλίας) 2524μ , (2) Κουτσούμπεης 2440μ, (3) Φλόκα (Ασπρος Σβώλος) 2370μ , (4) Σοκόλ (Γεράκι) 1827μ , (5) Ντόμπρο Πόλιε (Καλό Λιβάδι) 1750μ , (6) Κράβιτσα (Αγελαδίτσα) 1772μ , (7) Βέτερνικ (Άννα) 1755μ , (8) Κόζιακας 1817μ, (9) Πίνοβο 2156μ, (10) Τζένα 2182μ

25%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%8d%cf%82-resized

Στις 17 Σεπτεμβρίου η βουλγαρική υποχώρηση έφτασε σε βάθος τα δέκα χιλιόμετρα και σε μήκος τα 30 χιλιομέτρα ενώ τις επόμενες μέρες έλαβε δραματικότερες διαστάσεις. Οι γερμανικές ενισχύσεις του στρατηγού φον Ρώϋτερ δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν. Στις 25 Σεπτεμβρίου η Βουλγαρία αποφασίζει να ζητήσει κατάπαυση πυρός. Στις 29 Σεπτεμβρίου υπογράφεται ανακωχή στη Θεσσαλονίκη μεταξύ Βουλγαρίας και Αντάντ με τους όρους που θέτει ο ντ’Εσπεραί. Η είδηση πέφτει σαν βόμβα στο Δυτικό Μέτωπο. Ο ευρισκόμενος στο Παρίσι Τσώρτσιλ αναφέρει “καταλάβαμε αμέσως ότι το τέλος είχε έρθει”. Στις 3 Οκτωβρίου ο γερμανός αρχιστράτηγος Χίντεμπουργκ γράφει στον Κάϊζερ ότι “σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του Μακεδονικού Μετώπου…δεν υπάρχει πλέον προοπτική επιβολής ειρήνης στον εχθρό”. Ο ντ’Εσπεραί, παρακούοντας τις οδηγίες του Κλεμανσώ, που είχε ζητήσει μόνο μια τοπική μάχη γιατί όπως έλεγε ο πόλεμος θα κερδιζόταν στη Δύση, έσπασε το πρώτο μεγάλο καμμάτι του βάθρου στο οποίο στέκονταν ο υπερόπτης και μιλιταριστής Κάϊζερ. Στη συνέχεια υπογράφει ανακωχή και η Τουρκία αφήνοντας Γερμανία και Αυστροουγγαρία να συνεχίσουν μόνες τον πόλεμο. Ο ντ’Εσπεραί φτάνοντας στις όχθες του Δούναβη στο Βελιγράδι ζητά την άδεια να εισέλθει θριαμβευτικά στη Βουδαπέστη και μετά στη Βιέννη αλλά ο Κλεμανσώ τον διατάζει να επιστρέψει αμέσως πίσω στη Θεσσαλονίκη. Το Βαλκανικό μέτωπο σύμφωνα με το αρχηγείο των Βερσαλλιών, σταματούσε στον Δούναβη, ούτε μέτρο πιο πέρα!

Το σπάσιμο των γερμανο-βουλγαρικών γραμμών στον Βόρα τον Σεπτεμβριο του 1918

26-1918-breakthrough-resized

Τι απέγινε όμως ο μικρός σιδηρόδρομος της Αλμωπίας μετά τον πόλεμο; Οι Γάλλοι τον προσέφεραν στην ελληνική κυβέρνηση η οποία τον παρεχώρησε το 1923 σε έναν ιδιώτη, τον επιχειρηματία και τραπεζίτη Επαμεινώνδα Χαρίλαο, που σαν ιδιοκτήτης και οικοδομικής εταιρείας είχε κτίσει ολόκληρο συνοικισμό στη Θεσσαλονίκη, τον συνοικισμό Χαριλάου. Λειτούργησε με την επωνυμία “Τοπικοί Σιδηρόδρομοι Μακεδονίας” μέχρι το 1931 αλλά με την τότε κρίση αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά τη λειτουργία και οριστικά το 1936. Αμέσως μετά άρχισε η αποξίλωση των γραμμών και η διασπορά των ατμομηχανών και βαγονιών σε άλλα στενά δίκτυα. Η μόνη ατμομηχανή του δικτύου Αλμωπίας που έχει απομείνει φαίνεται ότι βρίσκεται σήμερα στο Σιδηροδρομικό Μουσείο Αθηνών. Έτσι έκλεισε άδοξα μια ιστορική περίοδος για την περιοχή μέσα στη λήθη και την γενική αδιαφορία.