Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 12ο)

Οι απόγονοι της Καλλιρόης Οικονόμου

Ο Δημητρός, ο μεγαλύτερος αδελφός, έπεισε τον πεθερό μου να μετακομίσει την οικογένεια του στην ευημερούσα Τεργέστη που παρείχε περισσότερες ευκαιρίες στο δημιουργικό του ταλέντο από ότι οι περιοχές της Ρουμανίας” θα γράψει η νύφη του Ιωάννη, Ισαβέλλα τσου Σόνμπεργκ-Χάρτενσταϊν. Πράγματι το 1877 ο Ιωάννης με την σύζυγο του Ελένη και τα τέσσερα πρώτα παιδιά τους θα εγκατασταθούν στη Τεργέστη. Τα δυο τελευταία παιδιά θα γεννηθούν εκεί. Η μετακόμιση όμως δεν πρέπει να ήταν ανεξάρτητη και από την κατάσταση της υγείας του Δημητρού. Με τον θάνατο του τελευταίου ο Ιωάννης θα αναλάβει τα ηνία των οικογενειακών επιχειρήσεων. Πριν όμως αναφερθούμε στη πορεία του Ιωάννη ας αναζητήσουμε τις τύχες των παιδιών του Δημητρού.

Η πρωτότοκη Καλλιρόη θα παντρευτεί τον Μάιο του 1878 στο Παρίσι τον Νικόλαο Χρυσοβελόνη (1838-1913), έναν τραπεζίτη από το Γαλάτσι. Αυτή ήταν 21 ετών και αυτός 40. Δεν αποκλείεται στον γάμο αυτό να έπαιξε κάποιο ρόλο και ο Ιωάννης Οικονόμου ο οποίος, ζώντας για πολλά χρόνια στη Βραΐλα, γνώριζε αρκετά καλά τις ελληνικές οικογένειες της Μολδοβλαχίας. Η οικογένεια Χρυσοβελόνη είχε καταγωγή από την Χίο, όπως πολλές από τις σημαντικότερες οικογένειες της ελληνικής διασποράς της εποχής εκείνης. Ο Νικόλαος ήταν γιος του Ζαννή Εμμανουήλ Χρυσοβελόνη (1805 – 1895) και της Χρησηίδας Λασκαράκη. Ήταν αυτός ουσιαστικά που έστησε την πρώτη τράπεζα στο Γαλάτσι. Ας ακούσουμε όμως την ενδιαφέρουσα οικογενειακή εξιστόρηση του 75αρη σήμερα Γιάννη Χρυσοβελόνη, δισέγγονου της Καλλιρόης Οικονόμου, σε μια συνέντευξη που είχε δώσει πριν από λίγα χρόνια. “Η μικρή επιχείρηση είχε ξεκινήσει από τον προ-προπάππο μου, τον Ζαννή Μ. Χρυσοβελόνη, αρχικά από τη Χίο, ο οποίος ήταν καλός έμπορος. Έπαιρνε σιτάρι, καλαμπόκι, ξυλεία από τη Ρουμανία και την πωλούσε στις αγορές της Μαύρης Θάλασσας και ειδικά στην Κωνσταντινούπολη. Βλέποντας ότι οι δουλειές πήγαιναν καλά, άνοιξε στο Γαλάτσι το 1848 μια μικρή επιχείρηση, την οποίο ονόμασε ‘Chrissoveloni Fils-Maison d’Exportation et de Banque’. Ο γιος του Ζαννή, ο Νικόλαος, ο προπάππος μου, ένα καλό οικονομικό μυαλό, παρατήρησε καλύτερα τον κόσμο και συνειδητοποίησε ότι δεν έπρεπε απλά να πουλά πρώτες ύλες στις γύρω αγορές. Έπρεπε να αρχίσει να παράγει για την τοπική οικονομία. Έτσι έστησε την τράπεζα. Και ήταν πραγματικά οραματιστής, γιατί τότε τα κέρδη ήταν εκπληκτικά! Εάν στην αρχή η τράπεζα ξεκίνησε με κεφάλαιο 100 εκατομμυρίων λέϊ, έφτασε τα 250 εκατομμύρια σε λίγα χρόνια”. Επρόκειτο για τον Νικόλαο Χρυσοβελόνη, τον σύζυγο της Καλλιρόης. Η τράπεζα Χρυσοβελόνη υπό την διεύθυνση του έγινε η μεγαλύτερη τράπεζα της Ρουμανίας, χώρας που δημιουργήθηκε την χρονιά του γάμου τους, το 1878, με την Συνθήκη του Βερολίνου. Το 1879 θα αγοράσει από τον Μαυροκορδάτο δυο μεγάλες εκτάσεις, μια στο Γκιντιζένι (Ghidigeni) 11.000 στρέμματα, στις όχθες του ποταμού Μπάρλαντ, και την δεύτερη και μεγαλύτερη στο Τσιοράστι (Ciorăşti) με όλα τα κτίσματα τους. Στα μισά στρέμματα καλλιεργούνται δημητριακά και αμπέλια, ενώ τα υπόλοιπα είναι βοσκοτόπια και δάση. Στο Γκιντιζένι θα κτίσει μια επιβλητική έπαυλη, οικογενειακή κρύπτη με μάρμαρα που θα φέρει από την Ελλάδα, μοναδικό σε ολόκληρη τη Ρουμανία σκεπαστό γήπεδο τένις, αίθουσα μπόουλινγκ, πισίνες, υποστατικά, δρομίσκους και διαδρόμους περιπάτου και θαυμάσιο κήπο. Στο διπλανό χωριό θα κτίσει εκκλησία και σχολείο που λειτουργούν ακόμη και σήμερα.

Η κατοικία Νικολάου και Καλλιρόης στο Γκιντιζένι και η οικογενειακή κρύπτη

Guidigeni mansion

Χρυσοβελονη κρύπτη

Σύζυγος (Νικόλαος), γιος (Ζαννής), εγγονός (Νίκι) και δισέγγονο (Γιάννης) της Καλλιρόης Οικονόμου – Χρυσοβελόνη

Screenshot from 2018-02-05 11-11-48

Ο Νικόλαος και η Καλλιρόη θα αποκτήσουν τρία παιδιά: τον Ζαννή (1881-1926), τον Δημήτριο (1883 – 1950) και την Ελένη (1885 – 1975). Ο δευτερότοκος Δημήτρης (Μήτρος) δεν ασχολήθηκε με την τράπεζα. Λιγότερο επιμελής από τα άλλα αδέλφια του, ήταν λάτρης της μουσικής και πιστός θαμώνας του φεστιβάλ μουσικής του Σάλτσμπουργκ. Πέθανε πάμπτωχος και άτεκνος το 1950 υπό το κομμουνιστικό καθεστώς της Ρουμανίας. Η τριτότοκη Ελένη παντρεύτηκε στο Βουκουρέστι (4/6/1903) σε πρώτο γάμο τον στρατιωτικό και πρίγκηπα Δημήτριο Σούτσο (8/4/1871 – 12/1943) γιο του Κωνσταντίνου Σούτσου και της Ναταλίας Μαυρογένη. Η Ελένη είχε λαμπρή μόρφωση, γνώριζε επτά γλώσσες και λάτρευε την λογοτεχνία. Επί πλέον είχε μια τεράστια προίκα. Ο Δημήτριος Σούτσος υπηρέτησε σαν στρατιωτικός ακόλουθος στη ρουμανική πρεσβεία του Παρισιού όπου είχε εγκατασταθεί με την σύζυγο του. Απόκτησαν μια κόρη, την Μαρία Ζωρζέτα Σούτσου (10/2/1905 – 7/4/1932) η οποία παντρεύτηκε το 1928 στο Παρίσι τον πρίγκηπα Ερρίκο ντε Μπρόϊγ (prince Amedée Marie Eric de Broglie), μακρινό εγγονό του Βίκτορα ντε Μπρόϊγ, συμβούλου και διπλωμάτη του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Ο γάμος μεταξύ του στρατιωτικού Σούτσου και της διανοούμενης γυναίκας του δεν κράτησε πολύ. Από το 1915 η Ελένη εγκαταστάθηκε μόνη της στο πολυτελέστατο ξενοδοχείο Ριτς του Παρισιού και έγινε αστέρας της περίφημης Belle Epoque κάνοντας παρέα με άτομα όπως ο Ζαν Κοκτώ, ο Μαρσέλ Προυστ, ο Πωλ Μοράν, η Κοκό Σανέλ κλπ. Θεωρείται η μούσα του Προυστ και ο τελευταίος έρωτας του για την οποία έγραψε στο έργο του “Pastiches et Mélanges” ότι “έμοιαζε με την θεά Αθηνά…Η χάρη της με είχε αλυσοδέσει και δεν κουνιόμουν από το δωμάτιο μου στις Βερσαλλίες παρά μόνο για να πάω να τη δω”. Η Ελένη θα πάρει το διαζύγιο της από τον Δημήτριο Σούτσο το 1923. Θα παντρευτεί το 1927 τον αμφιλεγόμενο λογοτέχνη Πωλ Μοράν (Paul Morand), μετέπειτα πρέσβη του καθεστώτος Βισύ στο Βουκουρέστι και κατοπινό φίλο του Τσάρλι Τσάπλιν στη Βεύη της Ελβετίας όπου εγκαταστάθηκαν μετά τον πόλεμο. Ο Μοράν θα διαβεί το 1968 την πόρτα της Γαλλικής Ακαδημίας μετά την άρση του βέτο από τον στρατηγό Ντε Γκωλ. Η Ελένη θα αποκτήσει έναν εγγονό, τον πρίγκηπα Ζαν Αλμπέρ ντε Μπρόϊγ (Prince Jean Albert Victor Constantin de Broglie, 29/3/1929 – 1973) ο οποίος δεν είχε απογόνους.

Πριγκίπισσα Ελένη Σούτσου – Χρυσοβελόνη

Helene Chryssoveloni - Soutsou

Ελένη και Πωλ Μοράν την δεκαετία του 1960

Screenshot from 2018-01-21 08-58-22

Ο πρωτότοκος Ζαννής ήταν αυτός που ανέλαβε σε ηλικία 32 ετών την τράπεζα μετά τον θάνατο του πατέρα του, αγοράζοντας τα μερίδια των αδελφών του. Ο Γιάννης Χρυσοβελόνης θα αναφέρει: “Ο παππούς μου ο Ζαννής ο οποίος αργότερα θα γίνει μοναδικός ιδιοκτήτης της τράπεζας, εκπαιδευμένος στη Γαλλία, ήταν κατά τη γνώμη μου μια μεγαλοφυΐα. Ήταν της γνώμης ότι το πιο σημαντικό πράγμα σε μια επιχείρηση είναι η ανθρώπινη παραγωγικότητα. Η πρώτη προτεραιότητα ήταν να έχουμε μια τράπεζα σε ένα εκπληκτικό κτίριο. Έτσι έφερε μάρμαρα από την Carrara της Ιταλίας ενώ τα ταβάνια ζωγραφίστηκαν σε αναγεννησιακό στυλ. Στη συνέχεια σκέφτηκε ότι για να αισθάνονται καλά οι εργαζόμενοι και να είναι πιστοί στην εταιρεία δεν ήταν αρκετό μόνο το ωραίο κτήριο αλλά έπρεπε να τους προσφέρει κίνητρα. Η τράπεζα είχε τη δική της καφετέρια για το προσωπικό και ένα γυμναστήριο όπου οι υπάλληλοι μπορούσαν να αθλούνται”. Έκτισε ακόμη και κατοικίες για να μένουν οι εργαζόμενοί του σε άνετους χώρους. Ο Ζαννής ήταν εξαιρετικά καινοτόμος και στον τρόπο οργάνωσης της τραπεζικής δουλειάς. “Δημιούργησε ένα σύστημα σωληνώσεων με πεπιεσμένο αέρα (πνευματικό ταχυδρομείο) που τον βοηθούσε να επικοινωνεί και να εργάζεται χωρίς να μετακινείται από το γραφείο. Όλα τα έγγραφα που έπρεπε να υπογράψει, τα έβαζαν σε κύλινδρο, πατούσαν ένα κουμπί και με την πίεση του αέρα τα έστελναν για έγκριση και υπογραφή. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο! Κάτω από την διεύθυνση του, δημιουργήθηκαν υποκαταστήματα σε Παρίσι, Βιέννη, Νέα Υόρκη και Κωνσταντινούπολη. Ήταν παντού”.

Η γενεαλογική γραμμή της Καλλιρόης Οικονόμου – Χρυσοβελόνη

Καλλιρόη και κάτω1

Σύβιλλα Γιουέλ, νύφη της Καλλιρόης Οικονόμου – Χρυσοβελόνη

627x0 (1)

Ο Ζαννής θα παντρευτεί την Σύβιλλα Γιούελ (Sybille Youell), μια από τις τέσσερις κόρες του Εγγλέζου Έντουαρτ Γιούελ που είχε μια εταιρεία εισαγωγών στο Γαλάτσι, την “Watson & Youell”. Τον καιρό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Ζαννής, εκτός από την σπουδαία προσφορά σε μεγάλο αριθμό ασθενοφόρων, έκτισε δίπλα στην έπαυλη νοσοκομείο για τον συμμαχικό στρατό το οποίο διέθετε 200 κρεβάτια. Ο ίδιος θα βοηθήσει σαν οδηγός ασθενοφόρου ενώ η γυναίκα του με τη βασίλισσα Μαίρη θα υπηρετήσουν στο νοσοκομείο σαν νοσοκόμες. Του Ζαννή του έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση η αυταπάρνηση της βασίλισσας που θα της δωρίσει μετά τη λήξη του πολέμου ένα κτήμα δίπλα στη Μαύρη Θάλασσα, το Μπάλτσικ (Balchik), όπου η βασίλισσα θα κτίσει έναν, επισκέψιμο σήμερα, πύργο. Μετά τον Α’ ΠΠ ο Ζαννής θα αγοράσει τον πύργο Μενουλ (Mesnuls) κοντά στο Παρίσι. Ο πύργος θα μείνει στην ιστορία για τις μεγάλες χοροεσπερίδες που οργάνωνε με πολιτικούς, αριστοκράτες και διανοούμενους.

Το Μενούλ (Chateau des Mesnuls) όπως είνα σήμερα, εμπρόσθια και οπίσθια όψη. To 1987 οι κληρονόμοι το πούλησαν στην εταιρεία Τόμσον (Thomson) και σήμερα ανήκει στο γκρουπ Ταλές (Thales).

chateau-des-mesnuls-78_c

Les Mesnuls

Ο Ζαννής και η Σύβιλλα θα αποκτήσουν έναν γιο τον Ίωνα-Νικόλαο (1909-1972) ο οποίος είναι γνωστός σαν Nicky. Πρόκειται για τον πατέρα του Γιάννη Χρυσοβελόνη που αφηγείται την οικογενειακή ιστορία. Ο Nicky είναι 17 ετών το 1926 όταν πεθαίνει ο πατέρας του. Την διεύθυνση της Τράπεζας θα αναλάβουν προσωρινά η μητέρα του Σύβιλλα με τον πρίγκηπα Δημήτριο Γκίκα μέχρι το 1932 όταν επιστρέφει ο Nicky από την Οξφόρδη όπου σπούδαζε. Είναι η περίοδος του παγκόσμιου χρηματιστηριακού κραχ με το γνωστό bankrun και η οικογένεια ξεπουλά τα περισσότερα περιουσιακά της στοιχεία για να καλύψει τις αποσύρσεις χρημάτων από τους καταθέτες. Η κάλυψη των καταθέσεων φτάνει στο εξαιρετικό ύψος του 95%. Το 1937 είναι ουσιαστικά η μόνη όρθια μεγάλη τράπεζα της Ρουμανίας μετά την κρίση.

Ο Nicky θα παντρευτεί τον Ιούνιο του 1941 την Ζωρζέτα Λέϊκμαν, ανηψιά του Άγγλου αξιωματικού Στέφεν Λέϊκμαν που είχε εισαγάγει τις στολές χρώματος χακί στην Αγγλία. Θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά: την πρωτότοκη Σύβιλλα (15/6/1942), τον Γιάννη (15/11/1943), την Ελένη (30/5/1946) και την Ειρήνη.

Ο Νίκι με την σύζυγο του Ζωρζέτα και τα τρία πρώτα παιδιά τους, την Σύβιλλα, τον Γιάννη και την Ειρήνη

627x0 (2)

Μετά τον πόλεμο και την επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος από τον σοβιετικό στρατό η οικογένεια χάνει τα πάντα. Ο Nicky συλλαμβάνεται τρεις φορές και φυλακίζεται με την κατηγορία του κατασκόπου. Την δεύτερη φορά βασανίζεται για περισσότερο από 300 μέρες στα κελιά της Σεκουριτάτε αλλά το μόνο που “ανακαλύπτουν” οι βασανιστές είναι οι πολλές διεθνείς γνωριμίες που είχε λόγω οικογένειας και τραπεζικού επαγγέλματος. Φυλακίζεται κατόπιν για δυο χρόνια. Μετά την απόλυση του από τη φυλακή δουλεύουν αυτός και η γυναίκα του σαν τοπογράφοι για την δημιουργία των κρατικών κτημάτων από τις ιδιωτικές εκτάσεις που είχαν εθνικοποιηθεί.

Ο Νίκι σαν τοπογράφος στη Ρουμανία

Nicholas Chrissoveloni father of Jean engineer topometru in Dobolii (Covasna), after it had been confiscated bank, house, property

Το 1960 με παρέμβαση της θείας του Ελένης Μοράν από το Παρίσι, η κυβέρνηση Καραμανλή κατορθώνει να τους βγάλει από την Ρουμανία. Σήμερα ο δευτερότοκος Γιάννης βρίσκεται πάλι στη Ρουμανία προσπαθώντας να ανακτήσει την καταπατημένη περιουσία του μέσω του προγράμματος επιστροφής των περιουσιών στους παλιούς ιδιοκτήτες μετά την ρουμανική επανάσταση του 1989 και την αποτίναξη του κομμουνισμού.

Ένα οικογενειακό κτίριο στο Βουκουρέστι που έχει περιέλθει σήμερα στη κατοχή του Γιάννη Χρυσοβελόνη και έχει γίνει το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της Ρουμανίας

Chryssoveloni shop

Η Σύβιλλα θα παντρευτεί το 1968 τον πυρηνικό φυσικό Κωνσταντίνο Μάνο, γόνο της παλιάς φαναριώτικης οικογένειας που έλκει την καταγωγή από την Καστοριά. Θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά: τον Αλέξανδρο, την Ιλεάνα, τον Νικόλαο και τον Στέφανο. Ας σημειώσουμε μόνο ότι η Ιλεάνα παντρεύτηκε τον Κάρολο-Λουδοβίκο Βουρβόνων-Ορλεάνης, δούκα της Σαρτρ και έχουν αποκτήσει πέντε παιδιά.  Ο Γιάννης θα παντρευτεί την Ζαφείρα Χατζηματθαίου με την οποία θα αποκτήσει δυο κόρες, την Σύβιλλα και την Ζωή. Η Ελένη θα νυμφευθεί τον Γιάννη Αβέρωφ, τον γνωστό δήμαρχο Μετσόβου, και θα αποκτήσουν ένα γιο, τον Βαγγέλη. Τέλος η Ειρήνη θα παντρευτεί τον Αλέξανδρο Τσάτσο, γιο του ναυάρχου Κωνσταντίνου Τσάτσου (1901 – 1969), με τον οποίο θα αποκτήσει τρεις κόρες, την Δάφνη, την Δανάη και την Αλεξάνδρα. Τα παιδιά αυτά αποτελούν την ένατη γενιά από τον γενάρχη Ανδρέα.

Συνεχίζεται….

Advertisements

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 11ο)

Ο Οικονόμειος Μεταφραστικός Αγών

Ο Δημήτρης Οικονόμου έπαιξε ενεργό ρόλο στα κοινοτικά ζητήματα της ελληνικής παροικίας στη Τεργέστη. Στον χρονολογικό πίνακα των “Κυβερνητών, Συγκαθέδρων και Συνδίκων της εν Τεργέστη κοινότητος των ορθοδόξων Ελλήνων” (Γ.Γ. Λαδά, ‘Συνοπτική ιστορία του ελληνισμού της Τεργέστης’, 1976) αναφέρεται ότι κατά τα έτη 1865 και 1866 διετέλεσε Α’ συγκάθεδρος της κοινότητας ενώ τις χρονιές 1869 και 1870 κατέλαβε το αξίωμα του κυβερνήτη (προέδρου). Σε επισκέψεις του στην Αθήνα, ο Δημήτρης είχε διαπιστώσει την χαμηλή ποιότητα των ευρωπαϊκών λογοτεχνημάτων που κυκλοφορούσαν (ματαιόσχολα μυθιστορήματα όπως θα πει!). Επρόκειτο κυρίως για φτηνά αυτοτελή γαλλικά ρομάντζα της παραλογοτεχνίας σε περιοδικά όπως η Ευτέρπη και η Πανδώρα (Φ. Παππά, Ιστορία των μεταφράσεων και των μεταφραστών στην Ελλάδα (1830-1909), 2010). Έτσι το 1869, με την ευκαιρία της παρουσίας του στην Αθήνα για την εγκαθίδρυση των νέων πρυτανικών αρχών του Πανεπιστημίου Αθηνών πληροφόρησε τον υπουργό εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη την πρόθεση του να χρηματοδοτήσει την μετάφραση των σπουδαιότερων έργων της κλασικής αρχαιότητας και της νεώτερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας με στόχο την ωφέλεια του ελληνικού έθνους. Ήταν το έναυσμα για την δημιουργία του Οικονόμειου Μεταφραστικού Αγώνα, της σημαντικότερης πρωτοβουλίας που έγινε στο νεοελληνικό κράτος για την αναβάθμιση των μεταφράσεων στην νεοελληνική γλώσσα. Ο καθηγητής Κασίνης, στο εξαιρετικό και πληρέστατο βιβλίο του (‘Οικονόμειος Μεταφραστικός Αγών’, Αθήναι, 2003), παρουσιάζει ολόκληρη την σχετική αναφορά για την διεξαγωγή του διαγωνίσματος μέσα από την εισήγηση της Φιλοσοφικής Σχολής:

Ως διαγώνισμα δε προτίθησιν ο αγωνοθέτης την μετάφρασιν ποιητών Ελλήνων τε και αλλοδαπών εις την πεζήν καθομιλουμένην Ελληνικήν. Προετίμησε δε, ως λέγει, το διαγώνισμα των μεταφράσεων επί τη πεποιθήσει ότι συντελεί ούτω μάλλον εις την διανοητικήν ανάπτυξιν της προς τα καλά οργώσης Ελληνικής νεολαίας, καθόσον σήμερον, πλην τινων εξαιρέσεων, αι μεν εν Ελλάδι γινόμεναι μεταφράσεις περιορίζονται εις ματαιόσχολα μυθιστορήματα, ουδαμώς ωφελούντα τους όσον ούτω μέλλοντας να μας διαδεχθώσιν εν τη κοινωνία Ελληνόπαιδας και Ελληνίδας, ο δε παρ’ αυτού προτιθέμενος διαγωνισμός, διεγείρων την προς τα καλά και τα σπουδαία ευγενή άμιλλαν της φιλομαθούς νεολαίας, θέλει ωφελήσει και τους μεταφράζοντας και όλον το Ελληνικόν Έθνος, καθόσον χρόνου προϊόντος ο Έλλην θέλει αναγιγνώσκει εις την καθομιλουμένην γλώσσαν τα αριστουργήματα των δαιμονίων πνευμάτων της κλασικής αρχαιότητος”.

Ο αγωνοθέτης Δημήτρης Οικονόμου προτείνει την μετάφραση της Ιλιάδας, της Οδύσσειας, των τραγωδιών του Αισχύλου και του Σοφοκλή, τα Βουκολικά και Γεωργικά του Βιργιλίου, την Αινειάδα, έργα του Δάντη, του Αλφιέρι, του Σαίξπηρ, του Σίλλερ, του Λόρδου Βύρωνα κλπ. Τι εννοούσε όμως όταν ζητούσε η μετάφραση να γίνεται “εις την καθομιλουμένην Ελληνικήν”; Ίσως για τον αγωνοθέτη να ήταν η γλώσσα που μιλούσε με την οικογένεια του και με τον αδελφό του, τον Γιάγκο. Ο Κωστής Παλαμάς σημείωσε ότι σήμαινε “τον γραπτόν ημών λόγον” δηλαδή την καθαρεύουσα. Η Βασιλική Μήσιου τονίζει όμως ότι η αρχική πρόταση τροποποιήθηκε αργότερα με την προσθήκη της έμμετρης μετάφρασης πράγμα το οποίο σήμανε την “αποδοχή της δημοτικής ως γλώσσας της ποίησης” στον διαγωνισμό. Έτσι η ποίηση μέσω της μετάφρασης “υπήρξε ένας από τους καταλύτες για την οριστική επικράτησή της [δημοτικής] , αλλά και ένα σημαντικό γεγονός με ιδιαίτερα θετικές επιδράσεις στην ελληνική κοινωνία, η οποία ήταν πλέον έτοιμη να δεχτεί τις ανακατατάξεις που σημειώνονταν” (Β. Μήσιου, Περί μεταφράσεως ποιητών, 2012).

Η Φιλοσοφική Σχολή στην αναφορά της προς την Πρυτανεία προτείνει ο διαγωνισμός να είναι διετής, οι προσκλήσεις να γίνονται μέσω του τύπου, να ορίζονται επιτροπές από αγωνοδίκες οι οποίες θα καθορίζουν την αμοιβή και τον χρόνο για την μετάφραση κάθε έργου και να γίνονται δεκτές στον διαγωνισμό τόσο οι πεζές όσο και οι έμμετρες μεταφράσεις. Στον πρυτανικό λόγο του (25/10/1870) ο Παύλος Καλλιγάς αναφέρει ότι οι προτάσεις της Φιλοσοφικής Σχολής έγιναν δεκτές από τον αγωνοθέτη και έτσι στις 14 Δεκεμβρίου 1870 γίνεται η πρώτη προκήρυξη. Η επιτροπή που είχε ορισθεί από το υπουργείο Παιδείας πρότεινε σαν πρώτο έργο την μετάφραση της Κόλασης (l’Inferno) από την Θεία Κωμωδία του Δάντη. Ολόκληρη η επίσημη και ιστορική ανακοίνωση έχει ως εξής (Κασίνης, σελ.49):

Η Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου

Γνωστοποιεί ότι ο εν Τεργέστη φιλόμουσος ομεγενής κύριος Δημήτριος Α. Οικονόμου ευαρεστηθείς να συστήση φιλολογικόν αγώνισμα χιλιόδραχμον κατά διετίαν τελούμενον εν Αθήναις, και υπόθεσιν έχον μεταφράσεις αμέσως από των πρωτοτύπων δοκίμων Ελλήνων και αλλογλώσσων ποιητών εις την καθ’ ημάς έμμετρον ή πεζήν γλώσσαν, προεκάλεσε σύστασιν επιτροπείας εκ καθηγητών του Πανεπιστημίου, ίνα ορίζει εκάστοτε το του αγώνος ποιητικόν θέμα και κρίνη τας τούτου μεταφράσεις.

Η επιτροπεία αύτη, κατασταθείσα υπό του υπουργείου της παιδείας, συνέταξε δια την πρώτην του αγωνίσματος περίοδον το επόμενον πρόγραμμα, όπερ γνωστοποιούμεν τοις θέλουσι ν’ αποδυθώσιν εις τον αγώνα τούτον. 

  1. Προτείνεται δια την πρώτην περίοδον εις μετάφρασιν εν πεζώ ή εμμέτρω λόγω το α’ μέρος της του Δάντου Θείας κωμωδίας l’Inferno.
  2.  Η μετάφρασις της τραγωδίας ταύτης πρέπει να σταλή ανωνύμως εις την Πρυτανείαν του Πανεπιστημίου μέχρι των 31 Μαΐου του 1873 μετά εσφραγισμένου δελτίου, φέροντος έσω μεν το του μεταφραστού όνομα, έξω δε ρητόν τι, γεγραμμένον και επί της κεφαλίδος της μεταφράσεως εκάστου.
  3. Η κρίσις των μεταφράσεων αναγνωσθήσεται δημοσία κατά την εορτήν του αγίου Δημητρίου το 1872 εν τω Πανεπιστημίω, ότε δοθήσεται παρά της επιτροπής και το χιλιόδραχμον άθλον τη δοκιμωτέρα μεταφράσει.
  4. Εν ισότητι πασών των λοιπών αρετών προτιμηθήσεται η εν εμμέτρω λόγω γινομένη μετάφρασις.
  5. Αι μεταφράσεις πρέπει να ήναι γεγραμμέναι καθαρώς και ευαναγνώστως και να πεμφθώσιν εμπροθέσμως, άλλως είναι απαράδεκτοι.
  6. Τα πρωτότυπα των μεταφράσεων μένουσι και μετά την κρίσιν εις το γραφείον της Επιτροπής.

Εν Αθήναις τη 14 Δεκεμβρίου 1870

Ο Πρύτανις

Κ. Βουσάκης

Στη δεύτερη περίοδο του διαγωνισμού (14 Φεβρουαρίου 1873 – Οκτώβριο 1874) προστέθηκε και το δεύτερο μέρος της Θείας Κωμωδίας, το Καθαρτήριο (Purgatorio), ενώ η αμοιβή διπλασιάστηκε σε 2.000 δρχ. Την τρίτη περίοδο (1874 – 31 Οκτωβρίου 1876) προτάθηκαν για μετάφραση τα έργα “Νάθαν ο Σοφός” του Λέσιγγ που διδάσκει την ανεξιθρησκεία, “Γουλιέλμος Τέλος” του Σίλλερ που εκθειάζει την θυσία για την ελευθερία και προαιρετικά το “Γκετς ο Σιδεροχέρης” (Götz von Berlichingen) του Γκαίτε. Στη τέταρτη περίοδο (1876-1878) η επιτροπή επαναπροκήρυξε τα ίδια έργα λόγω χαμηλής συμμετοχής της προηγούμενης περιόδου χωρίς όμως το έργο του Γκαίτε. Ο διαγωνισμός θα κλείσει με την πέμπτη περίοδο (1879 – 1880) όταν πλέον ο αγωνοθέτης είχε αποβιώσει. Πράγματι, στις 9 Αυγούστου 1878 ο Δημήτριος Οικονόμου θα κλείσει οριστικά τα μάτια του στο Παρίσι, τρεις μήνες μετά τον γάμο της πρωτότοκης κόρης του Καλλιρόης και δυο μόλις μήνες πριν γίνει 51 ετών. Ο λόγος του τόσο πρώιμου θανάτου του μας είναι άγνωστος. Το γεγονός όμως ότι ο γάμος της κόρης του έγινε στο Παρίσι λίγους μήνες πριν από τον θάνατο του και ότι είχε ετοιμάσει την διαθήκη του ήδη από τις 9 Μαρτίου του 1877 μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι έπασχε από βαριά αρρώστια και ότι βρισκόταν στο Παρίσι για ιατρικούς λόγους. Περίμενε με άλλα λόγια το τέλος της ζωής του.

Ο Δημήτριος Οικονόμου σε ζωγραφικό πίνακα

Demetrio Economo

Εκτελεστής της διαθήκης του είναι ο μικρός του αδελφός Ιωάννης. Με επιστολή που θα στείλει στην ελληνική Κοινότητα Τεργέστης θα κοινοποιήσει το εξής απόσπασμα της διαθήκης του αδελφού του που τους αφορά: “Πρό τινος καιρού συνεισφέρω δια την εν τη ελληνική γλώσση βράβευσιν εν Αθήναις των μεταφράσεων συγγραμμάτων εξόχων συγγραφέων, ως και προ πολλών ετών συνεισφέρω ετησίως δια την βράβευσιν των εν τω Ωδείω Αθηνών σπουδαζόντων την μουσικήν, και επιθυμών όπως αι συνεισφοραί μου αύται εξακολουθήσωσι και μετά την αποβίωσιν μου χωρίς όμως να περιορισθώσιν αύται προς τους σκοπούς, ως ανωτέρω, θεσπίζω την επομένην ίδρυσιν: αφίνω 40.000 νέα αυστριακά φιορίνια εις την Σεβαστήν ταύτην Κοινότητα με την επιφόρτισιν να τα ανταλλάξει εις χρυσά εικοσόφραγκα και να δώση αυτά ενταύθα ή εις Αθήνας, αγοράζουσα οικίαν τινά ή αποθηκεύουσα αυτά κατ’ αρέσκειαν αυτής. Να χρησιμοποιηθώσιν οι τόκοι ή τ’ αναλογούντα ενοίκια 10.000 φιορινίων από έτους εις έτος και αιωνίως προς τους σκοπούς εκείνους τους οποίους θέλει προσδιορίσει η από έτους εις έτος εκλεχθησομένη παρά του Βουλευτηρίου Επιτροπή, προτιμώσα να συνδράμη πτωχούς γονείς όπως στέλλουσι τα τέκνα των εις την Ελληνικήν Σχολήν, διότι άλλως, λόγω πτωχείας, δεν ήθελον τα στείλει. Ενώ τ’ αναλογούντα ενοίκια ή ετησίους τόκους φιορινίων 30 χιλιάδων πρέπει να χρησιμοποιηθώσι … αιωνίως εις εν ή και διάφορα βραβεία προς χορήγησιν ετησίως εν Αθήναις εις μεταφραστάς εν τη Ελληνική γλώσση και σπουδάζοντας την μουσικήν ως ανωτέρω, ή δια συγγράμματα, ή ποιήματα, ή έργα, ή πράξεις, ή ανδραγαθήματα οιουδήποτε είδους και γένους, αρκεί μόνον να επιφέρωσιν ή όφελος, ή λαμπρότητα, ή δόξαν εις το Ελληνικόν έθνος”.

Σύμφωνα με την διαθήκη λοιπόν του Δημητρίου Οικονόμου

1. το κληροδότημα των 40.000 φιορινιών δόθηκε στη “Σεβαστή Κοινότητα” της Τεργέστης η οποία

2. αφού το ανταλλάξει σε χρυσά εικοσόφραγκα και τα επενδύσει “ενταύθα ή εις Αθήνας

3. θα διανέμει ετησίως το εισόδημα της επένδυσης (τόκοι ή ενοίκια) με αποφάσεις ειδικής Επιτροπής

– κατά το 1/4 σε υποτροφίες φτωχών μαθητών για να σπουδάσουν στην Ελληνική Σχολή Τεργέστης, και

– κατά τα 3/4 στη διαιώνιση των βραβείων σε έργα μεταφραστών, μουσικών, λογοτεχνών, ποιητών κλπ στην Αθήνα με μόνη υποχρέωση τα έργα αυτά να εξυψώνουν την δόξα του ελληνικού έθνους.

Είναι άγνωστο πότε και που επενδύθηκε το κληροδότημα από την κοινότητα Τεργέστης. Γνωρίζουμε όμως ότι η Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών αποφάσισε την διακοπή του διαγωνισμού παρά την δυνατότητα συνέχισης του σύμφωνα με την διαθήκη. “Το Οικονόμειον ιδανικόν εξέπνευσε πολύ νέον, ως οι αγαπημένοι των θεών” θα γράψει ο Κωστής Παλαμάς. Δόθηκαν όμως ετήσια βραβεία σε σπουδαστές του Ωδείου Αθηνών, βραβεύτηκε η έκδοση εγχειριδίου Φυσικής το 1880, χρηματοδοτήθηκε η έκδοση τρίτομου έργου για τον Αδαμάντιο Κοραή στη Τεργέστη καθώς επίσης απενεμήθη το χρηματικό έπαθλο του “Οικονόμειου βραβείου” στον Κωστή Παλαμά το 1933 (Κασίνης σ.44). Είναι γνωστό επίσης ότι ο εμπλουτισμός της βιβλιοθήκης της κοινότητας Τεργέστης πραγματοποιήθηκε κυρίως με την βοήθεια του Οικονόμειου βραβείου. Πράγματι “από το 1882 η βιβλιοθήκη εμπλουτιζόταν συστηματικά από τα βιβλία που αποστέλλονταν στην Επιτροπή του Οικονόμειου Κληροδοτήματος προς βράβευση ως τις παραμονές της έκρηξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου” (Απόστολος Γ. Παπαϊωάννου, Η Βιβλιοθήκη της Κοινότητας, Καθημερινή 17/12/1995). Δεν είναι γνωστό τι απέγινε το κληροδότημα στα επόμενα χρόνια και εάν υφίσταται ακόμη.

Ο Οικονόμειος Μεταφραστικός Αγών έφερε μια σαφή τομή στον κόσμο της μετάφρασης. Η μετάφραση άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν μία άκρως σημαντική δραστηριότητα, η οποία θα έπρεπε να ασκείται με τη δέουσα σοβαρότητα από άτομα επιδέξια και ικανά να φέρουν το έργο εις πέρας. Για πρώτη φορά έγινε ένας γόνιμος διάλογος για τα κριτήρια μιας καλής μετάφρασης, την μεταφρασιμότητα και την έννοια της πιστότητας μιας μετάφρασης. “Πλούτισε την φιλολογία μας με κριτικά κείμενα αξιοσπούδαστα, όσον αφορά στην ιστορία της μετάφρασης, στην μεταφρασεολογία, στην συγκριτική φιλολογία, στην λιβελογραφία κλπ” θα γράψει ο Κ. Κασίνης. Ενώ ο Κωστής Παλαμάς θα πει ότι “ήταν αγών επιβολής μεγάλης”.

Συνεχίζεται….

 

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 10ο)

V. Οι υποκλάδοι των Δημητρίου και Ιωάννου Οικονόμου

Στο 3ο μέρος είδαμε ότι το 1848 ο Ανδρέας Οικονόμου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη για την Αθήνα με τα δυο μικρότερα παιδιά του, τον εικοσιενάχρονο Δημήτρη και τον δεκατετράχρονο Ιωάννη (Γιάγκο). Από εκεί ο Δημήτρης θα φύγει στη νότια Γαλλία, στο Μονπελιέ, για περαιτέρω σπουδές. Μετά θα εργαστεί σε ένα εμπορικό κατάστημα στη Μασσαλία όπου αποκτά την πρώτη επαγγελματική του εμπειρία. Το 1854 αποφασίζει να εγκατασταθεί στη Τεργέστη. Η Τεργέστη την εποχή εκείνη ήταν μια ακμάζουσα εμπορική πόλη, το μεγαλύτερο μεσογειακό λιμάνι της τότε Αυστροουγγαρίας. Η ελληνική εμπορική παροικία άρχισε να σχηματίζεται το πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Η μετανάστευση Ελλήνων εντάθηκε ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό και στις αρχές του 19ου αιώνα όταν οι διώξεις του Αλή πασά των Ιωαννίνων οδήγησαν πολλές οικογένειες από Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία να ζητήσουν αλλού καταφύγιο. Κύριοι τόποι εγκατάστασης του ελληνικού στοιχείου ήταν η Αψβουργική, η Ρωσική και η Βρετανική αυτοκρατορία που είχαν δημιουργήσει ένα, κατά κάποιο τρόπο “παγκοσμιοποιημένο οικονομικό χώρο”. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ήταν η οργάνωση οικογενειακών επιχειρήσεων με μέλη διεσπαρμένα σε διάφορες αγορές. Η οικογένεια και ο κοινός τόπος καταγωγής στήριζαν και τροφοδοτούσαν τις εμπορικές επιχειρήσεις με κύριο ενωτικό χαρακτηριστικό την κοινή γλώσσα και θρησκεία. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις δέσποζαν σε Αυστροουγγαρία, Μολδοβλαχία και Ρωσία. Είχαν αποκτήσει μάλιστα σχεδόν μονοπωλιακή θέση στις ποτάμιες μεταφορές του Δούναβη. Οι γάμοι και οι επιγαμίες μεταξύ ομόδοξων και ομόγλωσσων οικογενειών συνετέλεσαν αρχικά στη δημιουργία ενός καθαρά ελληνικού εμπορικού δικτύου διευκολύνοντας ταυτόχρονα την διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας σε νέους τομείς όπως Τράπεζες και Ασφάλειες. Αργότερα, με την γρήγορη οικονομική άνοδο μερικών οικογενειών έχουμε επιγαμίες με σημαίνουσες και αριστοκρατικές ντόπιες οικογένειες και σταδιακή ενσωμάτωση τους στα υψηλά στρώματα των κοινωνιών υποδοχής. Κάτι τέτοιο θα δούμε ότι θα συμβεί και με τους υιούς Οικονόμου.

Σε μια ακμάζουσα λοιπόν πόλη, με κυριαρχούσα την Ελληνορθόδοξη Κοινότητα, φθάνει ο Δημήτριος Οικονόμου το 1854. Λίγο μετά την εκεί εγκατάσταση του παντρεύεται την Πολυξένη Βερτουμή, κόρη του Λουκιανού Βερτουμή. Ο Λουκιανός Βερτουμής, με άλλους Έλληνες εμπόρους και κεφαλαιούχους όπως η οικογένεια Σκαραμαγκά, είχε ιδρύσει το 1850 την Εμπορική Τρπάπεζα Τεργέστης (Banca Commerciale Triestina) και ήταν τότε ο μεγαλύτερος μέτοχος της. Έτσι με τον γάμο του ο Δημήτρης γίνεται και αυτός μέτοχος της Τράπεζας και μπαίνει στις τραπεζικές επιχειρήσεις παράλληλα με τις εμπορικές δραστηριότητες. Ο Δημήτρης και η Πολυξένη αποκτούν στις 24 Απριλίου 1857 το πρώτο τους παιδί, την Καλλιρρόη. Δυο χρόνια αργότερα, στις 4 Μαρτίου 1859, θα αποκτήσει τον πρώτο του γιο, τον Έκτορα. Θα ακολουθήσουν ο Αλέξανδρος (17/10/1862), η Κοραλία (1/1/1864), ο Αριστείδης (17/12/1864), ο Ανδρέας και η Ερμιόνη. Θα αναζητήσουμε αργότερα τους απογόνους της Καλλιρρόης, του Έκτορα και της Κοραλίας για τους οποίους βρέθηκαν στοιχεία.

Τα παιδιά του Δημήτρη Ανδρέα Οικονόμου (Demetrio Andrea Economo)

Δέντρο Δημητρίου

Ο μικρότερος γιος του Ανδρέα Οικονόμου, ο Ιωάννης, θα ακολουθήσει τα βήματα του αδελφού του Δημήτρη με διαφορά μερικών ετών. Μετά τις σπουδές στο Μονπελιέ της Γαλλίας θα πάει να βρει τον αδελφό του στη Τεργέστη. Εκεί αποφασίζουν να δημιουργήσουν δυο εμπορικούς οίκους συνεταιρικά. Ο πρώτος με την επωνυμία Δ κ Ι Οικονόμου (Demetrio e Giovanni Economo) θα έχει τη βάση του στη Τεργέστη και ο άλλος με την επωνυμία Ι κ Δ Οικονόμου (Giovanni e Demetrio Economo) θα έχει βάση στη Βραΐλα της Μολδοβλαχίας. Στη Τεργέστη παραμένει ο Δημήτρης και στη Βραΐλα πηγαίνει ο Ιωάννης.

Δημήτριος και Ιωάννης Οικονόμου

Screenshot from 2018-01-30 16-26-57

Η Βλαχία και η Μολδαβία την εποχή εκείνη ήταν αποστρατιωτικοποιημένες περιοχές υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου αλλά με ρωσική προστασία και Φαναριώτες ηγεμόνες. Η Βραΐλα ήταν ένας ανθηρός παραδουνάβιος λιμένας, το βαθύτερο λιμάνι στον Δούναβη. Είχε έτσι τη δυνατότητα να δέχεται μεγαλύτερα καράβια για εξαγωγές προς την Μεσόγειο, τα περισσότερα από τα οποία ήταν ελληνικής πλοιοκτησίας. Λέγεται μάλιστα ότι όταν την επισκέφτηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1913, την περίοδο των διαπραγματεύσεων ειρήνης που οδήγησαν στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, αντικρίζοντας τα καράβια με ελληνικές σημαίες στο λιμάνι είπε ότι τόσα πολλά δεν είχε δει ούτε στο Πειραιά. Η ελληνική παροικία της Βραΐλας θα γίνει η μεγαλύτερη μεταξύ των ξένων κοινοτήτων και θα φτάσει να αριθμεί έως και 10.000 μέλη. Μαζί με το Βουκουρέστι, το Γαλάτσι και το Ιάσιο θα αποτελέσουν τα κυριότερα κέντρα του Ελληνισμού στη Βλαχία. Τα περισσότερα σχολεία είναι ελληνικά – στα οποία σπουδάζουν και παιδιά άλλων εθνικοτήτων – ενώ γίνονται πολλές εκδόσεις ελληνικών βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών. Η ελληνική γλώσσα είναι η κατεξοχήν ομιλούμενη γλώσσα της περιοχής από όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως εθνικότητας. Η κύρια εμπορική ασχολία της εταιρείας ‘Ι κ Δ Οικονόμου’ είναι οι εξαγωγές σιτηρών από Ρουμανία και Ρωσία. Αντίθετα η “αδελφή” εταιρεία ‘Δ κ Ι Οικονόμου’ εισάγει μέσω Τεργέστης στην Αυστροουγγαρία καφέ, βαμβάκι και πετρέλαιο προερχόμενα από την Αμερική. Οι δουλειές πρέπει να πήγαιναν πολύ καλά γιατί ο Ιωάννης επενδύει τα κέρδη στην αγορά δυο αγροκτημάτων. Το πρώτο και μικρότερο βρισκόταν λίγο βόρεια από το Βουκουρέστι, το Φλορεάσκα (Floreasca). Σήμερα έχει ενωθεί με το Βουκουρέστι και έχει οικοδομηθεί. Εκεί βρίσκεται σήμερα το business district (επιχειρηματικό κέντρο) της πόλης δίπλα στην ομώνυμη λίμνη.

Το κτήμα Φλορεάσκα έχει ενωθεί πλέον με το Βουκουρέστι και έχει γίνει η επιχειρηματική καρδιά της ρουμανικής πρωτεύουσας

Floreasca

Το δεύτερο, το Καρλίτζι (Karliĝi), ήταν πάρα πολύ μεγάλο και βρισκόταν βορειότερα. Όπως μας πληροφορεί η νύφη του Ιωάννη, πριγκίπισσα Ισαβέλλα τσου Σόνμπεργκ-Χάρτενσταϊν, σύζυγος του γιου του Κωνσταντίνου (στο βιβλίο της “Baron Constantin von Economo: His Life and Work”, 1937), τα κτήματα αυτά όπως και τα δυο που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του Ανδρέα στο Βλοχό και Μπουχλάρ Θεσσαλίας θα τα χάσει με τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Ιωάννης θα παντρευτεί το 1866 στη Πέστη της Ουγγαρίας την Ελένη Μουράτη (31/5/1848 – 20/11/1923), κόρη του πλούσιου Κοζανίτη βαμβακέμπορα Κωνσταντίνου Μουράτη (Konstantin Muráty, 1817-1886) και της συζύγου του Μαρίας Σακελλάρη (Mária Sacelláry, 1820 – 1900), κόρης του επίσης Κοζανίτη Δημήτρη Σακελλάρη (1776 – 1855). Ο Κωνσταντίνος Μουράτης, γιος του Νικολάου και ανεψιός του Παναγιώτη Μουράτη, ήταν τότε ο πλουσιότερος πολίτης της Πέστης. Είχε τέσσερις κόρες την Σοφία, την Κατερίνα, την Ελένη και την Ειρήνη. Η μικρότερη κόρη, η Ειρήνη, παντρεύτηκε τον κόμη Γκέζα Τελέκι (Géza Teleki) ο γιος των οποίων, ο διάσημος γεωγράφος Pal Teleki, διετέλεσε δυο φορές πρωθυπουργός της Ουγγαρίας στο μεσοπόλεμο.

Η οικία Μουράτη στη Βουδαπέστη πριν μερικές δεκαετίες και όπως είναι σήμερα

Screenshot from 2018-01-30 16-47-39

Ο πύργος της οικογένειας Σακελλάρη

Sakellari castle

Από τον γάμο Ιωάννη και Ελένης θα γεννηθούν επτά παιδιά. Πρωτότοκη είναι η Σοφία η οποία θα γεννηθεί στις 17 Μαΐου 1869. Θα ακολουθήσει ο Δημήτριος (2/8/1870). Είναι αυτός που θα επισκεφτεί την Έδεσσα τον Αύγουστο του 1930. Στις 21 Απριλίου 1872 θα γεννηθεί ο Κωνσταντίνος αλλά θα πεθάνει τρία χρόνια αργότερα. Θα ακολουθήσουν ο Λεωνίδας (2/2/1874) και ο Κωνσταντίνος (218/1876) που θα πάρει το όνομα του θανόντος αδελφού. Η Μαρία (17/3/1880) θα πεθάνει σε ηλικία δυο ετών και ο τελευταίος Ιωάννης (22/7/1883) θα αφήσει την τελευταία του πνοή σε μάχη κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Τα παιδιά του Ιωάννη Ανδρέα Οικονόμου (Giovanni Andrea Economo)

Δέντρο Ιωάννου2

Τα αδέλφια Δημήτριος, Λεωνίδας και Κωνσταντίνος Οικονόμου του Ιωάννου. Ο πρώτος επισκέφτηκε την Έδεσσα τον Αύγουστο του 1930

Δημήτριος Λεωνίδας και Κωνσταντίνος Οικονόμου

Η συνεργασία στον εμπορικό τομέα των δυο αδελφών είναι υποδειγματική με συχνές επαφές, στη Τεργέστη ή στη Βραΐλα. Σε μια επίσκεψη του Ιωάννη στη Τεργέστη, το 1872, αποφασίζουν να δημιουργήσουν κάτι μεγάλο: ένα τεράστιο για την εποχή αλευρόμυλο που θα αλλάξει τα δεδομένα των δυο οικογενειών. Το σιτάρι έρχεται από τη Βραΐλα και το παραγόμενο αλεύρι στο μεγαλύτερο μέρος του εξάγεται στην Αμερική. Όπως αναφέρει η Γαβριέλλα, μικρότερη κόρη του Λεωνίδα Οικονόμου, σε συνέντευξη σε εφημερίδα της Τεργέστης λίγο πριν πεθάνει (Il Piccolo, 5/12/2009) “Μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ η Τεργέστη είναι σε οικονομικό αναβρασμό και τα δυο αδέλφια αποφασίζουν να κάνουν μεγάλα πράγματα. Φτιάχνουν έναν τεράστιο ατμόμυλο, τον πρώτο στη Τεργέστη και τον μεγαλύτερο στις τότε αυτοκρατορίες, τον καλύτερο της εποχής. Ο μύλος αλέθει σιτάρι και παράγει λεφτά: το ρώσικο σιτάρι έρχεται από την Βραΐλα μέσω της εκεί κοινής εταιρείας, αλέθεται στη Τεργέστη, φορτώνεται στα πλοία και πωλείται στις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου, κυρίως στην Αμερική χωρίς δασμούς”. Ο ατμοκίνητος αλευρόμυλος 400 ίππων και 350 εργατών θα βραβευτεί στη Παγκόσμια Έκθεση της Βιέννης. Πρόκειται για το πρώτο βήμα που θα οδηγήσει σε μια βιομηχανική αυτοκρατορία. Ο Ιωάννης Οικονόμου, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα γίνει ο μεγαλύτερος βιομήχανος της Αυστροουγγαρίας και θα χρηστεί βαρώνος από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ Α’.

Τα δυο αδέλφια δεν θα ασχοληθούν μόνο με τις οικονομικές επιχειρήσεις. Θα παίξουν ενεργό ρόλο τόσο στην ελληνική κοινότητα όσο και στη δημιουργία φιλανθρωπικών ιδρυμάτων στα οποία θα αναφερθούμε αργότερα. Ο Δημήτρης Οικονόμου ιδιαίτερα θα προσπαθήσει να κάνει γνωστά στην ευρωπαϊκή κοινωνία τα μεγάλα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Για τον λόγο αυτό δημιουργεί ένα ίδρυμα για τη χρηματοδότηση μεταφράσεων από τα αρχαία ελληνικά στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Παράλληλα θέλει να μεταφέρει και στην ελληνική γλώσσα τα μεγάλα αριστουργήματα του ευρωπαϊκού πνεύματος.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 9ο)

Η ευρύτερη οικογένεια των Χατζηλαζάρων

Με το θάνατο της Μάτσης Χατζηλαζάρου κλείνει σχεδόν οριστικά η γενεαλογική γραμμή της Χρυσάνθης Οικονόμου και του Ιωάννη Χατζηλαζάρου. Σχεδόν οριστικά γιατί είναι άγνωστο τι απέγινε ο γιος του Νικολάου Χατζηλαζάρου, Ιωάννης, καθώς επίσης και τα παιδιά της Μαρίας Χατζηλαζάρου – Καρακανόβσκη. Πριν αρχίσουμε την εξιστόρηση των άλλων παιδιών του Ανδρέα Οικονόμου στη Κεντρική Ευρώπη, θα κάνω μια απόπειρα αποτύπωσης των υπόλοιπων μελών της οικογένειας Χατζηλαζάρου.

Όπως αναφέρθηκε ήδη στο 3ο μέρος η οικογένεια Χατζηλαζάρου με τα τέσσερα παιδιά, Ιωάννη, Αδάμ, Γρηγόρη και Σταύρο, διέφυγαν από το Κάτω Γραμματικό κυνηγημένοι από τους γενιτσάρους. Ο τρόπος διαφυγής δεν είναι γνωστός. Ταιριάζει όμως με μια ιστορία που συνήθιζε να διηγείται ο παππούς Σταύρος, ο μικρότερος από τα τέσσερα αδέλφια, στα τρία εγγονάκια του, Έλλη, Ειρήνη και Φιλώτα. Ήταν τα παιδιά του πρωτότοκου γιου του Κώστα. Η Έλλη είχε το χάρισμα να καταγράφει ανεξίτηλα στο μυαλό της όλα τα σημαντικά γεγονότα της παιδικής της ηλικίας. Τα περιγράφει με μεγάλη ευγλωττία και λεπτότητα στο συγκινητικό βιβλίο της “Εξήντα Χρόνια Ελληνικής Ζωής” (Lulu Press, 2016).

Μια μέρα με φώναξαν να κατέβω στην αυλή του σπιτιού μας και με έκπληξη την είδα γεμάτη από άλογα ήδη σελωμένα από τους σταυλίτες, έτοιμα για αναχώρηση. Σε ένα από αυτά καθόταν κι’ όλας η μητέρα μου και αφού ο πατέρας μου της έδωσε τα γκέμια, στράφηκε σε μένα λέγοντας μου: — Έλα Σταυράκη, τώρα θα μας δείξεις πως είσαι σωστός άνδρας. Καβάλησε το αλογάκι σου και να μην απομακρυνθείς από κοντά μας. Μας κυνηγούν οι Γενίτσαροι. Στη ξέφρενη φευγάλα μας, ένας ποταμός μας έκοψε ξαφνικά τον δρόμο. Ο πατέρας μου δεν έχασε καιρό. Έπιασε τα χαλινάρια του αλόγου της μητέρας μου, σπιρούνιασε το δικό του άλογο και μπήκαν στο νερό, κι’ εγώ από κοντά τους. Έξαφνα, στη μέση στο ποτάμι, το διψασμένο άλογο σταμάτησε και έσκυψε να πιει νερό. Ο πατέρας μου φώναξε: — Σταυράκη, χτύπα το άλογο για να φύγουμε. Δεν ακούς τους Γενίτσαρους που έρχονται ουρλιάζοντας για να μας πιάσουν; Δεν πρέπει να χάσουμε ούτε στιγμή! Πραγματικά οι Γενίτσαροι μας ακολουθούσαν σε μικρή απόσταση. Βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ένα γερό χέρι να αρπάζει τη σέλα του αλόγου μου. Η καρδιά μου έπαψε σχεδόν να χτυπάει. Γυρίζοντας για να δω κατατρομαγμένος, είδα πως ήταν ένας υπηρέτης μας, που με μια σβέλτη κίνηση με είχε καθίσει μπροστά του, επάνω στο δικό του άλογο”.

Η οικογένεια Χατζηλαζάρου εγκαταστάθηκε στις Σέρρες, στη πόλη του συγχωριανού μητροπολίτη Χρύσανθου ο οποίος αποτελούσε εγγύηση και ασφάλεια για πολλούς κυνηγημένους Έλληνες. Εκεί συνέχισαν το παραδοσιακό εμπόριο της οικογένειας. Τα κέρδη ήταν μεγάλα αν κρίνουμε από μιαν άλλη ιστορία που διηγούταν ο παππούς Σταύρος. Επρόκειτο για μια περιπετειώδη αποστολή ενός τσουβαλιού γεμάτου λίρες και ενός μπαούλου με ρολόγια στην Κων/πολη. Τα κέρδη των πλούσιων εμπορικών οικογενειών, ελληνικών κυρίως, επενδύονταν σε μεγάλα αγροκτήματα. Η διαδικασία κτήσης περιγράφεται από τον Ιωάννη Γιαννόπουλο στη μελέτη του για τα τσιφλίκια του Βελή πασά: “κατά τα τέλη του 18ου αιώνος και τας αρχάς του 19ου επεκράτει η τάσις πλούσιοι άλλοτε (Τούρκοι) γαιοκτήμονες να εκποιούν τας περιουσίας των δια την μειωμένην απόδοσιν αυτών και την ελλειψιν ασφαλείας εις την περιοχήν των και να εγκαθίστανται εις Κωνσταντινούπολιν ή εις αλλά μεγάλα αστικά κέντρα. Η μειωμένη παραγωγή ωφείλετο εις την ελλειψιν εργατικών χειρών και εις καταστροφάς της παραγωγής ένεκα αντίξοων καιρικών συνθηκών και ληστρικών επιδρομών”. Δεν ήταν σπάνιο όμως και το φαινόμενο να εξαγοράζονται τσιφλίκια αγάδων που είχαν δανειστεί και αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Η γη και τα αστικά ακίνητα ήταν οι μόνες δυνατές επενδύσεις τότε. Αργότερα εμφανίστηκε και άλλη δυνατότητα, η επένδυση στη βιομηχανία, που άφηνε περισσότερα κέρδη αλλά με μεγαλύτερο κίνδυνο όπως είδαμε στη περίπτωση του Κλέωνα Χατζηλαζάρου. Τον δρόμο της εξαγοράς γαιών ακολούθησαν και οι Χατζηλάζαροι επενδύοντας τα κέρδη τους σε μεγάλα αγροκτήματα της κεντρικής Μακεδονίας. Αρχικά όλα τα παιδιά με τις οικογένειες τους ζούσαν στις Σέρρες. Είχαν βέβαια κατοικίες και στα τσιφλίκια τους όπου περνούσαν αρκετό μέρος του χρόνου όπως αναφέρει η Έλλη στο βιβλίο της. Προς τα μέσα του 19ου αιώνα μερικοί μετακόμισαν από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη, όπως ο Ιωάννης και ο Σταύρος. Η Θεσσαλονίκη από τις αρχές του 1830 άρχισε να προσελκύει πολλούς πολίτες που την είχαν εγκαταλείψει από φόβο για τη ζωή τους μετά την Ελληνική Επανάσταση. Οι καλύτερες οικονομικές προοπτικές, η μεγαλύτερη ασφάλεια και η πιο άνετη ζωή στη πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν οι κύριοι λόγοι αυτής της επιλογής.

Ας πάρουμε όμως με τη σειρά την ιστορία των τριών άλλων γιων Χατζηλαζάρου.

Α/ Ο Αδάμ Χατζηλάζαρος φαίνεται ότι παρέμεινε στις Σέρρες. Τον συναντάμε το 1870 σαν έναν από τους πρωτεργάτες στην ίδρυση του Μακεδονικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Σερρών μαζί με τον άλλο μεγάλο πρόκριτο της πόλης, τον Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ. Ο Αδάμ θα αποκτήσει δυο παιδιά: την Αικατερίνη και τον Δημοσθένη.

Ο δευτερότοκος Δημοσθένης, μετά την αποτυχία – των συντηρητικών Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ, Αδάμ και Δημοσθένη Χατζηλαζάρου – στις αρχαιρεσίες για την ανανέωση της θητείας στη διοίκηση του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου το 1873, θα μεταβεί στον Πειραιά και θα παντρευτεί την Κλεοπάτρα Ρετσίνα. Ο νέος γαμπρός από τις Σέρρες αναφέρεται στον τύπο των Αθηνών σαν κτηματίας και τραπεζίτης. Η Κλεοπάτρα είναι κόρη του μεγάλου βιομηχάνου Θεόδωρου Ρετσίνα, του αποκαλούμενου και Κατράμη, με καταγωγή από το Άργος. Σε άρθρο του ιστορικού Γιάννη Γιαννιτσιώτη διαβάζουμε ότι “ο Θεόδωρος Ρετσίνας συνέδεσε το όνομά του με την εξέλιξη του Πειραιά από μικρό και άσημο επίνειο της πρωτεύουσας ως τη δεκαετία του ’60 στο πρώτο εμπορικό και βιομηχανικό λιμάνι της χώρας στα τέλη του αιώνα. Εμπνευστής και επικεφαλής της οικογενειακής κλωστοϋφαντουργικής επιχείρησης, που μετρούσε 27 χρόνια ζωής, έξι εργοστάσια και πάνω από 2.000 εργάτες και εργάτριες, ήταν ίσως ο πιο επιτυχημένος Έλληνας βιομήχανος της εποχής και ένας από τους πλουσιότερους πολίτες της χώρας με περιουσία που ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια δραχμές... Είναι ένας από τους λίγους επιχειρηματίες – βιομηχάνους που περνούν την πόρτα του ελληνικού κοινοβουλίου, δεν ανήκει στα πολιτικά τζάκια της εποχής ούτε έχει πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό της πρωτεύουσας. Στρέφεται στην πολιτική αφού προηγουμένως έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό προφίλ στην τοπική πειραϊκή κοινωνία”. Τις δυο φορές που εκλέχτηκε δήμαρχος Πειραιά μεταμόρφωσε στη κυριολεξία την όψη της πόλης. Από τον γάμο του Δημοσθένη δεν γνωρίζουμε αν υπήρξαν απόγονοι. Τότε προφανώς αποκτήθηκε το περίφημο αρχοντικό Χατζηλαζάρου στην οδό Αμαλίας, δίπλα στο αρχοντικό Δραγούμη, απέναντι από τον Βασιλικό Κήπο.

Αρχοντικά Χατζηλαζάρου, Δραγούμη και Σταθάτου επί της λεωφόρου Αμαλίας σε φωτογράφιση απο τον Βασιλικό Κήπο. Αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Αρχοντικά Χατζηλαζάρου-Δραγούμη-Σταθάτου

Η πρωτότοκη Αικατερίνη Χατζηλαζάρου θα παντρευτεί τον Ιωάννη Μαλαμίδη στις Σέρρες και θα αποκτήσουν δυο παιδιά: τον Αχιλλέα και την Μαριγώ. Η Μαριγώ με την σειρά της θα παντρευτεί κάποιον Χαλμούκο αλλά τα ίχνη τους χάνονται. Ο Αχιλλέας θα εμπλακεί στη πολιτική και θα βάλει υποψηφιότητα στις Σέρρες στις πρώτες εκλογές της ελεύθερης Μακεδονίας (31 Μαΐου/13 Ιουνίου 1915) όταν και εκλέγεται. Θα ξαναβάλει υποψηφιότητα, ανεπιτυχώς όμως, και το 1926 με την σημαία του Λαϊκού Κόμματος. Θα αποκτήσει ένα γιο, τον Λυσίμαχο Μαλαμίδη ο οποίος θα παντρευτεί την Δομνίκη Ζωγράφου. Η Δομνίκη είναι κόρη του Σόλωνα Ζωγράφου, γιου ενός από τους πλουσιότερους πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, του ηπειρωτικής καταγωγής τραπεζίτη Χρηστάκη Ζωγράφου, και της Ελένης Καυταντζόγλου, κόρης του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου και εγγονής του Ιωάννου Γούτα Καυταντζόγλου στον οποίο αναφερθήκαμε στο 6ο μέρος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια παράξενη ιστορία κληρονομικής διένεξης που συνέβη το 1937 με πρωταγωνίστρια την Δομνίκη Ζωγράφου – Μαλαμίδη. Την αναφέρει η εφημερίδα “Πρωϊνός Λόγος” των Ιωαννίνων στο φύλλο της 19ης Μαΐου 2015.

Αδάμ

Η Ελένη Ζωγράφου και η κόρη της Δομνίκη είχαν πολύ κακές σχέσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της Σόλωνα (το 1908), η Ελένη βρέθηκε κάτοχος της κολοσσιαίας περιουσίας των Ζωγράφων. Τον Αύγουστο του 1937 η Ελένη απεβίωσε στο Ζέμερινκ (Semmering) της Αυστρίας όπου είχε πάει για νοσηλεία βαριάς αρρώστιας. Μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο η θυγατέρα της Δομνίκη πήγε στο σπίτι της μητέρας της συνοδευόμενη από τον δικηγόρο της θανούσης με σκοπό να ερευνήσουν την ύπαρξη διαθήκης. Βρήκαν όμως το συρτάρι του ερμαρίου της παραβιασμένο και την διαθήκη εξαφανισμένη. Μετά από καιρό η Δομνίκη παρουσίασε μια διαθήκη με την οποία η μάνα της όριζε κληρονόμους την ίδια και το Καυταντζόγλειο Ίδρυμα Θεσσαλονίκης. Ο δικηγόρος της θανούσης, ο οποίος συνέβαινε να είναι και δικηγόρος του Καυταντζογλείου Ιδρύματος, επιβεβαίωσε την εγκυρότητα της διαθήκης. Η Δομνίκη απέσυρε τότε από την τραπεζική θυρίδα της Εθνικής Τράπεζας τα αμύθητης αξίας κοσμήματα της μητέρας της. Μετά από λίγα χρόνια όμως βρέθηκε δεύτερη ιδιόχειρη διαθήκη της Ελένης Ζωγράφου του 1929 με την οποία κληροδοτούσε την περιουσία της (ακίνητα, καταθέσεις και κοσμήματα) κατά το 1/3 στην κόρη της ∆ομνίκη – «αναγκαστικά σε αυτήν την ακατανόμαστην», όπως γράφει – και τα υπόλοιπα 2/3 στα δύο αδέρφια της. ∆ιέτασσε δε μετά το θάνατό τους να περιέλθει το μερίδιό τους κατά το ήμισυ στο ∆ημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και κατά το άλλο ήμισυ στο ∆ημοτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων για να χτιστεί ‘‘Αίθουσα Ελένης Σόλωνος Χρηστάκη Ζωγράφου-Καυταντζόγλου’’ όπου όλοι οι φτωχοί θα θεραπεύονταν δωρεάν. Ακολούθησε μεγάλος δικαστικός αγώνας ο οποίος έκλεισε με απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. 353/605/ 16-8-1946). Χάρη σε αυτή την απόφαση λειτουργεί σήμερα στα Ιωάννινα ο Ζωγράφειος Οίκος Ευγηρίας εκτός φυσικά από τα σχολεία σε Ήπειρο και Κωνσταντινούπολη που είχε ιδρύσει εν ζωή ο Χρηστάκης Ζωγράφου. Την Δομνίκα(η) Λυσιμάχου Μαλαμίδη την ξανασυναντάμε το 1963 στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ζανείου Ορφανοτροφείου Αρρένων Πειραιώς – Εκάλης στη θέση της Β’ Αντιπροέδρου “τιμής ένεκεν, λόγω των πολλών και σημαντικών υπηρεσιών της προς το Ίδρυμα της θέσεως ταύτης δημιουργουμένης επί τούτω και διατηρουμένης εφ’ όρου ζωής της τιμωμένης” (Εφημ της Κυβερνήσεως 156 της 27/9/1963). Ο σύζυγος της, Λυσίμαχος Μαλαμίδης, φαίρεται ότι ήταν διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας “Ρετσίνα” στον Πειραιά. Αγνοούμε αν είχαν απογόνους.

Β/ Για τον δευτερότοκο Γρηγόριο Χατζηλάζαρο οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Ο Ευστάθιος Στουγιαννάκης μας πληροφορεί ότι είχε δεκατρία παιδιά και ότι ένας του γιος, ο Λάζαρος, είχε παντρευτεί μιαν Άμποτ. Από την έκθεση του Αυστριακού προξένου Θεσσαλονίκης σχετικά με την “Σφαγή των Προξένων” γνωρίζουμε ότι κάποιος συγγενής του Περικλή Χατζηλαζάρου ήταν παντρεμένος με μια από τις αδελφές του σφαγιασθέντα Ερρίκου Άμποτ και ότι ήταν εγκαταστημένος στον Βόλο. Πρόκειται προφανώς για τον Λάζαρο Χατζηλάζαρο, πρώτο εξάδελφο του Περικλή. Δεν γνωρίζουμε τις ασχολίες του Λαζάρου αλλά υποθέτουμε ότι, εκτός από κτηματίας, θα ήταν και έμπορας. Στον Βόλο είχε χτίσει μια όμορφη νεοκλασική οικία στην οποία είχε φιλοξενήσει τον βασιλιά Γεώργιο κατά την απελευθέρωση της πόλης το 1881. Ο Λάζαρος απεβίωσε το 1905.

Χατζηλαζάρου Βόλος

Απέκτησε τρία παιδιά: τον Ξενοφώντα, τον Αλέκο και την Ιφιγένεια. Ο Ξενοφών διατέλεσε διευθυντής του θεσσαλικού σιδηροδρόμου. Από την διαθήκη της γυναίκας του Ελένης, η οποία απεβίωσε το 1961, συνάγεται ότι δεν είχαν απογόνους. Πράγματι η χήρα Ελένη Χατζηλαζάρου άφησε το μεγαλύτερο μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της στο Αχιλλοπούλειο Δημοτικό Νοσοκομείο Βόλου και το υπόλοιπο στο Άσυλο του Παιδιού, στον Βρεφικό Σταθμό και σε εκκλησίες του Βόλου και του χωριού Άνω Λεχώνια όπου διέμενε με τον σύζυγο της σε έναν ωραίο πύργο. Δεν γίνεται καμία μνεία σε τέκνα στη διαθήκη της. Για τον Αλέκο δεν υπάρχουν στοιχεία.

Γρηγόριος

Η Ιφιγένεια παντρεύτηκε τον Νικόλαο Πολίτη, αγνώστων λοιπών, προς το παρόν τουλάχιστον, στοιχείων. Απέκτησαν τρεις γιους: τον Αλέξανδρο, τον Γρηγόριο και τον Ερρίκο. Το όνομα Ερρίκος προφανώς παραπέμπει στον πρόξενο Ερρίκο Άμποτ, αδελφό της γιαγιάς του. Ερωτήματα εγείρει επίσης η περίφημη υπόθεση απάτης σχετικά με την κληρονομιά κάποιας Βολιώτισσας που ονομαζόταν Μοντ Χατζηλαζάρου γεννημένης το 1902. Με τον θάνατο της το 1999 άφησε μια περιουσία 25 δισ. δραχμών και 21 ακίνητα στην Αθήνα χωρίς κληρονόμους. Να πρόκειται άραγε για απλή συνωνυμία;

Γ/ Ο βενιαμίν της οικογένειας Σταύρος Χατζηλάζαρος ασχολήθηκε με τη διαχείριση του μεγάλου τσιφλικιού στο Γιάνες του Κιλκίς, σε μια περιοχή που ήταν “Βουλγάρικη σφηκοφωληά” όπως μας πληροφορεί η Έλλη Χατζηλαζάρου. Το τσιφλίκι αυτό εκτεινόταν σε πάνω από 30.000 στρέμματα και το διέσχιζε η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης. Ο Σταύρος είχε δυο γιους, τον Κώστα και τον Χρήστο.

Σταύρος

Ο Κώστας παντρεύτηκε αρχές του 1870 την Ελίζα (Λιζέττα) Αργυροπούλου (1856-1908), δευτερότοκη κόρη του Εμμανουήλ Αργυροπούλου και της  Πουλχερίας Κατακουζηνού. Η Λιζέττα είχε γεννηθεί στο Παρίσι και είχε πάει σχολείο στη Γερμανία. Μιλούσε άπταιστα γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά. Στα δεκαεπτά της είναι ήδη παντρεμένη καθώς το όνομα Λιζέττα Χατζηλαζάρου φιγουράρει το 1873 σαν ιδρυτικό μέλος, μαζί με την Χρυσάνθη Οικονόμου – Χατζηλαζάρου, της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών Θεσσαλονίκης. Θα αποκτήσουν τρία παιδιά: την Έλλη (1879), την Ειρήνη (1884) και τον Φιλώτα (1886). Το βιβλίο της Έλλης αποτελεί την κύρια πηγή των πληροφοριών για την οικογένεια της. Στην αρχή του βιβλίου μας δίνει το πνεύμα μέσα στο οποίο μεγάλωνε τα παιδιά της η Λιζέττα και που σίγουρα αντικατοπτρίζει τη γενικότερη ατμόσφαιρα στη Θεσσαλονίκη της εποχής εκείνης. Η Έλλη ήταν έξι χρονών όταν η ελληνική κυβέρνηση έστειλε το πολεμικό “Μιαούλης” με πρώτες βοήθειες μετά την πυρκαγιά του 1885 που αποτέφρωσε μεγάλο μέρος της τουρκικής συνοικίας και μικρότερο της εβραϊκής στη Θεσσαλονίκη. Ήταν από τις πρώτες και πιο έντονες αναμνήσεις της. Η μαμά ανέβασε τα παιδιά στη ταράτσα του σπιτιού τους περιμένοντας να εμφανιστεί το ελληνικό πλοίο. Ατένιζαν με ανυπομονησία την είσοδο του Θερμαϊκού κόλπου, την άκρη του Καραμπουρνού. Όταν έφτασε το πλοίο με την ελληνική σημαία να κυματίζει περήφανα στο κατάρτι η μαμά τους είπε: “Παιδιά γονατίστε, φάνηκε η Ελληνική σημαία”.

Κώστας και Λιζέττα Χατζηλαζάρου

Screenshot from 2018-01-17 12-29-11

Η Λιζέττα ήθελε να δώσει μια ευρεία μόρφωση στα παιδιά της που να διέπεται όμως από σαφείς κανόνες πειθαρχίας. Έτσι προτίμησε να τα μορφώσει στη Γερμανία που γνώριζε. Το 1887 αναχώρησαν για την Λειψία όπου έμειναν πέντε χρόνια. Ακολούθως πήγαν στη Βαϊμάρη για άλλα περίπου πέντε χρόνια όπου συνήθιζαν να βλέπουν τον γερασμένο και ανίκανο πια να μιλήσει Νίτσε στους απογευματινούς περιπάτους του με την αδελφή του. Ο κύκλος σπουδών στην Ευρώπη έκλεισε στη Λωζάνη της Ελβετίας για την εκμάθηση των γαλλικών. Εκεί θα αγαπήσουν ιδιαίτερα τις αναρριχήσεις στις κορυφές των Άλπεων όπου παραλίγο να σκοτωθούν και τα τρία αδέλφια σε μια μοναχική και άκρως επικίνδυνη ανάβαση. Διαβάζουμε στον τύπο της εποχής ότι έμειναν στην ιστορία αφού έκαναν πρώτοι αυτοί στις 17 Ιουλίου 1902 την απευθείας αναρρίχηση στη κορυφή “Ασημένια Bελόνα” (Aiguille d’Argentière) του Mont Blanc από την ανατολική πλευρά του. Ίσως από μετριοφροσύνη παραλείπει να το αναφέρει η Έλλη στο βιβλίο της. Το 1904 επιστρέφοντας πίσω θα περάσουν πρώτα από την Αθήνα. Θα μείνουν στο αρχοντικό Χατζηλαζάρου στη Λεωφόρο Αμαλίας και θα κάνουν καθημερινά παρέα με τα παιδιά του Στέφανου Δραγούμη του διπλανού σπιτιού. Θα επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη το 1905 την οποία βρίσκουν αρκετά αλλαγμένη μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια.

Η Έλλη θα παντρευτεί το 1907 στο Παρίσι τον Αναστάσιο Αδοσίδη (1873 – 1942), δημοσιογράφο και ανταποκριτή μεγάλων εφημερίδων και εκδότη του περιοδικού L’Hellénisme που προωθούσε τις ελληνικές θέσεις στη Γαλλία. Ο Αναστάσης ήταν γιος του Κωνσταντίνου Αδοσίδη πασά, μεγάλου διπλωμάτη της Υψηλής Πύλης, πρώτου εκδότη ελληνικής εφημερίδας στη Κωνσταντινούπολη – του Τηλεγράφου του Βοσπόρου – δυο φορές Ηγεμόνα της Σάμου και πρώτου Έλληνα Βαλή της Κρήτης. Κυνηγημένος από την αστυνομία του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ για την αντιχαμιτική του στάση, ο Αναστάσης θα διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη το 1906 ντυμένος Γάλλος αξιωματικός με γαλλικό καράβι. Στο Παρίσι θα τον βοηθήσει ο Κλεμανσώ να εργαστεί στην εφημερίδα Le Temps, πρόγονο της σημερινής Le Monde. Ο γάμος της Έλλης και του Αναστάση θα γίνει στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Στεφάνου. Στα ληξιαρχικά βιβλία του ναού διαβάζουμε ότι ο “Αναστάσιος Κ. Αδοσίδης, Ορθόδοξος Έλλην εκ Πριγκίπων Κων/πόλεως, δημοσιογράφος ετών 33 και η Έλλη Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Ελληνίς εκ Θεσσαλονίκης, ετών 27, με παράνυμφο τον Χρήστο Χατζηλάζαρο, Ορθόδοξο Έλληνα εκ Θεσσαλονίκης, κτηματία” τέλεσαν τον γάμο τους την 29η Ιουνίου 1907. Κουμπάρος λοιπόν ήταν ο θείος της Έλλης, Χρήστος Χατζηλάζαρος, αδελφός του πατέρα της. Το 1908 ο Αναστάσης θα μεταβεί με την Έλλη στη Κρήτη για να καλύψει τα γεγονότα του εκεί ξεσηκωμού. Θα γνωρίσουν τον Ελευθέριο Βενιζέλο με τον οποίο θα συνάψουν στενή και ειλικρινή φιλία που θα διαρκέσει μέχρι τον θάνατο του Εθνάρχη. Ο Αναστάσης θα κληθεί από τον Βενιζέλο να αναλάβει διαδοχικά, την Νομαρχία Κυκλάδων το 1913 για λίγους μήνες και την Γενική Διοίκηση της Σάμου το 1914. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1916 ο Βενιζέλος με επιστολή από τα Χανιά καλεί τον φίλτατο κύριο Αδοσίδη “…όπως παράσχητε τας υπηρεσίας σας εις τον διεξαγόμενον Εθνικόν Αγώνα και σας παρακαλώ να έλθετε το ταχύτερο εις συνάντησιν μας…”. Ήταν τότε που ο Βενιζέλος πήρε την απόφαση να σχηματίσει την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης.

Ο Αδοσίδης χωρίς δεύτερη σκέψη θα φύγει για την Θεσσαλονίκη από τις Σπέτσες, όπου είχε εγκατασταθεί με την οικογένεια του σε ένα μικρό κτήμα που είχαν αγοράσει. Θα χρηματίσει διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης στα πρότυπα του οποίου θα οργανώσει τον Σεπτέμβριο του 1917 και θα διευθύνει το πρώτο Πολιτικό Γραφείο Έλληνα Πρωθυπουργού. Θα αναλάβει επίσης την Νομαρχία Θεσσαλονίκης και αργότερα την Γενική Διοίκηση Μακεδονίας. Θα προεδρεύσει της επιτροπής αποκατάστασης των αστέγων μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και θα χρηματίσει Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (1923-1931). Στη Κατοχή τον βρίσκουμε διευθυντή της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής μέχρι το θάνατο του το 1942. Υπέφερε από διαβήτη. Η σύζυγος του Έλλη θα δουλέψει όλο αυτό το διάστημα σαν εθελόντρια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη και στο Μακεδονικό Μέτωπο. Θα είναι παρούσα μάλιστα στη μάχη του Ραβινέ όπου η Μεραρχία Σερρών κατέλαβε μετά από φονική μάχη τον ομώνυμο λόφο την 1η Μαΐου 1917. Ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του στρατού της Εθνικής Αμύνης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1919 θα ιδρύσει το ‘Άσυλο του Παιδιού Θεσσαλονίκης” τον δεύτερο ιστορικά παιδικό σταθμό σε όλη την Ελλάδα μετά την “Περίθαλψη του Παιδιού” που είχε ιδρύσει η ίδια στη Σύρο το 1913. Στον πόλεμο του ‘40 θα οργώσει με τον Ερυθρό Σταυρό Βόρειο Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία και θα ιδρύσει τέσσερις “Γωνιές του Στρατιώτη” – σταθμούς πρώτων βοηθειών για τους τραυματίες στρατιώτες – την ώρα που οι δυο μεγαλύτεροι γιοί της, Κωνσταντίνος και Αλέξανδρος, μάχονται στα βουνά.

Πρακτικά της ιδρυτικής συνεδρίας του “Ασύλου του Παιδιού Θεσσαλονίκης”

Άσυλο του παιδιού

Σ’ αυτό το σκηνικό της έντασης και του αγώνα αξίζει ίσως να αναφέρουμε ένα χαριτωμένο περιστατικό με τον βασιλιά Αλέξανδρο που είχε αντικαταστήσει στον θρόνο τον πατέρα του Κωνσταντίνο. Ο Αλέξανδρος κατά τις επισκέψεις του στη Θεσσαλονίκη είχε μείνει μια δυο φορές στην οικία Αδοσίδη. Φαίνεται ότι η βασιλική οικογένεια δεν διέρρηξε ποτέ τους δεσμούς με τους Χατζηλαζάρους είτε αυτοί ήταν βασιλόφρονες είτε βενιζελικοί. Θυμόμαστε ότι ο Γεώργιος ο Α’ έμεινε στην οικία του Λάζαρου κατά την απελευθέρωση του Βόλου, στην οικία του Περικλή κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ενώ ο Κωνσταντίνος βάφτισε την κόρη του Κλέωνα, τη Μάτση. Ο Αλέξανδρος λοιπόν είχε αδυναμία στα μικρά παιδιά και του άρεσε πολύ να παίζει με την τρίχρονη τότε κόρη της Έλλης, την Μπέσυ, η οποία δεν εννούσε με κανένα τρόπο να πιστέψει ότι μπροστά της ήταν ένας βασιλιάς: “Εσύ είσαι χωροφύλακας!” του έλεγε ξανά και ξανά ενώ ο Αλέξανδρος έσκαγε στα γέλια.

Είναι αδύνατο στις λίγες αυτές γραμμές να περιγραφεί η συμβολή της Έλλης και του συζύγου της στις δύσκολες στιγμές που πέρασε ο Ελληνισμός. Πολλά άρθρα έχουν γραφεί για τη δράση τους. Θα αναφέρω απλά το άρθρο του Ιάκωβου Μιχαηλίδη για τους πρόσφυγες από την Βουλγαρία και την επίσημη αναφορά της ίδιας για την σφαγή του Διστόμου το 1944 που πρώτη έφερε στο φως διεθνώς. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι πράγματι αφιέρωσε όλη της τη ζωή στην Ελλάδα.

Αδοσίδου

Η Έλλη και ο Αναστάσης θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά: τον Κωνσταντίνο (Κωστάκης, 1908 – 1942), τον Αλέξανδρο (Αλέκος, 1910 – 1991), τον Ανδρέα (1913 – 1993) και την Ελισάβετ (Μπέσυ, 1915 – 1998). Ο Κωνσταντίνος θα μάθει να χειρίζεται αεροπλάνο στις επιχειρήσεις των αδελφών Ράλλη στο Μανδράς της Ινδίας (θα δούμε αργότερα ότι οι Οικονόμου της Τεργέστης είχαν συγγενέψει με τους Ράλληδες του Λονδίνου των οποίων η οικονομική αυτοκρατορία έφτανε μέχρι τις Ινδίες). Υπηρέτησε στην αεροπορία. Με την κατάρρευση του μετώπου και πριν φτάσουν οι Γεμανοί στην Αθήνα θα διαφύγει με αεροπλάνο από την Δεκέλεια στην Αίγυπτο μέσω Μάλεμε. Την άνοιξη του 1942 θα σκοτωθεί σε πτώση του φλεγόμενου αεροπλάνου του στη Παλαιστίνη.

Κωνσταντίνος Αδοσίδης (1908 – 1942), Αρχείο Ελληνικής Αεροπορίας.

Κωστάκης Χατζηλαζάρου

Η Μπέσυ στη διάρκεια της Κατοχής με τον σύζυγο της Γιώργο Τρυπάνη θα δημιουργήσουν μια από τις πρώτες ομάδες συγκέντρωσης πληροφοριών στρατιωτικής φύσης και φυγάδευσης Βρετανών από την Αθήνα. Όταν εγείρονται υποψίες για την δράση τους αποφασίζουν να διαφύγουν και αυτοί στη Μέση Ανατολή με άλλους Έλληνες, Άγγλους και Νεοζηλανδούς. Επιβιβάζονται σε ένα καΐκι το οποίο όμως ακινητοποιείται λόγω βλάβης και συλλαμβάνονται στις 4 Ιανουαρίου 1942 κοντά στη Κύθνο από τους Ιταλούς. Καταδικάζονται σε θάνατο από στρατοδικείο και μεταφέρονται στις φυλακές Αβέρωφ. Θα γλυτώσουν το εκτελεστικό απόσπασμα με χάρη που δόθηκε επ’ ευκαιρία της γέννησης ενός Ιταλού πρίγκηπα. Μετά τον πόλεμο η Μπέσυ θα ασχοληθεί με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό κατακτώντας αρκετά τρόπαια σε ελληνικά και διεθνή ράλλυ.

Η μικρότερη αδελφή της Έλλης, η Ειρήνη Χατζηλαζάρου, θα παντρευτεί και αυτή στο Παρίσι, στον ναό του Αγίου Στεφάνου. Διαβάζουμε στα ληξιαρχικά βιβλία του ναού ότι στις 21 Νοεμβρίου 1911 ετέλεσαν γάμο ο “Κωνσταντίνος Χ. Βαϊανός, Ορθόδοξος Έλλην εκ Σύλλης της επαρχίας Ικονίου, ιατρός, ετών 29, και η Ειρήνη Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Ελληνίς εκ Θεσσαλονίκης, ετών 27”. Παράνυμφοι ήταν οι “Έλλη Α. Αδοσίδου, Ορθόδοξος Ελληνίς εκ Θεσσαλονίκης και ο Φιλώτας Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Έλλην εκ Θεσσαλονίκης, σπουδαστής του δικαίου”. Κουμπάροι με άλλα λόγια ήταν τα αδέλφια Έλλη και Φιλώτας. Ο τελευταίος μάλιστα σπούδαζε νομικά στο Παρίσι εκείνη την εποχή. Η Ειρήνη θα ακολουθήσει τα βήματα της μεγαλύτερης της αδελφής και θα βοηθήσει σαν νοσοκόμα στις περισσότερες πρωτοβουλίες της Έλλης. Θα αποκτήσει ένα κοριτσάκι, την Αλεξία.

Ο Φιλώτας θα εγγράψει κι αυτός το όνομά του στα βιβλία της ορθόδοξης εκκλησίας στο Παρίσι. Διαβάζουμε ότι “ο Φιλώτας Κ. Χατζηλαζάρου, Ορθόδοξος Έλλην εκ Θεσσαλονίκης, δημότης Πειραιώς, εισοδηματίας, ετών 26 και η Γαβριηλίς Δεμούρ, Ρωμαιοκαθολική εκ Gespunsart του νομού Ardennes, ετών 26” παντρεύτηκαν στις 8 Αυγούστου 1912. Παράνυμφος αυτή τη φορά ήταν ένας φίλος του Φιλώτα, ο Λέσβιος συγγραφέας και ποιητής Ευστράτιος Αθανασιάδης του Χριστοδούλου ο οποίος έζησε αρκετά χρόνια στο Παρίσι. Συγκρίνοντας τις εγγραφές των δυο τελευταίων γάμων στα βιβλία του ναού συμπεραίνουμε ότι ο Φιλώτας είχε ολοκληρώσει τις νομικές του σπουδές αφού φερόταν πια στον γάμο του σαν εισοδηματίας και κάτοικος Πειραιά.

Ξαναβρίσκουμε τα ίχνη του τυχαία σε μιαν ανταπόκριση του γαλλικού τύπου από την Θεσσαλονίκη λίγα χρόνια αργότερα. Μετά την εισβολή των γερμανο-βουλγαρικών στρατευμάτων από το Ρούπελ τον Μάιο του 1916, η Βουλγαρία σταδιακά καταλαμβάνει όλη την ανατολική Μακεδονία. Οι διαταγές των Αθηνών στα ελληνικά στρατεύματα είναι σαφείς: να αποφύγουν κάθε συμπλοκή με τους εισβολείς. Στη Θεσσαλονίκη γίνεται μια ογκώδης διαδήλωση εναντίον των εισβολέων και της ελληνικής κυβέρνησης. Σε ανταπόκριση της παρισινής εφημερίδας “Le Petit Parisien” της 27ης Αυγούστου 1916 διαβάζουμε ότι μετά το τέλος της αντιβουλγαρικής διαδήλωσης στη Θεσσαλονίκη μια επιτροπή σχηματίστηκε από έφεδρους αξιωματικούς με στόχο την οργάνωση της άμυνας εναντίον των εισβολέων. “Στην επιτροπή αυτή συμμετέχουν οι Φιλώτας Χατζηλαζάρου, έφεδρος ανθυπολοχαγός ιππικού, Γιώργος Χατζηνικολάου, έφεδρος ανθυπολοχαγός πεζικού, Επαμεινώνδας Βαλσαμάκης, πρώην λοχαγός, Πέτρος Λούβαρης, πρόεδρος της επιτροπής προσφύγων Μικράς Ασίας, Ιωάννης Πετσόπουλος, διευθυντής της βενιζελικής εφημερίδας Ριζοσπάστης κλπ.”. Είναι ο πρώτος πυρήνας από τον οποίο θα προκύψει ο στρατός της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Και ο Φιλώτας θα είναι ο πρώτος μεταξύ των πρώτων έχοντας ήδη υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό, σαν ανθυπολοχαγός ιππικού. Αρχές Οκτωβρίου θα καταφθάσει εκεί ο Βενιζέλος με τον γαμπρό του Φιλώτα, Αναστάσιο Αδοσίδη, και θα σχηματίσει την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Λίγο αργότερα θα καταφτάσουν και οι αδελφές του Έλλη Χατζηλαζάρου – Αδοσίδου και Ειρήνη Χατζηλαζάρου – Βαϊανού που θα βοηθήσουν στον αγώνα σαν εθελόντριες νοσοκόμες.

Τελευταία φορά συναντάμε τον Φιλώτα Χατζηλαζάρου πάνω στο αγγλικό θωρηκτό Iron Duke στα Μουδανιά της Προποντίδας τον Σεπτέμβριο του 1922. Ήταν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας υπό τον στρατηγό Μαζαράκη η οποία είχε σταλεί από την επαναστατική κυβέρνηση των Αθηνών να διαπραγματευτεί την γραμμή παύσης πυρός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (Γ. Παπαφλωράτος, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού). Η Ανακωχή των Μουδανιών ως γνωστόν αποτέλεσε τον τελευταίο και οδυνηρό σταθμό της Μεγάλης Ιδέας, το τέλος μιας συνταρακτικής δεκαετίας, ο τραγικός επίλογος του Εθνικού Διχασμού. Δεν είναι γνωστός ο λόγος της ένταξης του Φιλώτα στην ελληνική αντιπροσωπεία. Ίσως νάταν η γαλλική του νομική παιδεία, ίσως η στενή του σχέση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο που βρισκόταν τότε στο Παρίσι σαν αντιπρόσωπος της Ελλάδας.

Επισκεπτήρια κάρτα του Φιλώτα Χατζηλαζάρου στα μέσα της δεκαετίας του ’30 (Φάκελος Ελ. Βενιζέλου, Μουσείο Μπενάκη)

Επισκεπτήρια κάρτα Φιλώτα

Τι απέγιναν όμως τα μεγάλα αγροκτήματα της οικογένειας Χατζηλαζάρου στην Κεντρική Μακεδονία;

Όπως έχει ήδη αναφερθεί υπήρχαν τρία μεγάλα τσιφλίκια: δυο κοντά στο Σιδηρόκαστρο – το Λάτροβο (Χορτερό) και το Μπαχτιάρ (Δενδρόφυτο) – και ένα κοντά στο Κιλκίς – το Γιάνες (Μεταλλικό). Στο βιβλίο της η Έλλη Χατζηλαζάρου αναφέρει και ένα τέταρτο αγρόκτημα στο χωριό Ράμνα (Ακριτοχώρι) δίπλα στο Χατζημπεϊλίκ, τη σημερινή Βυρώνεια όπως δείχνει ο παρακάτω χάρτης της εποχής. Εκεί είχε στρατοπεδεύσει ο ελληνικός στρατός στον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο λίγο πριν από την διάσκεψη του Βουκουρεστίου.

Μπαχτιάρ - Ράμνα - Λάτροβο

Παρατηρούμε ότι το Μπαχτιάρ και η Ράμνα είναι διπλανά χωριά, το πρώτο νότια της σιδηροδρομικής γραμμής και το δεύτερο βόρεια. Δεν αποκλείεται να ήταν αρχικά ένα ενιαίο μεγάλο αγρόκτημα που το έκοβε στα δύο η σιδηροδρομική γραμμή και που διαίρεσαν αργότερα τα αδέλφια. Συγκρίνοντας τον παλιό χάρτη του 1900 με έναν σύγχρονο εκτιμούμε ότι το Μπαχτιάρ, που στη δεκαετία του 1920 ονομάστηκε Δενδρόφυτο, βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος σήμερα κάτω από τα νερά της τεχνητής λίμνης Κερκίνης. Παρατηρούμε επίσης ότι όλα τα αγροκτήματα γειτνίαζαν ή διασχίζονταν από σιδηροδρομική γραμμή, είχαν δηλαδή πολύ εύκολη πρόσβαση με το τρένο και για τον λόγο αυτό ήταν προνομιακά. Τα αγροκτήματα αυτά ανήκαν και στα τέσσερα αδέλφια Ιωάννη, Αδάμ, Γρηγόρη και Σταύρο. Δεν γνωρίζουμε αν η διαχείριση ήταν κοινή. Το πιθανότερο είναι να είχαν διαιρεθεί στις τέσσερις οικογένειες και για πρακτικούς λόγους διαχείρισης. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους τα κτήματα βρέθηκαν σε ελληνική επικράτεια χωρίς καμιά ουσιαστική μεταβολή στο καθεστώς τους. Με την άφιξη των Αγγλογάλλων το Γιάνες πέρασε σε συμμαχική διοίκηση με την εγκατάσταση εκεί βρετανικών στρατευμάτων. Ο Χρήστος Χατζηλάζαρος με την Γερμανίδα σύζυγο του Έττη φον Στάϊν (Hanriette von Stein) θα εγκαταλείψει τότε το αγρόκτημα και θα αυτοεξοριστεί σαν βασιλικός. Με την κάθοδο των Βουλγάρων το καλοκαίρι του 1916 τα τσιφλίκια περνούν σε βουλγαρική διοίκηση πλην αυτού στο Γιάνες που παραμένει στα χέρια των Βρετανών. Με τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επανέρχονται και πάλι σε ελληνική διοίκηση. Την δεκαετία του ‘20, με τις πρώτες αφίξεις προσφύγων από την τότε Σοβιετική Ένωση θα αρχίσει ένας έντονος αγώνας διεκδίκησης των αγροκτημάτων από τους πρόσφυγες ο οποίος θα διαρκέσει μέχρι το 1932. Τότε η κυβέρνηση Βενιζέλου θα τα απαλλοτριώσει για να εγκατασταθούν οι πρόσφυγες από το Καρς και την Ανατολική Θράκη. Την εποχή εκείνη πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει ο Χρήστος Χατζηλάζαρος, δευτερότοκος γιος του Σταύρου, και η Γερμανίδα σύζυγος του. Κάπως έτσι τελειώνει και η ιστορία των μεγάλων τσιφλικιών της οικογένειας στη Μακεδονία που διήρκεσε περίπου 100 έτη.

Συνεχίζεται….

 

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 8ο)

Μαρία-Λουκία Χατζηλαζάρου, η Μάτση των Ονείρων

Σαν ήμουν πολύ νέος, τη ζούσα από μακριά. Είτανε φίλη του φίλου μου Αντρέα Καμπά. Και ήταν απλησίαστη. Ένα αληθινό ερωτικό όνειρο, έτσι καθώς γελούσε, γέρνοντας το κεφάλι της στον ώμο του Αντρέα. Πάντα ξεχνούσε τ’ όνομά μου. Δεν ήμουν μέσα στην τροχιά της. Μα εγώ τη ζούσα από μακριά κι επαναλάμβανα τους στίχους της, την ώρα που επέστρεφα το βράδι σπίτι μου.

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια.

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου

τα μεράκια, τα ντέρτια

το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο

………

Η τελευταία φορά που τη θυμάμαι ζωντανή, ήτανε στου Βασίλαινα, εκείνη σ’ άλλο τραπέζι με τον Αντρέα, το ’45…..Τη Μάτση δεν την είχα δει από τότε. Μα μέσα μου είχε μείνει ανέπαφη η εικόνα της. Κληρονομιά μιας εποχής που πάει να χαθεί. Μια εικόνα ερωτική της νεότητάς μου. Ίσαμε που μεγάλωσα, πέρασα στην απέναντι όχθη που λένε, κι άρχισα την κατάβαση «εν χορδαίς και οργάνοις», και μια μέρα, στο Τρίτο Πρόγραμμα, παίρνω στα χέρια μου ένα βιβλίο ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ με αφιέρωση: «Για τον Μ.Χ. με θαυμασμό και φιλία. Μάτση Χατζηλαζάρου, 1.10.1979». Χίλια τριαντάφυλλα σκορπίστηκαν στο πάτωμα, το ’θελα τόσο πολύ. Επιτέλους σμίξαν οι τροχιές μας. Γράφω τη «Μάτση των Ονείρων» και τη διαβάζω μια Κυριακή το μεσημέρι από το Ραδιόφωνο. Σε δυο τρεις μέρες την ακούω να μου μιλάει στο τηλέφωνο με συγκίνηση. Μ’ ευχαρίστησε και συγκρατημένα με ρωτάει: «Εννοούσατε τον Αντρέα…». «Ναι, τον Αντρέα», της απαντώ.

………

Τι κρίμα Μάτση που δεν σε πλησίασα έστω στο τέλος, λίγο πριν φύγεις, πριν χαθείς. Το ’χα στο νου, μα άργησα ή βιάστηκες. Έτσι θα μείνεις για πάντα η Μάτση των Ονείρων μου”.

Μ’ αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε ο Μάνος Χατζηδάκις την Μάτση των Ονείρων του. Είχε φύγει στις 16 Ιουνίου του 1987 για το μεγάλο χωρίς γυρισμό ταξίδι της, πριν από 30 χρόνια.

Μάτση 1

Η Μαρία – Λουκία Χατζηλαζάρου είδε το φως στις αρχές του 1914 στη Θεσσαλονίκη. Στις 14 Ιανουαρίου με το καινούργιο ημερολόγιο, στην αλλαγή του χρόνου με το παλιό. Δεν ήταν το μοναδικό παιδί του Κλέωνα και της Βιργινίας Χατζηλαζάρου. Είχε και έναν μικρότερο αδελφό, τον Ιωάννη. Στάθηκε αδύνατο όμως να βρεθούν τα ίχνη του. Ίσως να πέθανε μικρός. Η Μάτση πήρε το όνομα Λουκία από τη πατρική γιαγιά της, την Αμερικανίδα Lucie Upton. Μάτση ήταν το όνομα που η ίδια έβγαλε για τον εαυτό της όταν ήταν μικρούλα.

Πρώτη αναφορά στη Μάτση βρίσκουμε σε γράμμα του Τζιόρτζιο Μορπούργο, γιου του στενού φίλου του πατέρα της Μωύς Μορπούργο. Ήταν το 1914, η δεύτερη επέτειος της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε έλθει αυτοπροσώπως για τον εορτασμό. Γράφει ο Τζιόρτζιο Μορπούργο σε μια φίλη του στη Τεργέστη (σε μετάφραση του κ. Χρήστου Καββαδά): “Το απόγευμα ο Βασιλεύς τίμησε με την παρουσία του το τσάι στην οικία Χατζηλαζάρου, πολύ καλών μας φίλων, όπου ήμασταν προσκεκλημένοι. Ήλθε με μικρή στολή ναυάρχου και ήταν συμπαθέστατος. Μίλησε με διάφορες κυρίες, ήπιε τσάι, έπαιξε μία παρτίδα μπριτζ, είδε την μικρή Χατζηλαζάρου, την οποία είχε βαπτίσει την προηγούμενη χρονιά και ήταν τρυφερός, βλέποντας την αθώα αφέλεια με την οποία η μικρή, που δεν έκλεισε ακόμη χρόνο, του κουνούσε μπροστά στο πρόσωπο μία ασημένια κουδουνίστρα˙ και ο φτωχός Βασιλεύς ήταν υποχρεωμένος να δείχνει πολύ ενδιαφέρον για την κουδουνίστρα της αναδεξιμιάς”.

Η Μάτση μικρούλα μπροστά στο αυτοκίνητο του πατέρα της Κλέωνα στη Θεσσαλονίκη πριν αναχωρήσουν από εκεί για πολιτικούς λόγους το 1917

Μάτση αυτοκίνητο

Η Μάτση θα ταξιδέψει πολύ στα παιδικά της χρόνια: σε Γαλλία και Ιταλία όταν αναγκάστηκε να φύγει ο πατέρας της από την Θεσσαλονίκη, και αρκετές φορές στο εξωτερικό από τότε που εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα. Γρήγορα όμως θα τους ακουμπήσει η οικονομική ανέχεια.

Η Μάτση με τους γονείς της Κλέωνα και Βιργινία σε αρχαίο θέατρο στα τέλη της δεκαετίας του 1920

Μάτση γονεις

Το 1931, πριν κλείσει τα δεκαεφτά της, παντρεύεται τον αδελφό μιας φίλης της, τον Καρλ Σούρμαν, βαυαρικής καταγωγής. Είναι η χρονιά της ολικής οικονομικής καταστροφής του πατέρα της. Ο γάμος αποτελεί ίσως μια διαφυγή από την μιζέρια που εγκαθίσταται στο πατρικό της σπίτι και την θανατηφόρα έξη των γονιών της. Χωρίζει μετά από πέντε χρόνια, το 1936, και δουλεύει πωλήτρια σε κατάστημα λαϊκής τέχνης για να ζήσει. Παντρεύεται για δεύτερη φορά το 1937, με τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση. Ο γάμος δεν θα κρατήσει πάνω από ένα χρόνο. Συγκλονισμένη από τον θάνατο των γονιών της, με σοβαρά τραύματα από δυο αποτυχημένους γάμους στα εικοσιτέσσερα της χρόνια, η Μάτση ψάχνει για στήριγμα σε μια νέα θεραπεία που μόλις έχει κάνει την εμφάνιση της, την ψυχανάλυση. Την ασκεί ένας τριανταπεντάρης ποιητής, ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Θα ακολουθήσει ένας παράφορος έρωτας και ένας τρίτος γάμος τον Ιούνιο του 1940. Για γαμήλιο ταξίδι θα πάνε στο Ναύπλιο από όπου υπάρχουν ωραίες φωτογραφίες. Αρέσκονταν πολύ να φωτογραφίζει ο ένας τον άλλο.

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου – δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Μάτση Ανδρέας μπαλκόνι

Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω – μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.

Μάτση μόνη μπαλκόνι

Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου – με το φως, με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

Εμπειρίκος βάρκα

Δίπλα στον Εμπειρίκο, η Μάτση θα μεταμορφωθεί, θα ολοκληρωθεί, θα απελευθερωθεί. Ο Εμπειρίκος θα μυήσει τη Μάτση στο μαγικό κόσμο της ποίησης και γενικά της τέχνης του υπερρεαλισμού. Πριν από τον πόλεμο στο σπίτι του διοργάνωνε εκθέσεις Γάλλων υπερρεαλιστών ζωγράφων, συγκεντρώνονταν νεαροί ποιητές και καλλιτέχνες, διάβαζαν ποιήματα και κείμενα για την τέχνη, συζητούσαν. Στα χρόνια της Κατοχής η Μάτση με τον Εμπειρίκο συνεχίζουν να κινούνται στα καλλιτεχνικά στέκια της εποχής και διοργανώνουν στο σπίτι τους κάθε Πέμπτη συναντήσεις με λογοτέχνες και διανοούμενους. Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι μεταξύ αυτών και λέει: “Οι τακτικές συγκεντρώσεις της Πέμπτης, που κρατήσανε σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής, και ακόμη – αλλά όχι με την ίδια ζωηρότητα – μετά την Απελευθέρωση, έμειναν ιστορικές. Εκεί διαβάστηκαν για πρώτη φορά η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, η Ursa Minor του Τάκη Παπατζώνη, του Αντώνη Βουσβούνη ο Άγιος Αντώνιος, τα ποιήματα του Νάνου Βαλαωρίτη, της Μάτσης Ανδρέου, του αδικοσκοτωμένου, λίγο αργότερα, Κίτσου Μαλτέζου – Μακρυγιάννη, και πολλών άλλων νέων”. Το σπίτι τους θα γίνει καταφύγιο ποιητών που μέσα στη σκληρότητα του πολέμου δεν θα πάψουν να υμνούν την ελευθερία, τον έρωτα, το δικαίωμα στη ζωή. Οι εμπειρίες αυτής της περιόδου γίνονται για τη Μάτση λέξεις, στίχοι, ποιήματα που αρχίζουν δειλά-δειλά να αραδιάζονται στο χαρτί. Είναι ύμνος στον έρωτα. Θα τα πρωτοδιαβάσει στις συνάξεις της Πέμπτης σαν Μάτση Ανδρέου.

Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να ’ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή.
Έρωτα, Έρωτα.

Ο παράφορος έρωτας της Μάτσης και του Εμπειρίκου θα πάρει τέλος λίγο πριν το τέλος της Κατοχής. Ο Εμπειρίκος σχετίζεται με τη ποιήτρια Βιβίκα Ζήση που συμμετείχε στις συναντήσεις της Πέμπτης και αρχίζει μια πιο γαλήνια σχέση μετά την ηφαιστειακή ιδιοσυγκρασία της Μάτσης. Θα παντρευτεί μαζί της αμέσως μόλις βγει το διαζύγιο με τη Μάτση τέλη του 1946 και θα αποκτήσουν μαζί ένα γιο. Παράλληλα η Μάτση θα συνδεθεί ερωτικά με τον νεαρό ποιητή Ανδρέα Καμπά τον οποίο έχει γνωρίσει κι αυτή στις ποιητικές συναντήσεις. Θα εγκαταλείψει το άνετο σπίτι του Εμπειρίκου και θα πάει να μείνει σε ένα υπόγειο μικρό και φτωχικό διαμέρισμα μαζί του. Εκείνη την εποχή θα κυκλοφορήσει και η πρώτη ποιητική της συλλογή – με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου – “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης”.

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;

Την ποιητική συλλογή την αφιερώνει “Στον Ανδρέα”. Ο Χατζηδάκις θα γράψει: “Κι όλοι ρωτούσαν ποιον εννοεί. Τον Εμπειρίκο που άφηνε ή τον Καμπά που ακολουθούσε; Δεν περιείχε αμηχανία σε ποιόν, αλλά τόλμη. Και στους δυο”. Η ίδια βέβαια λίγα χρόνια πριν πεθάνει θα πει ότι τα ποιήματα ήταν αφιερωμένα στον Ανδρέα Εμπειρίκο, σ’ αυτόν που την μύησε στη ποίηση, σ’ αυτον που της άνοιξε διάπλατα τις θύρες της Μούσας.

Η ποίησή μας είναι η ζωή και τα ποιήματα που αγαπώ, θέλω να τα ζήσω μαζί σου

Η Μάτση με τον Ανδρέα Καμπά θα ταξιδέψουν στο Παρίσι τον Δεκέβριο του 1945 με το θρυλικό πλοίο Ματαρόα, υπότροφοι της γαλλικής κυβέρνησης. Ήταν περίπου 150 νέοι Έλληνες, η αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης (Παπαϊωάννου, Καστοριάδης, Κριαράς, Κύρου, Σβορώνος, Χωραφάς, κλπ). Έζησε έκτοτε στο Παρίσι συνέχεια 11 χρόνια. Ο Ανδρέας Καμπάς έφυγε αμέσως για το Λονδίνο, όπου βρήκε δουλειά στο ναυτιλιακό γραφείο του Κουλουκουντή· η Μάτση συνδέθηκε με τον Καταλανό ζωγράφο Χαβιέ Βιλατό (Javier Vilatό), ανιψιό του Πικασό. Ο Βιλατό εικονογραφεί με πρωτότυπες χαλκογραφίες δύο συλλογές ποιημάτων της, μια στα γαλλικά το “5 Fois” και την άλλη στα ελληνικά.

Δυο από τις εκδόσεις ποιημάτων της στη Γαλλία

Γαλλικές εκδόσεις

Σε συνέντευξη που έδωσε το 1985, δυο χρόνια πριν τον θάνατο της θα πει: “Όταν έφυγα στο Παρίσι μέθυσα μ’ αυτά που βρήκα εκεί. Ζούσα με τον ανιψιό του Πικασό, κι έπεσα με τα μούτρα σε όλα τα καινούρια πράγματα. Όταν με ρώτησαν στο Ινστιτούτο, «γιατί θέλετε να πάτε στη Γαλλία;» είπα πολύ απλά «θέλω απλώς να δω και ν’ αγγίξω με το χέρι μου έναν Ματίς κι έναν Πικασό». Κι έγινε ακριβώς αυτό”. Δεν άγγιξε όμως μόνο έργα του Πικασό. Ο ίδιος ο ιδιοφυής ζωγράφος θα διακοσμήσει με ελληνικούς στίχους της ένα κεραμικό του.

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

Η Μάτση κατά Χαβιέ Βιλατό

Μάτση κατά Βιλατό

Η σχέση με τον Βιλατό θα κρατήσει μέχρι το 1956. Αμέσως μετά θα ζήσει για μικρό χρονικό διάστημα με τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη. Η Μάτση δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα παρά μόνο το 1957, για μερικούς μήνες που έγιναν επτά χρόνια. Το 1964 ξαναπήγε στη Γαλλία για σχεδόν δέκα χρόνια όπου δούλεψε στο μαγαζί του Βαράγκη. Το 1973 γύρισε οριστικά και έζησε ως το τέλος στην Αθήνα. Λίγο πριν πεθάνει θα στείλει ένα συγκινητικό αντίο στο μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, νεκρό ήδη από το 1975. Στη παραπάνω συνέντευξη θα πει σιβυλλικά: “είχα μια κουβέντα με την Μαργκαρέτ Γιουρσενάρ και της είπα: «Ίσως είμαστε πολύ εγωιστές, και όχι όσο πρέπει γενναιόδωροι όταν έχουμε ένα παράπονο με κάποιον». Το αναμόχλευσα αυτό μέσα μου και σκέφτηκα ότι έδειξα τρομερή έλλειψη γενναιοδωρίας μ’ ένα πρόσωπο. Η Αντίστροφη Αφιέρωση βγήκε σαν ένα ευχαριστήριο”. Ιδού δυο αποσπάσματα από το μεγάλο αυτό ερωτικό ύμνο – ποταμό το οποίο θα γράψει συγχρόνως ελληνικά και γαλλικά. Εδώ ολόκληρο το ποίημα.

Αντίστροφη Αφιέρωση

Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω
το απόγεμα  είπες
τριάντα χρόνια σε περίμενα
κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»
μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου  και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου
το σώμα είναι χώμα διψασμένο  από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα
πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα
θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα  και ό, τι θέλει ας γενεί
στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια
τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα
ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες
πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω
έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου
……..

Αντρέας

……

θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο
θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις
να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες
να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα
μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε;

Μάτση Ανδρέας πιθάρι

Θα αφήσει τη τελευταία της πνοή τον Ιούνιο του 1987, μόνη και ξεχασμένη σε ένα μικρό υπόγειο διαμέρισμα της Πατριάρχου Ιωακείμ στο Κολωνάκι, αφήνοντας πίσω της “λόγια λογιών”, το δικό της αποτύπωμα όπως γράφει στο κόσμο των θνητών.

Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου
κοχύλι άσπρο και πυρρό
παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα
αν και το περίβλημά του είναι πάντα έρμα
εγώ όταν φύγω στο θάνατο
το κάλυμμα που θα έχω εκκρίνει
δεν θα είναι παρά λόγια λογιών.

Η Μάτση ήταν η τελευταία απόγονος της μεγάλης οικογένειας Χρυσάνθης Οικονόμου -> Περικλή –> Κλέωνα Χατζηλαζάρου. Σήμερα αναγνωρίζεται από πολλούς σαν η μεγαλύτερη Ελληνίδα ποιήτρια, και η “πολυτιμότερη ερωτική ποιήτρια που διαθέτει η γλώσσα μας”.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 7ο)

Οικογένεια Περικλή Χατζηλαζάρου: από το ζενίθ ατο ναδίρ

Μετά τη περιπέτεια της “σφαγής των προξένων” αρχίζει η εποχή της μεγάλης ακμής της οικογένειας Χατζηλαζάρου. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα συγκαταλέγεται στις τρεις σημαντικότερες ελληνικές οικογένειες της Θεσσαλονίκης μαζί με αυτές των Άμποτ και Ρογκότη (Αγγελική Μεταλλινού, “Παλαιά Θεσσαλονίκη”, 1939). O Περικλής, πέρα από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, δίνει το παρόν και σε διάφορες κοσμικές εκδηλώσεις της πολης. Διαβάζουμε για παράδειγμα ότι το 1883 η μέτζο σοπράνο “Τζέμα Μπελιντσόνι (Gema Belinchoni) μετά τον θρίαμβο της στον Τροβατόρε, όπου υποδυόταν την Ατζουτσένα, πήγε με την άμαξα του Περικλή Χατζηλαζάρου στου Κολόμπο. Εκεί της παρατέθηκε πολυτελές δείπνο από επιφανείς Έλληνες και Εβραίους της πόλης” (Ε. Τσαουσίδου, Η Ιταλική Όπερα στη Θεσσαλονίκη, 1880-1919). Σαν ηγέτης της Ελληνικής Κοινότητος Θεσσαλονίκης οργανώνει εκδρομές σε διάφορες πόλεις της Μακεδονίας για συνάντηση και γνωριμία με τις εκεί ελληνικές κοινότητες. Σφυρηλατεί έτσι δεσμούς γνωριμίας του μακεδονικού ελληνισμού στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο. Ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να αναφερθούμε μιαν άλλη φορά στη συνάντηση γνωριμίας που είχε οργανώσει στην Έδεσσα τον Μάιο του 1895 μεταξύ των τριών Ελληνικών Κοινοτήτων: Θεσσαλονίκης, Εδέσσης και Μοναστηρίου.

Με την έλευση του 20ου αιώνα οι νέες οικονομικές δραστηριότητες που προβάλουν δυναμικά στη περιοχή δεν θα αφήσουν αδιάφορο τον Περικλή. Την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα έχει κάνει εντυπωσιακή είσοδο στη οικονομία της Μακεδονίας η κλωστοϋφαντουργία. Η περιοχή των καταρρακτών (Νάουσα, Έδεσσα και Βέροια) με την άφθονη δωρεάν ενέργεια θα γίνει ο κατ’ εξοχήν βιομηχανικός πόλος της αυτοκρατορίας. Μερικοί πρωτοπόροι Ναουσαίοι επιχειρηματίες ιδρύουν εκεί τις πρώτες βιομηχανίες βάμβακος ανατρέποντας την οικονομική ιεραρχία της περιοχής. Με βάση τα ίδια κεφάλαια, εταιρείες που έχουν συμφέροντα στη κλωστοϋφαντουργία όπως οι “Κύρτσης Γεώργιος και Υιοί” και “Λόγγος, Κύρτσης και Τουρπάλης” καταλαμβάνουν το 1906 τις δυο πρώτες θέσεις μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων ενώ η εμπορική εταιρεία “Υιοί Ιωάννου Χατζηλαζάρου” κατατάσσεται μόλις τρίτη. Ο Περικλής Χατζηλαζάρου αντιλαμβάνεται ότι η βιομηχανία είναι το μέλλον. Μαζί με τον τραπεζίτη Δημοσθένη Αγγελάκη, τον Αθανάσιο Μακρή και άλλους επενδυτές σχηματίζει την ομόρρυθμο εταιρεία “Χατζηλαζάρου, Αγγελάκης και Σία” με στόχο την ίδρυση μιας κάθετης μονάδας επεξεργασίας μαλλιού στη Νάουσα. Το εργοστάσιο κατασκευάζεται σε σχέδια του Ξενοφώντα Παιονίδη το 1908, χρονιά κατά την οποία ο Περικλής παραιτείται από την θέση του υποπροξένου των ΗΠΑ. Ο Ευστάθιος Στουγιαννάκης σε άρθρο του στο Μακεδονικό Ημερολόγιο (30/5/1910) αναφέρει ότι η ισχύς του εργοστασίου είναι 300 ίππων “παρεχομένη υπό καταρράκτου δι’ υδροκοχλίου (tourbine) αυστριακής κατασκευής· τοιαύτης είναι και τα λοιπά μηχανήματα. Ο δε ηλεκτρισμός ο προς φωτισμόν του χρησιμοποιούμενος παρασκαυάζεται δια μηχανήματος ειδικού 120 Volts. Περιλαμβάνει το εργοστάσιον πέντε τμήματα: 1/ πλύντήριον, ένθα πλύνονται τα έρια, 2/ βαφείον, 3/ κλωστήριον (περιλαμβάνον 1080 ατράκτους), 4/ υφαντήριον και 5/ τμήμα απαρτισμού (φινιρίσματος) ένθα συμπληρούται η παρασκευή του υφάσματος”. Απασχολεί περί τα 200 άτομα μεταξύ των οποίων και λίγους Ευρωπαίους, ως επί το πλείστον Αυστριακούς, οι οποίοι παρέχουν τεχνικές συμβουλές. “Αλλά δια τούτο ακριβώς είναι αξιέπαινος η εταιρεία Χατζηλαζάρου δια την πρωτοτυπίαν της και το δημιουργικόν πνεύμα. Εξέτρεψε την επιχειρηματικότητα αυτής από της συνήθους του βάμβακος βιομηχανίαν εις νέον είδος, την των ερίων, άγνωστον εις τον τόπον και εις όλον σχεδόν το Κράτος…Το ποσόν της ετησίας παραγωγής νυν ανέρχεται εις 100.000 μέτρων υφάσματος μαλλίνου πλάτους 1,40 του μέτρου αξίας 35 – 45.000 λιρών. Το εργοστάσιον Χατζηλαζάρου είναι το πρώτον εις το είδος του· τα προϊόντα αυτού είναι περιζήτητα εν τη αγορά, εφάμιλλα δε των ευρωπαϊκών τοιούτων. Προετιμήθησαν εσχάτως δια τας στρατιωτικάς στολάς επί τοσούτον, ώστε η παραγωγή είναι μικροτέρα της ζητήσεως”. Η άριστη ποιότητα των υφασμάτων οφείλεται και στην άριστη ποιότητα του μαλλιού που προέρχεται κυρίως από την Αδριανούπολη και περιοχές της σημερινής Ρουμανίας. Ο Περικλής είναι πρόεδρος της εταιρείας με γενικό διευθυντή τον Αθανάσιο Μακρή. Το 1911 η εταιρεία αλλάζει μορφή και ονομάζεται “Ανώνυμος Οθωμανική Υφαντουργική Εταιρεία Ναούσης” με κεφάλαιο 40.000 λιρών. Την επόμενη χρονιά με την απελευθέρωση θα μετονομαστεί σε “Έρια, Ανώνυμος Ελληνική Υφαντουργική Εταιρεία Ναούσης” αυξάνοντας κατά 50% το κεφάλαιο της σε 1,5 εκατομμύρια δραχμές. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής αγοράζεται από την οθωμανική και, μετά την απελευθέρωση, από την ελληνική κυβέρνηση για τις ανάγκες του στρατού.

Η βιομηχανία Έρια στη Νάουσα

ΕΡΙΑ

Τα πρώτα έτη της ενσωμάτωσης της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος είναι αρκετά δύσκολα για τον εμπορικό και βιομηχανικό τομέα. Η βαλκανική ενδοχώρα και τα μεγάλα αστικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης αποτελούσαν πριν την απελευθέρωση τις σημαντικότερες αγορές. Η κατάτμηση του βαλκανικού χώρου μετά την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία νέων συνόρων επιβάλουν επαναπροσδιορισμό των εμπορικών ροών κάτι που δεν είναι εύκολο. Οι βιομηχανικές μονάδες δυσκολεύονται να λειτουργήσουν, μερικές κλείνουν. Το ελληνικό κράτος δεν μπορεί εν μια νυκτί να ενσωματώσει οικονομικά, φορολογικά και διοικητικά τις νέες περιοχές. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ, η τότε Τρόϊκα), που είχε επιβληθεί το 1897 μετά την χρεωκοπία επί Τρικούπη και την ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, έθετε περιορισμούς στην αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη έλλειψη νομίσματος στην αγορά της Μακεδονίας. Έτσι οι συναλλαγές συνεχίζουν να γίνονται αναγκαστικά σε οθωμανικά νομίσματα με την ανοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Τα τελωνεία στη Παλιά Ελλάδα επιβάλουν δασμούς στην αποστολή βιομηχανικών προϊόντων που προέρχονται από τη Μακεδονία σαν να επρόκειτο για εισαγωγές από ξένες χώρες. Επί πλέον η Θεσσαλονίκη και γενικότερα η Μακεδονία δεν έχει εκπροσώπηση στο ελληνικό κοινοβούλιο το οποίο είχε εκλεγεί το 1910. Οι επόμενες εκλογές με τη συμμετοχή των Νέων Χωρών θα γίνουν αργότερα, τον Ιούνιο του 1915. Δεν υπάρχει έτσι η δυνατότητα παρέμβασης στις πολιτικές που αποφασίζονται στην Αθήνα για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων του ελληνικού βορρά.

Μέσα στην ιδιάζουσα αυτή συγκυρία ο Περικλής Χατζηλαζάρου αναλαμβάνει μια σημαντική πρωτοβουλία. Συγκαλεί τον Ιανουάριο του 1914 στα γραφεία της εταιρείας Έρια’ τους κυριότερους βιομηχάνους της περιοχής. Σκοπός η ίδρυση ενός βιομηχανικού συνδέσμου που θα καλύπτει όλη τη Μακεδονία και θα γίνει ο συνομιλητής της ελληνικής κυβέρνησης για τα προβλήματα της βιομηχανικής και ευρύτερα οικονομικής πολιτικής που αφορούν την Μακεδονία. Ο Ευ. Χεκίμογλου (ΣΒΒΕ, Τα πρώτα εκατό χρόνια) αναφέρει: “Τα γραφεία της «Έρια» βρίσκονταν πίσω από το Λουτρό της Αγοράς. Ο οικοδεσπότης της συνάντησης ήταν ο πρόεδρος της εταιρείας. Ο 68χρονος Περικλής Χατζηλάζαρος , όπως ονομαζόταν, δεν ήταν ο συνηθισμένος τύπος βιομηχάνου. Κατείχε το αξίωμα του προέδρου όχι μόνο για τις μετοχές που κατείχε αλλά και για το σεβασμό που αισθάνονταν οι άλλοι προς το πρόσωπό του. Ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας, ιδιοκτήτης γαιών και αστικών ακινήτων, καθώς και δεινός έμπορος. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών του είχε εμπιστευτεί τα καθήκοντα του επίτιμου (άμισθου) προξένου των ΗΠΑ για σαράντα ολόκληρα χρόνια. Φιλοξένησε στην έπαυλή του, μέχρι τη μοιραία μέρα της δολοφονίας του, τον Βασιλιά Γεώργιο, που εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη αμέσως μετά την είσοδο του ελληνικού στρατού. Οι υπηρεσίες του Περικλή Χατζηλαζάρου προς την ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης – κυρίως σε ό,τι αφορούσε τα σχολεία – θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να καταγραφούν. Η εταιρεία του ήταν αντάξια του προέδρου της. Ήταν μια κάθετη μονάδα επεξεργασίας ερίου, από την αγορά του μαλλιού μέχρι το ύφασμα, με έδρα τη Νάουσα”. Παρόντες στη συνάντηση ήταν ο διευθυντής της “‘Έρια” Αθανάσιος Μακρής από τη Σιάτιστα, οι Γρηγόριος Λόγγος, Βασίλειος Τουρπάλης, Ηρακλής Χατζηδημούλας και Θεόδωρος Δάνου από τη Νάουσα, ο Μιχαήλ Νούσιας από το Κρούσοβο, και ο Θεσσαλονικιός Μωύς Μορπούργο. Στη συνάντηση συμφωνούν όλοι με την πρόταση του Χατζηλαζάρου.

Τα πρακτικά της πρώτης συνάντησης με τις υπογραφές των συμμετεχόντων. Πρώτοι υπογράφουν ο Περικλής Χατζηλαζάρου και ο Μωύς Μορπούργο.

Ιδρυση ΣΕΒΒ

Το πρώτο Καταστατικό του Συνδέσμου Βιομηχάνων Μακεδονίας που εγκρίθηκε στη συνέλευση της 29ης Ιανουαρίου 1914.

Καταστατικό ΣΒΜ

Η ιδρυτική συνέλευση γίνεται στα γραφεία της εταιρείας ‘Έρια” δυο βδομάδες αργότερα (29/1/1914) και ψηφίζει σαν πρώτο πρόεδρο του τον Περικλή Χατζηλαζάρου. Ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Μακεδονίας, που σήμερα ονομάζεται Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος, ήταν γεγονός. “Σε αυτή την ένωση μετείχαν πρώτα από όλα εταιρείες αλλά και πρόσωπα «αδιακρίτως εθνικότητος». Το όριο ήταν μόνο γεωγραφικό, η Μακεδονία. Μέλη μπορούσαν να γίνουν «εργοστασιάρχαι ή διευθυνταί ή σύμβουλοι» βιομηχανικών εταιρειών που έδρευαν στη Μακεδονία” (ΣΒΒΕ, Τα πρώτα εκατό χρόνια). Το πρώτο υπόμνημα του Συνδέσμου θα παρουσιαστεί σε συνάντηση με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο κατά την επίσκεψη του στη Θεσσαλονίκη στα μέσα Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Ο Βενιζέλος δέχεται την αντιπροσωπεία του Συνδέσμου στο ξενοδοχείο Σπλέντιτ στη παραλία όπου και διέμεινε. Όπως έγραψε ο τύπος, ο πρωθυπουργός “συνεχάρη το επιχειρηματικόν πνεύμα του ενταύθα βιομηχανικού κόσμου, διότι με δασμόν τελωνειακόν μόνον 11% επί τουρκικής διοικήσεως κατορθώθη να αναπτυχθή βιομηχανία άνευ άλλης προστασίας”. Απόρροια της συνάντησης είναι η άμεση κατάργηση κάθε δασμού που έπληττε άδικα τα μακεδονικά προϊόντα στη Παλιά Ελλάδα ενώ προετοιμάζεται για το 1915 και η κυκλοφορία της δραχμής με τρόπο που θα υπερκερούσε την αντίδραση του ΔΟΕ. {Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος με τον Διχασμό θα επιφέρουν μεγάλη αναστάτωση στη νομισματική κυκλοφορία της περιοχής η οποία θα ξεπεραστεί στα μέσα της επόμενης δεκαετίας μετά το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας}.

Ο Περικλής Χατζηλαζάρου από το 1915 έχει επιβαρυμένη υγεία. Στις 17 Μαρτίου 1916 θα στείλει επιστολή στον Σύνδεσμο με την οποία ανακοινώνει ότι αποχωρούσε “της περαιτέρω ενεργού δράσεως υπέρ του Συνδέσμου” ενώ ευχαριστούσε “δια την εκλογήν του ως πρώτου προέδρου του”. Το μεγάλο αυτό τέκνο των οικογενειών Οικονόμου και Χατζηλαζάρου θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις αρχές Ιανουαρίου του 1917.

Φωτογραφία στον κήπο της βίλας Χατζηλαζάρου στη περιοχή των Εξοχών. Καθήμενοι στο κέντρο ο Περικλής, δεξιά ο γιος του Κλέων και αριστερά ο Ιωάννης Μπουτάρης, παππους του σημερινού δημάρχου Θεσσαλονίκης.

Περικλης και Κλέων

Μετά τον θάνατο του Περικλή την σκυτάλη παίρνει ο γιος του Κλέων Χατζηλαζάρου. Η πρώτη αναφορά στο όνομα του από τον τύπο της Θεσσαλονίκης γίνεται όταν ήταν ακόμη μικρός. “Χθες εώρτασε την ημέρα των γενεθλίων του ο εράσμιος Κλέων Χατζηλάζαρος προσενεγκών γεύμα ποικίλον και ορεκτικόν τοις μικροίς του φίλοις, οίτινες εγκαρδίως επεδαψίλευσαν αυτώ τας ειλικρινείς και αφελείς αυτών περί του μέλλοντος ευχάς και συγχαρητήρια” θα γράψει ο “Φάρος της Μακεδονίας” του Σοφοκλή Γκαρμπολά κάπου στη δεκαετία του 1780. Αργότερα θα μεταβεί στη Γερμανία και στις ΗΠΑ για σπουδές. Επιστρέφοντας θα δουλέψει στην εταιρεία του πατέρα του και το 1905 θα γίνει υποδιευθυντής – και λίγο αργότερα συνδιευθυντής και από το 1910 διευθυντής – στο άρτι ιδρυθέν υποκατάστημα της Τράπεζας της Ανατολής της Θεσσαλονίκης. Το ταλέντο του στις τραπεζικές εργασίες αναγνωρίζεται από όλους. Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτές του 1907 και του 1911, θα διατηρήσει το επίπεδο των πιστώσεων προς την οικονομία σε αντίθεση με τους άλλους τραπεζίτες που αποτραβιούνται από την αγορά. Kεϊνσιανή πολιτική τρεις δεκαετίες πριν από τον Κέινς; Ίσως! “Σώσατε τον τόπο” θα πει ο γενικός επιθεωρητής των ευρωπαϊκών βιλαετίων Χιλμή πασάς το 1907. Συγχρόνως με τις τραπεζικές εργασίες ο Κλέων θα ονομαστεί το 1908 και πρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη μετά την αποχώρηση του πατέρα του. Ο τύπος της εποχής θα γράψει: “η Αμερικανική Κυβέρνησις προεβίβασε το ενταύθα υποπροξενείον της εις έμμισθον Προξενείον πρώτης τάξεως διορίσας Πρόξενον της, διευθύνοντα το Προξενείον, τον αξιότιμον κ. Κλέωνα Χατζηλαζάρου, συνδιευθυντήν της Τραπέζης της Ανατολής, υιόν του παραιτηθέντος υποπροξένου…Ο κ. Περικλής Χατζηλαζάρου έλαβεν αυτόγραφον επιστολήν του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής κ. Ρούζβελτ, όστις δια λίαν κολακευτικών εκφράσεων εξαίρει τας πολυτίμους υπηρεσίας τας οποίας ο αξιότιμος συμπολίτης μας προσέφερεν”. Ο Κλέων είναι το ανερχόμενο αστέρι στο επιχειρηματικό στερέωμα της Θεσσαλονίκης. Είναι από τους πρώτους που θα αγοράσει αυτοκίνητο στην οθωμανική ακόμη Θεσσαλονίκη. Το αυτοκίνητο του μάλιστα θα χρησιμοποιηθεί όλως τυχαίως κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης όπως εξιστορεί ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης στα απομνημονεύματα του (Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13 – Τα Σώματα Προσκόπων): “αμέσως διατάσσεται η 7η Μεραρχία να βαδίση προς Αϊβάτι (Λητή) και παρεμποδίση την είσοδον του Βουλγαρικού στρατού, εις εμέ δε παραδίδεται το πρωτόκολλον της παραδόσεως Θεσσαλονίκης με την εντολήν να πορευθώ εις Αϊβάτι προς τον Βόριδα (σημ. Βόρις ήταν ο διάδοχος του βουλγαρικού θρόνου που υπηρετούσε στη μεραρχία με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης) ίνα εξηγήσω τι συμβαίνει. Μου δίδουν δε ως συνοδόν και τον υπασπιστήν του Χασαν Ταξίν Άραβα Λοχαγόν Άλήν. Ευρίσκω κατά τύχην το αυτοκίνητον του Θεσσαλονικέως Κλέωνος Χατζηλαζάρου, παίρνω και μίαν Ελληνικήν σημαίαν από ένα κουρείον και διευθύνομαι προς τους Στρατώνας της Αγίας Παρασκευής και εκείθεν εις Αϊβάτι”.

Ο Κλέων θα εισέλθει μετά την απελευθέρωση στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας “Έρια” και θα γίνει το Νο2 του Διοικητικού Συμβουλίου. Με την αποχώρηση του πατέρα του θα αναλάβει τη προεδρία της βιομηχανίας και θα εκλεγεί επόμενος – δεύτερος κατά σειρά – πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων Μακεδονίας. Παράλληλα συνεχίζει την κοινωνική δράση της οικογένειας. Θα τεθεί επί κεφαλής των προσπαθειών για τη δημιουργία τοπικού τμήματος Ερυθρού Σταυρού πράγμα το οποίο πετυχαίνει το 1914 όταν και γίνεται πρόεδρος του. Είναι η χρονιά που ξεσπά ο Μεγάλος Πόλεμος, αρχή μεγάλων περιπετειών για την Ελλάδα.

Το 1917 είναι μια χρονιά ιδιαίτερα δύσκολη για τον Κλεωνα. Ο πατέρας του, που αποβιώνει τον Ιανουάριο, αφήνει την μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία στη θετή του μητέρα Ευφροσύνη Βασιλείου – Χατζηλαζάρου. Ο Κλέων ουσιαστικά αποκληρώνεται. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί κάτι τέτοιο αφού δεν υπάρχουν ενδείξεις ή πληροφορίες για προστριβές μεταξύ πατέρα και γιου. Ο Κλέων προσβάλει στα δικαστήρια την διαθήκη που προσκόμισε η μητριά του και θέτει θέμα γνησιότητας της. Μάταια όμως. Οι μόνοι τίτλοι ιδιοκτησίας που του απομένουν φαίνεται ότι είναι οι προσωπικές μετοχές που κατέχει στο κεφάλαιο της βιομηχανίας “Έρια”.

Το δεύτερο μεγάλο πλήγμα την χρονιά εκείνη αφορά τις σχέσεις του με τις αρχές της Θεσσαλονίκης. Ο Κλέων, όπως και ο πατέρας του, είχε ισχυρούς φιλικούς δεσμούς με τη βασιλική οικογένεια. Ο βασιλιάς Γεώργιος διέμεινε στο σπίτι τους στη Θεσσαλονίκη. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν ανάδοχος της κόρης του το 1914. Με την άφιξη των Αγγλο-γάλλων στη Θεσσαλονίκη στα πλαίσια του Μεγάλου Πολέμου, η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία τίθενται σταδιακά υπό την κατοχή της Αντάντ. Ο Γάλλος στρατηγός Σαράιγ που διαφεντεύει τον τόπο είναι γνήσιο τέκνο των ιδεών της γαλλικής επανάστασης: σφόδρα αντιβασιλικός, φανατικά αντικληρικός και ελεύθερος τέκτων. Ριζοσπάστης σοσιαλιστής με σχεδόν τυφλή πολιτική στήριξη από την γαλλική αριστερά, κρατά παραδόξως στα χέρια του την εύθραυστη πολυκομματική ισορροπία της κυβέρνησης του Παρισιού. Θεωρεί εν δυνάμει αντίπαλο όποιον δεν ασπάζεται τις ιδέες του – είτε πρόκειται για Γάλλο, Άγγλο ή Έλληνα – και υποπτεύεται ιδιαίτερα αυτούς που έχουν σχέση με τον Κωνσταντίνο. Ο Βενιζέλος με τη στήριξη του Σαράιγ έχει ήδη σχηματίσει  τη δική του κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη από τον Οκτώβριο του 1916. Ο Κλέων, παρά τις προσωπικές του φιλίες, φαίνεται να συνεργάζεται καλά με την κυβέρνηση Βενιζέλου. Είναι φυσικό άλλωστε γιατί επικεφαλής του Πολιτικού γραφείου της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ο στενός φίλος του Βενιζέλου Αναστάσιος Αδοσίδης. Ο τελυταίος είναι σύζυγος της Έλλης Χατζηλαζάρου, εγγονής του Σταύρου, του μικρότερου αδελφού του δικού του παππού Ιωάννη Χατζηλαζάρου όπως θα δούμε αργότερα. Είναι λοιπόν δεύτερα ξαδέλφια.  Ο Χεκίμογλου παραδόξως γράφει για κακοπιστίες της Προσωρινής Κυβέρνησης εις βάρος του : “Ο Κλέων βάζοντας τα ανθρωπιστικά και εθνικά καθήκοντα του πάνω από τις προσωπικές και πολιτικές προτιμήσεις του, θα προσπαθήσει να συνεργαστεί με την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, παρά τις από μέρους της κακοπιστίες σε βάρος του. Αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι η ίδρυση και λειτουργία του “Τρίτου Στρατιωτικού Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού” στο σημερινό Δημοτικό Νοσοκομείο”. Η συγγενική σχέση του Κλέωνα με τον πιστότερο συνεργάτη του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη ίσως να διέφυγε της προσοχής του εξαιρετικού ιστορικού. Την ίδια περίοδο η ξαδέλφη του Κλέωνα, Έλλη, υπηρετεί σαν εθελόντρια νοσοκόμα στον Ερυθρό Σταυρό στη Θεσσαλονίκη πράγμα το οποίο σίγουρα θα διευκόλυνε την δημιουργία του Στρατιωτικού Νοσοκομείου που επιθυμούσε και ο Κλέων. Όλα αυτά θα αλλάξουν ξαφνικά τον Απρίλιο του 1917. Τον μήνα εκείνο “ο Κλέων Χατζηλαζάρου παύει να υπογράφει ως Πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού και αντικαθίσταται στη διεύθυνση της Τράπεζας…Η αιτία αυτής της ξαφνικής αποχώρησης και μάλιστα σε μία τόσο κρίσιμη περίοδο, παραμένει άγνωστη”.

Τότε αναχωρεί ξαφνικά για την Μασσαλία με νοσοκομειακό πλοίο. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για τον λόγο της αναχώρησης. Η πρώτη υπόθεση θέλει η αναχώρηση να οφείλεται σε ρήξη με την Προσωρινή Κυβέρνηση. Η δεύτερη θέλει να απομακρύνεται από τις γαλλικές αρχές της πόλης. Για τους συγγενικούς λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί η πρώτη υπόθεση φαίνετα μάλλον απίθανη. Αντίθετα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η σύζυγος του Κλέωνα, η Βιργινία, είναι Γερμανίδα (Γεώργιος Σταμπουλής, “Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912”, 1984). Και όπως αναφέρεται στο βιβλίο αυτό, κατά τρόπο απρόσμενο και αψυχολόγητο είχε σπεύσει να προσφέρει άνθη σε Γερμανό πιλότο το αεροπλάνο του οποίου είχε καταρριφθεί από τις δυνάμεις της Αντάντ. Η μικρής διάρκειας φυλάκιση της με την κατηγορία της κατασκόπου πιθανόν να έπαιξε κάποιο ρόλο στο ξενητεμό του Κλέωνα μέσα στο γενικότερο κλίμα δυσπιστίας που αντιμετώπιζε. Στη Μασσαλία όπου εγκαθίσταται προσωρινά ζει η θεία του Σοφία Οικονόμου που είχε παντρευτεί τον Κωνσταντινουπολίτη έμπορο Πολύβιο Ζαφειρόπουλο όπως θα δούμε στη συνέχεια. Σίγουρα οι συγγενικοί δεσμοί θα έπαιξαν ρόλο για την εκεί πρώτη διαμονή του. Ακολούθως πηγαίνει στην Ιταλία, γνώριμη γι αυτόν χώρα αφού συνήθιζε να κάνει εκεί τις ιατρικές του εξετάσεις (είναι γνωστό ότι υπέφερε από προστάτη). Επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη το 1919 μετά το τέλος του πολέμου. Η θετή του μητέρα Ευφροσύνη είχε ήδη εγκαταλείψει την Θεσσαλονίκη για την Αθήνα όπου και απεβίωσε το 1921. Αποστερημένος από την περιουσία του πατέρα του στη Μακεδονία αποφασίζει και αυτός να εγκατασταθεί στην Αθήνα (μετά τον θάνατο της μητριάς του;) όπου οργανώνει την τελευταία οικονομική του δραστηριότητα με επίκεντρο πάντα τη βιομηχανία ‘Ερια’.

Μετοχές της Νέας εταιρείας με τις υπογραφές του Κλέωνα Χατζηλαζάρου και του Γρηγορίου Λόγγου

Ερια 1922

Το 1922 αντικαθιστά την παλιά εταιρεία με μια νέα, την ‘Έρια, Νέα Ανώνυμο Ελληνική Υφαντουργική Εταιρία Ναούσης’, με κεφάλαια 10.000.000 δραχμές. Μεταξύ των μετόχων είναι και οι Γρηγόριος Λόγγος και Αθανάσιος Μακρής. Το 1924 εισάγεται στο Χρηματιστήριο Αθηνών και συναντά μια θεαματική υποδοχή. Η τιμή της μετοχής θα διαγράψει μια γρήγορη ανοδική τροχιά από τις 100 δρχ στις 400, για να πέσει το 1929 στις 166 δρχ. στη μεγάλη χρηματιστηριακή κρίση. Το τελικό χτύπημα όμως θα έρθει το 1931 με την υποτίμηση της δραχμής και τη συνακόλουθη τεράστια αύξηση της τιμής του εισαγόμενου μαλλιού. Η τιμή της μετοχής θα πέσει στις 41 δρχ. και το εργοστάσιο θα σταματήσει πρακτικά να λειτουργεί αρχίζοντας να ξεπουλά το απόθεμα που βρίσκεται στις αποθήκες. Τέλη του 1933 τα αποθέματα έχουν πωληθεί και ο Κλέων σε τραγική ψυχολογική κατάσταση θα αφήσει την τελευταία του πνοή λίγους μήνες αργότερα, το 1934, υπό την επήρεια της μορφίνης στην οποία όπως φαίνεται προσπάθησε, μάταια, να βρει λύτρωση. Η γυναίκα του Βιργινία θα τον ακολουθήσει στον ίδιο θάνατο λίγους μήνες αργότερα.

Κάπως έτσι με έντονα τραγικό τρόπο πλησιάζει στο τέλος η μεγάλη εποποιία της οικογένειας Περικλή Χατζηλαζάρου στη Θεσσαλονίκη. Ο κορυφαίος αναλυτής της εποχής εκείνης θα σημειώσει: “η περίπτωση της οικογένειας Χατζηλαζάρου μας βάζει μπροστά σε ένα γενικότερο ερώτημα: τι απέγιναν όλες εκείνες οι εύπορες μακεδονικές οικογένειες – ό,τι σε άλλους όρους θα χαρακτηρίζαμε ως τοπική αστική τάξη – οι οποίες και αποτέλεσαν την σπονδυλική στήλη του Μακεδονικού Αγώνα; Όλοι αυτοί οι ικανοί επιχειρηματίες που συσσώρευσαν πλούτο μέσα στις συνθήκες της τουρκοκρατίας (πλούτο που συχνά διέθεσαν για τις ανάγκες των εθνικών αγώνων) για να χαθούν όταν το όνειρο έγινε πραγματικότητα και ο τόπος τους ενσωματώθηκε στο ελλαδικό κράτος;” (Ε.Χεκίμογλου, “Ενθύμιον Χατζηλαζάρου, το έργο ενός λησμονημένου πρόκριτου της Θεσσαλονίκης”, 1990). Μεγάλα ερωτήματα – και δύσκολες απαντήσεις – μιας περιόδου σημαδεμένης από έναν δεκαετή, σχεδόν συνεχή πόλεμο, και έναν αμείλικτο και άγριο Διχασμό.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 6ο)

Η Σφαγή των Προξένων και η αναπάντεχη εμπλοκή της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χατζηλαζάρου.

Ο 34χρονος πρόξενος της Γερμανίας Ερρίκος Άμποτ ήταν Άγγλος υπήκοος, Έλληνας όμως στο θρήσκευμα και στη γλώσσα. Είχε παντρευτεί το 1867 την Άννα Καραθεοδωρή, της μεγάλης Κωνσταντινουπολίτικης οικογένειας που περιελάμβανε τον Καραθεοδωρή εφέντη, προσωπικό γιατρό του σουλτάνου, τον διπλωμάτη και υφυπουργό εξωτερικών Καραθεοδωρή πασά και τον μεγάλο Έλληνα μαθηματικό Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή. Ήταν γιος του Ροβέρτου (Μπάμπη – Robert) Άμποτ και της Κατερίνας Ηρακλείδου και εγγονός του Γεωργίου (Τζιωρτζάκη – George Frederick) Άμποτ και της Δόμνας Καυταντζόγλου, κόρης του πλουσιότερου τότε πολίτη της Θεσσαλονίκης, του καπνέμπορα Ιωάννη (Νάνου) Γούτα Καυταντζόγλου. Ο Ερρίκος ήταν επίσης ανιψιός του περίφημου Τζέκη (John Nelson) Άμποτ, του πάμπλουτου και εκκεντρικού έμπορα βδελλών για τον οποίο έγραψε τελευταία το διαδικτυακό περιοδικό Παράλλαξη. Ο 39χρονος Γάλλος πρόξενος Ζυλ Μουλέν, αφιχθείς στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 1869 από το γαλλικό προξενείο του Σεράγεβου (Bosna-Seraï), είχε παντρευτεί το 1873 μιαν αδερφή του Ερρίκου, τη Μαίρη Άμποτ. Ήταν δηλαδή γαμπρός του. Μια άλλη αδελφή του Ερρίκου ήταν παντρεμένη με τον Λάζαρο Χατζηλάζαρο, πρώτο ξάδελφο του Περικλή από τον αδελφό του πατέρα του Γρηγόρη, ο οποίος ήταν εγκαταστημένος στον Βόλο (έκθεση Νο21 της 25/5/1876 του προξένου της Αυστρίας von Chiari στον υπουργό εξωτερικών von Andràssy). Δεν αληθεύουν φυσικά τα γραφόμενα ακόμη και σήμερα ότι οι δυο πρόξενοι είχαν κάποιο άμεσο συγγενικό δεσμό με τον πρόξενο της Αμερικής Περικλή Χατζηλαζάρου. Ίσως το μπέρδεμα να δημιουργείται από την γυναίκα του ξαδέλφου του και από το γεγονός ότι μια Άμποτ ήταν γκουβερνάντα του μικρού του γιου Κλέωνα.

Η τραγική ιστορία της σφαγής, όπως την αφηγείται γλαφυρότατα ο Απόστολος Βακαλόπουλος, έχει εν συντομία ως εξής. Μια δεκατετράχρονη, ορφανή από πατέρα, χριστιανή σλαβόφωνη από το χωριό Βογδάνιτσα της Γευγελής, αποφάσισε να αλλαξοπιστήσει ασπαζόμενη τον μωαμεθανισμό. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πήρε αυτή την απόφαση δεν είναι πλήρως διευκρινισμένες αλλά φαίνεται ότι είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τη φτώχεια και να γίνει μέρος του χαρεμιού ενός πάμπλουτου Τούρκου (του παρέδρου του μεγάλου συμβουλίου του βιλαετιού Εμίν εφέντη κατά τον Χατζηλαζάρου) παρά την αντίθετη γνώμη της μητέρας της. Η Στεφάνα, όπως ήταν το όνομα της (Στεφανία), εξαφανίστηκε από το σπίτι της για λίγες μέρες και με την συνοδεία μιας μωαμεθανής πήρε το τρένο από το Καρασούλι (Πολύκαστρο) για την Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 5 Μαΐου 1876 (νέο ημερολόγιο). Είχε αποφασίσει να κάνει την επίσημη ομολογία της νέας πίστης στις τοπικές αρχές της Θεσσαλονίκης. Στο ίδιο τρένο είχε επιβιβαστεί τυχαία από τον προηγούμενο σταθμό της Γευγελής και η (πατριαρχική) μητέρα της. Πήγαινε να παρακαλέσει τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης να επέμβει για να αποτρέψει τον εξισλαμισμό της κόρης της. Η μητέρα συνάντησε στο τρένο την κόρη και προσπάθησε, μάταια όπως φαίνεται, να τη μεταπείσει. Φτάνοντας στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, Παρασκευή αργά το απόγευμα – μέρα αργίας για όλους τους πιστούς καθότι συνέπεσε με τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου για τους ορθόδοξους και την έναρξη της σαββατιάτικης αργίας για τους εβραίους -, η μητέρα της κοπέλας άρχισε να εκλιπαρεί με δυνατή φωνή τους παρευρισκόμενους χριστιανούς στα γύρω καφενεία να σώσουν την ορθόδοξη κόρη της από τον εξισλαμισμό. Αρκετοί έτρεξαν να βοηθήσουν σκίζοντας από το πρόσωπο του κοριτσιού το φερετζέ και κατορθώνοντας να την αποσπάσουν από τα χέρια των ζαπτιέδων (Οθωμανών χωροφυλάκων) που είχαν εν τω μεταξύ παρέμβει. Εκεί κοντά βρισκόταν και η άμαξα του προξένου Περικλή Χ”Λαζάρου. Ο δεκαοχτάχρονος εορτάζων Γεώργιος Άμποτ που έτυχε να βρίσκεται στο σταθμό, αδελφός της γκουβερνάντας του μικρού Κλέωνα και ανιψιός του Γερμανού προξένου, έβαλε με την βοήθεια περαστικών τη κοπέλα μέσα στην άμαξα και την οδήγησε στο αμερικανικό προξενείο που ήταν συγχρόνως και η κατοικία του Περικλή Χ”Λαζάρου.

Η παλιά οικία Χατζηλαζάρου κοντά στην Εγνατία οδό η οποία ήταν συγχρόνως και το προξενείο των ΗΠΑ. Εκεί οδηγήθηκε η κοπέλα από την Βογδάνιτσα.

Οικία Χατζηλαζάρου 1876

Όλη η οικογένεια του προξένου όμως έλειπε γιατί είχαν βγει για περίπατο. Πρώτη επέστρεψε σπίτι η μητέρα του Περικλή, Χρυσάνθη, και λίγο αργότερα ο μεγαλύτερος αδελφός του Νικόλαος. Μετά από προτροπή του Νικολάου και τα παρακάλια της μητέρας του κοριτσιού, η οποία στο μεταξύ είχε καταφθάσει στο προξενείο, η Χρυσάνθη δέχτηκε να διανυκτερεύσουν εκεί η κοπέλα με την μητέρα της με την προϋπόθεση ότι θα έφευγαν την επομένη το πρωί. Ήταν η πρώτη μοιραία απόφαση της Χρυσάνθης. Το ίδιο βράδυ διαδόθηκε ότι η Στεφάνα είχε απαχθεί από τον Χατζηλαζάρου και ήταν αιχμάλωτη στο αμερικανικό προξενείο δημιουργώντας αναβρασμό στον μουσουλμανικό πληθυσμό και υποψίες ότι η όλη υπόθεση ήταν οργανωμένη από τον πρόξενο. Το ένα χτύπημα μετά το άλλο ερχόταν για τους μουσουλμάνους μετά τη δραματική αύξηση της φορολογίας λόγω της χρεοκοπίας του 1875 και τις ταπεινωτικές γι’ αυτούς υποχωρήσεις της κυβέρνησης στις διαδοχικές εξεγέρσεις των χριστιανών της Βοσνίας, της Ερζεγοβίνης, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Ο μουφτής και ο γραμματέας του μουλά, από τους πλέον φανατικούς, κάλεσαν τους πιστούς να συγκεντρωθούν την επομένη, Σάββατο, μπροστά στο κονάκι για να απαιτήσουν την επέμβαση του βαλή και να πάρουν πίσω, ακόμη και με τη βία, την απαχθείσα νέα. Πράγματι την επομένη το πλήθος απαίτησε από τον βαλή Ριφαάτ πασά να ελευθερωθεί η κοπέλα.

Το παλιό κονάκι μπροστά στο οποίο μαζεύτηκαν φανατικοί μουσουλμάνοι απαιτώντας την απελευθέρωση της Στεφάνας. Στη θέση του αργότερα χτίστηκε η νέα οικοδομή, το σημερικό Διοικητήριο.

Παλιό κονάκι

Ο βαλής έστειλε στο αμερικανικό προξενείο να την αναζητήσουν αλλά η Χρυσάνθη που ήταν μόνη πια στο σπίτι είπε ότι η Στεφάνα είχε εγκαταλείψει το προξενείο νωρίτερα και δεν γνώριζε που βρισκόταν. Ήταν η δεύτερη μοιραία στάση της Χρυσάνθης. Το ίδιο απάντησε και ο γιος της Νικόλαος τον οποίο φώναξαν να προσέλθει από το γραφείο του. Με το άκουσμα των μαντάτων ότι οι χριστιανοί έκρυβαν τη νέα που ήθελε να ασπασθεί το κοράνι τα πνεύματα οξύνθηκαν και ντελάληδες ξεχύθηκαν στους δρόμους καλώντας όσους αγαπούν τον Μωάμεθ να κλείσουν τα μαγαζιά, να πάρουν τα όπλα και να προσέλθουν στο Σαατλί τζαμί, δίπλα στο παλιό κονάκι. Οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης άδειασαν από τον φόβο του φανατισμένου και οπλισμένου όχλου. Οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών χωρών ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι για τους υπηκόους τους και αναρωτιώνταν τι μέτρα θα έπρεπε να πάρουν. Σε ένα τέτοιο τεταμένο κλίμα οι πρόξενοι της Γερμανίας και της Γαλλίας, Άμποτ και Μουλέν, πήραν την παράτολμη απόφαση να πάνε χωρίς ένοπλη συνοδεία στο κονάκι και να ζητήσουν από τον βαλή να επέμβει η αστυνομία για να αποτραπεί σφαγή των χριστιανών. Όταν πλησίασαν στο κονάκι οι επικεφαλής του πλήθους τους ανακοίνωσαν ότι ο βαλής με τους συμβούλους του ήταν παραδίπλα σε μια αίθουσα στο Σαατλί τζαμί όπου και τους οδήγησαν.

Απεικόνιση της σκηνής της σφαγής όπως την δημοσίευσε η εφημερίδα Le Monde Illustré του Παρισιού. Αριστερά το οίκημα του Σαατλί τζαμιού στο μπαλκόνι του οποίου δολοφονήθηκαν οι δυο πρόξενοι.

dolofonia_proxenvn2

Η μανία του όχλου στον αυλόγυρο του τζαμιού τρόμαξε τον Ερρίκο Άμποτ και έστειλε επειγόντως σημείωμα στον αδελφό του Αλφρέδο να ψάξει και να φέρει αμέσως τη κοπέλα στο τζαμί. Ο τελευταίος έτρεξε στο αμερικανικό προξενείο όπου η Χρυσάνθη συναισθανόμενη πια το μέγεθος του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί, την ευθύνη της ίδιας και της οικογένειας της εκμυστηρεύεται ότι η κοπέλα μεταφέρθηκε στο γειτονικό σπίτι του Ιωάννη Αυγερινού, μεγάλου Έλληνα έμπορα αυστριακής υπηκοότητας. Πράγματι νωρίς το πρωί μια υπηρέτρια και ένας άλλος κύριος, όπως κατέθεσε αργότερα η Στεφάνα, την οδήγησαν από τη πλαϊνή πόρτα του προξενείου στο σπίτι του Αυγερινού και την έκρυψαν στον επάνω όροφο. Ο Αλφρέδος Άμποτ βγαίνοντας από το αμερικανικό προξενείο πέφτει επάνω στον Γερμανό και στον Άγγλο κλητήρα των αντίστοιχων προξενείων που με μερικούς ζαπτιέδες ψάχνανε και αυτοί να βρουν την κοπέλα. Πράγματι βρίσκουν τη Στεφάνα στο σπίτι του Αυγερινού και την στέλνουν με τους ζαπτιέδες στο τζαμί. Ήταν όμως πολύ αργά. Ο αφηνιασμένος όχλος είχε ήδη πέσει επάνω στους αθώους προξένους σκοτώνοντας τους με κτηνώδη τρόπο χωρίς η αστυνομία να θέλει ή να μπορεί να κάνει κάτι. Αφού πέταξαν τα κατακρεουργημένα πτώματα στην αυλή του τζαμιού ξεκίνησαν για το αμερικανικό προξενείο να απελευθερώσουν την Στεφάνα. Στο δρόμο όμως συνάντησαν την νέα με τους χωροφύλακες και έτσι σώθηκε η οικογένεια του Περικλή Χατζηλαζάρου.

Αριστερά ο Ερρίκος Άμποτ και δεξιά ο Ζυλ Μουλέν. Σχέδια βασισμένα σε φωτογραφίες των αδελφών Αμπντουλά (The Illustrated London News)

Abbott and Moulin

Ο αντίκτυπος της δολοφονίας ήταν τεράστιος και η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων άμεση με αποστολή πολεμικών πλοίων στον Θερμαϊκό κόλπο. Μαζί με τα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά πλοία μπήκαν για πρώτη φορά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και δυο ελληνικά πολεμικά πλοία. Στόχος τους η προστασία των χριστιανών της πόλης. Η Οθωμανική κυβέρνηση αποδέχτηκε αμέσως τους όρους των ευρωπαϊκών κρατών για σύλληψη των υπαιτίων της σφαγής. Ειδικοί ανακριτές που έφτασαν από την Κωνσταντινούπολη προέβησαν σε πολλές συλλήψεις και σε καθαιρέσεις αξιωματούχων. Από τους δεκάδες των συλληφθέντων έξι (μάλλον τυχαίοι) καταδικάστηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν στις 16 Μαΐου στη παραλία μπροστά από τη σημερινή πλατεία Ελευθερίας.

Ελεύθερη απεικόνιση της εκτέλεσης των υποτιθέμενων δολοφόνων μπροστά από την πλατεία Ελευθερίας στη παραλία Θεσσαλονίκης (Le Monde Illustré)

Hanging of assasins

Η εκτέλεση των πιστών του ισλάμ αύξησε όμως τον αναβρασμό στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Τα προξενεία στη Θεσσαλονίκη φυλάσσονταν νύχτα μέρα από τον στρατό για αποτροπή πράξεων αντεκδίκησης ενώ η αγορά παρέμενε κλειστή. Απ άκρου εις άκρον της αυτοκρατορίας ιμάμηδες και δερβίσηδες άρχισαν να καλούν τους πιστούς σε ιερό πόλεμο εναντίον των χριστιανών. Οι απλοί μουσουλμάνοι έδειχναν ιδιαίτερα ερεθισμένοι από την νέα ταπείνωση της κυβέρνησης τους ενώ οι μαθητές των ιεροδιδασκαλείων διαδήλωναν την οργή τους στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Δυο βδομάδες μετά την εκτέλεση ο σουλτάνος Απτούλ Αζίζ ανατρέπεται και ανεβαίνει στο θρόνο ο Μουράτ Ε’. Δυο μήνες αργότερα θα ανατραπεί κι αυτός για να ανέλθει στην εξουσία ο σκληροτράχηλος Απτούλ Χαμίτ που θα βασιλέψει μέχρι το 1909.

Αριστερά ο τάφος του Ερρίκου Άμποτ στο κοιμητήριο Ευαγγελιστρίας. Δεξιά ο τάφος του αδελφού του Αλφρέδου, της συζύγου του Ευφροσύνης Σοβατζόγλου – Άμποτ, καθώς επίσης και των γονιών τους Ροβέρτου (Μπάμπη) και Αικατερίνης Ηρακλείδου – Άμποτ.

Screenshot from 2017-12-19 16-50-55

Η θέση του Περικλή Χατζηλαζάρου ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Χώρια στις εναντίον του φήμες που κυκλοφορούσαν στη πόλη, ο Ρασίδ πασάς, υπουργός εξωτερικών του σουλτάνου, σε επιστολή που έστειλε στον πρεσβευτή του στο Λονδίνο αμέσως μετά το γεγονότα επέρριπτε την ευθύνη της δημιουργίας της όλης ιστορίας στον πρόξενο της Αμερικής. Η εξιστόρηση όμως των γεγονότων δεν επιβεβαιώνει αυτή την εκδοχή. Ο Περικλής απλά δεν βρισκόταν τις μέρες εκείνες στη πόλη. Από τις υπηρεσιακές εκθέσεις των προξένων και από τα δημοσιεύματα του δυτικού τύπου της εποχής μαθαίνουμε ότι ο Αμερικανός πρόξενος βρισκόταν στην Έδεσσα και μάλλον δεν είχε ιδέα για αυτά που συνέβησαν στην οικία – προξενείο του. Ο Περικλής, με τον Έλληνα πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Κωνσταντίνο Βατικιώτη και τον πρόεδρο του Συλλόγου Διάδοσης των Ελληνικών Γραμμάτων Νικόλαο Μαυροκορδάτο, μετέπειτα υπουργό παιδείας του Χαρ. Τρικούπη, είχαν ταξιδέψει για λίγες μέρες στην Έδεσσα. Σκοπός του ταξιδιού ήταν τα εκπαιδευτικά θέματα της πόλης.

Αποσπάσματα από τις εκθέσεις του Αυστριακού και του Ιταλού προξένου όπου αναφέρεται ότι ο Περικλής Χατζηλαζάρου με τον Έλληνα πρόξενο Βατικιώτη και τον Μαυροκορδάτο βρίσκονταν τις μέρες εκείνες στην Έδεσσα

Screenshot from 2017-12-19 17-39-31

Η ανέγερση του Παρθεναγωγείου βρισκόταν στην τελική φάση και όπως μας πληροφόρησε ο Ευστ. Στουγιαννάκης η οικονομική ενίσχυση των αδελφών Οικονόμου από τη Τεργέστη στα σχολεία της Έδεσσας διαβιβαζόταν μέσω του Περικλή Χατζηλαζάρου που ήταν ανιψιός τους. Παράλληλα η διανομή ελληνικών βιβλίων στα σχολεία γινόταν από τον Σύλλογο Διάδοσης Ελληνικών Γραμμάτων που είχε την έδρα του στην Αθήνα. Σίγουρα ο Αμερικάνος πρόξενος θα έκαμνε συχνές επισκέψεις στον τόπο καταγωγής του για εκπαιδευτικά και άλλα θέματα. Ίσως μάλιστα να φιλοξενούνταν στο σπίτι του παππού του στο Βαρόσι. Ο Περικλής είχε προγραμματίσει την επάνοδο του στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 5 Μαΐου. Γι αυτό άλλωστε η άμαξα του τον περίμενε στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Αποφάσισε όμως να παραμείνει για μια ακόμη μέρα στην Έδεσσα λόγω μικρής ασθένειας πράγμα το οποίο δεν γνώριζε ο αμαξάς του. Από την Θεσσαλονίκη μέχρι το χωριό Γέφυρα (Τοψίν) πήγαινε σιδηροδρομικώς και από την Γέφυρα στην Έδεσσα οδικώς (με άμαξα). Η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Έδεσσας – Μοναστηρίου έγινε πολύ αργότερα.

Η Χρυσάνθη Οικονόμου – Χατζηλαζάρου και ο γιος της πρόξενος της Αμερικής την εποχή περίπου που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα

Χρυσάνθη και Περικλής

Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εμπλοκή της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χατζηλαζάρου ήταν η πλέον κρίσιμη στην όλη εξέλιξη της ιστορίας. Δυναμικό στέλεχος της Φιλοπτώχου Αδελφότητας Γυναικών και πρώτη πρόεδρος της, η Χρυσάνθη πιθανόν να πίστεψε ότι θα κατάφερνε να αλλάξει την απόφαση της κοπέλας με την απόκρυψη της και συνεπώς την αναβολή του εξισλαμισμού της. Ίσως κάτι τέτοιο να μην ήταν σπάνιο εκείνη την εποχή των μεγάλων θρησκευτικών ανταγωνισμών. Δεν μπορούσε να διανοηθεί όμως αυτό που θα ξεσπούσε. Ήταν δυνατόν η απαγωγή μιας κοπέλας που ήθελε να ασπαστεί το κοράνι να οδηγούσε στη δολοφονία δυο προξένων, στη δυναμική επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και τελικά στη πτώση του μεγάλου βεζίρη και του σουλτάνου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας; Λογικά όχι! Ίσως όμως να ήταν η σταγόνα που έκανε να ξεχειλήσει το ποτήρι της συσσωρευμένης οργής και αγανάκτησης των μουσουλμάνων. 

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 5ο)

ΙΙΙ.1.β Οι γιοί της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χ”Λαζάρου

Οι τρεις γιοί Ευριπίδης, Νικόλαος και Περικλής θα ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη την εμπορική εταιρεία “Υιοί Ιωάννου Χατζηλαζάρου” με αντικείμενο την εμπορία δημητριακών και προϊόντων σιδηρουργίας. Θα συνεχίσουν έτσι την πετυχημένη δραστηριότητα του πατέρα τους επαυξάνοντας την οικογενειακή περιουσία. Αποκτούν μεγάλα ακίνητα στην Εγνατία και κοντά στο λιμάνι. Θα συνδιαχειριστούν παράλληλα με τους θείους τους που έμειναν στις Σέρρες τα τρία μεγάλα τσιφλίκια του παππού τους. Πρόκειται για μεγάλες εκτάσεις στο Λάτροβο, στο Μπαχτιάρ (αντίστοιχα Χορτερό και Δενδρόφυτο Σιδηροκάστρου) και στο Γιάννες (Μεταλλικό Κιλκίς). Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα θα αποτελέσουν εξέχοντα μέλη της επιχειρηματικής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη. Ο εμπορικός τους οίκος θα εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους στη πόλη. Παράλληλα θα συμμετάσχουν ενεργά, οι ίδιοι όπως και οι σύζυγοι τους, στα δρώμενα της Ελληνικής Κοινότητας. Θα προεδρεύσουν σε σχολικές εφορίες, σε συλλόγους και ιδρύματα και θα μεριμνήσουν για τους φτωχότερους συμπατριώτες τους. Τα τρία αδέλφια είχαν εγκαταλείψει την οθωμανική υπηκοότητα και είχαν πάρει την ρωσική. Πολλοί εύποροι Θεσσαλονικείς είχαν πάρει ευρωπαϊκές υπηκοότητες γιατί απολάμβαναν τις ευνοϊκές ρυθμίσεις από τις διομολογήσεις που είχαν συνάψει οι Μεγάλες Δυνάμεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζαν μεγαλύτερη ασφάλεια τόσο για τους ίδιους και τις οικογένειες τους όσο και για τις επιχειρήσεις τους από τυχόν αυθαιρεσίες των κυβερνώντων.

Ο Ευριπίδης, ο οποίος δεν άφησε απογόνους, εξελέγη το 1904 αντιπρόσωπος της 36μελούς αντιπροσωπείας της Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης για τέσσερα χρόνια. Ήταν η τελευταία αναλαμπή της ζωής του γιατί αμέσως μετά απεβίωσε (“προκομμουνιστικός” Ριζοσπάστης της 15-3-1909: Ο Ευριπίδης Χατζηλαζάρου απεβίωσεν εν Θεσσαλονίκη).

Ο δευτερότοκος Νικόλαος, απέκτησε με την Χαρίκλεια Θεολόγου έναν γιο, τον Ιωάννη, και δυο κόρες, την Ίρμα και την Ειρήνη, οι οποίες πέθαναν σε μικρή ηλικία. Ο ίδιος πέθανε το 1906. Για τον γιο του Ιωάννη δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Ο Ευάγγελος Χεκίμογλου στη μελέτη του για τον Κλέωνα Χατζηλαζάρου γράφει ότι “κάποιος Ιωάννης Χατζηλάζαρος “ελληνορώσος πρόξενος”(;) αναφέρεται ως δωρητής του οικοπέδου του Νοσοκομείου Αφροδισίων σε συμβολαιογραφική πράξη του 1952”. Στο ιστορικό του Νοσοκομείου διαβάζουμε ότι “Το Νοσοκομείο εγκαταστάθηκε το 1918 στην έπαυλη της Ελληνικής καταγωγής οικογένειας από την Κωνσταντινούπολη Νικολάου Χατζηλαζάρου”.

Το Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Θεσσαλονίκης επί της οδού Δελφών

Νοσοκομείο Αφροδισίων

Το πιθανότερο είναι το εν λόγω νοσοκομείο να ήταν η οικία του Νικολάου Χατζηλαζάρου, αδελφού του Ευριπίδη και του Περικλή, ο οποίος είχε ένα εν ζωή παιδί, τον Ιωάννη. Ήδη τον Απρίλιο του 1916 στην “οικία κληρονόμων Νικολάου Χατζηλαζάρου” είχε εγκατασταθεί το σχολείο και τα εργαστήρια του Παπαφείου όταν το κτήριο του ιδρύματος χρησιμοποιήθηκε από τον αγγλικό στρατό σαν νοσοκομείο. Με την αποχώρηση των αγγλικών στρατευμάτων στο τέλος του Α’ ΠΠ και την επάνοδο του ορφανοτροφείου στο ιστορικό του κτήριο, η οικία Χατζηλαζάρου απελευθερώθηκε και έτσι θα έγινε δυνατή η εγκατάσταση του Αφροδισίων εκεί. Δεν φαίνεται άλλωστε να υπήρχε στις αρχές του περασμένου αιώνα κάποιος Κωνσταντινουπολίτης Νικόλαος Χατζηλαζάρου, ρωσικής υπηκοότητας, με έπαυλη στη Θεσσαλονίκη και γιο Ιωάννη.

Ο οικογενειακός τάφος του Νικολάου Χατζηλαζάρου στο κοιμητήριο Ευαγγελιστρίας.

Ταφος Ν Χατζηλαζάρου

Ο μικρότερος γιος Περικλής (1847-1917) παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την Λουκία Άπτον (Lucie Page Upton, 1839-1871), κόρη του Αμερικανού βουλευτή της Βιρτζίνια Charles Horace Upton (“The Upton Memorial, A genealogical Record”, 1874). Το 1863, μετά την απώλεια της βουλευτικής του έδρας λόγω ακύρωσης της εκλογής του, ο πρόεδρος Λίνκολν τον τοποθετεί πρόξενο των ΗΠΑ στη Γενεύη της Ελβετίας όπου θα παραμείνει για 14 ολόκληρα χρόνια μέχρι τον θάνατο του. Στη Γενεύη η εικοσιεννιάχρονη κόρη του Λουκία γνωρίζει και παντρεύεται (1868) τον εικοσιενάχρονο Περικλή Χ”Λαζάρου ο οποίος είχε μεταβεί εκεί για σπουδές. Μετά τον γάμο μετακομίζουν στη Θεσσαλονίκη την πόλη όπου βρίσκονται οι οικονομικές δραστηριότητες της οικογένειας Χ”Λαζάρου. Το 1870, στα εικοσιτρία του χρόνια, ο Περικλής ονομάζεται επίτιμος υποπρόξενος των ΗΠΑ, αναλαμβάνοντας την διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας αυτής στη Θεσσαλονίκη. Ο γάμος του με την κόρη του Αμερικανού πολιτικού και διπλωμάτη δεν πρέπει να είναι άσχετος με αυτή την ονομασία. Η κατοικία του επί της Εγνατίας οδού, μεταξύ Αγίας Σοφίας και Καμάρας, θα είναι συγχρόνως και η έδρα του αμερικανικού προξενείου. Εκεί διαμένει και η μητέρα του Χρυσάνθη. Την ίδια χρονιά αποκτά ένα αγόρι, τον Κλέωνα Χ”Λαζάρου. Η γυναίκα του θα αφήσει τη τελευταία της πνοή το 1871 στη γέννα του δεύτερου παιδιού τους που επίσης πεθαίνει. Ο Περικλής νυμφεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Ευφροσύνη Βασιλείου με την οποία δεν έκαναν παιδιά. Μαζί θα ανεγείρουν το 1890 μια νέα κατοικία στη συνοικία των Εξοχών, σημερινή γωνία Βασ. Όλγας και Συνδίκα, γνωστής σήμερα σαν βίλας Σιάγα από το όνομα του τωρινού ιδιοκτήτη. Στην οικία αυτή θα φιλοξενηθεί ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ από την είσοδο του στη πόλη στις 29 Οκτωβρίου 1912 μέχρι και την δολοφονία του στις 18 Μαρτίου 1913 με το σημερινό ημερολόγιο.

Η βίλα του Περική Χατζηλαζάρου όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα στην συνοικία των Εξοχών. Εκεί διέμεινε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ μεταξύ 29/10/1912 και 18/03/1913

Κατοικία Χατζηλαζάρου αρχές 20ου

Η Χρυσάνθη και τα παιδιά της υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήρια σε κοινωνικά, εκπαιδευτικά και εθνικά θέματα ιδιαίτερα από το 1870. Με την ίδρυση του Βουλγαρικού Κομιτάτου (1868) και της βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) γεννήθηκαν έντονοι εθνικοί ανταγωνισμοί στη Μακεδονία που με τον χρόνο δυνάμωναν. Η Χρυσάνθη και τα παιδιά της αντιλαμβάνονται μαζί με άλλους φωτισμένους Θεσσαλονικείς ότι υπάρχει άμεση ανάγκη για συσπείρωση των Ελλήνων απέναντι στον επιθετικό βουλγαρικό εθνικισμό. Προτεραιότητα είναι η διαφύλαξη και ενίσχυση της συνοχής των ελληνικών κοινοτήτων. Έτσι η Ελληνική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, τονώνει τους δεσμούς με την Εκκλησία και ιδρύει σωματεία και συλλόγους που μαζί με την έντονη κοινωνική δράση υπηρετούν και εθνικούς σκοπούς. Ιδρύεται η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης” (1871), ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος” (1872), η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Θεσσαλονίκης” (1873), εφορίες νοσοκομείων, σχολείων κλπ. Η Χρυσάνθη με τους γιους της θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο σε όλα αυτά. Η ίδια θα είναι ιδρυτικό μέλος της Φιλοπτώχου Αδελφότητας Κυριών και θα διατελέσει πρώτη πρόεδρος της. Ο Περικλής θα αναλάβει την προεδρία της “Φιλοπτώχου Αδελφότητας Ανδρών” το 1874 και ο αδελφός του Νικόλαος το 1886. Ο Περικλής το 1893 θα διατελέσει έφορος των Σχολείων και του Χαρισείου νοσοκομείου. Η κοσμογονία αυτή μεταδίδεται και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Έτσι στην Έδεσσα ιδρύεται ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Βοδενών” (1872) με πρωταγωνιστή τον γιατρό Δημήτριο Ρίζο και μέλος τον Περικλή Χατζηλαζάρου ενώ το 1905 ιδρύεται η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Εδέσσης” με πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων, και της Αικατερίνης Σιβένα, συζύγου του παπά-Ιωάννη Σιβένα. Ο Φιλεκπαιδευτικός Βοδενών βοηθούσε τα σχολεία της ευρύτερης περιφέρειας. Η ακτίνα δράσης του έφτανε μέχρι τη Βογδάνιτσα, χωριό μεταξύ Γευγελής και λίμνης Δοϊράνης.

Η πρώτη σελίδα των “Πρακτικών του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Βοδενών” είναι αφιερωμένη στο ιστορικό της ίδρυσης του

20171115_114826

Αξιοσημείωτο είναι ότι η πόλη των Σερρών πρωτοστάτησε ιδρύοντας πρώτη, στις αρχές του 1870, τον “Μακεδονικό Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Σερρών” με πρωτεργάτη τον Μιχαήλ Ν. Μιχαήλ και συμπαραστάτη τον αδελφό του άντρα της Χρυσάνθης Αδάμ Χατζηλαζάρου και τον γιο του Δημοσθένη.

Ο Περικλής Χατζηλαζάρου με την γυναίκα του Ευφροσύνη και μια φίλη στη βίλα της συνοικίας των Εξοχών

Περικλής Χ''Λαζάρου και Ευφροσύνη Βασιλείου δεξιά ΙΜΑ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1870 ένα ιστορικό γεγονός θα συνταράξει την κοινωνία της Θεσσαλονίκης με τεκτονικά κύματα που θα ταρακουνήσουν συθέμελα την Οθωμανική αυτοκρατορία. Πρόκειται για τη σφαγή των Προξένων της Γερμανίας, Ερρίκου Άμποτ (Henry Abbbott, (23/6/1842 – 6/5/1876)) και της Γαλλίας, Ζυλ Μουλέν (Jules Moulin) το 1876. Η Χρυσάνθη Οικονόμου – Χ”Λαζάρου θα παίξει έναν αναπάντεχο αλλά καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας αυτής.

Συνεχίζεται….

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 4ο)

ΙV.1 Οι απόγονοι της Χρυσάνθης Οικονόμου-Χατζηλαζάρου

Η Χρυσάνθη και ο Ιωάννης Χατζηλαζάρου μετά το γάμο τους θα εγκατασταθούν κι αυτοί στη Θεσσαλονίκη όπου θα αποκτήσουν πέντε παιδιά: τον Ευρυπίδη που παντρεύεται την Πολυτίμη Μητσοπούλου, την Καλλιόπη (1840-1933) που θα πάρει τον γιατρό Αθανάσιο Εμμανουήλ (1828-1894), τον Νικόλαο που ενώνει την ζωή του με την Χαρίκλεια Θεολόγου, τον Περικλή (1847-1917) που σε πρώτο γάμο θα πάρει την Lucy Upton, κόρη Αμερικάνου βουλευτή και σε δεύτερο την Ευφροσύνη Βασιλείου και τέλος την Μαρία που παντρεύεται το 1872 τον αριστοκράτη Ρώσο Karakanowski, γιατρό της ρωσικής πρεσβείας στη Κωνσταντινούπολη. Από τα τρία αγόρια, ο Ευριπίδης ήταν άτεκνος, ο Νικόλαος απέκτησε τρία παιδιά, τους Ιωάννη, Ίρμα και Ειρήνη ενώ ο Περικλής ευτύχισε να μεγαλώσει ένα παιδί, τον Κλέωνα από τον πρώτο του γάμο. Από τις δυο κόρες, η μεν Καλλιόπη απέκτησε πέντε παιδιά η δε Μαρία τρία, τη Βέρα, την Όλγα και τον Αλέξανδρο. Στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης υπάρχει ορκωτή μετάφραση πληρεξουσίου από τα ρωσικά στα ελληνικά του 1925 με το οποίο “οι τρεις αυτάδελφοι Όλγα, Βέρα και Αλέξανδρος Καρακανόβσκη κληρονόμοι μητρός των Μαρίας το γένος Χατζηλαζάρου, καθιστούν αντιπρόσωπον τους τον Κλέωνα Χατζηλαζάρου, κάτοικον Θεσσαλονίκης, προκειμένου να διεκδικήσουν τα κληρονομικά τους δικαιώματα“. Τίποτα άλλο δεν είναι γνωστό γι’ αυτούς.

                 Ο υποκλάδος της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χατζηλαζάρου

Υποκλάδος Χρυσάνθης

Από την οικογένεια της Χρυσάνθης Οικονόμου – Χ”Λαζάρου θα επικεντρωθούμε στους απογόνους της Καλλιόπης Χ”Λαζάρου και των τριων γιων Χ”Λαζάρου για τους οποίους υπάρχουν στοιχεία. Η Καλλιόπη, όπως έχει ήδη λεχθεί, παντρεύτηκε τον γιατρό Αθανάσιο Εμμανουήλ με τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά: την Ευτέρπη που παντρεύτηκε κάποιον Ζλάτκου, την Καλυψώ (1866-1949) που παντρεύτηκε επίσης γιατρό, τον Σερραίο Ιωάννη Θεοδωρίδη, τον Χαρίλαο, την Ιουλία και την Νίνα που παντρεύτηκε κάποιον Πολέμη. Επαρκή στοιχεία βρέθηκαν μόνο για την Καλυψώ.

ΙV.1.α.  Η γενεαλογική γραμμή Χρυσάνθης > Καλλιόπης > Καλυψώς

Ο σύζυγος της Καλυψώς Ιωάννης Μ. Θεοδωρίδης (1864-1941) σπούδασε ιατρική στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στις Σέρρες ανέλαβε την διεύθυνση του νεοϊδρυθέντος Νοσοκομείου της Ελληνικής Κοινότητας ενώ για μεγάλο διάστημα διατέλεσε και υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της σερραϊκής πόλης Πέτρο Πέννα το κύρος του Θεοδωρίδη στους Έλληνες και Τούρκους υπήρξε τεράστιο. Χάρη μάλιστα στις προσπάθειες του πέτυχε τη συνεργασία τους έναντι των Βουλγάρων. Τα Σερραϊκά Χρονικά μας πληροφορούν ότι η οικογένεια Θεοδωρίδη αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα στο απόγειο του Μακεδονικού αγώνα (1906) γιατί είχε επικηρυχθεί από τους Βουλγάρους. Είχαν ήδη αποκτήσει το 1892 ένα γιο, τον Φρίξο. Ο Ιωάννης Θεοδωρίδης συνέχισε την ιατρική του σταδιοδρομία στην Αθήνα καταλαμβάνοντας και την θέση του προέδρου στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Απεβίωσε το 1941 και η Καλυψώ το 1949.

Για τον Φρίξο Θεοδωρίδη η καθηγήτρια Λίλα Θεοδωρίδου – Σωτηρίου μας πληροφορεί (Η διεθνής καριέρα του καθηγητή Φρίξου Ιω. Θεοδωρίδη, Σερραϊκά Χρονικά, 2015) ότι μετά τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα συνέχισε στο – και σήμερα – κορυφαίο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ETH) με αντικείμενο την φυσική και ειδικότερα την θερμοδυναμική. Υπήρξε μαθητής του Αϊνστάιν (Albert Einstein), καθώς και άλλων φημισμένων επιστημόνων της εποχής (Emil Meissner, Pierre–Ernest Weiss, Peter Depye κλπ). Την διδακτορική του διατριβή στον θερμομαγνητισμό την έκανε στο ίδιο πανεπιστήμιο με επιβλέποντα καθηγητή τον Αύγουστο Πικάρ (Auguste Piccard). {Ο Πικάρ εκτός από εξαίρετος επιστήμονας ήταν και παγκοσμίως διάσημος για τα παράτολμα κατορθώματα του. Λάτρης των αιθέρων, είχε κάνει ρεκόρ ύψους με αερόστατο στα 23.000 μέτρα. Συγχρόνως ήταν και ο εφευρέτης του βαθυσκάφους το οποίο και πρώτος χρησιμοποίσε εξερευνώντας τα βάθη των οκεανών. Tην οικογενειακή παράδοση συνεχίζει σήμερα ο εγγονός του Μπερτράν (Bertrand Piccard) ο οποίος έκανε τον πρώτο γύρο της γης με αερόστατο (1999) και με ηλιακό αεροπλάνο (2015)}.  Το 1921 ο Φρίξος αναγορεύτηκε διδάκτωρ των Τεχνικών Επιστημών του Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου της Ζυρίχης.

Το 1919 ο διάσημος Έλληνας μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής προτείνει στον Βενιζέλο την δημιουργία ενός πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Ήταν η δεύτερη φορά που ο Καραθεοδωρής πρότεινε κάτι τέτοιο στον Βενιζέλο. Η πρώτη φορά ήταν το 1913 και αφορούσε την δημιουργία πανεπιστημίου στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη. Ο Μεγάλος Πόλεμος όμως ματαίωσε αυτά τα σχέδια. Ο Βενιζέλος αποδέχεται την πρόταση του μεγάλου Έλληνα μαθηματικού και του ζητά να την υλοποιήσει. Το νέο πανεπιστήμιο θα είχε σαν έμβλημα έναν ανατέλλοντα ήλιο με την φράση “Φως εξ Ανατολών”. Ο μεγάλος μαθηματικός αναζήτησε αμέσως τους καλύτερους Έλληνες επιστήμονες. Ο πρόξενος της Ελλάδας στο Παρίσι του συστήνει να δει τον Φρίξο. Ο Kαραθεοδωρής τον συναντά, τον εγκρίνει και στέλνει στον ύπατο Αρμοστή Σμύρνης, τον Αριστείδη Στεργιάδη, την παρακάτω επιστολή: «καθώς σας τηλεγράφησα ο κ. Φρίξος Θεοδωρίδης έχει όλα τα προσόντα για να αναλάβει την διεύθυνση του Ινστιτούτου Φυσικής. Έτσι λύνεται το δυσκολότερο όλων των προβλημάτων γιατί ακόμη και στην Αθήνα δεν υπάρχει διδασκαλία της Φυσικής όπως χρειάζεται». Και συνεχίζει: «Ο κ. Θεοδωρίδης μου έκανε τόσο καλή εντύπωση ώστε δεν δύναμαι να φαντασθώ ότι μπορούμε να βρούμε καλύτερο». Έτσι ο νεαρός διδάκτωρ με τις εξαιρετικές περγαμηνές ρίχνεται στη μάχη της προετοιμασίας του νέου πανεπιστημίου. Τον Αύγουστο του 1922 τα πάντα είναι έτοιμα. Τα μαθήματα ήταν προγραμματισμένα να αρχίσουν την 1η Σεπτεμβρίου του 1922. Τα θλιβερά γεγονότα ματαίωσαν όμως το εγχείρημα λίγες μέρες πριν την έναρξη τους. Έτσι ο Φρίξος άρχισε την καθηγητική του καριέρα στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, καταλαμβάνοντας την έδρα της εφαρμοσμένης φυσικής στη Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών.

Αριστερά δημοσίευση του Φρίξου και δεξιά του Γιάννη Θεοδωρίδη

Phrixos et Jean livres

Το 1925 παντρεύεται στο Παρίσι την Ελένη-Δέσποινα Σκρίνη, κόρη του διάσημου γιατρού Βασιλείου Σκρίνη, ιδρυτή με τον επίσης Έλληνα Φωτεινό Πανά, της οφθαλμολογίας στη Γαλλία. Η Ελένη, απόφοιτος της δραματικής σχολής του Παρισιού (Conservatoire d’art dramatique de Paris) όπου σπούδασε στην ίδια τάξη με την (μετέπειτα διάσημη) ηθοποιό Μαντλέν Ρενώ (Madeleine Renaud), έχει καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στη Πόλη του Φωτός δύσκολα συμβατά με την πανεπιστημιακή καριέρα του Θεοδωρίδη στην Αθήνα. Το 1926 γεννιέται στο Παρίσι ο γιος τους, Γιάννης Θεοδωρίδης γνωστός ως Jean Théodoridés. Ο γάμος θα έχει πολύ μικρή διάρκεια και ο γιος θα μεγαλώσει στο Παρίσι με τη μητέρα του και τον δεύτερο σύζυγο της Ηλία Ιωακειμόπουλο.

Αριστερά πατέρας (Φρίξος) και γιος (Γιάννης) σε μουσείο στην Washington (1962). Δεξιά παππούς, πατέρας και εγγονός στη Γαλλία (1974)

Pere et fils

Το 1930 ο Φρίξος θα είναι ο πρωτεργάτης της δημιουργίας του τμήματος Μηχανικών Αεροπορίας που στόχο έχει την δημιουργία τεχνικών κυρίως για την στρατιωτική αεροπορία ενώ ο ίδιος θα ασχοληθεί έντονα με την ερασιτεχνική ανεμοπορία και αεροπορία. Υποστήριζε σθεναρά την ανάγκη συμβολής του Πολυτεχνείου και των μηχανικών στην τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Πρωτοστατούσε για την ανάπτυξε μιας ερευνητικής κουλτούρας και θεωρούσε ότι η αυτοτέλεια του πολυτεχνείου περνούσε μέσα από την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών οικονομικής ενίσχυσης από τη βιομηχανία. Τον Δεκέμβριο του 1944 θα καταστραφεί το Εργαστήριο Αεροτεχνικών Εφαρμογών και λίγο αργότερα, το 1946, θα αποφασίσει να διαβεί τον Ατλαντικό εγκαταλείποντας την Ελλάδα. Στην Αμερική, όπου παντρεύεται την Μαρσέλ, θα διδάξει τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο Harvard (Aeronautical Engineering), στο ΜΙΤ (Gas turbine Laboratory) για να καταλήξει αργότερα στο πανεπιστήμιο του Maryland (Institute for Fluid Dynamics and Applied Mathematics). Η συνεισφορά του στην επιστήμη αναγνωρίστηκε με την καταχώρηση του στους καταλόγους American Men of Science και Leader in American Science. Απεβίωσε στο Maryland τον Ιανουάριο του 1982.

Δημσιεύσεις του Jean Théodoridés: αριστερά Ιστορία της Λύσσας και δεξιά Ιστορία της Βιολογίας

Rage - Biologie

∆ιεθνούς φήμης επιστήμονας υπήρξε και ο γιος του Φρίξου, ο Ιωάννης Θεοδωρίδης (Jean Théodoridés 1926-1999), που έζησε στο Παρίσι, ένας άνθρωπος με πολυμάθεια και ευρύτητα ενδιαφερόντων. Η καριέρα του ήταν επίσης επιστημονική, αλλά σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κλάδο απ’ αυτόν του πατέρα του. Ακολούθησε κατά κάποιο τρόπο τα χνάρια του συνονόματου παππού του. Απόφοιτος του Harvard (1948) έλαβε το διδακτορικό του στο Παρίσι (Docteur és Sciences) στη Βιολογία. Υπηρέτησε σαν διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (Centre National de Recherche Scientifique – CNRS). Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές παγκοσμίως για τα πρωτόζωα και κολεόπτερα έχοντας ταξιδέψει σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας και της Πολυνησίας ταξινομώντας νέα είδη. Είναι ευρύτατα γνωστός επίσης για την μελέτη των παρασίτων στους θαλάσσιους οργανισμούς ενώ δημοσίευσε πάνω από 100 σημαντικές εργασίες. Το δεύτερο μεγαλύτερο πάθος του είχε σχέση με την ιστορία, κυρίως του Βυζαντίου, αλλά και των επιστημών όπως της Βιολογίας και της Ιατρικής επιστήμης. Θα γράψει σειρά βιβλίων σημαντικότερα των οποίων είναι ‘Η Ιστορία της Ζωολογίας”, “Από τα μιάσματα στους ιούς” (Des miasmes aux virus), “Η Ιστορία της Βιολογίας’ (σειρά Que sais-je,) και η “Ιστορία της Λύσσας” (Histoire de la rage) η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Επιστημών της Γαλλίας. Θα διατελέσει πρόεδρος της Γαλλικής Εταιρείας της Ιστορίας της Ιατρικής την δεκαετία του ’80.  Το τρίτο του μεγάλο πάθος ήταν η λογοτεχνία. Την δεκαετία του ‘60 θα πάρει και δεύτερο διδακτορικό (Docteur és Lettres) σ’ αυτόν τον κλάδο. Αγαπημένος του συγγραφέας ο Σταντάλ για τον οποίο έγραψε αρκετές φορές. Το τέταρτο πάθος του ήταν η μουσική. Δεινός πιανίστας κλασικής μουσικής και τζαζ, συνήθιζε να παίζει στους φίλους του στο Παρίσι δικές του μικρές συνθέσεις. Παντρεύτηκε το 1973 την Σαμπίν Νταντρ (Sabine Dadre) και απέκτησαν ένα γιο, τον Φαμπρίς – Κωνσταντίνο – Γεώργιο Θεοδωρίδη (Fabrice Théodoridés). Ο Γιάννης Θεοδωρίδης “έφυγε” την άγρια νύχτα της  27ης Δεκεμβρίου 1999, τη νύχτα που συγκλονίστηκε η Γαλλία από την μεγαλύτερη θύελλα στην ιστορία της. Νάταν άραγε ο ύστατος σπαρακτικός χαιρετισμός της φύσης στον ερευνητή της;

Jean

Συνεχίζεται…. 

Η μεγάλη οικογένεια Οικονόμου της Έδεσσας (μέρος 3ο)

IV. Ο κλάδος του Ανδρέα Οικονόμου

Την χρονιά που ο παπά-Ιωάννης ορίζεται “Οικονόμος” της Μητρόπολης αποκτά τον τέταρτο γιο του, τον Ανδρέα (28/5/1790). Ο Ανδρέας είναι σχεδόν συνομήλικος με τον (Κωνσταντίνο) Μηνά Μηνωίδη, τον γνωστό μας Εδεσσαίο λόγιο από το άρθρο για τις Μαγεμένες. Αφού παρακολουθήσουν μαθήματα στο Ελληνομουσείο που είχε ιδρύσει λίγα χρόνια νωρίτερα ο Μητροπολίτης Μελέτιος, ξαναβρίσκονται στις Σέρρες σε μεγαλύτερη ηλικία. Η πόλη των Σερρών κάτω από την αυστηρή αλλά δίκαιη διοίκηση του Ισμαήλ μπέη – του άσπονδου ανταγωνιστή του επίσης Αλβανού Αλή πασά των Ιωαννίνων – είχε αναδειχτεί σε μεγάλο εμπορικό κέντρο της Μακεδονίας με επίκεντρο την παραγωγή και εμπορία βαμβακιού και δευτερευόντως καπνού. Ο ιστορικός της πόλης Πέτρος Πέννας στο βιβλίο του “Ιστορία των Σερρών” (Β’ έκδοσις, Αθήναι, 1966) αναφέρει, παραφράζοντας τον Γάλλο πρόξενο Κουζινερύ (Voyage dans la Macédoine, 1ος τόμος, σελ. 149) ότι : «Με μίαν σταθεράν και φρόνιμον διοίκησιν, πλουτίζων διαρκώς, ο Ισμαήλ κατόρθωσε όχι μόνον να συγκρατή την τιμή, αλλά και να προσελκύη εις την πόλιν των Σερρών πλήθος εμπόρων και κυρίως εξ εκείνων οι οποίοι είχαν καταστήματα εις Βιέννην και να προστατεύση την βιομηχανίαν των. Εξ άλλου ο Ισμαήλ εδέχετο εις την πόλιν και την περιοχήν του πλην των εμπόρων και όλους εκείνους τους οποίους η τυραννία του Αλή πασά των Ιωαννίνων ηνάγκαζε να εγκαταλείψουν τα μέρη των και να ζητήσουν άσυλον και προστασίαν εις την υπό την εξουσίαν του περιοχήν». Ο Κουζινερύ προσθέτει ότι “για πάνω από τριάντα χρόνια η πόλη γνώρισε μια σημαντική ανάπτυξη σε πλούτο και πληθυσμό. Ο Ισμαήλ φάνταζε σαν ο νέος ιδρυτής της πόλης”. Πράγματι στις αρχές του 19ου αιώνα οι Σέρρες είχαν 30.000 κατοίκους όταν η Θεσσαλονίκη είχε 60.000, η Έδεσσα 12.000 και η Βέροια 8.000. Στις Σέρρες του Ισμαήλ ο φωτεινός νέος μητροπολίτης από το Κάτω Γραμματικό Έδεσσας Χρύσανθος – πρώην Βεροίας και μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – επιθυμεί να δώσει νέα ώθηση στα ελληνικά γράμματα. Την χρονιά κιόλας της εκεί ενθρόνισης του, το 1811, καλεί τον συμπατριώτη του Εδεσσαίο Μηνωίδη, που στο μεταξύ έχει κάνει λαμπρές σπουδές δίπλα στον Αθανάσιο τον Πάριο, να μεταβεί και να διδάξει Φιλοσοφία και Γραμματική. Με την αναχώρηση μάλιστα του σχολάρχη Ιγνάτιου Σκαλιώρα για τη Λειψία, ο Μηνωίδης αναλαμβάνει την διεύθυνση της Σχολής. Κάπου μεταξύ 1812 και 1814 ο Ανδρέας Οικονόμου μεταβαίνει κι αυτός στις Σέρρες όπου διαμένουν οι δυο λαμπροί Εδεσσαίοι. Εκεί θα συναντήσει την γυναίκα της ζωής του.

Το 1812 στέλνει τα παιδιά του Ιωάννη και Χριστόδουλο στις Σέρρες και ο βαθύπλουτος και μεγάλος γαιοκτήμονας Γεώργιος (Γούσης) Χατζηπέτρος από το Νεραϊδοχώρι Ασπροποτάμου των Τρικάλων. Το Νεραϊδοχώρι – παλιά Βέτερνικ – ήταν κτισμένο στις πλαγιές του Κόζιακα της Θεσσαλίας, τοπωνύμια που συναντάμε και στην δικιά μας οροσειρά, στο Βόρα, πάνω από τα χωριά Λουτράκι και Προμάχους. Τους στέλνει να σπουδάσουν στη σερραϊκή Σχολή και να αναλάβουν ακολούθως τις εκεί εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας. Στη πραγματικότητα ο Γούσης Χατζηπέτρος νοιώθει έντονα την πίεση του σκληροτράχηλου και παμπόνηρου Αλή Πασά ο οποίος έχει βάλει στόχο τη μεγάλη περιουσία του. Την εποχή εκείνη ο Αλή των Ιωαννίνων ήταν από τους ισχυρότερους και ίσως ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Βαλκανική. Σύμφωνα με έρευνες (Ι. Γιαννοπούλου, Τα τσιφλίκια του Βελή πασά υιού του Αλή πασά, 1972) ο Αλή είχε μαζί με τους γιους του 935 τσιφλίκια στη τεράστια ημιανεξάρτητη επικράτεια που κυβερνούσε. Οι Σέρρες λοιπόν με τον Ισμαήλ μπέη αποτελούν μια κάποια διέξοδο στο πρόβλημα του Χατζηπέτρου. Χωρίς αμφιβολία σκέπτεται να μεταφέρει εκεί, μακριά από τον Αλή πασά, το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών του δραστηριοτήτων. Τα παιδιά του όμως δεν θα διαπρέψουν ούτε στα γράμματα ούτε και στο εμπόριο. Θα διαπρέψουν στους αγώνες για την απελευθέρωση του Έθνους. Ας αναφέρουμε για την ιστορία ότι ο μεν Ιωάννης Χατζηπέτρος θα παραμείνει στις Σέρρες και θα γίνει υπασπιστής του Εμμανουήλ Παπά συμμετέχοντας μαζί του στην Επανάσταση της Χαλκιδικής το 1821. Ο δε Χριστόδουλος θα μεταβεί μετά από λίγο καιρό στη Βιέννη για να ζητήσει από τους Ευρωπαίους ηγέτες, χωρίς αποτέλεσμα βέβαια, να στραφούν προς νότο για να βοηθήσουν τους σκλαβωμένους Έλληνες. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης θα τρέξει να βοηθήσει στον αγώνα με δικό του σώμα 400 παλικαριών και θα λάβει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγίου διασπώντας τις τουρκικές γραμμές με βαρύτατες απώλειες – μόλις 90 καταφέρνουν να επιζήσουν. Με την ανεξαρτησία θα γίνει υπασπιστής του Καποδίστρια και μετά του Όθωνα και του Γεωργίου του Α’ και θα φτάσει στο βαθμό του στρατηγού.

Στις Σέρρες ο Ανδρέας Οικονόμου θα συναντήσει την Μαρία Χατζηπέτρου την οποία και παντρεύεται. Είναι τυχαία γνωριμία μέσω του Μηνωίδη, του δασκάλου των αδελφών της; είναι συνοικέσιο που κανόνισε ο Χρύσανθος; Άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι ο γάμος αυτός είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρος για τον Ανδρέα. Αποκτά σαν προίκα μεγάλα τσιφλίκια στη Θεσσαλία εκ των οποίων δυο μας είναι γνωστά: το τσιφλίκι του Βλοχού μεταξύ Τρικάλων και Λάρισας και το τσιφλίκι Μπουχλάρ (σημερινός Άγιος Γεώργιος του Δήμου Κιλελέρ) κοντά στα Φάρσαλα. Τα δυο αυτά τσιφλίκια θα καταλήξουν στον γιο του Ιωάννη όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ο Ανδρέας Οικονόμου μετά τον γάμο επιστρέφει στην Έδεσσα και εγκαθίσταται στο χωριό Αγία Φωτεινή (Όσλιανη) στις ανατολικές πλαγιές του Βερμίου. Παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι της εκεί εγκατάστασης. Ίσως κάποιος από τους γονείς του να είχε περιουσία ή καταγωγή από εκεί. Σε πρόσφατη επίσκεψη στο χωριό ήταν αδύνατο να βρεθεί κάποιο στοιχείο. Φυσικό άλλωστε γιατί όπως θα δούμε το χωριό καταστράφηκε τον καιρό της επανάστασης της Νάουσας. Οι σημερινοί του κάτοικοι προέρχονται κυρίως από τα χωριά Άνω Κορυφή και Καρυδιά. Η Αγία Φωτεινή ήταν τότε ένα πλούσιο και πολυπληθές χωριό με αναπτυγμένη κτηνοτροφία. Όπως το Κάτω Γραμματικό στις βόρειες πλαγιές του Βερμίου έτσι και η Αγία Φωτεινή είχε εμπορικές δοσοληψίες με τις παραδουνάβιες περιοχές της Μολδοβλαχίας και της Αυστροουγγαρίας με κύρια δραστηριότητα τις εξαγωγές μαλλιού και δερμάτων. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν στο Κάτω Γραμματικό και από εκεί στους Πύργους (Κατράνιτσα) από όπου περνούσαν μεγάλα καραβάνια που μέσω Αμυνταίου, Μοναστηρίου και Περλεπέ έφταναν στο Σεμλίνο (Zemoun) στις όχθες του Δούναβη. Από εκεί κατέληγαν στις παραδουνάβιες αγορές, από την Βιέννη βόρεια έως το Ιάσιο και Οδησσό ανατολικά, με ποταμόπλοια Ελλήνων καραβοκύρηδων που σχεδόν μονοπωλούσαν τις μεταφορές στο Δούναβη. Στα τέλη του 18ου αιώνα οι Πύργοι ήταν δεύτεροι μετά τη Μοσχόπολη – και σημαντικότεροι από την τρίτη Κοζάνη και την τέταρτη Βλάστη – σε αριθμό Ελλήνων εμπόρων που είχαν εγκατασταθεί στις παραδουνάβιες περιοχές (Traian Stoianovich, “Between East and West”, Vol 2, 1992). Ο Ανδρέας ασχολήθηκε στην Αγία Φωτεινή με το εμπόριο. Σίγουρα θα είχε συνεργασία με τον μεγαλύτερο αδελφό του Γεώργιο που βρισκόταν ήδη στο Βουκουρέστι. Γεώργιο μάλιστα βαφτίζει και τον πρωτότοκο γιο του ο οποίος γεννιέται στην Αγία Φωτεινή το 1816. Ακολουθούν το 1818 η Χρυσάνθη – προφανώς ονοματοδοσία προς τιμήν του Χρύσανθου που τον πάντρεψε –  και η Κατερίνα το 1820 η οποία πεθαίνει σε πολύ μικρή ηλικία. Η σύζυγος του Μαρία κυοφορεί το τέταρτο παιδί όταν ξεσπά η Επανάσταση της Νάουσας τέλη Φεβρουαρίου 1822. Οι νέοι της Αγίας Φωτεινής με επικεφαλής τον συγχωριανό τους Καραμήτσο – σύμφωνα με τον Ν. Γ. Φιλιππίδη, “Η Επανάστασις και καταστροφή της Ναούσης”, 1881 – όπως και αυτοί του Κάτω Γραμματικού και πολλών γειτονικών χωριών, λαμβάνουν μέρος στην εξέγερση των Ναουσαίων εναντίον των Τούρκων. Ο Μαχμούτ Εμίν Αβδούλ Αμπούντ πασάς, γνωστότερος σαν Εμπού Λουμπούτ πασάς – “ο ροπαλοφόρος” πασάς – ένας εξισλαμισμένος ορθόδοξος χριστιανός από την Γεωργία, καταπνίγει στο αίμα την Νάουσα τον Απρίλιο του 1822. Αμέσως μετά αρχίζει τα αντίποινα πυρπολώντας δεκάδες χωριά που υποστήριξαν την εξέγερση όπως μοιρολογά και το δημοτικό τραγούδι: “Χαλάστηκεν η Νιάουστα μαζί με την Κασσάνδρα, Λουμπούτ πασιάς τις πάτησε, τις ρήμαξαν Κονιάροι”. Ο Ανδρέας Οικονόμου μαζί με την ετοιμόγεννη γυναίκα και τα παιδιά του προλαβαίνει να διαφύγει στην Έδεσσα όπου γεννιέται η Καλλιόπη (14/5/1822). Από εκεί πηγαίνει στις Σέρρες, τόπο εμπορίου, με τον μητροπολίτη Χρύσανθο να αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για πολλούς κυνηγημένους της ξεσηκωμένης περιοχής. Ο συμμαθητής του Μηνωίδης είχε ήδη φύγει από τις Σέρρες για το Παρίσι το 1819.

              Ο κλάδος του Ανδρέα Οικονόμου  († = θάνατος, + γάμος)

 Δέντρο Ανδρέα οικονόμου

Μια ανάλογη πορεία διαγράφει και η οικογένεια Χατζηλαζάρου από το Κάτω Γραμματικό Έδεσσας. Οι Χατζηλάζαροι εμπορεύονταν τόσο με την Αυστροουγγαρία όσο και με την Ρωσία. Λογικά θα πρέπει να είχαν σχέση με τον Ανδρέα Οικονόμου λόγω των συναφών εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Μετά την καταστροφή της Νάουσας ο Χρήστος Χατζηλαζάρου με τα τέσσερα παιδιά του – Ιωάννη, Αδάμ, Γρηγόριο και Σταύρο – διαφεύγει κι αυτός στην Έδεσσα για να καταλήξει στις Σέρρες του συγχωριανού Χρύσανθου πριν ο τελευταίος εκλεγεί πατριάρχης Κων/πόλεως. Στις Σέρρες συνεχίζουν οι δυο οικογένειες τις επικερδείς εμπορικές τους δραστηριότητες. Εκεί θα γεννηθεί το πέμπτο παιδί του Ανδρέα Οικονόμου, ο Δημήτριος (18/8/1825), ο οποίος πεθαίνει μικρός. Δημήτρη θα βαφτίσει όμως και το έκτο του παιδί που γεννιέται δυο χρόνια αργότερα (4/10/1827). Αυτός θα γίνει ο πρώτος πυλώνας της μεγάλης δυναστείας των Οικονόμου στη Τεργέστη. Το 1830 γεννιέται το έβδομο του παιδί, η Ελένη, η οποία θα παντρευτεί αργότερα τον Ιωσήφ Κωνσταντά. Είναι άγνωστο αν ο Ιωσήφ Κωνσταντάς είχε συγγενική σχέση με τον διδάσκαλο του γένους, τον Πηλιορείτη Γρηγόριο Κωνσταντά. Το 1831, ο Ανδρέας Οικονόμου παντρεύει στις Σέρρες σε μικρή ηλικία την κόρη του Χρυσάνθη με τον Ιωάννη Χατζηλαζάρου, τον πρωτότοκο γιο του της οικογένειας Χατζηλαζάρου. Αυτό είναι ίσως μια ένδειξη ότι οι δυο οικογένειες είχαν παλιά γνωριμία και φιλικές σχέσεις. Μετά τον γάμο ο Ανδρέας Οικονόμου θα μετακομίσει με την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη αφού οι εκεί διώξεις των Ελλήνων μετά την επανάσταση του ‘21 έχουν κοπάσει. Έχει επέλθει ήδη η συμφωνία της Κων/πολης του 1832 μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας και πολλοί φυγάδες Θεσσαλονικείς αρχίζουν να επιστρέφουν στη μισοάδεια από Έλληνες πόλη. Στη Θεσσαλονίκη θα γεννηθεί στις 8/3/1834 το όγδοο και τελευταίο παιδί του, ο Ιωάννης (Γιάγκος), αυτός που θα επεκτείνει την οικονομική αυτοκρατορία στη Τεργέστη και θα γίνει ο μεγαλύτερος βιομήχανος της Αψβουργικής αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Είναι αυτός στον οποίο απονέμεται ο κληρονομικός τίτλος του βαρώνου με πρωτοβουλία του ίδιου του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ του Α’. Ο γιος του Δημήτρης είναι ο βαρώνος που θα επισκεφθεί την Έδεσσα το 1930.

Στη Θεσσαλονίκη ο ανήσυχος Ανδρέας θα συνεχίσει τις εμπορικές του δραστηριότητες. Παράλληλα με τις εμπορικές του δραστηριότητες αναπτύσσει όμως και έντονη πατριωτική δράση η οποία θα τον φέρει σε ρήξη με τις οθωμανικές αρχές. Αναγκάζεται έτσι να γίνει και πάλι φυγάς. Εγκαταλείπει το 1848 τη νύφη του Θερμαϊκού και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Μαζί του παίρνει και τους δυο μικρούς γιους του, Δημήτριο και Ιωάννη, οι οποίοι θα τελειώσουν εκεί τις γυμνασιακές τους σπουδές. Στην Αθήνα θα κλείσει τα μάτια του το 1860 μετά από μια περιπετειώδη ζωή που τον οδήγησε από την Έδεσσα διαδοχικά στις Σέρρες, στην Αγία Φωτεινή, στην Έδεσσα, πάλι στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη και τελικά στην Αθήνα.

Λαμβάνοντας υπόψη την μεγάλη παιδική θνησιμότητα, ο κλάδος Ανδρέα Οικονόμου συνεχίζει στην ουσία την πορεία του μέσα στο χρόνο με την δευτερότοκη Χρυσάνθη, το έκτο παιδί Δημήτριο και το όγδοο παιδί Ιωάννη. Θα εξετάσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τους απογόνους των τριών αυτών παιδιών. Για το έβδομο παιδί, την Ελένη, δεν έχουν βρεθεί στοιχεία.

Συνεχίζεται….