Ένας αιώνας ακριβώς από τον βομβαρδισμό της Έδεσσας *

Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι τον αείμνηστο πατέρα μου να διηγείται ιστορίες από τον 1ο Ευρωπαϊκό – όπως έλεγε – Πόλεμο. Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου – με δάσκαλο τον περίφημο Δημήτριο Γεωργιάδη – ρούφηξε στη κυριολεξία τις εικόνες αυτού που φάνταζε στα μάτια του σαν ένα μεγάλο Λούνα-Παρκ και τις αποτύπωσε ανεξίτηλα στο μυαλό του. Για πρώτη φορά είδε αυτοκίνητα, και μάλιστα να τα οδηγούν γυναίκες, οι εθελόντριες γιατροί του νοσοκομείου Σκωτσέζων γυναικών στην Άρνισσα· κινηματογράφο, τον Σαρλώ στο δημοτικό σχολείο δίπλα στο Ψηλό Βράχο από Γάλλους κινηματογραφιστές· μαύρους από την Σενεγάλη, κίτρινους Ανναμίτες από το Βιετνάμ, εντυπωσιακούς ξανθούς Ρώσους με αμούστακους νεαρούς αξιωματικούς, Μαροκινούς πάνω στα πανύψηλα άλογα, τους Ζοάβους όπως έλεγε. Για πρώτη φορά δοκίμασε σοκολάτα, η πληρωμή για την μεταφορά από το Λόγγο μέχρι επάνω στο Βαρόσι των σακιδίων των κατακουρασμένων Γάλλων στρατιωτών που έρχονταν πεζοί από τη Θεσσαλονίκη· για πρώτη φορά είδε αχνιστό ψωμί να ξεφουρνίζεται από ρώσικη άμαξα-φούρνο εν κινήσει. Πρωτόγνωρα πράγματα, σαν να γύρισε τον κόσμο σε ηλικία ένδεκα και δώδεκα ετών χωρίς να κάνει βήμα από την αγαπημένη του πόλη. Στις διηγήσεις του αναφερόταν συχνά και στις εχθρικές αεροπορικές επισκέψεις, τον φόβο και τον τρόμο των Εδεσσαίων. “Ψάχνανε να σκοτώσουν τον διάδοχο της Σερβίας Αλέξανδρο που περνούσε συχνά από την Έδεσσα” ήταν η μόνιμη επωδός. Σε μια από αυτές τις διηγήσεις ανέφερε και τον τραγικό θάνατο μιας Βαβούρη σε βομβαρδισμό της πόλης από γερμανικά αεροπλάνα: “μια βόμβα έπεσε στην αγορά εκεί που είναι το περίπτερο του Σωκράτη, στη πλατεία Τημενιδών” μου έλεγε. “Σκοτώθηκε μάλιστα η Δωροθέα Βαβούρη, η σύζυγος του Αναστασίου Βαβούρη που είχε το ξενοδοχείο ο Μέγας Αλέξανδρος ακριβώς απέναντι”. Τότε δεν είχα δώσει σημασία σ’ αυτή την ιστορία. Σ’ ένα περσινό ταξίδι μου στην Έδεσσα όμως, μπροστά στο μνήμα των γονιών μου, θυμήθηκα αυτή την ιστορία. Άραγε να υπήρχε κάποια ένδειξη γι αυτό το συμβάν; Την εποχή εκείνη βέβαια τα νεκροταφεία βρίσκονταν στο σημερινό πάρκο των καταρρακτών, μπροστά από τον Ι.Ν της Αναλήψεως. Μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση πολύ αργότερα, στη γερμανική κατοχή, οπότε οι ελπίδες ανεύρεσης κάποιου στοιχείου ήταν πολύ λίγες. Τριγυρίζοντας στην πολιτεία των νεκρών όμως βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα μνήμα που είχε την ακόλουθη επιγραφή: “ΔΩΡΟΘΕΑ ΒΑΒΟΥΡΗ, ΑΠΕΒ. ΑΠΡΙΛΙΟ 1918”. Ήμουν μπροστά στον οικογενειακό τάφο του Αναστασίου Βαβούρη, συζύγου της Δωροθέας! Ήταν η επιβεβαίωση της ιστορίας του πατέρα μου! Ο βομβαρδισμός που ανέφερε είχε γίνει λοιπόν τον Απρίλιο του 1918. Η επιγραφή βέβαια φαινόταν αρκετά καινούργια. Σίγουρα προστέθηκε μετά τον ενταφιασμό του συζύγου της Αναστασίου το 1949.

Βαβούρη τρονκέ

Έτσι μπήκα στον πειρασμό να βρω στοιχεία για εκείνον τον βομβαρδισμό. Πώς αλήθεια να συνέβη; ήταν ατύχημα; μια παράπλευρη απώλεια; ή πράγματι ήταν βομβαρδισμός μιας απροστάτευτης πόλης; Έχοντας πρόσβαση στους 13 μεγάλους τόμους των γαλλικών αρχείων του Στρατού της Ανατολής, η ανεύρεση ήταν θέμα χρόνου. Ψάχνοντας τα αρχεία του Μαΐου 1918 δεν βρήκα τίποτα. Απογοήτευση. Μάλλον δεν θα θεωρήθηκε σημαντικό στη δίνη του μεγάλου πολέμου ένας βομβαρδισμός μιας μικρής επαρχιακής πόλης κάπου στο μακεδονικό μέτωπο. Από περιέργεια όμως άρχισα να ξεφυλλίζω τις εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα του Μαΐου 1917. Και, ω του θαύματος, σε πολυσέλιδη έκθεση της 5ης Μαΐου 1917 του συμμαχικού αρχηγείου Θεσσαλονίκης προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι διάβασα σε μια μικρή παράγραφο: “Στις 30 Απριλίου, 12 γερμανικά αεροπλάνα έριξαν 40 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό και στη πόλη των Βοδενών και 8 βόμβες στο Βέρτεκοπ. Δεν προξενήθηκαν ζημιές στην σιδηροδρομική γραμμή. Στα Βοδενά 15 νεκροί, 23 πολίτες τραυματισμένοι, 3 Γάλλοι στρατιώτες νεκροί”. Αυτό ήταν! Η αρχή του νήματος είχε βρεθεί!

Απόσπασμα της έκθεσης του στρατηγού Σαράιγ προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι όπου γίνεται αναφορά στον βομβαρδισμό της Έδεσσας.

Compte rendu cimplet

Ήταν λοιπόν 30 Απριλίου 1917, μέρα Δευτέρα, 17 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο που ήταν τότε σε ισχύ στην Ελλάδα. Περαιτέρω αναζήτηση οδήγησε στην ανεύρεση ειδικής έκθεσης για τον βομβαρδισμό που έγινε από έναν ανεξάρτητο Ελβετό εμπειρογνώμονα. Πρόκειται για τον Ροδόλφο Άρτσιμπαλντ Ράις (Rodolphe Archibald Reiss), καθηγητή εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου της Λωζάννης. Ο Ράις ήταν ιδρυτής του πρώτου παγκοσμίως ινστιτούτου εγκληματολογίας με έδρα την Λωζάννη, γι’ αυτό και θεωρείται πατέρας του κλάδου αυτού. Γεννημένος Γερμανός αλλά πολιτογραφημένος Ελβετός, ο Ράις βρισκόταν στα Βαλκάνια από την αρχή του πολέμου σαν ουδέτερος παρατηρητής. Είχε ήδη ετοιμάσει μια άλλη έκθεση που αφορούσε τον βομβαρδισμό των αγγλικών νοσοκομείων του Μαυροβουνίου στις 12 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς. Τότε βομβαρδίστηκαν και οι αποθήκες πυρομαχικών της 2ης σερβικής στρατιάς που βρίσκονταν μετά τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας, εκεί που η στενή σιδηροδρομική γραμμή ντεκωβίλ προς Αλμωπία συναντούσε την κανονική γραμμή. Ο Ράις επισκέφθηκε την Έδεσσα την επόμενη του βομβαρδισμού, Τρίτη 1η Μαΐου, ενώ συνέταξε και υπέγραψε την έκθεση στις 2 Μαΐου. Στη λεπτομερή του αναφορά γράφει ότι στις 30 Απριλίου, μεταξύ 9.30 και 10 το πρωί, επτά αεροπλάνα βομβάρδισαν την Έδεσσα προκαλώντας μεγάλες υλικές καταστροφές και πολλά θύματα. Σύμφωνα με περιγραφές πιλότων της αεροπορικής βάσης στο Μαυροβούνι, ένα σμήνος από δεκατέσσερα εχθρικά αεροπλάνα ήρθαν το πρωί της μέρας εκείνης από βορρά (Dragomanci – Άψαλο) στην περιοχή της Σκύδρας. Έριξαν τέσσερις βόμβες στο σιδηροδρομικό σταθμό αλλά δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν γιατί καταδιώχτηκαν από δώδεκα αεροπλάνα με Γάλλους και Σέρβους πιλότους που πρόλαβαν να απογειωθούν από το παρακείμενο αεροδρόμιο. Τα γερμανικά αεροπλάνα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Μία ομάδα από επτά αεροπλάνα πήρε την κατεύθυνση της Έδεσσας, ενώ τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν προς Γουμένισσα. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την πόλη έριξε βόμβες διαφόρων διαμετρημάτων. “Ο υπογράφων δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τον αριθμό των βομβών αλλά είδε ο ίδιος είκοσι κρατήρες που προκλήθηκαν από τις εκρήξεις”.

                      Η αρχή της έκθεσης του Ράις……

“On April 3oth, between 9.30 and 10 a.m., seven enemy aeroplanes flew over the open town of Vodena and bombarded it with projectiles of various calibre. These aeroplanes came from Vertekop. Commander V of the Franco-Serbian Air Service was at the last-named place at the time and saw fourteen enemy aeroplanes coming from the direction of Dragomanci. One of the aeroplanes flew over Vertekop station and dropped four bombs there. Another detached itself from the group and flew over the field belonging to the Franco-Serbian Air Service near the Vertekop hospitals. These two aeroplanes did not go to Vodena. The Franco-Serbian aviators, twelve in number, having gone up in chase of the Bulgaro-Germans, five of the aeroplanes belonging to the latter went off in the direction of Gumendje, while seven others went out of their way to fly over Vodena, going off subsequently in the direction of the first group. Exactly seven aeroplanes were correctly observed by the greater number of the witnesses I interrogated….”

                        ……και ο επίλογος της

“All these considerations warrant the undersigned in coming to the conclusion that the bombardment of the town of Vodena itself was merely an act of vandalism committed with the object of terrorizing the civil population, perhaps even out of revenge because the Allied aviators had prevented the enemy squadron from carrying out destructive work of real military value.
                                                                                          R. A. REISS.
SALONICA, May 2, 1917”.

Υπάρχει όμως και άλλη μαρτυρία. Ο κορυφαίος Σέρβος χειρούργος Μιχαήλο Πέτροβιτς υπηρετούσε στο σερβικό νοσοκομείο της Αψάλου (Δραγουμάντσι), την κατεύθυνση δηλαδή από την οποία ήρθαν τα γερμανικά αεροπλάνα. Είχε μάλιστα τη καλή συνήθεια να κρατά προσωπικό ημερολόγιο. Ας διαβάσουμε τι γράφει για την μέρα αυτή: “17.04: Σήμερα το πρωί ξεκινήσαμε να πάμε στα Βοδενά, στο στρατιωτικό οδοντιατρείο” (σημ. αρχές Ιανουαρίου 1917 οι σύμμαχοι είχαν ανοίξει στην Έδεσσα ένα στρατιωτικό οδοντιατρείο με επικεφαλής τον Σέρβο γιατρό Μίλος Πόποβιτς και βοηθό την Αγγλίδα Τάμπετ). “Δεν προλάβαμε να κάνουμε ένα χιλιόμετρο όταν ακούσαμε κινητήρες αεροπλάνων πίσω από τη πλάτη μας. Ένα αγγλικό αυτοκίνητο που προχωρούσε πιο μπροστά σταμάτησε. Οι Άγγλοι κατέβηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν ψηλά στον ουρανό προστατεύοντας τα μάτια τους με τις παλάμες. Αρχίσαμε να κοιτάμε και εμείς πίσω μας. Μια ομάδα από πέντε γερμανικά αεροπλάνα περνούσε ψηλά. Τα αντιαεροπορικά άρχισαν να βάλουν χωρίς σταματημό αλλά δεν σημάδευαν καλά. Πέντε έξι λεπτά αργότερα ακούσαμε έντονους πολυβολισμούς και είδαμε τα γερμανικά αεροπλάνα να επιστρέφουν….Δυο δικά μας αεροπλάνα Νιούπορτ συνετρίβησαν στο έδαφος. Η μηχανή του ενός ήταν διάτρητη από βλήματα ενώ το άλλο φαίνεται ότι έπεσε από βλάβη. Αγνοούμε αν οι Γερμανοί είχαν απώλειες αλλά αμφιβάλλω πολύ”.

Το χρονικό της επιδρομής έχει λοιπόν ως εξής. Τα γερμανικά αεροπλάνα φτάνουν πρωί στη Σκύδρα από την κατεύθυνση της Αψάλου. Ο Σέρβος γιατρός είδε 5 αεροπλάνα αλλά σίγουρα υπήρχε και άλλη ομάδα από 7 ή 9 την οποία δεν κατάφερε να δει. Φτάνοντας στη Σκύδρα οι επιτιθέμενοι προλαβαίνουν να ρίξουν 8 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό σύμφωνα με την γαλλική έκθεση, αλλά υπό την πίεση των γαλλικών καταδιωκτικών Νιούπορτ χωρίζονται σε δυο ομάδες. Μια ομάδα παίρνει τον δρόμο του γυρισμού ακολουθώντας την ίδια διαδρομή μέσω Αψάλου. Σε αερομαχία που ακολουθεί καταφέρνουν να καταρρίψουν δυο γαλλικά αεροπλάνα. Τα υπόλοιπα παίρνουν τον δρόμο για την Έδεσσα όπου αδειάζουν το φονικό τους φορτίο.

Ο Ελβετός εμπειρογνώμονας την πρωτομαγιά του 1917 κάνει επιτόπια έρευνα επισκεπτόμενος τις πληγείσες γειτονιές και σημειώνει: “Βόμβες έπεσαν κοντά στους στρατώνες, στην αγορά της πόλης, στον σιδηροδρομικό σταθμό, στα κτήματα μπροστά από τον σταθμό, κοντά στην Αμερικανική αποστολή, κοντά στο μεγάλο τζαμί, στα τουρκικά νεκροταφεία βγαίνοντας προς Άγρα, και κάτω στον Λόγγο. Ο σταθμός απέχει περί τα 450 μέτρα από τη πόλη. Εκεί έπεσε βόμβα μεγάλου διαμετρήματος (50 κιλών) δίπλα από τις τουαλέτες προκαλώντας φθορές στα κτήρια. Δεύτερη βόμβα ιδίου διαμετρήματος έπεσε στο λόφο 150 μέτρα βόρεια του σταθμού χωρίς όμως να εκραγεί. Άλλες βόμβες έπεσαν στους κήπους μπροστά από τον σταθμό. Εκεί σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ένας Γάλλος υπολοχαγός (Lecerf ο αποκαλούμενος Sior)”. Πέντε βόμβες έπεσαν στα τουρκικά νεκροταφεία, αριστερά βγαίνοντας από Έδεσσα προς Άγρα, όπου Τουρκάλες είχαν απλώσει άσπρα σεντόνια που ίσως δημιούργησαν την εντύπωση στους πιλότους ότι υπήρχε εκεί κάποιος σημαντικός στρατιωτικός στόχος, καθώς επίσης και στη περιοχή των στρατώνων όπου βρίσκονταν πέντε μεγάλα αντίσκηνα της γαλλικής αεροπορίας. “Οι άλλες βόμβες έπεσαν στη τύχη σε διάφορα σημεία της πόλης. Στην αγορά δυο μεγάλες βόμβες σκότωσαν και τραυμάτισαν αρκετούς πολίτες…Αναρωτιέται επίσης κανείς τι νόημα είχε ο βομβαρδισμός κάτω στο Λόγγο, όπου μια βόμβα έπεσε κοντά στο μοναστήρι ( σημ. της Αγίας Τριάδας) ενώ οι άλλες περί το ένα χιλιόμετρο μακριά”. Να σημειώσουμε ότι η Αμερικανική Αποστολή είχε δημιουργήσει καταυλισμό με Σέρβους πρόσφυγες από το Μοναστήρι σχετικά κοντά στο Γενί τζαμί. Δίπλα στο τζαμί λειτουργούσε μάλιστα και νοσοκομείο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού 50 κλινών, σε οίκημα που είχε παραχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση (2ο Δημοτικό σχολείο σήμερα). Γιατροί ήταν η χειρούργος Ρεγγίνα Κίις (Dr Regina Keyes) από το Μπάφαλο (ΝΥ) και η γιατρός Φράνσις Μέιμπελ Φλάντ (Dr Frances Mabel Flood) από την Ελμίρα (ΝΥ), με δυο Αμερικανίδες νοσοκόμες και ντόπιους βοηθούς.

Ο Ράις δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τον συνολικό αριθμό των βομβών αν και ο ίδιος είδε τουλάχιστον 20 κρατήρες που δημιουργήθηκαν από τις εκρήξεις. Η γαλλική έκθεση κάνει λόγο για 40 βόμβες στην Έδεσσα και θα πρέπει να είναι ο ακριβής αριθμός. Οι βόμβες ήταν δυο ειδών: μικρές όπως αυτές που χρησιμοποιεί το πεζικό εναντίον προσωπικού και μεγάλες των 50 κιλών. Τα περισσότερα θύματα βρέθηκαν στην αγορά της πόλης όπου έπεσαν δυο βόμβες σε ώρα που είχε αρκετό κόσμο.

Τα ονόματα των στρατιωτικών, θύματα του βομβαρδισμού στον Σταθμό, δεν κοινοποιήθηκαν με μόνη εξαίρεση αυτή του Γάλλου υπολοχαγού. Ο Ράις όμως αναφέρει τα ονόματα των πολιτών δίνοντας δυο λίστες, μία για τους νεκρούς και μία για τους τραυματίες. Είχε βέβαια κάποια δυσκολία να συγκρατήσει μερικά δύσκολα και εξωτικά γι’ αυτόν ονόματα, οπότε ο κατάλογος είναι κάπως έτσι:

Νεκροί πολίτες
1. Μπογκουμίρ Μιλάνοβιτς, 40 ετών
2. Λάζαρος Νούσης, 40 ετών
3. Μαρία Φίντση, 8 ετών
4. Αθανάσιος Ροδάβνης, 13 ετών
5. Αθανάσιος Κορόνας, 11 ετών
6. Δημήτριος Ζλατάνης, 45 ετών
7. Γαβριήλ Κουπούσινατς, 46 ετών ιερέας νοσοκομείου (ίσως του σερβικού σταθμού πρώτων βοηθειών κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό)
8. Ναδίρ Αλίν Μαχμούτ, 7 ετών
9. Αισέ Αμπντουλάχ, 20 ετών (έγγυος γυναίκα)
10. Εκσέ Μουσταφά, 5 ετών
11. Φατιμά Ντάγκο Αλίπε, 38 ετών
12.Δημήτριος Βούτσης, 30 ετών
13/ Ενας κουρέας, 40 ετών

Τραυματίες πολίτες
1. Δωροθέα Βαβούρη, 38 ετών
2. Ζήρα Μπέτση, 50 ετών
3. Νικόλαος Σάνης, 21 ετών
4. Αλή Χατζη Οσμάν, 19 ετών
5. Χατζη Οσμάν, 60 ετών
6. Πέτρος Ταρπάνης, 36 ετών
7. Τζώρτζε Τζίγκερ, 10 ετών
8. Λεπορλή Μεχμέτ, 25 ετών
9. Γκότσι Ντεμισον, 11 ετών
10. Ιωάννης Βαλτάδομ(;), 35 ετών
11. Τρυφωνία Μίτση, 35 ετών
12. Τσουκρί Μπεσίν, 14 ετών
13. Ζιβοζίν Βούκσεβιτς, 45 ετών
14. Γεώργιος Μπέλος, 11 ετών
15. Κωστας Βαδραλέσκας, 17 ετών
16. Χρίστος Τρεσίντσης, 16 ετών
17. Παναγιώτα Τσουκαλά, 30 ετών
18. Μαρία Λάζου Ρίστου, 30 ετών
19. Πετρούλα Τζόρτζη-Μιχαήλ, 25 ετών
20. Λάζα Χατζη-Αντόνοβιτς, 8 ετών.

Ο ονομαστικός κατάλογος του Ράις έχει 13 νεκρούς και 20 τραυματίες πολίτες, σύνολο 33 θύματα. Αντίθετα ο γαλλικός στρατός στην έκθεση της 5ης Μαίου αναφέρει 15 νεκρούς πολίτες και 23 τραυματίες, δηλαδή 38 θύματα χωρίς να υπολογίζονται φυσικά οι τρεις Γάλλοι στρατιωτικοί. Ίσως οι γαλλικές αρχές της πόλης, έχοντας περισσότερο καιρό στη διάθεση τους, να έκαναν ακριβέστερη καταγραφή των θυμάτων. Δυστυχώς δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στη γαλλική έκθεση. Παρατηρούμε επίσης ότι στον κατάλογο Ράις η Δωροθέα Βαβούρη φέρεται ως τραυματίας ενώ γνωρίζουμε ότι ο θάνατος της ήταν ακαριαίος και συνεπώς ο κατάλογος του θα πρέπει να διορθωθεί σε 14 νεκρούς και 19 τραυματίες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Ράις συντάχθηκε μία μόλις μέρα μετά τον βομβαρδισμό είναι πιθανόν κάποιος άλλος βαριά τραυματισμένος να κατέληξε τις επόμενες μέρες ανεβάζοντας τον τελικό αριθμό των νεκρών σε 15, δηλαδή τον αριθμό της γαλλικής αναφοράς.

Για την Δωροθέα Βαβούρη έχουμε τη σημαντική μαρτυρία της εγγονής της, κυρίας Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, η οποία είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας την οικογενειακή μνήμη. Ήταν Δευτέρα πρωί όταν σήμαναν οι σειρήνες στην Έδεσσα με την εμφάνιση των εχθρικών αεροπλάνων. Η γιαγιά της με το άκουσμα των σειρήνων βγήκε τρέχοντας από το ξενοδοχείο να πάει στο δημοτικό σχολείο στο Ψηλό Βράχο να πάρει τα παιδιά της. Δεν πρόλαβε να κάνει δέκα βήματα έξω από το ξενοδοχείο όταν έπεσε η βόμβα αφήνοντας την επί τόπου. Ήταν Δευτέρα 30 Απριλίου 1917 με το νέο ημερολόγιο (και όχι 1918 όπως αναφέρει η επιγραφή στον οικογενειακό τάφο).

Το περίπτερο στη πλατεία Τημενιδών όπου έπεσε η βόμβα και σκότωσε τη Δωροθέα Βαβούρη. Το ξενοδοχείο της οικογένειας, “Ο Μέγας Αλέξανδρος”, πρέπει να βρισκόταν πίσω δεξιά, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο “Ελενα”

Περίπτερο Σωκράτη.resized

Οικογενειακή φωτογραφία από το αρχείο της κ. Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, την οποία και ευχαριστώ. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο Αναστάσιος Βαβούρης και δίπλα του η σύζυγος του Δωροθέα. Ακριβώς πίσω είναι ο μεγάλος γιος και πατέρας της Μαίρης, Κωνσταντίνος, ενώ δίπλα στέκεται, όρθιος και αυτός, ο άλλος γιος Γρηγόρης. Στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας ο τρίτος γιός Δημητρός ενώ μπροστά είναι η κόρη τους Κλεοπάτρα. Η οικογένεια Βαβούρη φωτογραφήθηκε με έναν οικογενειακό φίλο (με το φέσι) αγνώστων στοιχείων (διόρθωση 3/5/2017: με νέα στοιχεία της οικογένειας πρόκειται για τον αδελφό της Δωροθέας κ. Γιούσμη, γνωστής οικογένειας στην Έδεσσα)

Φωτογραφία Βαβούρη0001.resized

Ο ονομαστικός κατάλογος νεκρών του Ράις περιλαμβάνει 4 Τούρκους, 2 Σέρβους και 7 Έλληνες στους οποίους πρέπει φυσικά να προσθέσουμε και την Δωροθέα Βαβούρη που την έχει λανθασμένα στο κατάλογο των τραυματιών. Διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα θύματα ήταν νέοι άνθρωποι και μικρά παιδιά. Από τους νεκρούς, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι θα πρέπει να επλήγησαν είτε κοντά στα τουρκικά νεκροταφεία είτε κοντά στο τζαμί ενώ οι περισσότεροι Έλληνες στην αγορά και στον σταθμό. Παρατηρούμε επίσης ότι μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν και Σέρβοι πρόσφυγες. Τότε υπήρχαν στην Έδεσσα πολλές οικογένειες Σέρβων προσφύγων αρκετές από τις οποίες φιλοξενούνταν και σε σπίτια Εδεσσαίων, όπως στο πατρικό μου. Αρκετοί πρόσφυγες φιλοξενούνταν και στη Μονή της Αγίας Τριάδας κάτω στο Λόγγο όπως και σε αντίσκηνα της Αμερικανικής Αποστολής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού Χένρυ Ντέιβισον, στην Έδεσσα είχαν βρει καταφύγιο περί τους 5000 Σέρβοι πρόσφυγες! (Henry Davison, The American Red Cross in the Great War, 1919).

Οι γερμανικές αεροπορικές αποστολές είχαν ενταθεί τους πρώτους μήνες του 1917. Στις 15 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης είχε μεταφερθεί στην αεροπορική βάση της Χούντοβας στη τότε Σερβία, βόρεια της Γευγελής, η περίφημη γερμανική μονάδα Καγκόλ 1 (Kagohl 1) που αποτελούνταν από τρία σμήνη βαρέων δικινητήριων βομβαρδιστικών (Gotha, Rumpler, AEG και τα Friedrichshafen) η οποία είχε σπείρει τον πανικό στις δυνάμεις της Αντάντ. Η μονάδα αυτή μεταφέρονταν από το γερμανικό επιτελείο στα διάφορα σημεία των συγκρούσεων ανάλογα με τις ανάγκες του πολέμου. Τα αεροπλάνα της πετούσαν σε μεγάλο ύψος και είχαν Γερμανούς πιλότους. Στη Χούντοβα παρέμειναν τρεις μήνες. Στις 27 Φεβρουαρίου βομβάρδισαν την Θεσσαλονίκη, στις 12 Μαρτίου βομβάρδισαν τις αποθήκες του σερβικού στρατού στη Σκύδρα καθώς επίσης και τα αγγλικά νοσοκομεία στο Μαυροβούνι, στις 2 Απριλίου το Μοναστήρι και στις 30 Απριλίου την Έδεσσα. Φυσικά επιχειρούσαν και ανατολικά, κυρίως στη Ρουμανία. Η μονάδα Καγκόλ 1 μεταφέρθηκε στα μέσα Μαΐου στο Δυτικό Μέτωπο, στη Φλάνδρα του Βελγίου, και από τότε η Αντάντ ανέκτησε και πάλι την κυριαρχία στους αιθέρες.

Ποιος ήταν όμως ο λόγος του βομβαρδισμού της Έδεσσας, μιας πόλης που δεν είχε στρατιωτικές μονάδες; Ο τότε δήμαρχος της πόλης – ο Γεώργιος Πέτσος – ανέφερε στον Ράις την επικρατούσα στην Έδεσσα άποψη που μου είχε πει και ο πατέρας μου. Εκείνες τις μέρες υπήρχε η φήμη ότι ο Πρίγκηπας και Αντιβασιλέας Αλέξανδρος Καρατζόρτζεβιτς της Σερβίας θα ερχόταν στην Έδεσσα. Ο εχθρός θα το είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους και έτσι βομβάρδισαν την πόλη για να τον σκοτώσουν. Ο δήμαρχος ανέφερε μάλιστα ότι είχε συλλάβει το πρωί έναν Βούλγαρο κατάσκοπο. Ο Γάλλος διοικητής όμως του αεροδρομίου στο Μαυροβούνι, ο λοχαγός Βιτρά (Vitrat) που τον αναφέρει στην έκθεση με το γράμμα V, έδωσε μια άλλη εξήγηση. Οι Γερμανοί ήρθαν να βομβαρδίσουν τον σιδηροδρομικό σταθμό, τις αποθήκες και το αεροδρόμιο στην περιοχή της Σκύδρας όπως είχαν κάνει και στις 12 Μαρτίου. Η ετοιμότητα όμως των συμμαχικών αεροπλάνων, που αυτή τη φορά πρόλαβαν να απογειωθούν έγκαιρα σε αντίθεση με την προηγούμενη επιδρομή της 12ης Μαρτίου, ματαίωσε τα σχέδιά τους. Έτσι για ευνόητους λόγους το γερμανικό σμήνος χωρίστηκε σε δυο ομάδες: μια ομάδα αεροπλάνων έφυγε δυτικά προς Έδεσσα και μια άλλη ανατολικά. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την Έδεσσα άδειασε το φορτίο της στη πόλη απλά για να προξενήσουν φθορές. Ο Ράις ασπάζεται αυτή την άποψη η οποία ακούγεται και πιο λογική. Έτσι παρά το γεγονός ότι η Έδεσσα δεν ήταν ο στόχος της γερμανικής επιδρομής, οι πιλότοι “ξεφορτώθηκαν” τις βόμβες σε περιοχές της πόλης που έκριναν ότι είχαν κάποιο στρατιωτικό ενδιαφέρον όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός, τα αντίσκηνα των Γάλλων και της Αμερικανικής Αποστολής καθώς επίσης τα τουρκικά νεκροταφεία όπου τα λευκά σεντόνια των μουσουλμάνων γυναικών θα τους φάνηκαν σαν αντίσκηνα στρατιωτών από το ύψος των 3000 μέτρων. Γι αυτό ήταν και τα μόνα μέρη όπου έριξαν εγκαιροφλεγείς βόμβες, δηλαδή βόμβες εναντίον προσωπικού που εκρήγνυνται πριν προσκρούσουν στο έδαφος. Το συμπέρασμα του Ελβετού ειδικού λοιπόν ήταν ότι ο βομβαρδισμός της πόλης δεν ήταν προσχεδιασμένος αλλά έγινε για να αδειάσουν το φορτίο τους προξενώντας μεγάλες καταστροφές χωρίς να λάβουν υπόψη τον άμαχο πληθυσμό κατά παράβαση των διεθνών κανόνων.

Η ιστορία παίζει μερικές φορές παράξενα παιχνίδια. 20 χρόνια αργότερα, στις 26 Απριλίου 1937, έγινε ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα στην Ισπανία που απαθανάτισε στον αριστουργηματικό του πίνακα ο Πικάσο.

Ο Ράις κλείνει την έκθεση του με τα εξής λόγια: “Όλες αυτές οι εκτιμήσεις ωθούν τον υπογράφοντα στο συμπέρασμα ότι ο βομβαρδισμός των Βοδενών ήταν κυρίως πράξη βανδαλισμού με στόχο την τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού, ίσως και από οργή για την αποτροπή εκ μέρους των συμμαχικών αεροπλάνων της επίτευξης των στρατιωτικών τους στόχων”. Ο Ροδόλφος Ράις συγκινημένος από τις απάνθρωπες ενέργειες του αυστριακού και βουλγαρικού στρατού εναντίον αμάχων στην κατεχόμενη Σερβία θα παραμείνει στο μακεδονικό μέτωπο μέχρι τη λήξη του πολέμου και θα ακολουθήσει το 1918 τη νικηφόρα πορεία των συμμαχικών δυνάμεων μέχρι το Βελιγράδι όπου και θα εγκατασταθεί μέχρι το τέλος της ζωής του. Η στάση του αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι τα δυο του αδέλφια υπηρέτησαν κατά τον πόλεμο στον γερμανικό στρατό όπου μάλιστα παρασημοφορήθηκαν σαν ήρωες πολέμου. Απεβίωσε το 1929 και η τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί η καρδιά του στη κορυφή του Βόρρα, στο σημείο που έγινε η φονικότατη μάχη του Καϊμακτσαλάν τον Σεπτέμβριο του 1916. Πράγματι, η καρδιά του μεταφέρθηκε σε μαρμάρινη λήκυθο στο εκκλησάκι που είναι γνωστό σήμερα σαν Προφήτης Ηλίας.

Η μαρμάρινη λήκυθος με την καρδιά του Ράις (στα σερβικά Ράισα – ΡΑJCΑ) στο εκκλησάκι στη κορυφή του Καϊμακτσαλάν

Screenshot from 2017-04-19 17-08-53

* Νέα ανάρτηση που αντικαθιστά αυτήν της 5ης Απριλίου 2016

Advertisements

Έδεσσα – Αιγές: η εκπληκτική επιβίωση ενός μύθου

“Και ο Κάρανος με ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων, προσταγμένος από τον χρησμό να πάει να εγκατασταθεί στη Μακεδονία έφτασε στην Ημαθία. Κυρίευσε εκεί την Έδεσσα περνώντας απαρατήρητος από τους κατοίκους της πόλης χάρις σε μια δυνατή μπόρα, με ομίχλη και πυκνή βροχή. Μπροστά του έτρεχαν γίδες που η κακοκαιρία τις έσπρωχνε προς την πόλη και ενθυμούμενος τον χρησμό που έλεγε ότι “θα βασιλέψει εκεί που θα τον οδηγήσουν οι γίδες” διάλεξε την πόλη αυτή για έδρα του βασιλείου του. Από τότε σε κάθε εκστρατεία έβαζε να προπορεύονται του στρατού γίδες για να έχει την ίδια επιτυχία όπως στη πρώτη του κατάκτηση. Σαν ενθύμιο αυτού του περιστατικού ονόμασε Αιγές την Έδεσσα και το λαό της Αιγεάτες”(1).

Για σχεδόν δεκαοκτώ αιώνες αυτό το κείμενο του Ιουστίνου θα γίνει το ευαγγέλιο λογίων, ιστορικών, αρχαιολόγων και άλλων επαϊόντων όταν προσέγγιζαν το θέμα της τοποθεσίας των Αιγών. Περαστικοί και επισκέπτες, περνώντας από την Έδεσσα δεν θα λησμονούν να αναφέρουν ότι εδώ ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Ήταν πίστη ακράδαντη, θεμελιωμένη στην παραπάνω ρήση. Μερικοί προσπάθησαν να ανακαλύψουν τους βασιλικούς τάφους διατρέχοντας την αρχαία πόλη στο Λόγγο καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο πάνω στο πλάτωμα της αρχαίας ακρόπολης, όπου σήμερα κείται η σύγχρονη πόλη. Μάταια όμως. Με τα ευρήματα των ανασκαφών στη Βεργίνα το 1976 από τον Μανόλη Ανδρόνικο, εδώ δηλαδή και σαράντα χρόνια, το θέμα θα λυθεί τελεσίδικα. Πρόκειται ίσως για την πλάνη, τον μύθο, που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Αυτό ίσως τον κάνει ξεχωριστό, ίσως μοναδικό. Αλήθεια πώς έγινε να περάσουν τόσοι αιώνες χωρίς να ξεσκεπαστεί το πέπλο που έκρυβε την αλήθεια; Ήταν ένα ερώτημα που με απασχολούσε αρκετό καρό. Σ αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουν να δώσουν απάντηση οι επόμενες γραμμές βασιζόμενες σε κείμενα εποχής.

Ποιός ήταν ο Ιουστίνος που βρίσκεται στην αρχή αυτής της μεγάλης πλάνης; Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Δεν γνωρίζουμε ούτε πού, ούτε πότε γεννήθηκε. Από τα ιστορικά γεγονότα που εξιστορεί υπολογίζεται ότι έζησε κάπου μεταξύ του 2ου και του 3ου αιώνα μ. Χ. Ήταν Ρωμαίος και έγραψε “εις λατινίδα φωνήν”. Το μόνο του σύγγραμα είναι η επιτομή, δηλ. η σύνοψη σε ένα τόμο, της μη σωζόμενης μεγάλης και πολύτομης “Παγκόσμιας Ιστορίας των Λαών” του Ρωμαίου ιστορικού Πομπηίου Τρόγου. Ο τελευταίος έζησε στα χρόνια του Οκταβιανού Αυγούστου και του Τιβερίου, στο πέρασμα δηλαδή από την παλιά στη νέα εποχή, στα χρόνια του Ιησού. Στην ιστορία του είχε τεράστιο αφιέρωμα στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στον πατέρα του Αλεξάνδρου Φίλιππο, σ’ αυτόν που έβαλε τις βάσεις του μακεδονικού μεγαλείου. Γι’ αυτό και το έργο του έγινε γνωστό και σαν “Φιλιππικές Ιστορίες”. Άλλωστε μόλις τότε ο Οκταβιανός έδωσε τέλος στη τελευταία κραταιά μακεδονική δυναστεία, κατακτώντας την Αίγυπτο και οδηγώντας σε αυτοκτονία τη τελευταία των Λαγιδών, Κλεοπάτρα. Ο Ιουστίνος λοιπόν απλά σμίκρυνε το μεγάλο έργο του Τρόγου γράφοντας μια σύνοψη. Σύνοψη που σίγουρα ήταν πιο εύκολο να αναπαραχθεί, πιο εύκολο να μεταφερθεί και πιο εύκολο να διαβαστεί από τους λατινόφωνους πολίτες της Ρωμαϊκης Αυτοκρατορίας. Έφερε τον τίτλο “Epitoma historiarum Philippicarum Pompei Trogi” (Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου).

Για το έργο του Ιουστίνου υπήρχαν από παλιά ενστάσεις. Ενστάσεις για παραλείψεις και για αρκετά λάθη. Εντυπωσιάζει για παράδειγμα η κρίση ενός Έλληνα μεταφραστή του λατινικού κειμένου, του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη, που προειδοποιεί τον αναγνώστη στον πρόλογο της έκδοσης του 1817 με τα εξής λόγια: “…θαϊδής τί άκαιρα και ανιστόρητα παραπηδήματα, τί δηλαδή αποτομαίς και κολοβώσεις έκαμε ο λεγόμενος επιτομεύς, ο οποίος την έκαμε, ως γραμματικός, δια να κάμη επίδειξιν των λογοτορνευμάτων του. Πλην και ούτω εις την από το ναυάγιον πτωχείαν μας, είναι και αυτό το βιβλίον αξιόλογον και περισπούδαστον, επειδή παίρνομεν δι αυτού μίαν έννοιαν της ιστορίας του Τρόγου”!

Η Επιτομή είχε εξαιρετική διάδοση στη Δύση. Γραμμένη στα λατινικά, την γλώσσα των λογίων του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι εκδόσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Είχε γίνει το δημοφιλές εγχειρίδιο της ιστορίας για αιώνες. Εκδόσεις του έχουμε το 1470 στη Βενετία, το 1472 στη Ρώμη, το 1474 στο Μιλάνο, το 1522 πάλι στη Βενετία, το 1588 στο Παρίσι, το 1606 στο Λέιντεν, το 1668 στην Ουτρέχτη ενώ αργότερα οι εκδόσεις και οι μεταφράσεις πολλαπλασιάζονται σε όλη την Ευρώπη. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι λόγιοι της εποχής που επισκέπτονται την Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους την ιστορία του Ιουστίνου. Αλλά και στην Ελλάδα η πρώτη γνωστή μετάφραση γίνεται ήδη το 1686 (Βιβλίον ιστορικόν καλούμενον Ιουστίνος / Μεταφρασθέν εκ της λατινίδος φωνής εις απλήν φράσιν παρά Ιωάννου Μάκολα του Αθηναίου. Ενετίησιν: Παρά Μιχαήλ Αγγέλω τω Βαρβωνίω, αχπς’ (1686) μηνί Φεβρουαρίω). Η δεύτερη έκδοση θα γίνει το 1817 στη Λειψία “τω υψηλοτάτω και ευσεβεστάτω ηγεμόνι κ.κ. Ιωάννη Καραντζιά” σε μετάφραση του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη. Έτσι και οι Έλληνες λόγιοι θα γνωρίσουν από πολύ νωρίς την Επιτομή του Ιουστίνου.

Το εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης της Επιτομής του Ιουστίνου, το 1686, μεταφρασμένο από τον Ιωάννη Μάκολα.

Ιουστίνος 1686

Το εξώφυλλο της δεύτερης μετάφρασης “εις αιολοδωρικήν” της Επιτομής του Ιουστίνου από τον Δανιήλ Φιλιππίδη με το ψευδώνυμο “αποπειρογράφος της Ρουμουνίας”. Ο Φιλιππίδης είχε ήδη γράψει τα βιβλία “Απόπειρα Αναλύσεως του Νοουμένου” και “Ιστορία και Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας” εξ ού και το ψευδώνυμο. Αγνοούσε την προγενέστερη μετάφραση του Μάκολα και είχε την εντύπωση ότι η δική του μετάφραση ήταν η πρώτη στη κοινή ελληνική.

Επιτομή Φιλιππίδη

Με το κείμενο του Ιουστίνου η Έδεσσα θα γίνει παγκοσμίως γνωστή σαν η πόλη που μετονόμασε ο Κάρανος σε Αιγές. Όποιος ήθελε να βρει την πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου δεν είχε παρά να ψάξει για την Έδεσσα. Και επειδή το τοπωνύμιο αυτό είχε χαθεί με το πέρασμα των αιώνων, ο Γάλλος θεολόγος Μισέλ Λεκιέν στο βιβλίο του για την Χριστιανική Ανατολή (Michel Lequien, Oriens christianus, Παρίσι, 1740) θα παρουσιάσει κείμενο του πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθου που μιλά για τον μητροπολίτη “Εδέσσης, ήτις τανιώ Βόδενα, ή Βόδυνα λέγεται”. Αυτός ήταν ο κρίκος που έλειπε για τη γνωστή πια τριπλέτα Έδεσσα – Αιγές – Βοδενά. Τα Βοδενά λοιπόν ήταν η αρχαία Έδεσσα η οποία σύμφωνα με τον Ιουστίνο συνέπιπτε με τις αρχαίες Αιγές. Έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος ομοφωνίας μεταξύ των λογίων της Δύσης για την τοποθεσία των Αιγών. Ομοφωνία όμως με μια εξαίρεση. Κάποιος Θεόφιλος Φρειδερίκος Τάφελ (Theophilus Fridericus Tafel), καθηγητής του πανεπιστημίου του Τούμπιγκεν (Tübingen) και μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας της Φρανκφούρτης, τόλμησε να εκφράσει μια διαφορετική, μια αιρετική άποψη. Στο βιβλίο του για την ρωμαϊκή στρατιωτική οδό Εγνατία (De Via Militari Romanorum Egnatia) που εκδόθηκε το 1842 διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές δεν ταυτίζονταν με την Έδεσσα. Χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω τον μύθο με τις γίδες διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές ήταν μια άλλη πόλη. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω; Όχι ακριβώς. Το θέμα συζητήθηκε ευρέως στην εποχή του. Φαίνεται όμως ότι απορρίφθηκε η άποψη του. Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε πώς έγινε η απόρριψη αυτή. Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει ένας νεαρός Γάλλος ελληνιστής ο οποίος θα προσπαθήσει να συνοψίσει τα επιχειρήματα εναντίον της άποψης του Γερμανού καθηγητή.

Ο Αλφρέντ Ντελακουλόνς (Alfred Delacoulonches) ήταν ένας νεαρός και ταλαντούχος ελληνιστής που είχε διαβάσει διεξοδικά τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Διπλωματούχος της περίφημης Ecole Normale του Παρισιού έφτασε την δεκαετία του 1850 μαζί με τον συμμαθητή του Λεόν Εζέ (Léon Heuzey) στη Γαλλική Σχολή Αθηνών. Μαζί ξεκινούν τον Σεπτέμβριο του 1855 ένα διερευνητικό ταξίδι στη Μακεδονία, τότε υπό οθωμανικό ζυγό, ακολουθώντας τα βήματα του Γάλλου προξένου Εσπρί Κουζινερύ. Τα αποτελέσματα αυτού του ταξιδιού ο Ντελακουλόνς θα τα δημοσιεύσει το 1859 στο Παρίσι (Memoire sur le berceau de la Puissance Macédonienne, 1859). Πρώτος σταθμός του ταξιδιού ήταν φυσικά οι αρχαίες Αιγές, τα τότε Βοδενά. Η ομορφιά του τοπίου τον μαγεύει από την πρώτη στιγμή. “Φανταστείτε ένα τεράστιο ημικυκλικό πλάτωμα ύψους 120 με 150 πόδια που κόβεται σαν μαχαίρι στις τρεις του πλευρές ενώ έχει για πλάτη τα δυο βουνά (σημ. Βέρμιο και Βόρρα) οι πλαγιές των οποίων αφήνουν ένα πέρασμα στα νερά των λιμνών (σημ. εννοεί τις λίμνες Άγρα και Βεγορίτιδα)”… “Η Ακρόπολη των Αθηνών είναι ο πιο όμορφος βράχος του κόσμου αλλά το πιο υπέροχο πλάτωμα που φιλοξενεί πόλη είναι ίσως αυτό των Βοδενών”. Μπροστά μάλιστα στους καταρράκτες, όπως ο συνταγματάρχης Λήκ το 1806 (William Martin Leake, Travels in Northern Greece), θα αναφωνήσει τους στίχους του Ορατίου…

Με γοητεύουν λιγότερο η Λακεδαίμονα
και οι εύφορες πεδιάδες της Λάρισσας
από ότι οι πηγές του Άλμπουλα, ο γρήγορος χείμαρρος Άνιο
τα δάση του Τίβολι και οι κήποι με τα φρούτα
που διασχίζονται από δροσερά ρυάκια (2)

..καθρεφτίζοντας φυσικά στους τρεις τελευταίους στίχους τα νερά της Έδεσσας.

Σχεδόν ερωτευμένος με το τοπίο θα γράψει κατηγορηματικά: “σ’ αυτόν τον τόπο ήταν κάποτε η αρχαία Έδεσσα, η πόλη του Καράνου, η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό”. Με τη δύναμη της γνώσης των ελάχιστων που έχουν επισκεφτεί την τοποθεσία δεν χάνει την ευκαιρία να αναφερθεί “στο σημαντικό ερώτημα που έθεσε τελευταία η γερμανική κριτική: Έδεσσα και Αιγές ήταν μία και αυτή πόλη; ή καλύτερα η Έδεσσα ήταν οι Αιγές στην οποία ενταφιάζονταν οι βασιλείς της Μακεδονίας;” Αναφέρεται φυσικά στη “μελέτη για την Via Egnatia στην οποία ο κ. Τάφελ δίνει αρνητική απάντηση”. Μεθοδικά θα συνοψίσει τα επιχειρήματα του Τάφελ και θα προσπαθήσει να τα αντικρούσει ένα προς ένα. Το κείμενο του σίγουρα αντικατοπτρίζει τον ακαδημαϊκό διάλογο που έφερε στο προσκήνιο η έκδοση του βιβλίου του Τάφελ.

Το πρώτο επιχείρημα του Γερμανού καθηγητή είναι η διάκριση που κάνει ο γεωγράφος Πτολεμαίος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών όταν αναφέρεται στις πόλεις της Ημαθίας: “Ημαθίας: Τύρισσα…..Αίδεσσα, Βέρροια, Αιγαία, Πέλλα”. Δίδει μάλιστα τα γεωγραφικά στίγματα της Έδεσσας και των Αιγών σε αντίθετες κατευθύνσεις από την Βέροια. Η Έδεσσα βόρεια και οι Αιγές νότια της Βέροιας.

Οι συντεταγμενες πόλεων της Ημαθίας όπως εμφανίζονται στη Γεωγραφία του Πτολεμαίου από την έκδοση του C. F. A. Nobbe της Λειψίας το 1843

Screenshot from 2017-05-24 19-22-46

Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει ότι ο Πτολεμαίος διακρίνει δυο διαφορετικές πόλεις, την Αίδεσσα (Έδεσσα) και την Αιγαία αλλά τονίζει: “Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η πόλη Αιγαία ήταν πράγματι ο τόπος ταφής των Μακεδόνων βασιλέων. Και μόνο η ορθογραφία μας οδηγεί σε αντίθετη σκέψη. Βρίσκουμε στα κείμενα τους τύπους Αιγαί, Αιγείων, Αιγέων, Αιγοίς, Αιγέας αλλά πουθενά Αιγαία. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι η Αιγαία δεν έχει καμιά σχέση με τις Αιγές….Ίσως να πρόκειται για την Αιγανέη γειτονική πόλη της Βέροιας”. Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι η διαφορά γραφής στην περίπτωση της Έδεσσας δεν ενοχλεί τον νεαρό ελληνιστή ενώ θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τη γραφή Αιγαία (με αι) αντί Αιγέα (με ε). Θα δούμε στη συνέχεια ότι και ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την ίδια ορθογραφία με τον Πτολεμαίο. Ας σημειωθεί ότι οι διαφορές γραφής ονομάτων δεν ήταν τόσο σπάνιο φαινόμενο παλιότερα. Οι αντιγραφείς των αρχαίων κειμένων ήταν συχνά η αιτία των διαφορών στη γραφή. Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι οι ιδέες του Πτολεμαίου είχαν περάσει στους χαρτογράφους της Αναγέννησης αλλά δεν τους δόθηκε η προσήκουσα σημασία. Έτσι για παράδειγμα σε χάρτη του Γερμανού γεωγράφου Γιόχαν Λάουρενμπεργκ (Johann Laurenberg) που εκδόθηκε το 1661 (Graecia antiqua, Amsterdam, 1661) οι θέσεις Έδεσσας, Βέροιας και Αιγών είναι διακριτές, όπως και στον Πτολεμαίο, και δίδονται τα στίγματα με την ακριβή σειρά: η Έδεσσα βορειότερα της Βέροιας και οι Αιγές νοτιότερα.

Ο  χάρτης του Λάουρενμπεργκ του 1661 διακρίνει καθαρά τις διαφορετικές τοποθεσίες των πόλεων Έδεσσας, Βέροιας και Αιγέας (Αιγών). Ο χάρτης αυτός πέρασε απαρατήρητος από τους επαΐοντες των τριών επόμενων αιώνων!

LAURENBERG, Johann Macedonia 1661

Το δεύτερο στοιχείο κατά τον Τάφελ είναι η διάκριση που κάνει ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών σε δυο διαφορετικά βιβλία της Ιστορίας του. Στο μεν τέταρτο βιβλίο (4 10) αναφέρει τις Αιγές πρώτη μεταξύ των πόλεων της Μακεδονίας ενώ στο έκτο βιβλίο (6 34), όπου μιλά για την ιδιοφυή ιδέα των Ελλήνων να χωρίσουν τη γη σε γεωγραφικές παραλλήλους στις ζώνες των οποίων ανήκουν πόλεις “που έχουν την ίδια διάρκεια νύχτας και μέρας”, αναφέρει την Έδεσσα στην 5ο παράλληλο. Η απάντηση του Ντελακουλόνς είναι ότι ο Πλίνιος δεν αναφέρει και τις δυο πόλεις ταυτόχρονα στα δυο βιβλία. Την πρώτη φορά αναφέρει τις Αιγές αλλά όχι την Έδεσσα ενώ την δεύτερη φορά αναφέρει την Έδεσσα αλλά όχι τις Αιγές. Άρα μιλά πάντα για την ίδια πόλη: την πρώτη φορά με το νέο όνομα Αιγές στο 4ο βιβλίο και τη δεύτερη φορά με το παλιό στο 6ο βιβλίο.

Το τρίτο επιχείρημα αφορά την “Περί Φυτών Ιστορία” όπου ο Θεόφραστος περιγράφει ένα περίεργο φυσικό φαινόμενο: “διό ενιαχού τα νέφη τοις πνεύμασιν υπενεναντίας φέρεται, καθάπερ περί Αιγειάς της Μακεδονίας, βορέου πνέοντος προς βορέαν” (VI. 8, 12) δηλαδή σε μερικούς τόπους τα σύννεφα έχουν αντίθετη φορά από τους ανέμους όπως στις Αιγές όπου όταν πνέει βόρειος άνεμος τα σύννεφα πηγαίνουν βόρεια. Αυτό το φαινόμενο συνδέεται φυσικά με την διαφορετική φορά των ανέμων ανάλογα με το ύψος και συμβαίνει συχνά σε μέρη όπου η αύρα της θάλασσας έχει διαφορετική κατεύθυνση από τους ανέμους που πνέουν σε μεγαλύτερα ύψη. Ο Ντελακουλόνς όμως απαντά ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε άρα και στο υψηλό οροπέδιο της Έδεσσας και συνεπώς το σημείο αυτό είναι άνευ σημασίας.

Το τέταρτο επιχείρημα του Τάφελ προέρχεται από τους Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου όπου αναφέρονται ξεχωριστά οι πόλεις Έδεσσα και Αιγές. Στο έργο του “Δημήτριος” (ο Πολιορκητής) ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όταν ο Δημήτριος αρρώστησε, ο Πύρρος βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί ξαφνικά στη Μακεδονία και να φτάσει μέχρι την Έδεσσα (3). Στο έργο “Πύρρος” επαναλαμβάνει την ξαφνική κάθοδο του Μολοσσού βασιλιά χωρίς αντίσταση μέχρι την Έδεσσα όταν είχε αρρωστήσει ο Δημήτριος με κίνδυνο να πάρει ακόμη και την βασιλεία (4). Στην Έδεσσα επίσης είχε στρατοπεδεύσει ο Πύρρος όταν έμαθε ότι ο Λυσίμαχος, μετά την νίκη του επί του Δημητρίου, ερχόταν εναντίον του από τη Συρία και φοβισμένος έφυγε με τον στρατό του (5). Αντίθετα στο κεφάλαιο 26 αναφέρεται για πρώτη φορά στις Αιγές, πόλιν Αιγαίων, όπως την ονομάζει. Αφού ο Πύρρος νίκησε τον γιό του Δημητρίου, Αντίγονο Γονατά, άρχισε να καταλαμβάνει τη μια πόλη μετά την άλλη. Κατέλαβε και τις Αιγές, φερόμενος άγρια στους κατοίκους της και εγκατέστησε φρουρά από Γαλάτες μισθοφόρους. Οι τελευταίοι, άνθρωποι πρωτοφανούς απληστίας, άρχισαν να σκάβουν τους τάφους των βασιλέων, λεηλάτησαν τους θησαυρούς και διέπραξαν ιεροσυλία διασκορπίζοντας τα οστά τους (6). Γιατί λοιπόν ο Πλούταρχος αναφέρεται με δυο ξεχωριστές ονομασίες και μάλιστα στο ίδιο κείμενο (Πύρρος) αν πρόκειται για την ίδια πόλη; Το ερώτημα το αντιπαρέρχεται ο Ντελακουλόνς δίνοντας την βολική απάντηση ότι δηλαδή άλλοτε ο Πλούταρχος αναφέρει την Έδεσσα με το παλιό της όνομα και άλλοτε με το νέο! Και όμως η ανάγνωση του κειμένου δίνει καταφανώς δίκιο στον Γερμανό καθηγητή. Ο Πύρρος είχε καταλάβει δυο φορές την Έδεσσα, τη δεύτερη μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την εγκαταλείψει οικειοθελώς όταν έφτασε ο Λυσίμαχος από τη Συρία. Ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε άσχημα στους Εδεσσαίους. Ποιος ο λόγος λοιπόν να φερθεί σκληρότατα στους κατοίκους της ίδιας πόλης όταν την κατέλαβε για τρίτη φορά; Προφανώς επρόκειτο για άλλη πόλη, τις Αιγές όπως και την ονομάζει ο Πλούταρχος. Η απάντηση του Ντελακουλόνς ότι τυχαία ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ονομασία στερείται κάθε λογικής.

Το τελευταίο επιχείρημα του Τάφελ είναι ότι δεν έχουν βρεθεί βασιλικοί τάφοι στην Έδεσσα. Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει στο σημείο αυτό ότι παρά τις έρευνες πολλών ημερών δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τους περίφημους τάφους για τους οποίους μιλούν ο αρχαίοι ιστορικοί. “Θα το πω ευθέως” αναφέρει στην έκθεση του. “Δεν σταθήκαμε πιο τυχεροί από άλλους επισκέπτες και δεν βρήκαμε τίποτα που θα μπορούσε να ρίξει φως σε σχέση με τους βασιλικούς τάφους”. Έχει όμως έτοιμη τη δικαιολογία: “αυτοί οι τάφοι όμως είχαν λεηλατηθεί τόσες φορές, και μόλις 50 χρόνια από τον θάνατο του Αλεξάνδρου, που θα έπρεπε να εκπλαγούμε αν βρίσκαμε και το παραμικρό ίχνος”.

Ικανοποιημένος από την “αποδόμηση” των επιχειρημάτων του Τάφελ ο Ντελακουλόνς καταλήγει: “Αυτές οι παρατηρήσεις μας οδηγούν στη κοινή μας πεποίθηση. Στην Έδεσσα πρέπει να τοποθετήσουμε τον ιερό τόπο της μακεδονικής βασιλείας. Έδεσσα και Αιγές δεν είναι παρά μία και μόνο πόλη”!

Η εμμονή του νεαρού Γάλλου ελληνιστή που κλείνει τα μάτια μπροστά στο προφανές μας εντυπωσιάζει. Η ρήση του Ιουστίνου είχε δημιουργήσει σχεδόν θρησκευτική πίστη που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει. Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ντελακουλόνς. Η συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών είχε την ίδια αντίδραση.

Ο συνάδελφος, φίλος και συνοδοιπόρος του Ντελακουλόνς, Εζέ, θα βρεθεί στο χωριό Παλατίτσα, στις αρχαίες Αιγές, δυό φορές. Παρακινούμενος από την ανάγνωση του “Ταξιδιού στη Μακεδονία” του Γάλλου προξένου Κουζινερύ θα επισκεφτεί τον χώρο που είχε υποδείξει το 1776 στον Κουζινερύ ο Μπεκέλας της Βεροίας, ο προπάππος του Δημητρίου Βικέλα. Για την τοποθεσία “Παλάτια” είχε γράψει πρώτος ο γεωγράφος και επίσκοπος Ναυπάκτου Μελέτιος, στη Γεωγραφία του. Κατά τον Μελέτιο στη θέση εκείνη βρισκόταν η αρχαία Πέλλα. Όπως όμως είχε παρατηρήσει ο Μπεκέλας, σε ερώτηση του Κουζινερύ, η θέση Παλάτια δεν βρισκόταν κοντά στα Γιαννιτσά όπως έγραφε ο Μελέτιος αλλά νότια του Αλιάκμονα στις πλαγιές των Πιερίων, ένα μέρος με πολλές αρχαιότητες. Δεν είχε καμιά σχέση με την Πέλλα. Ο Εζέ, μετά την πρώτη επίσκεψη εκεί το 1855 όπου διαπίστωσε την ύπαρξη αρχαίων, θα οργανώσει ειδική αποστολή το 1861 χρηματοδοτούμενη από τον Γάλλο αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ’. Εξετάζοντας τα αρχαία, ψηλά στο πλάτωμα όπου είχε ανεγερθεί στα βυζαντινά χρόνια η εκκλησία της Αγίας Τριάδος, θα καταλάβει ότι δεν πρόκειται για ένα κοινό κτήριο ή ναό όπως ο Παρθενώνας αλλά για παλάτι πρωτοφανών για την αρχαιότητα διαστάσεων, σύμβολο πολιτικής επιρροής και ισχύος. Ήταν παλάτι Μακεδόνων βασιλέων. Έκπληκτος από τα ευρήματα θα σπάσει το κεφάλι του να βρει την πόλη που κρυβόταν πίσω από τα σημαντικά ερείπια. Θα εξετάσει όλα τα ενδεχόμενα. Μήπως είναι η πόλη Ουάλλαι (Βάλλες) του γεωγράφου Πτολεμαίου; Αλλά πρόκειται για ύστερο ρωμαϊκό τοπωνύμιο, άρα απορρίπτεται. Μήπως είναι η πόλη Φυλακαί που δεν έχει βρεθεί ακόμη; Αλλά η θέση δεν ταιριάζει με τους αρχαίους χάρτες του Πτολεμαίου. Παρατηρεί όμως ότι μια πόλη ταιριάζει με τους χάρτες. Είναι “ένα μέρος που ο Πτολεμαίος ονομάζει Αιγαία πλην όμως οι σύγχρονοι γεωγράφοι την τοποθετούν οι μεν στις Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας που είναι η Έδεσσα, οι δε στο Αιγίνιο ή στην Αιγανέη της Εορδαίας που είναι και το πιθανότερο. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι η Αιγαία βρίσκεται στην Ημαθία” (Mission de Macédoine, 1876). Η τύφλωση που έχει επιφέρει το κείμενο του Ιουστίνου είναι άνευ προηγουμένου! Τελικά θα την αναφέρει στο κείμενο του απλά Αρχαία Πόλη, πόλη χωρίς όνομα.

Αριστερά το τοπογραφικό του Εζέ του 1861 και δεξιά σημερινός χάρτης των Αιγών.      (1) το Παλάτι, όπου υπήρχε ο Ι.Ν. της Αγίας Τριάδος (2) η Νεκρόπολη – που ο Εζέ ονομάζει αρχαία πόλη, (3) η Μεγάλη Τούμπα όπως την ονομάζει ο Εζέ όπου βρέθηκε ο τάφος του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο, (4) οι μεγάλες τεχνητές τούμπες και (5) το χωριό Παλατίτσα.

Screenshot from 2017-04-11 07-52-26.resized

Το Παλάτι όπως το σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Ντομέ (Daumet), μέλος της αποστολής Εζέ του 1861, με βάση τις διαστάσεις του οικοδομήματος

Screenshot from 2017-04-11 07-59-42

Θα περάσει ένας αιώνας πριν το θέμα ανακύψει ξανά. Θα το επαναφέρει η Ελληνίδα Φανούλα Παπάζογλου η οποία το 1957 θα υποστηρίξει ότι είναι λάθος η ταύτιση των Αιγών με την Έδεσσα. Στις γνωστές θέσεις του Πτολεμαίου, του Πλινίου και του Πλουτάρχου θα προσθέσει και δυο επιγραφές του 3ου π. Χ αιώνα που αναφέρουν “Μακεδών εξ Εδέσσης” και “Μακεδών εξ Αιγεών”. Μετά τον Γερμανό Τάφελ θα είναι η πρώτη φορά που κάποιος άλλος θα αποδείξει με επιχειρήματα την μεγάλη πλάνη. Παρόλα αυτά θα πρέπει να φτάσει το 1972, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος Χάμοντ (N. G. L. Hammond, A History of Macedonia, Oxford, 1972) θα συμπλεύσει με την άποψη αυτή. Και φυσικά το τέλος του λάθους θα φέρει ο καθηγητής Ανδρόνικος το 1976 ο οποίος θα δείξει πόσο δίκιο είχε ο γεωγράφος Πτολεμαίος και πόσο άδικο ο Ιουστίνος!

Κλείνοντας θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η, μακροβιότερη ίσως, ιστορική πλάνη έγινε δυνατή λόγω της απώλειας σημαντικών έργων της αρχαιότητας για την Μακεδονία. Από το κεφάλαιο του 7ου βιβλίου του Στράβωνα που αφορούσε την Μακεδονία έχουν σωθεί ελάχιστα τμήματα. Πιο άτυχοι είμαστε με τα γραπτά των Μακεδόνων ιστορικών. Τόσο οι μακεδονικές ιστορίες (Μακεδονικαί Ιστορίαι) του Μαρσύα Φιλιππέως, όσο και η Ιστορία του, συμμαθητή και φίλου του Αλεξάνδρου, Μαρσύα Πελλαίου καθώς και τα “Μακεδονικά Πάτρια” του Θεαγένη έχουν δυστυχώς χαθεί. Έτσι όλα τα βλέμματα στάθηκαν στην σύνοψη του Ιουστίνου. Κι ενώ ο συνδυασμός παραγράφων άλλων αρχαίων κειμένων, όπως του Πλουτάρχου, οδηγούσε λογικά στην αποκάλυψη της αλήθειας αιώνες νωρίτερα, χρειάστηκε η αρχαιολογική σκαπάνη να λύσει, σαν άλλο γόρδιο δεσμό, το μεγάλο γρίφο της τοποθεσίας των Αιγών. Ίσως όμως να ήταν έτσι καλύτερα. Γιατί γνωρίζουμε τί συνέβαινε όταν δυτικοί αρχαιολάτρες ανακάλυπταν αρχαία στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα! Σήμερα δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε στο Λούβρο για να θαυμάσουμε τα αριστουργήματα της αρχαίας μακεδονικής τέχνης που βρέθηκαν – και συνεχίζουν να ανευρίσκονται – στις Αιγές. Μια επίσκεψη στη Βεργίνα αρκεί.

(1) Απόσπασμα από την έκδοση “ex officina plantiniana raphelengii” του 1606 στο Λέιντεν (Leiden) της Ολλανδίας. H Έδεσσα γράφεται στο κείμενο Aedessa (Αίδεσσα).

Screenshot from 2017-04-22 12-14-45

“Sed et Caramus cum magna multitudine Graecorum, sedes in Macedonia responso oraculi jussus quaerere, cum in Emathiam venisset, urbem Aedessam, non sentienti bus oppidanis propter imbrium et nebulae magnitudinem, gregem caprarum imbrem fugientium secutus, occupavit; revocatusque in memoriam oraculi, quo jussus erat ducibus capris imperium quaerere, regni sedem statuit, religioseque postea observavit, quocunque agmen moveret, ante signa easdem capras habere, coeptorum duces habi turus, quas regni habuerat auctores. Urbem Aedessam ob memoriam muneris Aegeas, populum Aegeadas vocavit”.  (Iustini Liber VII)

(2) Nee me tam patiens Lacedaemon,
Nee tam Larissae percussil campus opimae,
Quam domus Albuneae resonantis
Et praeceps Anio, el Tiburni Iucus et uda
Mobilibus pomaria rivis
(Oratio I carm: VII)

(3) “ ὁ δ᾽οὖν Δημήτριος ἐπισφαλέστατα νοσήσας ἐν Πέλλῃ μικροῦ τότε Μακεδονίαν ἀπέβαλε, καταδραμόντος ὀξέως Πύρρου καὶ μέχρις Ἐδέσσης προελθόντος” (Πλουτάρχου Δημήτριος 43)

(4) “ὀλίγῳ δὲ ὕστερον πυθόμενος νοσεῖν τὸν Δημήτριον ἐπισφαλῶς ἐνέβαλε μὲν ἐξαίφνης εἰς Μακεδονίαν ὡς ἐπιδρομήν τινα καὶ λεηλασίαν ποιησόμενος, παρ᾽ ὀλίγον δὲ ἦλθε πάντων ὁμοῦ κρατῆσαι καὶ λαβεῖν ἀμαχεὶ τὴν βασιλείαν, ἐλάσας ἄχρι Ἐδέσσης μηδενὸς ἀμυνομένου” (Πλουτάρχου Πύρρος, 10 1-2)

(5) “τέλος δὲ Δημητρίου καταπολεμηθέντος ἐν Συρίᾳ Λυσίμαχος ἐπ᾽ ἀδείας γενόμενος καὶ σχολάζων εὐθὺς ἐπὶ τὸν Πύρρον ὥρμησε καθημένου περὶ τὴν Ἔδεσσαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 12 5-6)

(6) “μετὰ τὴν μάχην δὲ εὐθὺς ἀνελάμβανε τὰς πόλεις, τῶν δὲ Αἰγαίων κρατήσας τά τε ἄλλα χαλεπῶς ἐχρήσατο τοῖς ἀνθρώποις, καὶ φρουρὰν Γαλατικὴν ἐν τῇ πόλει κατέλιπε τῶν μετ᾽ αὐτοῦ στρατευομένων, οἱ δὲ Γαλάται γένος ἀπληστότατον χρημάτων ὄντες ἐπέθεντο τῶν βασιλέων αὐτόθι κεκηδευμένων τοὺς τάφους ὀρύττειν, καὶ τὰ μὲν χρήματα διήρπασαν, τὰ δὲ ὀστᾶ πρὸς ὕβριν διέρριψαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 26)

Στα βήματα ενός πρέσβη της Βενετίας το 1591

Ο πρώτος δυτικός επισκέπτης που πέρασε κατά την οθωμανική περίοδο από τα μέρη μας ήταν ο Ενετός βάιλος (πρέσβης) Λορέντζο Μπερνάρντο (Lorenzo Bernardo) τον Μάιο του 1591. Ο Μπερνάρντο δεν έκανε ταξίδι αναψυχής ούτε ενδιαφερόταν για αρχαιότητες. Τα ταξίδια στην Ανατολή την περίοδο εκείνη ήταν είτε συνδεδεμένα με τους Αγίους Τόπους, είχαν δηλαδή προσκυνηματικό χαρακτήρα, είτε είχαν καθαρά στρατιωτικό και πολιτικό σκοπό. Στη προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για μια ειδική μυστική αποστολή. Το Συμβούλιο των Δέκα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, το ισχυρό εκτελεστικό και δικαστικό σώμα της Βενετίας, είχε λάβει πληροφορίες στις 19 Απριλίου του 1591 ότι ο πρεσβευτής της στη Κωνσταντινούπολη, Ιερώνυμος Λιπομάνο (Girolamo Lippomano), είχε δώσει μυστικές πληροφορίες που αφορούσαν τον ενετικό στόλο και τον τρόπο κατασκευής των πλοίων στον ανταγωνιστή τους βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο ΙΙ. Την επόμενη μέρα το Συμβούλιο έκρινε ότι επρόκειτο για υψίστη προδοσία και αποφάσισε τη σύλληψη και θανάτωση του. Υποψιάζονταν όμως ότι σε περίπτωση που πληροφορούνταν την ποινή, ο Λιπομάνο θα προσπαθούσε να διαφύγει ή να θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις Βενετίας-Οθωμανικής αυτοκρατορίας γιατί είχε αναπτύξει αρκετά στενή φιλία με τον μεγάλο βεζίρη (κάτι σαν πρωθυπουργό του σουλτάνου) Σινάν πασά. Για το λόγο αυτό ανατέθηκε σε έναν έκτακτο απεσταλμένο, τον Λορέντζο Μπερνάρντο που γνώριζε καλά τους κύκλους στη Κωνσταντινο-ύπολη καθότι είχε διατελέσει βάιλος εκεί λίγα χρόνια νωρίτερα (1584-87), να πάει κρυφά να τον συλλάβει και να τον στείλει πίσω στη Βενετία. Ο Μπερνάρντο, συνοδευόμενος από τον γραμματέα του Γκαμπριέλε Καβάτσα (Gabriele Cavazza) και έναν άλλο αξιουματούχο, ξεκίνησε την μυστική του αποστολή στις 26 Απριλίου 1591 μπαρκάροντας με γαλέρα από την Βενετία. Δεν αποβιβάστηκε για λόγους μυστικότητας στη Ραγούσα (Ντουμπρόβνικ) όπως συνηθιζόταν για την γρήγορη διαδρομή Ραγούσα – Σκόπια – Σόφια – Αδριανούπολη – Κωνσταντινούπολη αλλά κατέβηκε νοτιότερα στο Κάταρο (Cattaro σημερινό Κότορ) του Μαυροβουνίου. Ο Καβάτσα κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού που μας είναι σήμερα πολύτιμο γιατί οι περιγραφές της διαδρομής θεωρούνται πολύ ακριβείς. Όπως αναφέρει στην αρχή του ημερολογίου, το γεγονός ότι πήραν μια σπάνια, λιγότερο ασφαλή και άγνωστη τότε διαδρομή τον έκανε να κρατήσει σημειώσεις που θα ήταν χρήσιμες σε επόμενους ταξιδιώτες οι οποίοι θα έπαιρναν τον ίδιο δρόμο. Ετσι ακολούθησαν την οδό που περνούσε από Τίρανα, Ελμπασάν και Μοναστήρι. Από εκεί αντί να πάνε μέσω Σκοπίων που ήταν πιο ασφαλής διαδρομή αλλά τέσσερις μέρες μακρύτερη, ο πρεσβευτής αποφάσισε να πάρει το δρόμο της Θεσσαλονίκης που τους επέτρεπε να διατηρήσουν καλύτερα την μυστικότητα του ταξιδιού. Έτσι πέρασαν και από την Έδεσσα! (La strada per Ducagini non esser sicura per la sollevazione degli Albanesi… Proponeva la strada di Elbassan … La strada per Uscopia sarebbe più sicura e più facile, ma quattro giornate più lunga… Questa deliberazione di tener lo viaggio per la via di Elbassan e Salonichi, insolita ad ambasciadori e baili, mi fece resolvere di scrivere quest’ itinerario).

Το ημερολόγιο του Καβάτσα δημοσιεύτηκε το 1886 – πολύ αργά για να χρησιμεύσει σε άλλους ταξιδιώτες – από τον οίκο των αδελφών Visentini «Viaggio di un ambasciatore veneziano da Venezia a Constantinopoli nel 1591». Στα ελληνικά έχουμε την τύχη να το διαβάζουμε από τη μετάφραση του 1943 που έκανε ο λόγιος και ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Μέρτζιος. Ο τελευταίος, όντας κάτοικος Βενετίας, είχε τη δυνατότητα να συγκρίνει το βιβλίο του 1886 με το πρωτότυπο χειρόγραφο που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία και να προβεί σε σημαντικές διορθώσεις. Με το κείμενο αυτό θα ακολουθήσουμε τα βήματα του Βενετού πρέσβη από το Μοναστήρι έως τα Γιαννιτσά προσπαθώντας συγχρόνως να λύσουμε ορισμένους γρίφους του κειμένου.

Εχοντας ναυλώσει καραβάνι με 40 άλογα , φτάνουν την Πέμπτη 23 Μαΐου στο Μοναστήρι όπου τους περιποιείται ο ραββίνος Σαμουήλ Ναχμίας. Αφού ξεκουράζονται και αλλάζουν άλογα ξεκινούν το Σάββατο 25 Μαϊου για την Έδεσσα.
Ο Καβάτσα γράφει στο ημερολόγιο (όπως το μετέφρασε ο Κ. Μέρτζιος):

Εξελθόντες του Μοναστηρίου ωδεύσαμεν επί δύο και ημίσειαν ώρας δια μέσου εκτεταμένης πεδιάδος, ομαλής και ευφόρου, πέριξ της οποίας είναι αρκετά χωριά. Κατόπιν εισήλθομεν εις άλλην πεδιάδα η οποία είναι κατά τι ανώμαλος και έχει διαφόρους λόφους, φαίνεται άγονος και πετρώδης εις πολλά μέρη και ονομάζεται πεδιάς του Calassi προς διάκρισιν από την του Μοναστηρίου. Εις το Fluribelli δεν ευρίσκεται ούτε ψωμί, ούτε κρασί, ούτε υπάρχει καρβασαράς (σημ. καραβαν-σεράι)”….Την Κυριακή 26 Μαΐου ξεκίνησαν μιαν ώρα μετά την ανατολή. “Περάσαμε από το χωριό Gornichiecca και ανερχόμενοι επί των λόφων διεκρίναμεν την πεδιάδα του Μοναστηρίου, την οποίαν αφήσαμεν δεξιά, ίνα συντομεύσωμεν την πορείαν. Ανεκαλύψαμεν έφιπποι πρώτον την λίμνην Σαριγκιόλ, λέξις τουρκική που εις την ημετέραν σημαίνει “λίμνη κίτρινη” και ολίγον κατόπιν την λίμνην της Όστροβας όπου επίσης είναι καδής (σημ ιεροδικαστής). Η Όστροβα είναι χωριό παρά την λίμνην η οποία έχει αρκετόν μήκος αλλ’είναι σχήματος στενού και με πολλάς στροφάς γύρω των λόφων. Εις το μέσον του χωριού της Όστροβας υπάρχει έν μικρόν ύψωμα απόκρημνον και επί της κορυφής του έχει κτισθή ένα τζαμί, που θα ημπορούσε να μετασχηματισθή εις φρούριον ασφαλέστατον, διότι ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει και ένα νησάκι με σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”.

Η περιγραφή του Καβάτσα καλεί σε αποκωδικοποίηση των τοπωνυμίων που αναφέρει. Ένας ξένος ταξιδιώτης ήταν πολύ δύσκολο να συγκρατήσει τα ακριβή και δύσκολα ονόματα των τοποθεσιών που περνούσαν. Σαν πεδιάδα Καλασί (Calassi), συνεχόμενη της πεδιάδας Μοναστηρίου, θα πρέπει να ονομάζει την περιοχή στην οποία ο ποταμός Εριγώνας ενώ κατεβαίνει προς νότο από Περλεπέ γυρίζει απότομα προς βορρά για να χυθεί αργότερα στον Αξιό κοντά στους αρχαίους Στόβους. Ο Εριγώνας στα τουρκικά ονομαζόταν Καρασού, δηλαδή Μαυρονέρι, και φαίνεται ότι ο Καβάτσα το συγκράτησε σαν Καλασί. Επόμενο ερωτηματικό αφορά το τοπωνύμιο Φλούρμπελι (Fluribelli). Εκεί έκαναν την πρώτη διανυκτέρευση και το γεγονός ότι δεν βρήκαν ούτε ψωμί, ούτε κρασί σημαίνει ότι ήταν ένα πολύ μικρό χωριό. Ως γνωστόν τέτοιο ιταλογενές τοπωνύμιο δεν υπάρχει στην περιοχή. Η αναζήτηση σε παλιούς χάρτες μας κάνει να πιστεύουμε ότι πρόκειται για τη Μελίτη η οποία ονομαζόταν τότε στα τουρκικά Τούρμπελι. Αυτή η άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι είχαν πάρει έντονα ανατολική κατεύθυνση περνώντας κοντά από τη στροφή του Εριγώνα που βρίσκεται λίγο βορειότερα απο τη Μελίτη. Το επόμενο χωριό το αποκαλεί Γκορνιτσιέκα (Gornichiecca) και πρόκειται φυσικά για τη Κέλλη που τότε ονομαζόταν Γκορνίτσεβο. Η διαδρομή μέσω Μελίτη ήταν πράγματι πρωτοφανής γιατί δεν αντιστοιχεί σε καμιά από τις γνωστές οδούς που υπήρχαν στη περιοχή. Είχε όμως το πλεονέκτημα να “κόβει” δρόμο αφού δεν πήγαν στη Κέλλη μέσω Βεύης κάνοντας μεγαλύτερο γύρο, ούτε ακολούθησαν τον δρόμο νοτίως της λίμνης Βεγορίτιδας από όπου σήμερα εικάζεται ότι περνούσε η Εγνατία οδός.

Η διαδρομή του βάιλου Μπερνάρντο και της συνοδείας του από Μοναστήρι στην Έδεσσα

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%81-%ce%b5%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1-resized

Στη συνέχεια αναφέρει ότι το χωριό Όστροβα (Άρνισσα) ήταν χτισμένο γύρω από το ύψωμα στην κορυφή του οποίου στέκει ακόμη και σήμερα η βάση του τζαμιού με τον μιναρέ. Είναι μια σημαντική πληροφορία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Πρώτον, μαθαίνουμε ότι το τζαμί ήταν ήδη κτισμένο το 1591. Αυτό ενισχύει την προφορική παράδοση στη περιοχή ότι το τζαμί έχει ανεγερθεί στις αρχές του 16ου αιώνα, κατά την βασιλεία του σουλτάνου Σελίμ του Σκληρού, του πρώτου Οθωμανού χαλίφη του Ισλάμ (1512-1520), και καταρρίπτει φυσικά τις επικρατούσες απόψεις ότι είναι πολύ νεώτερο. Ενδιαφέρον έχει και η πληροφορία ότι το νησάκι δίπλα στο ακρωτήρι (το Σουτ Μπουρούν) από τη μεριά της Περαίας ήταν ορατό και μάλιστα είχε “σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”. Αμφιβάλλουμε βέβαια αν ο Καβάτσα είχε χρόνο να επισκεφθεί το νησάκι και να θαυμάσει την ωραία θέα. Το γεγονός όμως ότι είχε μεγάλα (σκιερά) δένδρα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σαν νησάκι (εξείχε δηλαδή της στάθμης της λίμνης) για μεγάλο χρονικό διάστημα πράγμα απαραίτητο για να μεγαλώσουν τα δέντρα. Έχει ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε με βάση αυτές τις πληροφορίες το ύψος της στάθμης της λίμνης στα τέλη του 16ου αιώνα. Γνωρίζουμε σήμερα ότι με στάθμη κάτω από τα 510 μέτρα η ξηρά ενώνεται με το νησάκι μετατρέποντας το σε προέκταση του ακρωτηρίου Σουτ Μπουρούν (φωτό 1). Αντίθετα πάνω από τα 530 μέτρα το νησάκι εξαφανίζεται κάτω από τα νερά (φωτό 2) ενώ το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται στο περίφημο νησί, το Όστροβο (φωτό 3). Μεταξύ περίπου 510 και 530 μέτρων το ύψωμα με τον μιναρέ γίνεται ένας παραλίμνιος βράχος ενώ απέναντι του προβάλλει το νησάκι από το νερό. Αυτό το θέαμα πρέπει να είδε ο Καβάτσα πριν από 426 χρόνια όταν πέρασε από εκεί. Το γεγονός μάλιστα ότι το χωριό ήταν χτισμένο δίπλα στο ύψωμα με το τζαμί και ότι το νησάκι είχε μεγάλα δένδρα μας ωθεί στο συμπέρασμα ότι η στάθμη της λίμνης είχε σταθεροποιηθεί σ’εκείνο το ύψος (φωτό 4) για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Φωτό 1: το νησάκι μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη της λίμνης πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα (2005)

peninsula-islet

Φωτό 2: το νησάκι σκεπάζεται από το νερό όταν η στάθμη της λίμνης ανεβαίνει πάνω από τα 530 μέτρα. Το νησάκι θα βρισκόταν πίσω ακριβώς από τον νεροκουβαλητή της Άρνισσας (IWM 1917-18)

%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%b2%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%b7%cf%82

Φωτό 3: το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται σε νησί (το όστροβο) όταν η στάθμη του νερού ξεπερνά τα 530 μέτρα, ενώ το νησάκι απέναντι εξαφανίζεται μέσα στο νερό (αρχείο ΕΛΙΑ, 1926)

ostrovo-1926

Φωτό 4: Δορυφορική φωτογραφία (Google) της λίμνης στα σημερινά (515 – 518 μέτρα) επίπεδα
A: το νησί δηλ. το ύψωμα με το τζαμί το οποίο γίνεται πράγματι νησί όταν ανεβαίνει η στάθμη της λίμνης πάνω από τα 530 μέτρα.
Β: το νησάκι το οποίο σκεπάζεται από τα νερά όταν η στάθμη ξεπερνά τα 530 μέτρα ενώ μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα.

%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b9-%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b1%ce%ba%ce%b9-resized

Ας συνεχίσουμε όμως το ταξίδι του Ενετού πρέσβη προς την Έδεσσα.

Ολίγον μετά την Όστροβαν ευρίσκεται ένα χωριό επάνω εις λόφον και εκεί πλησίον εγευματίσαμεν, ανευρόντες μίαν βρύσιν. Μετά το γεύμα εξηκολουθήσαμεν την πορείαν ανάμεσα από λόφους δενδρώδεις και κατόπιν εισήλθαμεν εις εν δάσος πυκνόν και εκτεταμένον, μέρος πολύ επικίνδυνον, διότι εδώ συνήθως ενεδρεύουν διάφοροι κακοποιοί. Μόλις εφθάσαμεν εκεί, εμάθομεν ότι την προτεραίαν είχον φονεύσει ένα Τούρκον, ο οποίος είχε σταλή από τον κύριον του ίνα αγοράση φορέματα γαμήλια. Μας έδειξαν μάλιστα και το αίμα εις το μέρος ακριβώς όπου ο δυστυχής εδολοφονήθη. Δι αυτόν τον λόγον η αυτού εξοχότης διέταξε την συνοδείαν να βαδίζη ηνωμένη και να έχη και τα όπλα έτοιμα δια κάθε ενδεχόμενον”.

Το καραβάνι προσπέρασε την Άρνισσα και πλησίασαν σε ένα χωριό “εις λόφον” κοντά στο οποίο βρήκαν μια βρύση και γευμάτισαν. Στον δρόμο προς Έδεσσα μετά την Άρνισσα ένα χωριό που ταιριάζει με την περιγραφή είναι το χωριό Δροσιά. Μετά συνέχισαν περνώντας από τα στενά Μουχαρέμ Χάνι με κατεύθυνση τον Άγρα. Στα στενά μας πληροφορεί ότι ενέδρευαν κακοποιοί και μάλιστα είχαν σκοτώσει έναν Τούρκο την προηγούμενη μέρα που προφανώς θα πήγαινε με αρκετά λεφτά στην Έδεσσα για να αγοράσει γαμήλια δώρα. Είναι γεγονός ότι για πολλούς αιώνες κακοποιοί και κλέφτες παραμόνευαν σε κλεισούρες και στενά στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής επικράτειας για να ληστέψουν τους περαστικούς. Οι αλλοδαποί πλούσιοι επισκέπτες μάλιστα αποτελούσαν ιδιαίτερα προσφιλή στόχο γιατί, αφού ληστεύονταν, πιάνονταν και όμηροι για να απελευθερωθούν μόνο μετά την πληρωμή πολλών λύτρων. Για τον λόγο αυτό ταξίδευαν συνήθως σε μεγάλα καραβάνια υπό την προστασία καλά πληρωμένων ενόπλων γενιτσάρων.

Εξελθόντες του δάσους, διήλθομεν τον ποταμόν Βόδαν, επί μιας ξυλίνης γεφύρας και δια μέσου μιας στενωπού, ένθεν και ένθεν της οποίας υπάρχουν απόκρημνοι βράχοι. Τόπος όμοιος με το Faragno που συναντά κανείς μεταβαίνων από τα Χανιά εις τα Σφακιά. Ανέβημεν είτα απί λόφου καταφύτου και γεμάτου από νερά και κήπους και εφθάσαμεν εις την πόλιν των Βοδενών η οποία ευρίσκεται απί της κορυφής του λόφου και κατελύσαμεν εις το καρβασαράν, αρκετά ακατάλληλον, αλλ’εύρομεν ψωμί και κρασί. Εις Βοδενά εδρεύει Καδής. Δια μέσου της πόλεως τρέχουν πολλά νερά και είναι πολλαί κρήναι και πολλοί κήποι”.

Ο δρόμος από Άγρα προς Έδεσσα όπως τον αποτύπωσε ο Έντουαρτ Λήρ το 1848, δυόμισι αιώνες μετά την διάβαση των Μπερνάρντο και Καβάτσα. Δίνει την εντύπωση μιας σκαμμένης στο βράχο διάβασης.

vogdena-15-sept-1848-2-resized

Στη περιοχή του σημερινού χωριού Άγρα πέρασαν μέσω μιας ξύλινης γέφυρας από την δεξιά στην αριστερή όχθη του Εδεσσαίου ποταμού. Αυτός θα ήταν τότε ο κανονικός δρόμος προς Έδεσσα. Η διαδρομή από το μέρος όπου γευμάτισαν μέχρι την Έδεσσα θα πρέπει να ήταν η χάραξη της αρχαίας Εγνατίας οδού, και μετά τον Άγρα θα ακολουθούσε την αριστερή όχθη του ποταμού και όχι την δεξιά από όπου πηγαίνει σήμερα ο αυτοκινητόδρομος. Σημειώνουμε επίσης ότι παραδόξως δεν αναφέρει ύπαρξη χωριού εκεί. Αντίθετα εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από το απόκρημνο τοπίο που το συγκρίνει με το φαράγγι ανάμεσα σε Χανιά και Σφακιά! Τον δρόμο αυτό διάβηκε και ο Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς το 1855 και δίνει την ίδια περίπου περιγραφή, δηλαδή σαν σκαμμένου στο βράχο δρόμου. Ο Καβάτσα δυστυχώς δεν αναφέρει τίποτα το σημαντικό για την Έδεσσα παρά μόνο ότι έχει την έδρα του ένας ιεροδικαστής και ότι την διατρέχουν πολλά νερά, έχει πολλές βρύσες ενώ είναι γεμάτη με κήπους. Σημειώνει όμως ότι είχε καραβάν-σεράι όπως και στο Μοναστήρι. Η φράση μάλιστα “εις το καρβασαράν” υποδηλώνει λογικά ότι υπήρχε ένα μόνο καραβαν-σεράι. Για τα καραβαν-σεράγια μας πληροφορεί ένας άλλος περιηγητής της εποχής εκείνης, ο Γάλλος φυσιοδίφης του 16ου αιώνα Πιέρ Μπελόν (Pierre Belon – Observations de plusieurs singularitez, Paris 1553). Ο Μπελόν, που ταξίδεψε μεταξύ άλλων σε Χαλικιδική, Θεσσαλονίκη και ανατολική Μακεδονία μισό περίπου αιώνα πριν από τον Μπερνάρντο, έγραψε ότι δεν υπήρχαν ξενοδοχεία στη Τουρκία αλλά έβρισκε κανείς ξενώνες. Αναφέρει το παράδειγμα του Ιμπραΐμ πασά στη Καβάλα ο οποίος είχε κτίσει ένα οίκημα που οι Τούρκοι αποκαλούσαν καραβαν-σεράι. Εκεί γίνονταν δεχτοί για διανυκτέρευση όλοι οι ταξιδιώτες ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Αποτελούνταν από άδεια δωμάτια στα οποία οι περαστικοί έστρωναν τις δικές τους κουβέρτες και σεντόνια ενώ τους προσφέρονταν συνήθως τραχανάς, πλιγούρι ή ρύζι σε πιάτα που έφερναν μαζί τους (εξ ου μάλλον και η στρατιωτική καραβάνα). Όλα ήταν δωρεάν. Καραβάν-σεράγια έχτιζαν συνήθως πλούσιοι Οθωμανοί σαν πράξη αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας ελπίζοντας σε μετά θάνατον ουράνια ανταπόδοση. Είχαν συνήθως δίπλα λουτρά και τζαμί για την κάθαρση του σώματος και τον εξαγνισμό της ψυχής των μουσουλμάνων. Κατασκευάζονταν κοντά σε κύριους οδικούς άξονες ή δίπλα σε εμπορικές συνοικίες και στο εσωτερικό τους γίνονταν συχνά αγοραπωλησίες και εμπορικές πράξεις. Με βάση τα στοιχεία του Μπελόν αλλά και τα ιστορικά στοιχεία της πόλης, το καραβαν-σεράι που αναφέρει ο Καβάτσα λογικά θα πρέπει να ήταν κοντά στο Χουνκιάρ τζαμί, που σήμερα ανήκει στον φιλοπρόοδο σύλλογο “ο Μέγας Αλέξανδρος”. Το Χουνκιάρ τζαμί εκτιμάται ότι ήταν το πρώτο τζαμί που είχε κτιστεί στη πόλη μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς. Βρισκόταν κοντά στην αγορά αλλά και δίπλα στην κεντρική οδό που οδηγούσε προς τον Άγρα ενώ τα άλλα γνωστά τζαμιά ήταν διεσπαρμένα στις τουρκικές γειτονιές.

Το Χουνκιάρ τζαμί τρεις περίπου αιώνες αργότερα, στις αρχές του 20ού αιώνα με τον φρεσκοχτισμένο νέο πύργου ρολογιού. Λογικά το καραβάν-σεράι θα ήταν κτισμένο κοντά στο τζαμί.

%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%ba%ce%b9%ce%ac%cf%81-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%bc%ce%af-resized

Την Δευτέρα 27 Μαΐου ξεκίνησαν δυό ώρες μετά την ανατολή για τα Γιαννιτσά.

Κατελθόντες τον κατάφυτον λόφον και βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου εισήλθομεν εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza. Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος· ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου. Εν τούτοις είναι τόπος αφρούρητος και εγκαταλελειμμένος, αλλά φαίνεται ότι πρόκειται περί αρχαίων ερειπίων…Περάσαμεν ακολούθως από το χωριό Chielticchi και οδεύοντες πάντοτε δια μέσου ομαλής πεδιάδος διεκρίναμεν από το εν και από το άλλο μέρος ταύτης χωριά με σπίτια σκαπασμένα με κεραμίδια. Τα μέρη αυτά είναι πολύ εύφορα και κατάσπαρτα. Προχωρούντες προς την Θεσσαλονίκην, συνηντήσαμεν δύο καραβάνια καμήλων και κατόπιν δύο κάρρα με μίαν τούρκισσαν, η οποία με την συνοδείαν της ήρχετο από το Γενιτζέ και επήγαινεν ως νύμφη εις τα Βοδενά· μετ’αυτής ήσαν και λίγοι Τούρκοι υπηρέται έφιπποι που την συνώδευον. Μεταξύ δε αυτών και ένας εξωμότης εκ Chioggia ο οποίος ήτο απί ενός ωραίου και με καλήν σκευήν ίππου και εφαίνετο ωσάν να ήτο αυτός ο αρχηγός της ακολουθίας. Ούτος μας ηρώτησε δια έναν εκλαμπρότατον Thiepolo ως και δια έναν εκλαμπρότατον Giacomo Contarini και κατόπιν ευγενώς μας είπεν ότι, αν ευρίσκετο εις το Γενιτζέ, όπου είχομεν σκοπόν να διανυκτερεύσωμεν, θα μας περιεποιείτο και θα μας εξεύρισκε και κατάλυμα. Την 19ην ώραν, οδεύοντες πάντοτε δια μέσου πεδιάδος, εφθάσαμεν εις το Γενιτζέ, έδραν καδή κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά. Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν. Κατελύσαμεν εις ένα καρβασαράν όχι κατάλληλον. Είναι πόλις πλουσία και ευρήκαμε ψωμί και κρασί. Μας είπαν ότι εδώ οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς μετά την 24ην ώραν (δηλ. μετά τη δύση του ηλίου). Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα, και κατ’αυτόν τον τρόπον είναι όλα τα κάρρα που είδομεν από εδώ έως την Θεσσαλονίκην, και σύρονται από βουβάλια”.

Η πορεία που ακολούθησαν για να βγουν από την Έδεσσα δεν περιγράφεται με σαφήνεια. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι ο Καβάτσα αναφέρει πως η Έδεσσα βρίσκεται πάνω σε έναν λόφο τότε η φράση “βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου” μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βγήκαν από την πόλη από ανατολάς και προχώρησαν έχοντας τον Εδεσσαίο ποταμό στα δεξιά τους και τη λοφοσειρά, “το βουνό”, από όπου περνά σήμερα η σιδηροδρομική γραμμή στα αριστερά τους. Είναι δύσκολο να φανταστούμε την τότε τοπογραφία του ανατολικού άκρου της πόλης διότι η κατασκευή του εργοστασίου Άνω Εστία και λίγο πιο μακριά η κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών αλλοίωσαν τις ανατολικές προσβάσεις προς τον Λόγγο. Πολλοί θεωρούν ότι από εκεί περνούσε η Εγνατία οδός. Όταν οι ταξιδιώτες φτάνουν στο σημερινό Μαυροβούνι ατενίζουν την απέραντη πεδιάδα “ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Η λέξη βαρδαρόνας προέρχεται από τον ποταμό Βαρδάρη που χύνει τα νερά του στην άκρη της πεδιάδας αυτής, στον Θερμαϊκό κόλπο. Είναι τουρκικής προέλευσης. Όπως μας πληροφορεί ο Παύλος Καλλιγάς (Μελέται Βυζαντινής Ιστορίας, 1856) “ο Αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) μετώκησεν εις τας εκβολάς του Αξιού 14 χιλιάδας Τούρκων, εξ ών ο μεν Αξιός ωνομάσθη Βαρδάριος, ούτοι δε Βαρδαριώται, ενωρίς εκχριστιανισθέντες και ίδιον έχοντες επίσκοπον Βαρδαριστών ήτοι Τούρκων”. Την ίδια εξήγηση δίνει και ο Γάλλος Πουκβίλ (Pouqueville, Voyage de la Grèce, 1826) σημειώνοντας όμως ότι οι μέτοικοι είχαν περσική καταγωγή (Περσών χιλάδων ιδ’). Για τη λέξη σλάνιτσα ο Κ. Μέρτζιος υποστηρίζει ότι σημαίνει αλμυρά (από το σλαβικό σλαν). Η ερμηνεία αυτή ίσως να οφείλεται στην ύπαρξη των μεγάλων πηγών της Αραβησσού, πλην όμως τα νερά δεν είναι ούτε αλμυρά ούτε έχουν άλατα. Η δεύτερη εκδοχή δίδεται από τον Κ. Σταλίδη (Το Βυζαντινό τοπωνύμιο Σλάνιτσα, 2007) σύμφωνα με την οποία η ονομασία προέρχεται από τη λέξη slana που σημαίνει πάχνη. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η λίμνη των Γιαννιτσών και οι εκτεταμένοι υγρότοποι που την περιέβαλαν δημιουργούσαν συχνά πάχνη και ομίχλη σε όλη τη περιοχή κατά τις πρωινές ώρες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του Καβάτσα για ένα κάστρο που ήταν ορατό από μακριά. Η περιγραφή μας θυμίζει έντονα το κάστρο της Χρυσής στην Αλμωπία “Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος · ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου.”. Ήταν όμως αδύνατο να δουν το κάστρο της Χρυσής εκτός αν είχαν επιλέξει άλλη διαδρομή μέσω Αψάλου, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Ο Κ. Σταλίδης πιστεύει ότι πρόκειται για τα τείχη της ακρόπολης της αρχαίας Έδεσσας: “όσο για το φρούριο που διακρίνει θα πρέπει να πρόκειται για την οχυρωμένη ακρόπολη της Έδεσσας, ενώ το τείχος σε σχήμα ημισελήνου θα πρέπει να είναι κάποιο μέρος από τα τείχη της αρχαίας πόλης στον Λόγγο” (Δρόμοι στην Έδεσσα κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, 2012). Εάν όμως ήταν τα τείχη της αρχαίας Έδεσσας, ο Καβάτσα θα το είχε αναφέρει κατεβαίνοντας προς τον Λόγγο και πριν εισέλθουν “εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Επίσης είναι αμφίβολο αν τα τείχη της Έδεσσας είχαν αντέξει στον καταστρεπτικό σεισμό του 1395. Αλλά και αν είχαν αντέξει το πιθανότερο θα ήταν να είχαν καταστραφεί αμέσως μετά από τους ίδιους του κατοίκους για την ανοικοδόμηση της νέας πόλης ψηλά στην Ακρόπολη, στη σημερινή της τοποθεσία, όταν εγκατέλειψαν την κατεστραμμένη πόλη κάτω στον Λόγγο. Το κάστρο στο οποίο αναφέρεται ο Καβάτσα πρέπει να βρίσκεται μετά το Μαυροβούνι και συγκεκριμένα στους πρόποδες του βουνού Πάικο όχι πολύ μακριά από την Εγνατία οδό προς Γιαννιτσά. Ο Γάλλος πρόξενος Θεσσαλονίκης Κουζινερύ (Cousinèry, Voyage dans la Macèdoine, 1831) στο πρώτο του ταξίδι στη περιοχή την άνοιξη του 1776 και κατά την επιστροφή του από την Έδεσσα παρέα με τον μητροπολίτη Γερμανό, διανυκτέρευσε σε ένα χωριό που ονομαζόταν Παλαιόκαστρο. Σημείωσε μάλιστα ότι η λέξη σημαίνει παλιό κάστρο στα ελληνικά. Λίγα χιλιόμετρα από το χωριό υπήρχαν πλούσιες πηγές που τις επισκέφτηκε και τον εντυπωσίασαν ιδιαίτερα (σημερινές πηγές Αραβησσού). Δεν κάνει όμως καμιά αναφορά σε σωζόμενο κάστρο. Ούτε ρώτησε τον μητροπολίτη περί αυτού. Εξετάζοντας παλιούς χάρτες βρίσκουμε το τοπωνύμιο Παλαιόκαστρο πολύ κοντά στη σημερινή Αραβησσό. Είναι το χωριό στο οποίο διανυκτέρευσε ο Κουζινερύ και χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το μέρος που αναφέρει ο Καβάτσα. Ανατρέχοντας στον Γάλλο αρχαιολόγο Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που ερεύνησε την περιοχή το φθινόπωρο του 1855 πληροφορούμαστε ότι στη θέση Παλαιόκαστρο ήταν κτισμένη η αρχαία Κύρρος. Ο Γάλλος αρχαιολόγος ανέβηκε στο κάστρο και βρήκε τις βάσεις των τειχών. Λίγο βορειότερα βρήκε και το αρχαίο λατομείο που είχε χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση της Κύρρου και της Πέλλας. Η Κύρρος ήταν μια από τις μεγάλες πόλεις της Κάτω Μακεδονίας μαζί με Πέλλα, Βέρροια, Έδεσσα, Σκύδρα, Μίεζα και Ευρωπό. Ήταν η πρώτη φορά που η τοποθεσία της αρχαίας Κύρρου, γνωστής από την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκιδίδη, ταυτοποιήθηκε στη σύγχρονη εποχή. Ο Ντελακουλόνς εκτιμά ότι το κάστρο ήταν η αρχαία ακρόπολη της μακεδονικής πόλης, το οποίο, όπως αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος, ξαναχτίστηκε από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, μάλλον επί Ιουστινιανού. Το κάστρο λοιπόν που είδε ο Καβάτσα το 1591 μάλλον ήταν ότι απέμενε από το ανοικοδομημένο βυζαντινό κάστρο της αρχαίας Κύρρου που απείχε περί τα τρία χιλιόμετρα από την Εγνατία οδό. Το χωριό Παλαιόκαστρο έπαυσε να υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η διαδρομή που ακολούθησε ο Ενετός πρέσβης από την Έδεσσα στα Γιανιτσά και το χωριό Παλαιόκαστρο, η θέση της αρχαίας Κύρρου, από αυστριακό χάρτη του 1904

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%ad%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%cf%84%cf%83%cf%8e%ce%bd-resized

Στη συνέχεια ο Καβάτσα μας πληροφορεί για την κίνηση στον δρόμο (δυο καραβάνια με καμήλες επί της Εγνατίας οδού) και μια ακολουθία από δυο κάρα που μετέφεραν μια Γιαννιτσώτα μουσουλμάνα νύφη στην Έδεσσα, σίγουρα με την προίκα της, υπό την αρχηγία ενός εξισλαμισμένου (εξωμότη) Ενετού (η Chioggia είναι γειτονική πόλη της Βενετίας και βρίσκεται στην ίδια λιμνοθάλασσα). Φτάνοντας στα Γιαννιτσά καταλύουν σε ένα καραβαν-σεράι που πρέπει να βρισκόταν στην λεγόμενη Παλιά Αγορά, κοντά στην Εγνατία οδό. Παρά το ότι ήταν κατ’εξοχήν (ιερή) τουρκική πόλη υπήρχαν και Έλληνες κάτοικοι “κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά”. Τα Γιαννιτσά είναι η μόνη πόλη όλης της διαδρομής που την ονομάζει πλούσια και αναφέρει μια ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα “Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν”. Παρά το ότι είχε ζωή δυο μόνο αιώνων από την ίδρυση της από τον Γαζή Εβρενός είχε συγκεντρώσει μεγάλο τουρκικό πληθυσμό. Ίσως η προσέλκυση, λόγω της ιερότητας και του πλούτου της πόλης, πολλών μουσουλμάνων από διάφορα μέρη της Βαλκανικής να οδήγησε και σε εσωτερικές αντιζηλίες και τριβές που δημιούργησαν τη φήμη ότι εκεί “οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς” μετά τη δύση του ηλίου. Τέλος η περιγραφή των κάρων που σύρονται από βουβάλια δεν μας ξενίζει αφού επιβίωσαν μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα.

“Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα…και σύρονται από βουβάλια”. Τα κάρα που είδε ο Καβάτσα το 1591 επιβίωσαν μέχρι τον 20ο αιώνα. Η παρακάτω φωτογραφία είναι τραβηγμένη στη Κοζανη στις 14-9-1916. 

1916 09 14 charriots à boeufs

Το ημερολόγιο του Καβάτσα αποτελεί την παλιότερη γνωστή περιγραφή της διαδρομής Μοναστηρίου – Έδεσσας – Θεσσαλονίκης. Αν και το ταξίδι ήταν στη πραγματικότητα μια κούρσα ταχύτητας λόγω της ιδιαίτερης αποστολής του Ενετού πρέσβη, η παρατηρητικότητα του γραμματέα του μας εκπλήσσει με την ακρίβεια και αντικειμενικότητα των περιγραφών του. Ο επόμενος δυτικός επισκέπτης θα είναι ο Γάλλος πρόξενος Κουζινερύ, στα τέλη του 18ου αιώνα, για τον οποίο έχουμε γράψει εν εκτάσει σε σειρά άλλων αναρτήσεων. Τον 19ο αιώνα το ρεύμα των επισκεπτών θα αυξηθεί σημαντικά ενώ ατις αρχές του 20ύ αιώνα η περιοχή θα κατακλυστεί από τα στρατεύματα της Αντάντ.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, ας αναφέρουμε και το τέλος της περίφημης μυστικής αποστολής. Φτάνοντας στη Κωνσταντινούπολη ο Μπερνάρντο πηγαίνει αμέσως να συλλάβει τον πρέσβη. Στο κεφαλόσκαλο της πρεσβείας ο Λιπομάνο τον περιμένει και του λέγει ότι είχε μάθει εδώ και μέρες για τον λόγο της επίσκεψης του αλλά παρέμεινε στη Κωνσταντινούπολη γιατί ήθελε να ταξιδέψει στη Βενετία για να αποδείξει πόσο λάθος είχε κάνει το Συμβούλιο να πιστέψει τις κακοήθειες εναντίον του. Παρά λοιπόν τις μεγάλες προφυλάξεις του Μπερνάρντο, τα νέα της αποστολής του είχαν ταξιδέψει πιο γρήγορα από τον ίδιο στη Κωνσταντινούπολη. Ο Αλβανός μεγάλος βεζίρης Σινάν πασάς πράγματι είχε προσφερθεί να φυγαδεύσει τον Λιπομάνο εκτός Κωνσταντινούπολης αλλά εκείνος αρνήθηκε επιθυμώντας να μείνει για να ξεπλύνει τις εναντίον του κατηγορίες. Άλλωστε ήταν γόνος μιας από τις πιο παλιές και ευγενείς οικογένειες της Βενετίας που είχε προσφέρει σειρά εκλεκτών ανδρών στα πολιτικά της πράγματα. Ο Μπερνάρντο, εκτελώντας κατά γράμμα την εντολή που είχε λάβει, συνέλαβε τον Λιπομάνο και τον έστειλε με γαλέρα πίσω στη Βενετία. Πλησιάζοντας στην πατρίδα του και διακρίνοντας την λεπτή ακτογραμμή του Λίντο ο Λιπομάνο πήδηξε από την κουπαστή στη θάλασσα και πνίγηκε. Έτσι έβαλε τέλος ο ίδιος στη ζωή του, τουλάχιστον αν πιστέψουμε την επίσημη ενετική εκδοχή για τον θάνατο του. Η ανεπίσημη είναι ότι πέθανε από τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη στα υπόγεια του ωραιότατου παλατιού των Δόγηδων.

The Almopia Decauville train

For the Greek version here

Inefficient communication networks were one of the major problems that Entente army faced in Macedonia during the 1915-1918 campaign. The area had just been incorporated into the Greek State after the Balkan wars of 1912-13. Roads for automobiles were simply non-existent as there were simply no cars at the time. The roads were mostly narrow paths and the means of transport were horses, donkeys, mules and ox-drawn carts. The only known road axis, Via Egnatia, built in the 2nd BC century by the Romans, was still the main link between Thessaloniki (Salonika) and western Macedonia, poorly maintained for centuries. The sudden arrival of hundreds of thousands of soldiers, thousands of cars and lorries and thousands of canons called for an urgent improvement of the existing transport networks. It is estimated that 900 km of new roads were built and 300 km of existing roads were improved during that period.

The three single track railways linking Thessaloniki with Belgrade to the north, Monastir (Bitola) to the west and Constantinople to the east had a limited capacity for the needs of the army. Gordon Smith, correspondent of the New York Tribune in Thessaloniki, describes his experience of a short trip by train in the autumn of 1916.
“I left Salonica by the Monastir railway, my destination being Vertekop (Skydra), a station about 40 miles from Salonica as the crow flies but about 70 by rail on account of the extraordinary detour made by this line, which first runs southwest to Veria and then turns at an acute angle due north toward Vodena (Edessa). The first difficulty was to find the train at the Salonica station. It was supposed to start at midnight so that it had to be found in the darkness of the night. As there were over a score of tracks each packed with flat trucks and freight cars this alone was an adventure. As all the tracks were filled from end to end, this meant climbing over the buffers of coupled freight cars and splashing about in the puddles of water that usually lay between the tracks. On account of the danger of enemy air raids the whole station was in black darkness and as most of the employees only spoke Greek it was no easy matter to locate anything. The train when I did find it consisted of an endless succession of flat cars, box cars and cattle trucks, the latter used for moving the horses and mules necessary at the front. Up near the engine was a single passenger coach which had certainly seen better days. Window glass was conspicuous by its absence and one of the doors would not shut and had to be tied with string to keep it closed. As six passengers were placed in each compartment the possibility of sleep was reduced to a minimum. Though all the passengers were punctually on board at midnight it was nearly four o’clock before we got under way. The average speed was about seven or eight miles an hour and the stops were frequent and interminable. As the line was single track we were side-tracked at nearly every station to let empty trains coming from the front pass. The result was that it took us over ten hours to cover the sixty miles separating us from Vertekop”.

Leaving the plain, the railroad climbs to Edessa and Arnissa (Ostrovo). We read in the “Rapport de renseignement No20, 178/2 du 2 Septembre 1916” from Salonika headquarters to Grand Quartier Général (GQG) in Paris that “the line, with many bends and multiple tunnels, climbs 508 meters between Vertekop (30 m) and Ostrovo (538 m) at a distance of 30 km. The Vertekop – Vladovo section (419 m), 20 km long with a slope of 2.5%, is very difficult to ride even with very slow speed. For 20-25 wagons, it is necessary to use three locomotives, two in front and one in the back. “

The northern Greek border in early 1916 from a French map. With blue line I marked the entrenched camp built by General Sarrail to protect Thessaloniki from Bulgarian attack

1synora-1915-16-resized

Such was the situation in spring of 1916 when General Sarrail, head of the Entente forces, decided to head the army out of the Salonika entrenched camp and deploy it along the northern Greek borders. He had already agreed with the Greek authorities, who kept a neutral position to the conflict at the time, to replace the Greek military units in the northern border by Anglo-French and Serbian troops. British troops would be lined up along the Struma valley and Doïran, the French would be deployed on both sides of the Vardar valley and the Serbs would be placed along the Voras (Moglena) mountain range up to Florina and Prespa lakes. The Serbian army had just arrived in Salonika. After the Great Retreat of autumn 1915 through Montenegro and Albania and a short stay in Corfu, they moved to Mikra near Salonika where they were re-armed and trained by French officers. They were about 150,000 men including Yugoslav volunteers from Slovenia, Croatia, Herzegovina and Montenegro. The western part of the front, the Serbian section, was next to home as they used to say, just behind the Voras mountain range. This mountain, a real wall, was then the border between Greece and Serbia and had become the front line between Entente and Central Powers. It stretches for about 70 kilometers from Vevi (Banitsa) in Western Macedonia to the villages of Periclia and Huma in the east. The Serbs were organized at that time in three Armies of two Divisions each, plus a Cavalry Regiment. The 1st Army (Divisions Morava and Vardar), led by General Michitch, was assigned the eastern sector, from Koùpa (near Skra) to Foùstani. The 2nd Army (Divisions Timok and Shoumadia), led by General Stepanovitch, occupied the central section from Foùstani to Ano Koryfi near Orma (Tresina). The 3rd Army (divisions Drina and Danube), led by General Vachitch, was in charge of the extensive western sector from Ano Koryfi to Florina and Prespa lakes.

The Voras mountain range (in greek ΒΟΡΑΣ) extends from Vevi in the West to Periclia / Huma in the East. In purple colour the approximative front line in mid-August 1916, almost identical to the then Greek – Serbian border. The red line indicates the positions of the three Serbian Armies (I, II, III). The blue line shows the sector of 122nd French Infantry Division. In black is the railway line Thessaloniki – Monastir (Bitola) and the brown one marks the decauville line from Skydra to Apsalos (A), Xifiani (Ξ) and Aridea.

2front-1916-resized

The construction of the first decauville line in 1916
Almopia valley was isolated from road and rail networks of the broader region. In May and June of that year the 2nd bis French regiment of Zouaves had transformed the narrow path linking Skydra to Aridea (Subotsko) into a larger dirty automobile road. However, for the daily provision of food and ammunition it was considered necessary to have also a railroad. The order to construct a light and narrow decauville line was taken at the end of June and the job was entrusted to lieutenant-colonel Premovitch, commander of the pioneers of the Serbian army, with help and supervision from French engineers (les sapeurs des chemin de fer). Progress of work was reported to Paris through the quarterly and monthly reports from Salonika. Work began in the first half of July (Compte rendu of 07.18.1916) and already on 12 August, the section Skydra – Nea Zoï was ready (Rapport de renseignements no20 178-2 of 09.02.1916). On 10 September the entire line Skydra – Xifiani (Kosturian) was ready (Compte-rendu 18/9/1916) and a decision was taken to extend the line to Aridea. In the report of 16 October, Sarrail announces the start of work for the new section (on commence également le prolongement de la voie de 0m60 vers Subotsko), while its completion took place in the first days of December (“Rapport de Novembre 1367/4 du 3 décembre 1916 “). So in five months the decauville line Skydra – Aridea was up and running!

The road Apsalos – Aridea under construction by the Zouaves in June 1916 with the Voras ridge in the background

3road-to-subotsko

The decauville line was running next to the French airfield of Mavrovouni, near Skydra (Vertekop)

4decauville-airfield-mavrovouni

The first bridge on 6th km of Skydra – Apsalos section

5vertekop-xifonia-6km

In the same position there is today a road bridge

6-%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82-6%cf%87%ce%bb%ce%bc

The railroad was following the dirty road built by the Zouaves a few weeks earlier. Here the bend before the ‘Rock with the hole‘ near Nea Zoï village

7vertekop-xifonia-9km

After Nea Zoï village there was a shorter bridge. The French officer of ‘Sapeurs des chemins de fer’ supervises the construction

8vertekop-xifonia-12km

Fishing by Senegalese of the 17th colonial division near the bridge a year later

9%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%ce%b6%cf%89%ce%ae-%cf%87%ce%b9%ce%bb-12-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%b6%ce%bf%ce%b9-%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bf%cf%85%ce%bd-13-06-17

The bridge today is part of a rural road 

10resized

The steel basis of the bridge is the same since 1916. It sustains the concrete of the modern road

11-resized

The station of Apsalos (Dragomanci) is still there with a small section of the decauville line

12-resized

Just behind the station it was the big Serbian hospital of the 2nd army. In the photo the same position then and now

13tote-k-twra

The correspondent of the New York Tribune, who travelled to Apsalos (Dragomanci) in 1916 writes:
“No one dropping into Dragamanci would ever have imagined that the peaceful little village was a centre of warlike activities. Its six hundred inhabitants were mostly Turks. All day long from the village schoolhouse, where a couple of score of children sat cross-legged round the teacher, came a droning chant as they all repeated their lessons in unison. The only sign of the military occupation was when a staff automobile would shoot along the street carrying officers to or from the front. The only other sign of war was the continuous drone of the heavy gims which echoed from the distant mountains. In a meadow near the exit of the village a score of tents were pitched. A narrow stream meandered through it, crossed by a simple plank bridge. On the other side a solitary tent was pitched. This was the home of Field-Marshal Stepanovitch, commander of the Second Serbian Army, the most taciturn soldier in the service of King Peter. When he was not in his tent, immersed in his maps and plans, he wandered alone. The only persons he ever spoke to were the little village children who little knew that the man in the shabby uniform was one of the greatest generals in an army that counts many soldats d’ elite”.

“All day long from the village schoolhouse, where a couple of score of children sat cross legged round the teacher, came a droning chant as they all repeated their lessons in unison”

14sxoleio-dragomanci

“A narrow stream meandered through it, crossed by a simple plank bridge”

15%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82

Next decauville bridge was near the Xifiani (Kosturian) village

16pont-xifiani

In Aridea was the end of the 1916 line. Below in front of the Aridea station, it’s the loading of a 155mm canon hit by airstrike

17decauville-sobutsko-canon-155

The same foreign correspondent arriving in Aridea observes: Next day I rode on to Soubotsko, the Headquarters of the Shumadia Division. No one dropping into Soubotsko would have imagined that it was one of the storm centres of the Balkan campaign. It presented a picture of peace such as would have gladdened the heart of any pacifist. The two streets that form the village, the shorter one at right angles to the other, running along a sluggish stream of doubtful purity, were lined with a few wretched shops in which soap, petroleum, sugar and a few other strictly necessary articles were to be found. Luxuries here were none, unless one counts the inevitable tins of concentrated milk and a few stray boxes of sardines in that category. At the angle where the streets join, the solitary mosque of the village, and a marble fountain with a Turkish inscription, formed the last souvenirs of the regime of the Sultan. Here, once a week, the populace of the surrounding country poured in on foot and on donkeys to hold a market. The goods on display did not have, however, a total value of more than a hundred francs or so, consisting mainly of onions, chestnuts, paprika and such oddments as pins, needles and thread. I saw one red-turbaned merchant spend the whole day cross-legged in front of a couple of dozen boxes of matches. As these sold for a cent apiece, even if he had disposed of his whole stock (which he certainly did not), his gross receipts would not have been twenty-five cents. From time to time a grey-bearded man with a red fez climbed on to the marble fountain and made a speech. At first I thought he was a political agitator, as he spoke with apparent eloquence and conviction, but I discovered he was only the town crier making known the latest municipal decrees. From the freezingly cold reception given to his pronouncements, I imagine he was proclaiming some fresh taxation, or something of the sort.

From 9 o’clock in the morning hundreds of peasants, the men, Turkish fashion, mounted on donkeys, and the women walking on foot, poured into the village. Even the small boys rode, while their mothers walked behind, the outward tribute to the predominant position of the male. The feminist movement has a long distance to go in Macedonia. The chief business of the males on market days seemed to be to sit cross-legged on the ground in the various cafes (wooden sheds with beaten earth floors open to the streets) and consume an endless number of microscopic cups of coffee. As the immense majority of the people are Mahometans, 90 per cent of them wore either fezes or turbans.

The extensions of the decauville line in 1918

In late spring 1918 the military situation in the Macedonian Front was profoudly changed. The first change was the differentiation of the front line. After the successful Entente campaign of the previous two years, the western part of the front had moved northward. It passed north of Prespa lakes and Monastir, to Macovo (FYROM) and then passed south of Gradesnitsa (FYROM) and continued south of Sokol peak and of Dobropolie plateau in the Greek-Serbian border. The second important change was Greece’s entry in the war on Entente’s side. Nine Greek divisions were added to the allied army creating practically an equilibrium of forces. General Louis Franchet d’Espèrey, who replaced General Guillaumat on 18 June as commander-in-chief of the Entente forces, said in a radio interview in the ‘30s:

After my arrival, I went to see Prince Alexander who was the leader of the Serbian army (it was June 28, the anniversary of Ferdinand’s assassination in Sarajevo). I went to his headquarters in Yelac (FYROM) in a wooden hut. He was not fond of the city’s entertainments and preferred to live in a hut, offered to him by the British and built on Serbian territory conquered in the previous year. The next day (June 29) we went up riding to Floka peak. I had the pleasure to meet there an old friend, Major Claemens, commander of two French batteries supporting the Serbs. It was he who explained to me very clearly the tactical situation. It was 6:00 in the afternoon. Although it was June the sun had begun setting and the oblique rays lit up the Bulgarian positions: facing south was possible to see not only the first Bulgarian lines – we were at 2400 meters and them at 1800 – but also the second lines until the last one at Koziak. It was a unique opportunity. The Serbs were enthusiastic and ready to march, they were highlanders, but they lacked the methods of modern warfare. I decided to give them two French divisions: the first one I knew very well because it was me who had formed in 1915, the 122nd Infantry Division; the other one was commanded by an old friend whom I knew and appreciated in China during the Boxers war, the General Pruneau of 17th colonial Infantry Division. I decided that these two divisions would break the “crust” of the first Bulgarian lines and behind them the Serbs would follow …. The allied army consisted of people of all races and religions which was historically unprecedented. I had the British army that consisted of English, Scots, Irish, Cypriots and Indians. I had the French army composed of French, Algerians, Tunisians, Moroccans, Annamites (Vietnamese), Cambodians, Senegalese, Malgasious. I had Albanians, Russians, Italians, and Greeks of course who offered me a very great service because thanks to the Greeks I was able to form the necessary critical mass for maneuvering. Thanks to Venizelos I was able to give two divisions to the Serbs, and several heavy guns”.

Left: Prince Alexander with Franchet d’Espèrey in Yelac next to the wooden hut on 28 June. Right: Prince Alexander, Franchet d’Espèrey and Marshal Michitch at Floka in June 29, 1918

19yelac-and-floka

It should be noted, however, that already by the end of 1916, general Pavlovitch, commander of Shoumadia division and General Stepanovitch of the 2nd army believed that an attack through Dobropolie had a lot of chances of succes. However, the French had to be convinced. Sarrail and his successor Guillaumat were not of the same opinion. But Franchet d’Espèrey believed in it and after the two-day trip to Yelac he radically changed the plans. According to the previous Guillaumat’s plan, the mountain range of Voras, and Almopia valley in general, would only play a minor role, a defensive role. With the new plans, Almopia would become the main theater of the battle, the two French divisions being the spearhead of the attack! Who could seriously believe that an attack at an altitude of 1,800 meters was possible and had a chance of success? Certainly not the commander of the German-Bulgarian Army, general von Scholtz. He was sure that their position in Voras were so favorable that they could easily defend the crests even if the opponents had larger forces. This view seemed to be shared by the commander of the 11th German army, General von Steuben who was defending the area north of Monastir.

The change of plans meant changing preparatory priorities. It was necessary now to improve all the roads in Almopia valley and expand the trails on the slopes of the mountain. And most importantly, it was urgent to extend the narrow decauville line in two directions: from Aridea to Sosandra and Promahi (Bahovo) near the foot of the mountain and from Apsalos to Orma near Loutraki (Pojar), the beginning of the ascent to Sokol and Dobropolie. The carrying capacity of the light rail should be increased from 200 tonnes/day to more than 600 tonnes/day, by using more locomotives and wagons. 600 canons, one third of all the canons of the Salonika Army, and 85,000 men would be squeezed in a distance of 30 km! The workload fell on the French and Italian pioneers assisted by Bulgarian prisoners and Russians Bolsheviks who refused to continue the war after the withdrawal of their new government from the war. Local residents from the Almopia villages were also used.

The positions early September of 1918. The 122nd French Division was located under Sokol (S) and the 17th French colonial division under Dobropolie (D). To the Right, the Serbian division Shoumadia (SH) aiming at Veternik (the Rock of Blood as the Serbs used to call it) and at Koziak (KO). Behind the 122nd was the Yugoslav division (YU), behind the 17th was the Timok division (TI). Further to the right, the first group of divisions under the French general d’Anselme with the participation of two Greek divisions (F + GR). Next to the 122nd division were the divisions of the 1st Serbian Army, i.e. Drina (DR), Danube (DA) and Morava (MO) and further to the west the Armée Française d’Orient (AFO) with a Greek division under general Henrys. Floka (F) was the observatory of the Serbian army, dominating all the Bulgaria occupied peaks in the east. In Yelac (Y) was the headquarters of Prince Alexander at 1,600 meters. Franchet d’Espèrey decided to carry heavy French artillery to Floka, at 2,300 meters !! For its transport they used the decauville line in green colour from Marina (Sakulevo) village near Florina to Scotsivir (FYROM), then with lorries from Scotsivir to Petalino (FYROM), with smaller cars to Yelac (FYROM) and with mules to Floka. It’s perhaps the highest position of heavy artillery (155mm) in history! Lighter loads were carried using the trail  Arnissa – Patima – Tourkolivado – Floka. For provisions to Divisions 122, 17, Yugoslav, Shoumadia and Timok the decauville lines of Orma and Sosandra – Promahi were used. In brown colour is depicted the decauville line of 1916 and in black the extensions built in 1918.

20-1918-%ce%bc%ce%ad%cf%84%cf%89%cf%80%ce%bf-resized

Franchet d’Espèrey to general Michitch on July 13, 1918: “…. in response to your letter of July 11, I have the honour to inform you that I agree with the creation of a 0.60 meters line from Dragomanci (Apsalos) to Poliani and Tresina (Orma) you proposed to urgently undertake … the orders have been given for the transport of the necessary materials for 16 km 0.60m line to Vertekop (Skydra) station …. According to your desire I put at your disposal the 3rd company of the pioneers of the railways (sapeurs des chemins de fer) “

21decauville-dragomanci-tresina-13-7-1918-resized

The Orma extension began on July 20 (Compte rendu 5/8/1918). On 28 August the line to Megaplatanos was ready (Compte rendu of September) and a few days later the remaining small section to Orma. We found no reference of the completion date of the Aridea – Sosandra – Promahi extension. A mid-August request by general Michitch to increase the capacity of Aridea – Promahi section to 400 tonnes/day may imply that the line was ready by that time.

The decauville train on the right and the normal one on the left in Skydra railway station

22decauville-vertikop-gare-1916-resized

Ammunition arrived in Skydra with the normal train from Salonika and then loaded into decauville wagons for distribution to the various warehouses in Almopia.

23decauville-vertikop-reserve-dobus-30-9-1916-resized

Entente soldiers relaxing after having loaded the decauville wagons

24decauville-a-droite-vertikop-30-9-1916-resized

In conclusion, the Almopia narrow railroad network was constructed in two periods. The Skydra – Aridea line was built between July and December 1916 for the supply of the Serbian divisions stationed in Almopia from the summer of 1916 onward. The material and design were provided by the French, the execution by the Serbs. The extensions from Apsalos to Orma and from Aridea to Sosandra and Promahi took place during the 1918 summer in view of Franchet d’Espèrey’s plans to break the enemy lines on the Voras ridge.

The Voras peaks east of Kaymakchalan (1) Kaymakchalan (Profitis Ilias) 2524m, (2) Koutsoumpeis 2440m, (3) Floka 2370m, (4) Sokol 1827m, (5) Dobro Polie 1750m, (6) Kravitsa 1772m, (7) Veternik 1755m, (8) Koziak 1817m, (9) Pinovo 2156m, (10) Djena 2182m

25%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%8d%cf%82-resized

Franchet d’Espèrey’s plan was succesful. Although it is not the subject of the present article, let’s say a few words about the biggest battle in the Balkans during WWI. The Entente bombardment started September 14th at 7 a.m. from Florina to Struma and continued all daylong. In Almopia the 600 canons poured their shells in the few miles of front line on the Voras crests. “The earth in the positions was completely destroyed or collapsed by the concentrated fire. The greater part of the trenches disappeared. In their place appeared huge pits, in which it was impossible to move around” said a Bulgarian observer. Next day, at 5:30 a.m.  the attack began. By the end of the day the three main objectives were attained despite the strong and brave Bulgarian resistance: Sokol, Dobropolie and Veternik were under the Allied control but with heavy losses. The second day the breakthrough continued and the following days the retreat of the Bulgarian army took bigger proportions. On Sepember 25th the Bulgarian government decided to seek an armistice (without tsar Ferdinand’s agreement). The armistice was agreed and signed between d’Espèrey and a Bulgarian delegation in the evening of 29, effective from September 30 at noon. The Bulgarian collapse came as a big surprise in Paris and London. “It was recognized at once that the end had come” writes Churchill while in a mission in Paris. And Hindenburg, the commander-in-chief of the German army will write three days later : “as a result of the collapse of the Macedonian Front….there is, so far as can be foreseen, no longer a prospect of forcing peace on the enemy”. It was the beginning of Kaiser’s fall.

The Balkan breakthrough in September 1918

26-1918-breakthrough-resized

What was the future of the light Almopia railway after the war? The French offered it to the Greek government who ceded it in 1923 to a private company, the “Macedonian Local Railways”. The decauville train operated for the transport of goods and people until 1931, but then following the crisis it was temporarily shut down and stopping altogether in 1936. Shortly afterwards the lines were removed and the locomotives and wagons were dispersed to other similar networks in Greece. The only known locomotive of the Almopia decauville seems to be currently in the Athens Railway Museum. Thus ended the life of the “little Karatzova train” from a glorious and historic period.

Η ιστορία της δημιουργίας του τρένου της Αλμωπίας

Τα δίκτυα επικοινωνιών ήταν ένα από τα μεγάλα προβλήματα που έπρεπε να επιλύσουν οι δυνάμεις της Αντάντ (Entente Cordiale – Εγκάρδια Συνεννόηση) στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας 1915-1918. Η περιοχή είχε μόλις ενσωματωθεί στο Ελληνικό Κράτος μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 με υποδομές που χαρακτηρίζονταν από αιώνες εγκατάλειψης. Δρόμοι για αυτοκίνητα ήταν πρακτικά ανύπαρκτοι απλά γιατί δεν υπήρχαν αυτοκίνητα πριν από τον Α’ Παγκοσμιο Πόλεμο. Οι δρόμοι τις περισσότερες φορές ήταν μονοπάτια και καρόδρομοι. Τα κύρια μεταφορικά μέσα ήταν άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, αραμπάδες και βοϊδάμαξες. Ο μόνος γνωστός δρόμος, η Εγνατία οδός, που χτίστηκε τον 2ο π.Χ. αιώνα από τους Ρωμαίους παρέμενε ο βασικός οδικός άξονας που συνέδεε την Θεσσαλονίκη με την δυτική Μακεδονία. Η ξαφνική άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, χιλιάδων αυτοκινήτων και φορτηγών, μικρών και μεγάλων πυροβόλων δημιούργησε το αδιαχώρητο. Οι πατημένοι για χρόνια από πόδια ανθρώπων και ζώων χωμάτινοι δρόμοι δεν μπορούσαν να αντέξουν το βάρος των οχημάτων. Τα ελαστικά τους έμπαιναν βαθειά στο χώμα ή κολλούσαν στο λασπώδες έδαφος. Το γαλλικό κυρίως μηχανικό δούλεψε σκληρά για την κατασκευή 900 χιλιομέτρων νέων δρόμων και τη βελτίωση 300 χιλιομέτρων σε όλη τη Μακεδονία. Ενας από τους δρόμους που βελτιώθηκαν ριζικά τότε ήταν και το τμήμα Σκύδρας – Έδεσσας – Άρνισσας.

Υπήρχαν βέβαια και οι σιδηροδρομικές γραμμές. Οι τρεις όμως μονές σιδηροδρομικές γραμμές που συνέδεαν τη Θεσσαλονίκη με το Βελιγράδι προς βορρά, με το Μοναστήρι προς δυσμάς και με την Κωνσταντινούπολη προς ανατολάς είχαν μια πολύ χαμηλή μεταφορική ικανότητα για τις ανάγκες του στρατού. Ο Gordon Smith, ανταποκριτής της New York Tribune στη Θεσσαλονίκη, περιγράφει την εμπειρία του από ένα σύντομο ταξίδι με τρένο τον φθινόπωρο του 1916. “Έφευγα από το σταθμό Θεσσαλονίκης με προορισμό το Vertekop (Σκύδρα), ένα σταθμό περίπου 40 μίλια από τη Θεσσαλονίκη σε ευθεία γραμμή, αλλά περίπου 70 μίλια με τον σιδηρόδρομο, λόγω της ιδιαίτερης χάραξης της γραμμής, η οποία πηγαίνει στην αρχή νοτιοδυτικά στη Βέροια και μετά παίρνει βόρεια κατεύθυνση προς τα Βοδενά (Έδεσσα). Η πρώτη δυσκολία ήταν να βρω το τρένο στο σταθμό Θεσσαλονίκης. Ξεκινούσε τα μεσάνυχτα και έπρεπε να το βρω στο σκοτάδι της νύχτας. Υπήρχαν αρκετοί συρμοί στις γραμμές, ο ένας δίπλα στον άλλο, όλοι φορτωμένοι απ άκρη σ άκρη και για να τους περάσω έπρεπε να σκαρφαλώνω πάνω από τις συνδέσεις των βαγονιών, πιτσιλώντας σε λακούβες με νερά. Για προστασία από αεροπορικές επιδρομές όλος ο σταθμός ήταν στο μαύρο σκοτάδι και όπως οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους μιλούσαν μόνο ελληνικά δεν ήταν προφανής η αναζήτηση του τρένου. Οταν τελικά το βρήκα, αποτελούνταν από μια ατελείωτη σειρά από φορτωμένα ανοιχτά βαγόνια, κλειστά βαγόνια, βαγόνια με βοοειδή ενώ το τελευταίο ήταν φορτωμένο με άλογα και μουλάρια. Κοντά στην ατμομηχανή ήταν η επιβατική άμαξα που σίγουρα είχε δει καλύτερες μέρες. Τα γυάλινα παράθυρα έλαμπαν διά της απουσίας τους και μία από τις πόρτες ήταν δεμένη με σπάγγο για να μένει κλειστή. Όπως σε κάθε διαμέρισμα είχε έξι επιβάτες η δυνατότητα του ύπνου μειώθηκε στο ελάχιστο. Αν και όλοι οι επιβάτες είχαν έρθει στην ώρα τους ήταν σχεδόν τέσσερις το πρωΐ όταν ξεκινήσαμε. Η μέση ταχύτητα ήταν περίπου επτά ή οκτώ μίλια την ώρα και οι στάσεις ήταν συχνές και ατελείωτες. Δεδομένου ότι η γραμμή ήταν μονή έπρεπε να μπαίνουμε σε διπλανή γραμμή σχεδόν σε κάθε σταθμό για να αφήσουμε να περάσουν τα άδεια τρένα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μας πήρε πάνω από δέκα ώρες για να καλύψουμε τα εξήντα μίλια που μας χώριζαν από το Βέρτεκοπ “.

Εγκαταλείποντας την πεδιάδα και αρχίζοντας την αναρρίχηση στο βουνό προς Έδεσσα και Άρνισσα τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο δύσκολα. Διαβάζουμε σε έκθεση της 2ας Σεπτεμβρίου 1916 «Rapport de renseignement No20, 178/2 du 2 Septembre 1916″ προς το Γενικό αρχηγείο στο Παρίσι ότι «η γραμμή, με πολλές στροφές και πολλές σήραγγες, ανεβαίνει κατά 508 μέτρα μεταξύ Βέρτεκοπ (30 m) και Όστροβο (538 m) σε μια απόσταση 30 χιλιομέτρων. Το τμήμα Βέρτεκοπ – Βλάδοβο (419 m) 20 χιλιομέτρων με κλίση 2,5% είναι ιδιαίτερα δύσκολο και με πολύ αργή ταχύτητα. Για 20 έως 25 βαγόνια, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν τρεις ατμομηχανές, δύο μπροστά και μία πίσω ».

Τα βόρεια ελληνικά σύνορα στις αρχές του 1916 από γαλλικό χάρτη. Με μπλε γραμμή τα ορια του περιχαρακωμένου στρατοπέδου που κατασκεύασε ο στρατηγός Σαράϊγ για την προστασία της Θεσσαλονίκης από βουλγαρική επίθεση

1synora-1915-16-resized

Τέτοια ήταν η κατάσταση την Άνοιξη του ’16 όταν ο στρατηγός Σαράιγ, επικεφαλής των δυνάμεων της Αντάντ, αποφάσισε να βγάλει τον στρατό από το περιχαρακωμένο στρατόπεδο γύρω από την Θεσσαλονίκη και να τον αναδιατάξει κατά μήκος των βόρειων ελληνικών συνόρων. Είχε ήδη συμφωνήσει με τις ελληνικές αρχές, που κρατούσαν τότε ουδέτερη στάση στην ευρωπαϊκή διένεξη, την αντικατάσταση των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων στα βόρεια σύνορα με αγγλο-γαλλο-σερβικά στρατεύματα. Τα βρετανικά στρατεύματα θα παρατάσσονταν κατά μήκος της κοιλάδας του Στρυμόνα και της Δοϊράνης, τα γαλλικά θα αναπτύσσονταν στην κοιλάδα του Αξιού μέχρι το Σκρα και την Κούπα και τα σερβικά θα τοποθετούνταν κατά μήκος της οροσειράς του Βόρα μέχρι την Φλώρινα και τις Πρέσπες. Ο σερβικός στρατός μόλις είχε καταφθάσει στη Θεσσαλονίκη. Μετά την Μεγάλη Υποχώρηση του φθινοπώρου 1915 δια μέσου Μαυροβουνίου και Αλβανίας, και μετά από μια σύντομη παραμονή στην Κέρκυρα, μεταφέρθηκε στη Μίκρα όπου είχε εκ νέου οπλισθεί και εκπαιδευτεί από γάλλους αξιωματικούς. Μετρούσε περίπου 150.000 άνδρες μαζί με τους Γιουγκοσλάβους εθελοντές που είχαν έρθει να βοηθήσουν από Σλοβενία, Κροατία, Ερζεγοβίνη και Μαυροβούνιο. Το δυτικό τμήμα του μετώπου, ο σερβικός τομέας, ήταν ακριβώς πλάϊ στην πατρίδα τους όπως συνήθιζαν να λένε, πίσω από την οροσειρά του Βόρα. Αυτός ο τεράστιος ορεινός όγκος, τείχος απροσπέλαστο, χώριζε την Ελλάδα από την τότε Σερβία στα βόρεια της κοιλάδας της Αλμωπίας και αποτελούσε την γραμμή του μετώπου μεταξύ της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας και Αυστρο-Ουγγαρίας στις οποίες προστέθηκαν αργότερα η Τουρκία και η Βουλγαρία). Η οροσειρά εκτείνεται σε μήκος 70 περίπου χιλιόμετρων από τη Βεύη στη δυτική Μακεδονία μέχρι τα χωριά Περίκλεια και Χούμα στα ανατολικά με μερικές πολύ ψηλές κορυφές, όπως το Καϊμακτσαλάν στα 2524 μέτρα, ο Κουτσούμπεης στα 2440 μέτρα, ο Άσπρος Σβώλος (Φλόκας) στα 2370 και η Τζένα στα 2182. Οι σερβικές δυνάμεις οργανώθηκαν το 1916 σε τρεις στρατιές δύο μεραρχιών η κάθε μια, συν ένα σύνταγμα ιππικού. Στη 1η Στρατιά (μεραρχίες Μοράβα και Βαρδάρη) με διοικητή τον στρατηγό Μίσιτς, ανατέθηκε ο ανατολικός τομέας, από Κούπα (κοντά στο Σκρα) μέχρι Φούστανη. Στα δεξιά τους και μέχρι τον Αξιό ποταμό είχε απλωθεί η 122η γαλλική μεραρχία πεζικού. Η 2η Στρατιά (μεραρχίες Τιμόκ και Σουμαδιά) με διοικητή τον στρατηγό Στεπάνοβιτς και έδρα την Άψαλο, είχε τον κεντρικό τομέα από Φούστανη μέχρι Άνω Κορυφή κοντά στην Όρμα. Η 3η Στρατιά (μεραρχίες Δρίνα και Δούναβη) με διοικητή τον στρατηγό Βάσιτς και έδρα την Άρνισσα, είχε στην ευθύνη της τον εκτεταμένο δυτικό τομέα, από Άνω Κορυφή μέχρι Φλώρινα και Πρέσπες περνώντας από Ζέρβη, Κέλλη και Βεύη. Η 1η και 2η στρατιά είχαν λοιπόν καταλάβει όλη την Αλμωπία.

Η οροσειρά του Βόρα εκτείνεται από Βεύη στη Δύση μέχρι Περίκλεια/Χούμα στην Ανατολή. Με μωβ χρώμα δίδεται κατά προσέγγιση το μέτωπο στα μέσα Αυγούστου 1916 που συνέπιπτε με τα σύνορα Ελλάδας – Σερβίας. Με κόκκινη γραμμή η θέση των τριών σερβικών στρατιών (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ). Με μπλε ο τομέας της 122ης γαλλικής μεραρχίας πεζικού. Η μαύρη γραμμή δείχνει τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου (Μπίτολα) και με καφέ χρώμα η γραμμή ντεκωβίλ από Σκύδρα σε Άψαλο (Α), Ξιφιανή (Ξ) και Αριδαία

2front-1916-resized

Η κατασκευή της βασικής γραμμής το 1916
Η Αλμωπία ήταν απομονωμένη από τα τότε οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα της περιοχής. Η ανάπτυξη τεσσάρων μεραρχιών, της 1ης και 2ης στρατιάς, και η ανάγκη για συνεχή ανεφοδιασμό τους σε τρόφιμα και πυρομαχικά επέβαλε την κατασκευή ενός δικτύου που να την συνδέει με την Σκύδρα από την οποία περνούσε τόσο ο σιδηρόδρομος όσο και ο αυτοκινητόδρομος προς Έδεσσα και Μοναστήρι. Οι Γάλλοι είχαν προνοήσει ήδη από τον μήνα Μάιο να διανείξουν το μονοπάτι που περνούσε από το Ζενίς Ντερέ μεταξύ Προφήτη Ηλία (Μετσεκλί) και Αψάλου και να τον μετατρέψουν σε κανονικό αυτοκινητόδρομο. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου μάλιστα είχαν φτιάξει αυτοκινητόδρομο ως την Αριδαία. Για την δουλειά αυτή είχε χρησιμοποιηθεί το μεγαλύτερο τμήμα του 2ου bis γαλλικού συντάγματος των Ζουάβων, δηλαδή στρατιωτών από τις γαλλικές τότε αποικίες του Μαρόκου, της Αλγερίας και της Τυνησίας όπως μας πληροφορούν οι εκθέσεις (Comptes rendus des opérations) της 16ης Μαΐου και 17ης Ιουνίου 1916 προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι.

Η κατασκευή του δρόμου Αψάλου – Αριδαίας τον Ιούνιο του 1916 από τους Ζουάβους

3road-to-subotsko

Έλειπε όμως η απαραίτητη σιδηροδρομική σύνδεση. Με εντολή του στρατηγού Σαράιγ αποφασίστηκε η κατασκευή ενός στενού σιδηροδρόμου 60 εκατοστών, γνωστού ως ντεκωβίλ (decauville) από το όνομα του Γάλλου εφευρέτη της, συνδέοντας τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας με την Άψαλο και την Ξιφιανή. Στην Άψαλο θα εγκαθίσταντο το αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς καθώς επίσης και το μεγάλο σερβικό νοσοκομείο 1.500 κλινών. Η κατασκευή ανατέθηκε στον αντισυνταγματάρχη Πρέμοβιτς, διοικητή των σκαπανέων του σερβικού στρατού, με σχέδια και επίβλεψη από Γάλλους μηχανικούς (les sapeurs des chemins de fer). Οι εργασίες ξεκίνησαν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου (Compte rendu της 18/7/1916) και ήδη στις 12 Αυγούστου η γραμμή Σκύδρας – Νέας Ζωής ήταν έτοιμη (Rapport de renseignements no20 178-2 της 2/9/1916). Με την κατασκευή του τμήματος Αψάλου – Ξιφιανής στις 10 Σεπτεμβρίου το σύνολο της γραμμής Σκύδρας – Ξιφιανής ήταν έτοιμο (Compte-rendu 18/9/1916: achèvement de la voie de 0m60 de Kosturian à Dragomanci, ouverte à l’exploitation le 10 Septembre). Δυό μέρες νωρίτερα, στις 8 Σεπτεμβρίου, αποφασίστηκε η επέκταση της γραμμής προς Αριδαία, έδρα της μεραρχίας Σουμαδιά. Στη δεκαπενθήμερη έκθεση της 16ης Οκτωβρίου, ο Σαράιγ ανακοινώνει την έναρξη των εργασιών της επέκτασης αυτής (on commence également le prolongement de la voie de 0m60 vers Subotsko), επέκταση που ολοκληρώθηκε κατά τις πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου (“Rapport de Novembre 1367/4 du 3 décembre 1916”). Ετσι σε πέντε μήνες το ντεκωβίλ Σκύδρας – Αριδαίας ήταν σε πλήρη λειτουργία!

Η γραμμή περνούσε πλάϊ από το γαλλικό αεροδρόμιο στο Μαυροβούνι. Στο βάθος φαίνεται αμυδρά η Σκύδρα και δεξιά η κατεύθυνση της γραμμής προς Νέα Ζωή και Άψαλο

4decauville-airfield-mavrovouni

Στο 6ο χιλιόμετρο Σκύδρας – Αψάλου κατασκευάστηκε η πρώτη μεγάλη γέφυρα….

5vertekop-xifonia-6km

Στο ίδιο σημείο σήμερα βρίσκεται η γέφυρα του αυτοκινητοδρόμου Σκύδρας – Αριδαίας

6-%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82-6%cf%87%ce%bb%ce%bc

Η γραμμή ακολουθούσε τον αυτοκινητόδρομο που είχαν φτιάξει οι Ζουάβοι λίγες εβδομάδες νωρίτερα, τον Μάιο του 1916. Εδώ η στροφή πριν από τον ‘Τρύπιο Βράχο’ πηγαίνοντας προς Νέα Ζωή

7vertekop-xifonia-9km

Βγαίνοντας από τη Νέα Ζωή κατασκευάστηκε μια μικρότερη γέφυρα. Ο Γάλλος αξιωματικός αριστερά επιβλέπει τις εργασίες κατασκευής

8vertekop-xifonia-12km

Στο ίδιο σημείο ένα χρόνο αργότερα Σενεγαλέζοι στρατιώτες της 17ης αποικιακής μεραρχίας πεζικού ψαρεύουν στο ποτάμι

9%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%ce%b6%cf%89%ce%ae-%cf%87%ce%b9%ce%bb-12-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%b6%ce%bf%ce%b9-%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bf%cf%85%ce%bd-13-06-17

Η γέφυρα στη Νέα Ζωή αποτελεί σήμερα μέρος αγροτικού δρόμου

10resized

Η μεταλλική βάση παραμένει η ίδια από το 1916. Απλά από πάνω έριξαν αργότερα μπετόν για να περνούν αγροτικά οχήματα

11-resized

Το κτίριο του σταθμού της Αψάλου διατηρείται ακόμη και σήμερα όπως και μερικά άλλα στη περιοχή. Εδώ διατηρείται μάλιστα και ένα κομμάτι της γραμμής με μερικά βαγονέτα. Στο βάθος ο Βόρας

12-resized

Λίγο πιο πίσω από τον σταθμό είχε εγκατασταθεί και το μεγάλο χειρουργικό νοσοκομείο της 2ης σερβικής στρατιάς 1.500 κλινών. Στην Άψαλο βρισκόταν επίσης το αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς. Στη φωτογραφία η περιοχή του νοσοκομείου όπως ήταν τότε και όπως είναι σήμερα

13tote-k-twra

Ο ανταποκριτής της New York Tribune που πέρασε από την Άψαλο το 1916 γράφει: κανείς φτάνοντας στο Δραγομάνσι δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι το μικρό ειρηνικό χωριό ήταν κέντρο πολεμικών δραστηριοτήτων. Οι περίπου εξακόσια κάτοικοί του ήταν κυρίως Τούρκοι. Όλη την ημέρα από το σχολείο του χωριού ακουγόταν ένα γλυκό βούϊσμα από τις φωνές των παιδιών, που καθισμένα σταυροπόδι γύρω από τον δάσκαλο τους, επαναλάμβαναν όλα μαζί το μάθημα. Το μόνο σημάδι στρατιωτικής δραστηριότητας ήταν όταν κάποιο αυτοκίνητο περνούσε με θόρυβο στο δρόμο κουβαλώντας αξιωματικούς από ή προς το μέτωπο. Η μόνη άλλη ένδειξη ήταν η συνεχής βοή των βαρέων κανονιών που αντηχούσαν από τα μακρινά βουνά. Σε ένα λιβάδι κοντά στην έξοδο του χωριού υπήρχαν αρκετές σκηνές. Ένα στενό ρέμα περνούσε παρα δίπλα με μια σανιδένια γέφυρα. Από την άλλη πλευρά ήταν στημένη μια μοναχική σκηνή. Ήταν το σπίτι του ατρατηγού Στεπάνοβιτς, διοικητή της 2ης σερβικής στρατιάς, του πιο ολιγόλογου στρατιώτη στην υπηρεσία του βασιλιά Πέτρου. Όταν δεν ήταν στη σκηνή του, βυθισμένος σε χάρτες και σχέδια, περιπλανιόταν μόνος του. Τα μόνα πρόσωπα με τα οποία συνομιλούσε ήταν τα μικρά παιδιά του χωριού.

Το τουρκικό σχολείο της Αψάλου το 1916: “όλη την ημέρα από το σχολείο του χωριού ακουγόταν ένα γλυκό βούϊσμα από τις φωνές των παιδιών”

14sxoleio-dragomanci

Η σανιδένια γέφυρα στο ρέμα που περνούσε από την Άψαλο

15%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82

Μετά την Άψαλο το τρενάκι πήγαινε στη Ξιφιανή όπου διάβαινε άλλη μεγάλη γέφυρα

16pont-xifiani

Στη Αριδαία τέλειωνε η γραμμή του 1916. Εδώ ήταν το αρχηγείο της μεραρχίας Σουμαδιά. Στη φωτογραφία γίνεται η φόρτωση στον σταθμό της Αριδαίας ενός χαλασμένου πυροβόλου 155 χιλ. μετά από αεροπορικό χτύπημα

17decauville-sobutsko-canon-155

Ο ίδιος ξένος ανταποκριτής φτάνοντας στην Αριδαία παρατηρεί: “το χωριό παρουσίαζε μιαν ειρηνική εικόνα που θα χαροποιούσε την καρδιά κάθε ειρηνιστή. Οι δύο δρόμοι του χωριού, ο ένας κάθετος στον άλλο, είχαν κατά μήκος μερικά φτωχικά καταστήματα που πωλούσαν σαπούνι, πετρέλαιο, ζάχαρη και μερικά άλλα απολύτως απαραίτητα είδη. Δεν υπήρχαν πολυτελή είδη, εκτός αν κάποιος λογάριαζε σαν τέτοια τα κουτιά συμπυκνωμένου γάλακτος και μερικές πλατιές κονσέρβες σαρδέλας. Στη γωνία, όπου οι δρόμοι συναντιόντουσαν, βρισκόταν το μοναχικό τζαμί του χωριού, καθώς και ένα μαρμάρινο συντριβάνι με μια τουρκική επιγραφή, τελευταία αναμνηστικά του καθεστώτος του Σουλτάνου. Εδώ, μία φορά την εβδομάδα, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής έρχονταν με τα πόδια και με γαϊδουράκια για το παζάρι. Τα προϊόντα που πωλούνταν δεν είχαν, ωστόσο, συνολική αξία πάνω από μερικές εκατοντάδες φράγκα και αποτελούνταν κυρίως από κρεμμύδια, κάστανα, κόκκινες πιπεριές και μερικές καρφίτσες, βελόνες και νήματα. Είδα έναν έμπορα με κόκκινο τουρμπάνι να περνά όλη τη μέρα σταυροπόδι μπροστά από δυο δεκάδες κουτιά σπίρτων. Όπως η τιμή ήταν ένα λεπτό το κουτί ακόμα και αν πουλούσε το σύνολο της πραμάτειας του (που σίγουρα όχι), οι ακαθάριστες εισπράξεις του δεν θα ήταν παρά εικοσιπέντε λεπτά. Από καιρό σε καιρό ένας άνδρας με γκρίζα γενειάδα και κόκκινο φέσι ανέβαινε πάνω στο μαρμάρινο σιντριβάνι και έλεγε κάτι. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν πολιτικός γιατί μιλούσε με εμφανή ευγλωττία και αυτοπεποίθηση, αλλά ανακάλυψα ότι ήταν μόνο ο τελάλης που ανήγγειλε τις τελευταίες δημοτικές ανακοινώσεις. Από την ψυχρή υποδοχή των ανακοινώσεων, φαντάζομαι ότι επρόκειτο για νέους φόρους ή κάτι τέτοιο.
Κάθε πρωί κατά τις 9 η ώρα, εκατοντάδες αγρότες ντυμένοι τούρκικα έρχονταν στο χωριό, οι άνδρες πάνω σε γαϊδούρια και οι γυναίκες με τα πόδια. Ακόμη και μικρά αγόρια ήταν πάνω σε γαϊδούρια ενώ οι μητέρες τους περπατούσαν από πίσω, σύμβολο της αρσενικής κυριαρχίας. Το φεμινιστικό κίνημα έχει πολύ δρόμο να κάνει στη Μακεδονία. Η κύρια δουλειά του άνδρα φαίνεται ότι ήταν να κάθεται σταυροπόδι στο έδαφος σε διάφορα καφενεία (ξύλινα υπόστεγα με πατημένα γήϊνα δάπεδα ανοιχτά στους δρόμους) και να καταναλώνει ατελείωτα μικροσκοπικά φλιτζάνια καφέ. Δεδομένου ότι η τεράστια πλειοψηφία του λαού είναι Μωαμεθανοί, το 90 τοις εκατό από αυτούς φορούσαν είτε φέσια είτε τουρμπάνια”.

Η επίσκεψη του βασιλιά Αλέξανδρου
Στις 7 Φεβρουαρίου 1918 ο νέος βασιλιάς Αλέξανδρος, που ανέβηκε στο θρόνο μετά την αποπομπή του πατέρα του Κωνσταντίνου τον Ιούνιο του ‘17, έφτασε στη Θεσσαλονίκη για μεγάλη επιθεώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων. Τον συνόδευε στην επιθεώρηση ο αρχηγός του στρατού της Αντάντ, στρατηγός Γκιγιωμά, που είχε αναλάβει καθήκοντα στις 22 του προηγούμενου Δεκεμβρίου. Για τις μετακινήσεις τους χρησιμοποίησαν το τρένο και το ντεκωβίλ. Ο νεαρός βασιλιάς επισκέφτηκε την Άψαλο στις 12 Φεβρουαρίου όπου στο αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς τον υποδέχτηκε ο πρίγκηπας και διάδοχος του σερβικού θρόνου – και συνονόματος του – Αλέξανδρος που τον ενημέρωσε για την κατάσταση στη μεθοριακή γραμμή του Βόρα.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος και αριστερά του ο στρατηγός Γκιγιωμά σε βαγόνι ντεκωβίλ

18le-general-gerome-le-roi-de-grece-et-le-general-guillaumat-resized

Ο βασιλιάς της Ελλάδας Αλέξανδρος εξέρχεται από το σερβικό στρατηγείο στην Άψαλο συνοδευόμενος από τον διάδοχο και αντιβασιλέα της Σερβίας συνονόματο του Αλέξανδρο

dragomanci2

Μετά ο βασιλιάς κατευθύνθηκε στην Έδεσσα όπου ενδιαφέρθηκε για τα έργα που γίνονταν από τους Γάλλους στρατιώτες στη πόλη. Χαρακτηριστικό είναι ένα στιγμιότυπο κατά την επίσκεψη αυτή που αναμεταδόθηκε από τον γαλλικό τύπο. Στην Έδεσσα ήταν η έδρα των εφεδρικών στρατευμάτων με διοικητή τον Γάλλο αντισυνταγματάρχη Βικ (Vicq). Ο Γάλλος διοικητής χρησιμοποιούσε τον στρατό για λιθόστρωση παλιών και χάραξη νέων δρόμων στην πόλη. Τότε χτίστηκε και το γαλλικό διοικητήριο που βρίσκεται ακόμη στον προαύλειο χώρο του εργοστασίου Σεφερτζή. Ο βασιλιάς ήταν απορροφημένος από τις εργασίες των στρατιωτών και ο αντισυνταγματάρχης τον ρώτησε ευγενικά γιατί ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την δραστηριότητα των ανδρών του. Ο νεαρός βασιλιάς του έδωσε μια σιβυλλική απάντηση: μαθαίνω την δουλειά του βασιλιά! Μετά την Έδεσσα ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε στη Φλώρινα και το Μοναστήρι όπου επιθεώρησε γαλλικές και ιταλικές μονάδες. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 13ης Φεβρουαρίου.

Οι επεκτάσεις του 1918
Στο τέλος της άνοιξης του 1918 η στρατιωτική κατάσταση στο Μακεδονικό Μέτωπο είχε διαφοροποιηθεί ριζικά. Η πρώτη διαφοροποίηση αφορούσε την γραμμή του μετώπου. Μετά την επιτυχημένη εκστρατεία της Αντάντ τα προηγούμενα δυο χρόνια, η δυτική πλευρά του μετώπου είχε μετακινηθεί προς βορρά. Περνούσε βορείως των Πρεσπών και του Μοναστηρίου, έφτανε στο Μάκοβο (ΠΓΔΜ) και στη συνέχεια περνούσε νοτίως της Γκραντέσνιτσα (ΠΓΔΜ) και συνέχιζε νότια κάτω από την κορυφή Σοκόλ (Γεράκι) και το πλάτωμα Ντομπροπόλιε (Καλό Λιβάδι) στα ελληνοσερβικά σύνορα. Η δεύτερη και σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορούσε την είσοδο της Ελλάδας στο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Εννέα ελληνικές μεραρχίες είχαν προστεθεί στις δυνάμεις της Αντάντ δημιουργώντας ισορροπία δυνάμεων στο μέτωπο. Ο στρατηγός Λουί Φρανσέ ντ’Εσπεραί (Louis Franchet d’Espèrey), ο οποίος αντικατέστησε στις 18 Ιουνίου 1918 τον στρατηγό Γκιγιωμά (Guillaumat) ως διοικητή των δυνάμεων της Αντάντ, είπε σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη την δεκαετία του 30:

“Μετά την άφιξή μου (στη Θεσσαλονίκη), πήγα να δω τον πρίγκιπα Αλέξανδρο ο οποίος ήταν ο αρχηγός του σερβικού στρατού (ήταν 28 Ιουνίου, επέτειο της δολοφονίας του Φερδινάνδου στο Σεράγεβο). Πήγα στην έδρα του στο Γιέλακα (Yelac – ΠΓΔΜ) σε μια ξύλινη καλύβα. Δεν του άρεσαν οι διασκεδάσεις της πόλης και προτιμούσε να ζει σε μια καλύβα χτισμένη σε σερβικό έδαφος που κατακτήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Την επόμενη μέρα (29 Ιουνίου) ανεβήκαμε με άλογα στην κορυφή Φλόκα (Άσπρος Σβώλος). Είχα τη χαρά να συναντήσω εκεί έναν παλιό φίλο, τον ταγματάρχη Κλεμάν (Claemens), διοικητή των δύο πυροβολαρχιών υποστήριξης των Σέρβων. Ήταν αυτός που μου εξήγησε με πολύ σαφή τρόπο την τακτική κατάσταση. Ήταν έξι το απόγευμα. Παρά το γεγονός ότι ήταν Ιούνιος ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και οι λοξές ακτίνες του φώτιζαν τις βουλγαρικές θέσεις: με νότιο προσανατολισμό ήταν δυνατό να δούμε όχι μόνο τις πρώτες βουλγαρικές γραμμές – ήμασταν στα 2400 μέτρα και αυτοί στα 1800 – αλλά και τις άλλες γραμμές μέχρι την τελευταία στο Κόζιακα. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία. Οι Σέρβοι ήταν ενθουσιώδεις και έτοιμοι να βαδίσουν, ήταν ορεσίβιοι, αλλά τους έλειπαν οι μέθοδοι του σύγχρονου πολέμου. Αποφάσισα να τους δώσω δύο μεραρχίες: η πρώτη που την ήξερα καλά, γιατί την είχα σχηματίσει και εκπαιδεύσει εγώ το 1915, ήταν η 122η μεραρχία πεζικού και η άλλη είχε ως διοικητή έναν παλιό φίλο τον οποίο είχα γνωρίσει και εκτιμήσει στην Κίνα κατά τη διάρκεια του πολέμου των Μπόξερ, τον στρατηγό Πρινώ (Pruneau) της 17ης αποικιακής μεραρχίας πεζικού. Αποφάσισα ότι αυτές οι δύο μεραρχίες θα έσπαγαν την «κρούστα» των πρώτων βουλγαρικών γραμμών και πίσω τους οι Σέρβοι θα εφορμούσαν …. Ο συμμαχικός στρατός αποτελούνταν από ανθρώπους όλων των φυλών και θρησκειών πράγμα που ήταν ιστορικά πρωτοφανές. Είχα τον βρετανικό στρατό που αποτελείτο από Άγγλους, Σκωτσέζους, Ιρλανδούς, Κύπριους και Ινδούς. Είχα τον γαλλικό στρατό που αποτελείτο από Γάλλους, Αλγερινούς, Τυνήσιους, Μαροκινούς, Ανναμίτες (Βιετναμέζους), Καμποτζιανούς, Σενεγαλέζους, Μαλγάσιους. Είχα Αλβανούς, Ρώσους, Ιταλούς και φυσικά Έλληνες που μου πρόσφεραν μια πολύ μεγάλη υπηρεσία γιατί χάρις στους Έλληνες ήμουν σε θέση να σχηματίσω την απαραίτητη κριτική μάζα για τους ελιγμούς. Χάρις στον Βενιζέλο ήμουν σε θέση να δώσω δύο μεραρχίες στους Σέρβους, καθώς και πολλά βαρέα πυροβόλα “.

Αριστερά: o πρίγκιπας Αλέξανδρος με τον Φρανσέ ντ’ Εσπεραί στο Γιέλακα, δίπλα στην ξύλινη καλύβα στις 28 Ιουνίου 1918. Δεξιά: ο πρίγκιπας Αλέξανδρος, ο Φρανσέ ντ’ Εσπεραί και ο στρατάρχης Μίσιτς στη κορυφή του Φλόκα (Άσπρος Σβώλος) στα 2.370 μέτρα στις 29 Ιουνίου 1918

19yelac-and-floka

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήδη από το τέλος του 1916, ο διοικητής της μεραρχίας Σουμαδιά Πάβλοβιτς και ο στρατηγός της 2ης στρατιάς Στεπάνοβιτς πίστευαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας μιας επίθεσης από το Ντομπροπόλιε ήταν μεγάλες. Έμενε όμως να πεισθούν για αυτό και οι Γάλλοι. Ο Σαράιγ και ο διάδοχος του Γκιγιωμά δεν είχαν δώσει μεγάλη σημασία σ’αυτές τις σκέψεις. Ο Φρανσέ ντ’Εσπεραί όμως όχι μόνο πίστεψε αλλά μετά το διήμερο ταξίδι στο Γιέλακα άλλαξε ριζικά τα σχέδια της επίθεσης. Σύμφωνα με το προηγούμενο σχέδιο του στρατηγού Γκιγιωμά, η οροσειρά του Βόρα και γενικότερα η Αλμωπία θα έπαιζαν μόνο ένα δευτερεύοντα, έναν αμυντικό ρόλο. Αλλά με τα νέα σχέδια, η Αλμωπία γινόταν το κεντρικό θέατρο της μάχης με τις δύο γαλλικές μεραρχίες να είναι η αιχμή του δόρατος! Ποιός θα μπορούσε στα σοβαρά να πιστέψει ότι μια επίθεση σε ύψος 1.800 μέτρων ήταν δυνατή και είχε πιθανότητες επιτυχίας; Σίγουρα όχι ο Γερμανός γενικός διοικητής του γερμανο-βουλγαρικού στρατού, στρατηγός φον Σχόλτς (von Scholtz), που βρισκόταν αρκετά χιλιόμετρα βορειότερα. Ήταν σίγουρος ότι η τοποθεσία τους ευνούσε τόσο πολύ που θα μπορούσαν εύκολα να αμυνθούν σε περίπτωση επίθεσης έστω και αν οι αντίπαλοι είχαν μεγαλύτερες δυνάμεις. Την ίδια άποψη φαίνεται ότι συμμεριζόταν και ο διοικητής της 11ης γερμανικής στρατιάς, στρατηγός φον Στόϋμπεν (von Steuben) που φύλαγε τον τομέα βόρεια του Μοναστηρίου και περίμενε εκεί την κύρια επίθεση. Ο διοικητής της 2ης βουλγαρικής μεραρχίας, στρατηγός Ρούσεφ, που φρουρούσε τις κορυφές του Βόρα από την άλλη πλευρά περίμενε ότι ενδεχόμενη επίθεση εκεί θα ήταν απλά μια κίνηση αντιπερισπασμού, όχι η κύρια επίθεση της Αντάντ.

Η αλλαγή των σχεδίων σήμανε αλλαγή των προπαρασκευαστικών προτεραιοτήτων. Ήταν απαραίτητο τώρα να βελτιωθούν όλοι οι δρόμοι στη πεδιάδα της Αλμωπίας και να διευρυνθούν τα μονοπάτια στις πλαγιές του ορεινού όγκου. Και πιο σημαντικό, ήταν επείγουσα η επέκταση της στενής γραμμής ντεκωβίλ προς δύο κατευθύνσεις: από Αριδαία προς Σωσάνδρα και Προμάχους κοντά στους πρόποδες του βουνού και από Άψαλο προς Όρμα δίπλα στο Λουτράκι, στην αρχή της ανάβασης προς Σοκόλ και Ντομπροπόλιε. Η ικανότητα μεταφοράς του ελαφριού σιδηροδρόμου έπρεπε να αυξηθεί από 200 τόνους/μέρα σε περισσότερους από 600 τόνους/μέρα, αποκτώντας νέες μηχανές και πολλά περισσότερα βαγόνια για τον ανεφοδιασμό των 600 πυροβόλων, το ένα τρίτο του συνόλου των πυροβόλων του στρατού της Ανατολής, και των 85.000 στρατιωτών σε ένα μέτωπο μόλις 30 χιλιομέτρων! Στη κατασκευή των δρόμων και της σιδηροδρομικής γραμμής χρησιμοποιήθηκαν, εκτός των Γάλλων και Ιταλών σκαπανέων, Βούλγαροι αιχμάλωτοι, ως επί το πλείστον αυτόμολοι, και Ρώσσοι στρατιώτες υποστηρικτές των μπολσεβίκων που αρνήθηκαν να συνεχίσουν τον πόλεμο μετά την απόσυρση της νέας ρωσικής κυβέρνησης από την παγκόσμια σύρραξη. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης επι πληρωμή και πολλοί ντόπιοι κάτοικοι από τα χωριά της Αλμωπίας.

Το μέτωπο τον Σεπτέμβριο του 1918. Η 122η γαλλική μεραρχία κάτω από την κορυφή Σοκόλ (S) και η 17η γαλλική αποικιακή μεραρχία κάτω από το Ντομπροπόλιε (D). Δεξιά της η σερβική μεραρχία Σουμαδιά (SH) με στόχο το Βέτερνικ (τον Βράχο του Αίματος όπως τον αποκαλούσαν οι Σέρβοι) και την κορυφή του Κόζιακα (ΚΟ). Πίσω από την 122η, η Γιουγκοσλαβική μεραρχία (YU), και πίσω από την 17η, η μεραρχία Τιμόκ (TI). Δεξιότερα η 1η ομάδα μεραρχιών υπό τον γάλλο στρατηγό ντ’Ανσέλμ (d’Anselme) στην οποία συμμετέχουν και δυο ελληνικές μεραρχίες (F+GR). Αριστερά από την 122η μεραρχία βρίσκονται οι σερβικές μεραρχίες της 1ης στρατιάς, Ντρίνα (DR), Δούναβη (DA) και Μοράβα (MO) ενώ αριστερότερα η 3η ομάδα μεραρχιών υπό τον Γάλλο στρατηγό Ανρύς (Henrys) όπου συμμετέχει κι εκεί μια ελληνική μεραρχία. Η κορυφή Φλόκα (F) είναι το βασικό παρατηρητήριο του σερβικού στρατού που δεσπόζει σε όλες τις υπό βουλγαρική κατοχή κορυφές ανατολικά. Στο Γιέλακα (Y) έχει την έδρα του το αρχηγείο του Σέρβου πρίγκηπα και αντιβασιλέα Αλεξάνδρου, στα 1.600 μέτρα. Ο Φρανσέ ντ’Εσπεραί αποφάσισε να μεταφέρει βαρύ γαλλικό πυροβολικό στη κορυφή Φλόκα, στα 2.300 μέτρα!! Η μεταφορά έγινε με το τρένο ντεκωβίλ από το χωριό Μαρίνα της Φλώρινας και πλάϊ απο τον ποταμό Εριγώνα (Τσέρνα) μέχρι το Σκότσιβιρ (ΠΓΔΜ), από εκεί με φορτηγά μέχρι το Πετάλινο (ΠΓΔΜ), με μικρότερα αυτοκίνητα μέχρι το Γιέλακα (ΠΓΔΜ) και με ζώα μέχρι το Φλόκα. Ίσως είναι το υψηλότερο σημείο από όπου έχουν γίνει βολές πυροβολικού στη παγκόσμια ιστορία! Η μεταφορά των ελαφρύτερων φορτίων έγινε οδικώς από Άρνισσα, Πάτημα, Τουρκολίβαδο και Φλόκα. Ο εφοδιασμός των μεραρχιών 122, 17, Γιουγκοσλαβικής, Σουμαδιά και Τίμοκ έγινε με τις νέες γραμμές ντεκωβίλ Όρμας και Σωσάνδρας – Προμάχων. Με χρώμα καφέ είναι το ντεκωβίλ του 1916 και με μαύρο οι επεκτάσεις του 1918

20-1918-%ce%bc%ce%ad%cf%84%cf%89%cf%80%ce%bf-resized

Φρανσέ ντ Εσπεραί προς στρατηγό Μίσιτς στις 13 Ιουλίου 1918: “…. σε απάντηση της επιστολή σας της 11ης Ιουλίου, έχω την τιμή να σας ανακοινώσω ότι συμφωνώ με τη δημιουργία μιας γραμμής 0,60 μέτρων από Δραγομάνσι προς Πόλιανη και Τρεσίνα όπως προτείνατε επειγόντως να φτιάξετε … οι παραγγελίες έχουν ήδη δοθεί για τη μεταφορά των απαραίτητων υλικών για 16 χλμ γραμμής 0,60 μέτρων στο σταθμό Βέρτεκοπ ….Σύμφωνα με την επιθυμία σας θέτω στη διάθεση σας τον 3ο λόχο των σκαπανέων των σιδηροδρόμων (sapeurs des chemins de fer)”

Decauville Dragomanci Tresina 13-7-1918

Οι εργασίες κατασκευής της γραμμής προς Όρμα άρχισαν στις 20 Ιουλίου (Compte rendu 5/8/1918). Στις 28 Αυγούστου είχε αποδοθεί το τμήμα Άψαλος – Μεγαπλάτανος (Compte rendu του μήνα Σεπτεμβρίου) και λίγες μέρες αργότερα το υπόλοιπο μικρό τμήμα μέχρι την Όρμα. Δεν βρήκαμε αναφορά σχετικά με την ημερομηνία ολοκλήρωσης του τμήματος Αριδαίας – Σωσάνδρας – Προμάχων. Υπάρχει αίτημα του στρατηγού Μίσιτς για αύξηση της μεταφορικής ικανότητας προς Προμάχους στους 400 τόννους/μέρα στα μέσα Αυγούστου, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανόν η γραμμή να ήταν έτοιμη νωρίτερα. (le voïvode Michitch insistait-il pour obtenir de la ligne Vértékop – Dragomanci et de ses embranchements sur Bahovo et Trésina un rendement quotidien de 600 tonnes). Τα εφόδια έρχονταν με την κανονική γραμμή μέχρι την Σκύδρα και από εκεί με το ντεκωβίλ διανέμονταν στις αποθήκες που είχαν δημιουργηθεί στους σταθμούς της Αλμωπίας.

Η σύνδεση του ντεκωβίλ (δεξιά) με το κανονικό τρένο (αριστερά) στον σταθμό της Σκύδρας. Τα εφόδια έρχονταν από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τον κανονικό σιδηρόδρομο και στη Σκύδρα γινόταν η μεταφόρτωση στα ντεκωβίλ.

22decauville-vertikop-gare-1916-resized

Πυρομαχικά της 2ης σερβικής στρατιάς στο σταθμό της Σκύδρας για μεταφόρτωση και διανομή στην Αλμωπία με το ντεκωβίλ

23Decauville Vertikop Réserve d'obus 30-9-1916.resized.png

Η Σκύδρα ήταν επίσης το κέντρο μετεπιβίβασης του προσωπικού από το κανονικό τρένο στο ντεκωβίλ

24decauville-a-droite-vertikop-30-9-1916-resized

Σαν συμπέρασμα, το σιδηροδρομικό δίκτυο στενού σιδηροδρόμου Αλμωπίας κατασκευάστηκε σε δύο περιόδους. Η πρώτη γραμμή Σκύδρας – Αριδαίας έγινε μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου 1916 για τον ανεφοδιασμό των σερβικών μεραρχιών που τοποθετήθηκαν στην Αλμωπία το καλοκαίρι της χρονιάς εκείνης. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν γαλλικά, ο σχεδιασμός γαλλικός και η εκτέλεση σερβική. Οι επεκτάσεις από Άψαλο προς Όρμα και από Αριδαία προς Σωσάνδρα και Προμάχους κατασκευάστηκαν το καλοκαίρι του 1918 ενόψει των σχεδίων του ντ’Εσπεραί για κύρια επίθεση από τις κορυφές του Βόρα. Οι επεκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα αφού οι νέες γραμμές ήταν έτοιμες λίγες μόνο μέρες ή εβδομάδες πριν την γενική επίθεση. Ηταν όμως απαραίτητες για τον γρήγορο εφοδιασμό μιας μεγάλης μάζας δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών και εκατοντάδων κανονιών.

Το παράτολμο σχέδιο του ντ’Εσπεραί τελικά είχε επιτυχία. Αν και δεν είναι του παρόντος η παρουσίαση της μεγάλης μάχης στο Ντομπροπόλιε, της μεγαλύτερης μάχης στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ, ας αναφέρουμε ενδεικτικά τα κύρια σημεία.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1918 άρχισε ο συμμαχικός κανονιοβολισμός σε όλο το μήκος του μετώπου από Πρέσπα μέχρι τον Στρυμώνα. Στις κορυφές του Βόρα, που είχαν γίνει στόχος της μεγαλύτερης δύναμης πυρός της Αντάντ, η γη έτρεμε. Ενας Βούλγαρος θυμάται οτι “οι θέσεις μάχης είχαν καταστραφεί κάτω από τον έντονο κανονιοβολισμό. Το μεγαλύτερο μέρος των χαρακωμάτων εξαφανίστηκε και στη θέση τους δημιουργήθηκαν τεράστιες τρύπες που δυσκόλευαν κάθε κίνηση”. Στις 5:30 το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου άρχισε η επίθεση. Το κύριο βάρος το είχε η 122η γαλλική μεραρχία που επιχείρησε να διεμβολίσει τους Βούλγαρους στο πιο δύσκολο μέρος μεταξύ Σοκόλ και Ντομπροπόλιε κάτω από έντονο βουλγαρικό πυρ. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν ακόμη και σκάλες για να σκαρφαλώσουν στις απόκρημνες πλαγιές του Σοκόλ. Οι απώλειες ήταν τεράστιες αλλά το πείσμα για τη νίκη μεγαλύτερο. Η 17η γαλλική μεραρχία με τους Σενεγαλέζους εφόρμησε στο Βέτερνικ από δυτικά και η σερβική Σουμαδιά από ανατολικά. Δίπλα στη σερβική μεραρχία μαχόταν το 35ο ελληνικό σύνταγμα της 4ης μεραρχίας με διοικητή τον συνταγματάρχη Παναγιώτη Γαργαλίδη. Στις 8 η ώρα η 122η κατόρθωσε να καταλάβει το ψηλό σημείο του Ντομπροπόλιε, την Πυραμίδα (1875 μ), ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας μετά από μεγάλη αιματοχυσία καταλήφθηκαν και οι τρεις στόχοι της Αντάντ: το Σοκόλ (Γεράκι), το Ντομπροπόλιε (Καλό Λιβάδι) και το Βέτερνικ (Άννα). Το βουλγαρικό μέτωπο είχε σπάσει σε ένα μήκος 11 χιλιομέτρων. Την επόμενη μέρα έπεσε και ο Κόζιακας και η διαρραγή του μετώπου είχε φτάσει τα 25 χιλιόμετρα.

Οι κορυφές του Βόρα ανατολικά του Καϊμακτσαλάν: (1) Καϊμακτσαλάν (Προφ. Ηλίας) 2524μ , (2) Κουτσούμπεης 2440μ, (3) Φλόκα (Ασπρος Σβώλος) 2370μ , (4) Σοκόλ (Γεράκι) 1827μ , (5) Ντόμπρο Πόλιε (Καλό Λιβάδι) 1750μ , (6) Κράβιτσα (Αγελαδίτσα) 1772μ , (7) Βέτερνικ (Άννα) 1755μ , (8) Κόζιακας 1817μ, (9) Πίνοβο 2156μ, (10) Τζένα 2182μ

25%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%8d%cf%82-resized

Στις 17 Σεπτεμβρίου η βουλγαρική υποχώρηση έφτασε σε βάθος τα δέκα χιλιόμετρα και σε μήκος τα 30 χιλιομέτρα ενώ τις επόμενες μέρες έλαβε δραματικότερες διαστάσεις. Οι γερμανικές ενισχύσεις του στρατηγού φον Ρώϋτερ δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν. Στις 25 Σεπτεμβρίου η Βουλγαρία αποφασίζει να ζητήσει κατάπαυση πυρός. Στις 29 Σεπτεμβρίου υπογράφεται ανακωχή στη Θεσσαλονίκη μεταξύ Βουλγαρίας και Αντάντ με τους όρους που θέτει ο ντ’Εσπεραί. Η είδηση πέφτει σαν βόμβα στο Δυτικό Μέτωπο. Ο ευρισκόμενος στο Παρίσι Τσώρτσιλ αναφέρει “καταλάβαμε αμέσως ότι το τέλος είχε έρθει”. Στις 3 Οκτωβρίου ο γερμανός αρχιστράτηγος Χίντεμπουργκ γράφει στον Κάϊζερ ότι “σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του Μακεδονικού Μετώπου…δεν υπάρχει πλέον προοπτική επιβολής ειρήνης στον εχθρό”. Ο ντ’Εσπεραί, παρακούοντας τις οδηγίες του Κλεμανσώ, που είχε ζητήσει μόνο μια τοπική μάχη γιατί όπως έλεγε ο πόλεμος θα κερδιζόταν στη Δύση, έσπασε το πρώτο μεγάλο καμμάτι του βάθρου στο οποίο στέκονταν ο υπερόπτης και μιλιταριστής Κάϊζερ. Στη συνέχεια υπογράφει ανακωχή και η Τουρκία αφήνοντας Γερμανία και Αυστροουγγαρία να συνεχίσουν μόνες τον πόλεμο. Ο ντ’Εσπεραί φτάνοντας στις όχθες του Δούναβη στο Βελιγράδι ζητά την άδεια να εισέλθει θριαμβευτικά στη Βουδαπέστη και μετά στη Βιέννη αλλά ο Κλεμανσώ τον διατάζει να επιστρέψει αμέσως πίσω στη Θεσσαλονίκη. Το Βαλκανικό μέτωπο σύμφωνα με το αρχηγείο των Βερσαλλιών, σταματούσε στον Δούναβη, ούτε μέτρο πιο πέρα!

Το σπάσιμο των γερμανο-βουλγαρικών γραμμών στον Βόρα τον Σεπτεμβριο του 1918

26-1918-breakthrough-resized

Τι απέγινε όμως ο μικρός σιδηρόδρομος της Αλμωπίας μετά τον πόλεμο; Οι Γάλλοι τον προσέφεραν στην ελληνική κυβέρνηση η οποία τον παρεχώρησε το 1923 σε έναν ιδιώτη, τον επιχειρηματία και τραπεζίτη Επαμεινώνδα Χαρίλαο, που σαν ιδιοκτήτης και οικοδομικής εταιρείας είχε κτίσει ολόκληρο συνοικισμό στη Θεσσαλονίκη, τον συνοικισμό Χαριλάου. Λειτούργησε με την επωνυμία “Τοπικοί Σιδηρόδρομοι Μακεδονίας” μέχρι το 1931 αλλά με την τότε κρίση αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά τη λειτουργία και οριστικά το 1936. Αμέσως μετά άρχισε η αποξίλωση των γραμμών και η διασπορά των ατμομηχανών και βαγονιών σε άλλα στενά δίκτυα. Η μόνη ατμομηχανή του δικτύου Αλμωπίας που έχει απομείνει φαίνεται ότι βρίσκεται σήμερα στο Σιδηροδρομικό Μουσείο Αθηνών. Έτσι έκλεισε άδοξα μια ιστορική περίοδος για την περιοχή μέσα στη λήθη και την γενική αδιαφορία.

The Scottish Women’s Hospitals: The Elsie Inglis Unit

In the period 1915-1918 three Scottish Women’s Hospitals were established in Macedonia. First came with the French army the Girton & Newnham unit from France which was set up at the end of 1915 in the Allatini hospital area in Salonika. In September of the following year the American Unit was established in Ostrovo (nowdays Arnissa) near Edessa. Finally, in March 1918 a third hospital, known as the Elsie Inglis Unit, arrived in Thessaloniki. This Unit was initially sent to the Eastern Front to Dobruja in the Russo-Romanian borders. After the October Revolution and the Russian withdrawal from the war, the Unit had to move quickly out of that area and return back to England. Dr Inglis, initiator and soul of the SWH movement and Chief Medical Officer (CMO) of the Unit, passed away the day after their return.
Early 1918 a new mission was under preparation. The Unit – named now ‘the Elsie Inglis Unit’ – would join the Serbian forces in Macedonia and would be attached to the Yugoslav division, a special division consisting of Yugoslav volunteers, mainly Slovenes and Croats. Ms Ethel Moir, a nurse in the unit, writes in her precious diary: “Back once more to the “rush & hurry” of existence, as a member of the S.W.H! And back to the dear old grey uniform & tartan facings & kit bags & ground sheets & all!”. On 18 February the unit was inspected by the King and the Queen in Buckingham Palace. The press wrote that “the members of the unit assembled in the grounds of the palace, and six executive officers were presented to their Majesties. Dr Inglis’s successor in the chief medical officership is Dr Annette Benson, and the assistant medical officers are Dr Lilian Chesney and Dr Gladys Ward. After the inspection, the King paid a tribute to the work performed by the Scottish Wopen’s Hospitals, and wished the unit success in its future labours abroad”.

The inspection of the unit at Buckingham Palace. Names written on the paper by Ethel Moir.

1the-elsie-inglis-unit-resized

The journey through France and Italy took three weeks arriving at Thessaloniki on 8 March. Ethel Moir was very much impressed by the variety of people she saw in the city: “yesterday afternoon, we spent a jolly afternoon in Salonique & did a bit of exploring! It is such a fascinating old place, simply chokeful of interest too, & at present, I imagine it is the most cosmopolitan spot on earth. The varieties of uniforms is marvellous – British, French, Italian, Russian, Indian, American & of course Serbs & Greeks & all the different native costumes are intensely interesting & picturesque…The women’s dress, consists of a long sort of skirt, embroidered & kept in place by a leathern girdle, a short, bright colored, rough home-spun petticoat & in their hair & round their necks they wear strings & strings of coins & beads. The “full-dress” worn by the men is most impressive! It consists of a red fez with a long blue tassel, a richly embroidered blue or red jacket, with “slit open” sleeves, a vest of similar cut, white shirt with  full sleeves, a white fustanella or kilt, tight-fitting white breeches & stockings& red shoes with “turned-up” toes & a big tassel on each toe-point! I assure you these men like very fine indeed! There are hundreds of varieties of native dress, but the above described is amongst the most noticeable”.

The unit left Thessaloniki on 2 April for a spot “about 100 kilometres N.W. from Salonique, situated amongst (at least at the foot of!) gorgeous snowclad mountains”. Moir notes that “it’s on the “direct-route” from the trenches & 15 miles or so down is a rail-head & a big base hospital, to whom we can pass on our patients. There is a wee stream running thru’ our “ground” (commonly known by us as the Potak River!!). On one side of the River are our Mess Tents – one for Transport, one for Hospital – camp kitchens, garage & store. Across the stream we have all the hospital tents, 6 large dressing tents, theatre tent, “Linen” tent, dispensary tent, office tent & “workmen’s” tent, ie. for carpenting & doing odd jobs like that. Then high up on the hill – over-looking the Hospital – are our own little sleeping ‘quarters’ ”. From the description we understand that the site was close to Skydra (rail-head) and the 36 and 37 British hospitals (big base hospital). It was on the “direct-route” from the trenches (the Vertekop – Moglena road) but at which point exactly? The tip was in Moir’s diary: “behind our tents are high, high rocks, one peculiar one with a huge hole in it -christened already “The Marble Anew”!” . This rock is well known in the region, the ‘rock with the hole’ (ο τρύπιος βράχος) close to Néa Zoï village. Tradition holds – even today – that passing through the hole increases the chances for married women to have healthy and intelligent babies. It’s what king Philip’s wife, Olympias, from neighboring Pella did, tradition says, before giving birth to Alexander!

The ‘sleeping quarters’ of the Inglis camp

rock-with-a-hole

The site as it appears today

3trypios-vraxos3

Transport officer Hedges in front of her tent. The ‘rock with a hole’ appears in the upper right corner of the photo

2hedges-c-o-transport

According to Ethel Moir “No Man’s Land divides us from the Transport Camp, they being just a little further along. Then we have a laundry tent down near the stream & later an incinerator will be added to the list! I foresee a terribly busy week ahead getting things fixed up & all the tents in order to receive wounded. Things are quiet up the line at present, but a push is expected shortly, so this is but “the calm before the storm”.

The site of the camp: a stream was dividing the staff quarters from the hospital tents

4elsie-inglis-camp-resized

The location in a modern map: A is the location of 36 and 37 British hospitals, B is the aerea of the  Franco-Serbian airfield in Mavrovouni, C is the spot of the Elsie Inglis SWH and D the place of the big Serbian hospital in Apsalos.

5location-of-4-hospitals-resized

The Elsie Inglis Unit and its distance from Thessaloniki

6compared-to-salonique-resized

First days were busy with setting up the hospital: “we have been up here for over a fortnight & it seems but a day! We have been extremely busy, all day & every day almost has been occupied “building” our Hospital! Our ploys have been many & mixed – some of them – pitching tents, filling mattresses, carpeting & upholstering, even making bricks (honest!) to build an incinerator. And now, I assure you, our Hospital looks “some” Hospital!”

Pitching tents…

7pitching-camp 

…and constructing the garage

8garage-construction

Here is a small selection of notes from Moir’s diary.

 April 13th [Trip to the American Unit in Ostrovo (present Arnissa)]

“Last Sunday, it was a case of “down tools” with all & we could do as we wished all day long! I went with several others for a fine motor run. We made a whole day of it, departing soon after 9a.m. Our first Rail was at Vertikop (present Skydra) – our nearest railway station. There are 2 big British Red X stationed there, the 36th & 37th Generals, they take mainly Serbs. Vertikop is on the Monastir Road, a fine surface & good broad road. 
We motored on till we came to Vodena (present Edessa), a lovely run thru’ such pretty country. Vodena stands high upon a hill & can be seen from everywhere for many miles around. It used to be the capital of Macedonia & is a wonderful spot, quite the prettiest & most picturesque old place I have ever seen. 
All down the sides of the hill are little rushing streams – just like “continued” waterfalls & just now they have such a wonderfully fairy-land like effect, the clear crystal water tumbling down & everywhere the fresh green foliage & the pale pinks of the peach & apricot blossom. It is difficult to describe it , but it is so beautiful. We garaged & had a peep at the town, but we did not see it at its best, as being Sunday, the most of the booths & stalls were closed. After leaving Vodena behind us, we went up & up, past Vladova (nowdays Agras), another sweet little village & on to Ostrovo (present Arnissa) – where we S.W. have a smaller base hospital. We had tea there & saw over their camp, then we went up a wee hill & had a good view of Lake Ostrovo, one of the largest in this part of the world – quite 30 miles in length. We motored home in the evening & the evening lights were beautiful”.

From Elsie Inglis Unit (X) to the American Unit (Y) through Edessa

9from-inglis-to-ostrovo-resized

April 28th [Trip to Edessa]
“Things have been very quiet & not much doing all week. I had a long afternoon off yesterday, so went down on the van to Vertikop. The van goes down every day for our supplies – cow & black bread!
I was dropped at the 37th General & spent the afternoon there. The 36th & 37th have each 1500 beds & are entirely for Serbs, & are staffed with English medicals, nurses & orderlies.
Today, I was “told off” to got to Vodena with C. to fetch some Serbian laundry women! We had a nice run & enjoyed our few hours in Vodena very much. There are no less than 6000 Serbian refugees in Vodena alone. The Serbian Relief people are doing splendid work among them, the American Red X. have also lately started on a small scale to help.
We had lunch with the American doctors & then they took us over their refugee hospital & then we went “laundry-lady” hunting & saw countless numbers of refugees of course, all wanting to come! We selected 3 & brought ’em back with us & may they prove a success!

May 3rd [the Good Friday Service in Tresina (present Orma), the Yugoslav Division Headquarters]
I had a jolly afternoon.
W. got off also, so we razzled together. We went up in one of the ambulances to Tresina – which is the Head Quarters of the Yugo-Slav Division. It is a sweet little spot lying at the foot of Kaymakchalan. We found in arriving there, that there was a special Good Friday War Service on (Easter this year, in the Greek Church, falls 5 weeks after our own Easter). 
The Crown Prince was expected, so there was great excitement among the troops. We were invited to attend. It was quite a military “fray”. The display of uniforms, orders & decorations was indeed wonderful, as not only was Alexander of Serbia present, but of course all his “body-guard”, also the commander-in-chief of the Serbian Army & many generals & other brass-hats. The little village church was bedecked with flowers for Easter & the altar covered with the Serbian flag. The priests were most gorgeous in wonderful long capes, embroidered in gold & silver & brilliant blues & purples. The service we found somewhat tedious, but the chanting was rather fine. 
The Crown Prince is small & dark, not at all striking looking, but a most popular person we are told. After the service was over, we went over to Headquarters & partook of coffee & “did the polite” to all the different officers, including Prince Alexander! I came across quite a number of officers who I had met in Russia & Romania & it was delightful meeting them again. Tresina is quite near the Bulgar lines & the guns were booming all the time we were there yesterday.

May 5th [Greek Orthodox Easter]
Yesterday was Easter Sunday & a great day of rejoicing in the Greek church. 
To-day – St George’s Day – & Easter Monday is another great feast day. It is a case of eat, eat, eat & drink, drink, drink for two whole days – then sleep the third day. 
The patients have had all sorts of “extras”. At breakfast time they each a hard-boiled egg, brilliantly coloured in a “hit-me-in-the-eye” shade of pink! At dinner, the order of the day, was a young lamb roasted whole & washed down with white & red wine, then followed cheese, then numerous Serbian concoctions, none of which were suitable for Hospital diet, however “Easter comes but once a year”! Each tent was decorated, my centre poles were both encircled with wreaths of poppies & blue bells!

Since then the hospital was very busy with a lot of cases. “Most of our cases have come from Tresina, where the Bulgars have been shelling the Serb trenches unmercifully for over 3 days” (25th May). “So now June is upon & another month gone – how time flies! We’ve been very short-handed the last few days, so many of the staff are down! Being not very fit myself, I was put on duty in the sick-staff tent at the beginning of the week in order to have a rest. It has been a rest! It has been the most strenuous few days I’ve had since the hospital opened!! Not only is the sick-staff tent full, but lots of the staff are sick up in their own quarters & that means endless running back & forwards – no joke in this blazing sun!” (1st June). In June influenza made its appearance. “Nothing but work, work, work! We have been most awfully busy, every bed is full & quite a number of the staff & 21 of the bolnichars (orderlies) have been down with a new plague, which somewhat resembles sand-fly fever. It’s a fell disease, whatever it may be, of short duration but “short & sweet” & desperately sudden! It has spread thru’ the hospital in an astonishing manner & some of the men have been exceedingly ill. The bolnichars have just gone down like ninepins & we’ve got a tent full of them – so between patients, orderlies & sick-staff & being terribly short-handed, life has been one great big rush! The days are becoming unbearably warm now & oh the flies & mosquitoes! (June 16th).

In about three months the allied forces would break the enemy lines in the Voras ridge and before the end of September Bulgaria would surrender. It would be the beginning of the end of the Great War.

Ο τσάρος της Βουλγαρίας Φερδινάνδος στη Θεσσαλονίκη, σαν σήμερα, 20 Δεκεμβρίου 1912

“Από σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι κάτω από το σκήπτρο της Αυτού Μεγαλειότητας σας”. Αυτό ήταν το σύντομο αλλά ψευδές τηλεγράφημα που έστειλε ο στρατηγός Τοντόρωφ, επικεφαλής της 7ης βουλγαρικής μεραρχίας Ρίλα, στον τσάρο της Βουλγαρίας Φερδινάνδο μόλις μπήκε στη Θεσσαλονίκη τέλη Οκτωβρίου 1912. Ο Τοντόρωφ είχε παρουσιαστεί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου στον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, συνοδευόμενος από τον διπλωματικό σύμβουλό του και πρεσβευτή της Βουλγαρίας στο Παρίσι Στάντσιεφ και του είχε ζητήσει να εισέλθουν στη πόλη τα δυο τάγματα στα οποία υπηρετούσαν οι δυο Βούλγαροι πρίγκηπες, ο διάδοχος Μπόρις και ο αδελφός του Κύριλλος. Η βασική δικαιολογία ήταν ότι ο διάδοχος του θρόνου και ο πρίγκηπας δεν ήταν σωστό να ξενυχτούν κάτω από την βροχή έξω από τη Θεσσαλονίκη αλλά έπρεπε να ξεκουραστούν μέσα στη πόλη. Ο Κωνσταντίνος, διάδοχος και αυτός, με την μεγαθυμία και αφέλεια που τον χαρακτήριζαν αποδέχτηκε το αίτημα. Το βράδυ όμως της 28ης προς 29η Οκτωβρίου όπως είναι γνωστό μπήκε παράτυπα το μεγαλύτερο μέρος της 7ης βουλγαρικής μεραρχίας. Αραγε να είχε κάτι στο μυαλό του ο Βούλγαρος στρατηγός;

Έμπλεως χαράς ο τσάρος Φερδινάνδος τηλεγραφεί στο γιό του, διάδοχο Μπόρις: “Πόσο σε ζηλεύω αγαπημένε μου γιέ για την ιστορική σου είσοδο στη πόλη του Αποστόλου Παύλου”. Η πραγματικότητα δεν άργησε βέβαια να γίνει γνωστή στη Σόφια. Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Γκέσωφ θα υποστηρίξει ότι “είσοδος στη πόλη δεν σημαίνει και εξουσία επί της πόλης”. Αλλωστε οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για τη σύναψη Συνθήκης την άνοιξη του 1912 είχαν σκαλώσει στο θέμα της Θεσσαλονίκης. Για την Βουλγαρία η πόλη είχε μεγάλη στρατηγική σημασία για τον έλεγχο ολόκληρης της Μακεδονίας, ανεξάρτητα αν είχε ελάχιστους Βούλγαρους κατοίκους. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που δεν υπήρξε συμφωνία για την μοιρασιά των εδαφών μεταξύ των δύο κρατών σε περίπτωση νίκης.

Η Βουλγαρία δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της επί της πόλης. Για να σχηματίσει ιδία άποψη ο τσάρος Φερδινάνδος ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Δεκεμβρίου 1912 και διανυκτέρευσε στο εκεί βουλγαρικό προξενείο με τους δυο γιούς του. Από την επίσκεψη αυτή είναι και η περίφημη φωτογραφία στα σκαλιά του βουλγαρικού προξενείου. Κατά την εκεί διαμονή του φέρεται να έδωσε συγχαρητήρια στον βασιλέα Γεώργιο για την κατάληψη της πόλης. Αυτό δεν τον εμπόδισε βέβαια να εξαπολύσει επίθεση εναντίον Ελλήνων και Σέρβων τον επόμενο Ιούνιο με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και ολόκληρης της Μακεδονίας.

Ο τσάρος της Βουλγαρίας Φερδινάνδος έχοντας στα δεξιά του τον βασιλέα Γεώργιο Α’ και αριστερά του τον διάδοχο Μπόρις και τον πιγκηπα Κύριλλο μπροστά από τα μαρμάρινα σκαλιά του βουλγαρικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη. Πίσω τους το βουλγαρικό επιτελείο. Ο Γεώργιος συνοδευόταν από έναν Έλληνα επιτελικό αξιωματικό ο οποίος διακρίνεται στο δεξιό άκρο της σκάλας. Στην επόμενη φωτογραφία το κτήριο του (πάλαι ποτέ) βουλγαρικού προξενείου όπως έιναι σήμερα.

king-george-and-czar-ferdinand

20160424_175829-resized

Οι Μαγεμένες: έρως θεών και ανθρώπων

Όπως η Ελλάδα ήταν η Κυρία των Τεχνών και η Ρώμη τίποτα περισσότερο από μαθητευόμενη της, εύκολα τεκμαίρεται ότι όλα τα θαυμαστά κτίρια που κοσμούσαν την Αυτοκρατορική πόλη δεν ήταν παρά αντιγραφές των προτότυπων ελληνικών. Ως εκ τούτου θεωρήσαμε ότι αν οι ακριβείς αναπαραστάσεις αυτών των πρωτοτύπων δημοσιεύονταν, ο Κόσμος θα είχε τη δυνατότητα να διαμορφώσει, όχι μόνο μια πιο εκτεταμένη αλλά και πιο ακριβή ιδέα για την Αρχιτεκτονική και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τις καλές μέρες της αρχαιότητας. Ακόμα θεωρήσαμε ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της ίδιας της Τέχνης, η οποία προς το παρόν φαίνεται να στηρίζεται σε πολύ μερικό και ανεπαρκές σύστημα αρχαίων προτύπων”

Με αυτά τα λόγια ο ζωγράφος Τζέϊμς Στιούαρτ (James Stuart) και ο αρχιτέκτονας Νίκολας Ρέβετ (Nicholas Revett) αρχίζουν το μνημειώδες τρίτομο έργο τους The Antiquities of Athens (Οι Αρχαιότητες των Αθηνών) που εκδόθηκε από το 1762 έως το 1794. Ακόμη και σήμερα οι γραμμές αυτές αποτελούν ίσως τη καλύτερη εισαγωγή σε ένα κείμενο που αφορά την αρχαία ελληνική τέχνη, όπως το ομορφότερο δείγμα της στη Θεσσαλονίκη, τα Είδωλα για τους Χριστιανούς, οι Μαγεμένες ή Las Incantadas για τους Εβραίους και τα Σουρέτ-Μαλέ (Sureth-Maleh γράφει ο Beaujour) για τους Μουσουλμάνους. Έχουν γραφεί ήδη πολλά και πολύ ενδιαφέροντα για το μνημείο αυτό. Στόχος εδώ είναι μια αναδρομή στις πρωτότυπες πηγές και, όπου είναι δυνατόν, ο φωτισμός ορισμένων πτυχών που είχαν περάσει ως τώρα απαρατήρητες.

Ι. Οι απεικονίσεις των Ειδώλων από Ευρωπαίους περιηγητές

1. Ετιέν Γκραβιέ ντ’Ορτιέρ (Etienne Gravier d’Ortières).

Η παλιότερη γνωστή απεικόνιση του μνημείου είνα του έτους 1686 όταν ο Γάλλος πράκτορας του Λουδοβίκου 14ου (του βασιλιά Ήλιου) καπετάνιος Γκραβιέ ντ’Ορτιέρ πέρασε και από την Θεσσαλονίκη. Σκοπός της αποστολής του δεν ήταν η ανεύρεση αρχαιοτήτων αλλά η συλλογή πληροφοριών για πιθανή εκστρατεία της Γαλλίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την ήττα της τελευταίας στη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης, τον Σεπτέμβριο του 1683, άρχισε να εδραιώνεται η πεποίθηση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν πια ανίκητοι. Έτσι άλλωστε ξεκίνησε την επόμενη κιόλας χρονιά η Bενετία τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που οδήγησε και στην προσωρινή κατάληψη – με τι κόστος! – της Αθήνας από τον Μοροζίνι. Ο Λουδοβίκος ο 14ος έτρεφε κι αυτός κρυφό όνειρο να γίνει κύριος της Βασιλεύουσας. Ο καπετάνιος Γκραβιέ με μια ομάδα ειδικών θα επισκεφτεί με το πλοίο Jason (Ιάσων) μεταξύ 1685 και 1687 όλα τα μεγάλα λιμάνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, από το Πορτ-Σαΐδ και την Κύπρο μέχρι την Θεσσαλονίκη και τη Κωνσταντινούπολη για να εξετάσει τις οχυρώσεις τους. Θα επιστρέψει με τρεις μεγάλους φακέλους γεμάτους από σχέδια και σκαριφήματα. Έχει έτοιμο μάλιστα και ένα σχέδιο διαμελισμού της αυτοκρατορίας του Σουλτάνου μεταξύ Γαλλίας, Πολωνίας και Βενετίας. Τέσσερα από τα σκαριφήματα αφορούν την Θεσσαλονίκη : Πλάνο της πόλης που δείχνει τα τείχη γύρω από την πόλη, Άποψη της πόλης από θάλασσα με το θαλάσσιο τείχος, Αψίδα του Θριάμβου (σημ: Γαλερίου) και Ερείπια Αρχαίου Παλατιού (σημ. Μαγεμένες). Ο πρώτος και ο τρίτος φάκελος με τα χειρόγραφα βρίσκονται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Ο δεύτερος, που θεωρείται χαμένος από την Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Οι Μαγεμένες (Ερείπια Αρχαίου Παλατιού) κατά Γκραβιέ ντ’Ορτιέρ, 1686

ruines-dun-palais-dortieres

2. Επίσκοπος Ρίτσαρντ Πόκοκ (Richard Pococke)

Δεύτερη αναφορά των Μαγεμένων βρίσκουμε στο βιβλίο του Άγγλου κληρικού Πόκοκ “Περιγραφή της Ανατολής” (R. Pococke, A Description of the East) που εκδόθηκε το 1745. Ο Πόκοκ πέρασε από την Θεσσαλονίκη το 1739-40 και σχεδίασε τρία μνημεία: τις Μαγεμένες, την Αψίδα του Θριάμβου (σημ: Γαλερίου) και την Ροτόντα. Για τις Μαγεμένες αναφέρει: “Ένα άλλο αρχαίο κομμάτι είναι τα ερείπια μιας πολύ ωραίας Κορινθιακής κιονοστοιχίας. Αποτελείται από πέντε κολόνες από cipolino (σημ: πρασινωπού μαρμάρου, verd antique, ίσως μάρμαρο Καρύστου). Τα κιονόκρανα είναι εξαιρετικής καλλιτεχνικής δουλειάς, οι κολόνες έχουν δυό πόδια διάμετρο και απέχουν η μια από την άλλη εννέα πόδια και δυο ίντσες. Η ζωφόρος είναι αυλακωτή, επί του θριγκού υπάρχουν πεσσοί πάνω στους οποίους βρίσκεται ένα επιστύλιο. Αλλά η μεγαλύτερη ομορφιά της κιονοστοιχίας είναι τέσσερα ανάγλυφα και στις δυο πλευρές από ανθρώπινες μορφές σε φυσικό μέγεθος.” Κατά περίεργο τρόπο ο λιθογράφος δεν ακολούθησε το κείμενο ή τα σχέδια του Πόκοκ γιατί στη λιθογραφία του βιβλίου η επάνω κιονοστοιχία εμφανίζεται χτισμένη ενώ οι ανθρώπινες μορφές – οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά στο κείμενο – απουσιάζουν εντελώς. Επί πλέον το μνημείο παρουσιάζεται μέσα σε ένα φανταστικό περιβάλλον μη έχοντας σχέση με την πραγματικότητα. Οι κίονες στο σχέδιο δεν είναι θαμμένοι στο χώμα έτσι ώστε να μπορεί να δοθεί μια ιδέα του ύψους του μνημείου σε σύγκριση με το ύψος ενός ανθρώπου.

Οι Μαγεμένες (Κορινθιακή κιονοστοιχία) κατά Πόκοκ, A Description of the East, 1740

pococke-incantadas-resized

3. Ζωγράφος Τζέϊμς Στιούαρτ (James Stuart) και αρχιτέκτονας Νίκολας Ρέβετ (Nicholas Revett)

Οι Στιούαρτ και Ρέβετ πήραν το πλοίο από τη Βενετία στις 19 Ιανουαρίου του 1751 και έφτασαν στον Πειραιά διασχίζοντας τον Κορινθιακό κόλπο στις 17 Μαρτίου. Αφού έμειναν στην Αθήνα δυο χρόνια να μελετήσουν και να σχεδιάσουν τις αρχαιότητες αναχώρησαν το 1753 για την Θεσσαλονίκη όπου φιλοξενήθηκαν στον εκεί Βρετανό πρόξενο Πήτερ Πάρανταϊζ (Peter Paradise). “(Στη Θεσσαλονίκη) σχεδιάσαμε τα ερείπια μιας αρχαίας κιονοστοιχίας κορινθιακού ρυθμού. Θα έπρεπε να προστεθούν και μερικά άλλα αξιόλογα κτίρια που υποτίθεται ότι είναι της εποχής του Θεοδοσίου, αλλά μια πολύ βαρειά επιδημία πανώλης, η οποία ξέσπασε ενώ ήμασταν εκεί, κατέστησε τη μέτρηση τους ανασφαλή και ανέφικτη”. Η επιδημία αυτή είπανε ότι είχε περίπου 30.000 θύματα (in the space of a few months, near 30,000 people are said to have perished). H πανώλη και ο τύφος επισκέπτονταν συχνά πυκνά τη νύφη του Θερμαϊκού πριν από τον 20ο αιώνα. Μετά την Θεσσαλονίκη ταξίδεψαν στη Σμύρνη και στα νησιά του Αιγαίου πριν επιστρέψουν στο Λονδίνο το 1755. Η κορινθιακή κιονοστοιχία βρισκόταν στην αυλή ενος Εβραίου εμπόρου – το όνομα του οποίου γνωρίζουμε τώρα ότι ήταν Λάτσι Αρδίττη. Ο Στιούαρτ, δεινός σχεδιαστής, απαθανάτισε τις Μαγεμένες (Γοητεία, στα ελληνικά στο κείμενο) με εξαιρετική ακρίβεια όπως ορθώνονταν στα μέσα του 18ου αιώνα στην αυλή του εμπόρου. Είναι η σκηνή της πρώτης επίσκεψης και την ζωντανεύει η επεξήγηση που δίνει ο ίδιος ο Στιούαρτ: στο μέσον της εικόνας βρίσκεται ο πρόξενος τον οποίο καλωσορίζει ο Εβραίος έμπορος έτοιμος να του προσφέρει καφέ που βαστά σε ένα δίσκο ένα αγόρι. Από το μπαλκόνι η γυναίκα του εμπόρου παρατηρεί στον άνδρα της ότι προσφέρει καφέ πριν ακόμη τους προσκαλέσει να καθίσουν, όπως θα ήτανε σωστό. Δίπλα της στέκονται οι δυο κόρες του εμπόρου και στο τέλος της σκάλας η υπηρέτρια τρέχει να βοηθήσει για τον καφέ. Στα δεξιά της εικόνας κοντά στη είσοδο της αυλής βρίσκονται ο ζωγράφος Στιούαρτ που κρατά από το χέρι τον δεκαετή γιό του προξένου, ο αρχιτέκτονας Ρέβετ και ο Έλληνας δραγομάνος (διερμηνέας) του προξένου. {Σημ. Ο ορθόδοξος γιος του προξένου Τζων έγινε πολύγλωσσος και εξαιρετικός γνώστης της ελληνικής. Αργότερα ο Τζων έδωσε μαθήματα ελληνικών στον Τόμας Τζέφερσον – μετέπειτα πρόεδρο των ΗΠΑ – όταν ο τελευταίος ήταν πρέσβης στο Παρίσι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1780}.

Οι Μαγεμένες όπως βρίσκονταν το 1753 στη Θεσσαλονίκη σε σχέδιο του Στιούαρτ

stuart-las-incantadas-resized

Οταν ρώτησαν τι σήμαιναν οι ανθρώπινες φιγούρες της κιονοστοιχίας άκουσαν τον μύθο που ήταν συνδεδεμένος με το μνημείο και που μάλλον ερχόταν από παλιά: Οταν ο Αλέξανδρος ετοιμαζόταν για τη μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Περσών, ζήτησε και τη συνδρομή ενός βασιλιά της Θράκης που δέχτηκε να ενώσει τις δυνάμεις του με αυτές του Μακεδόνα βασιλιά. Ήρθε μάλιστα με την γυναίκα του και τη συνοδεία τους στη Θεσσαλονίκη και ο Αλέξανδρος τους φιλοξένησε σε ένα παλάτι που επικοινωνούσε με το δικό του μέσω μιας στοάς. Η σπάνια ομορφιά της θρακιώτισσας βασίλισσας όμως θάμπωσε τον Αλέξανδρο και δεν άργησε να την κάνει ερωμένη του. Άρχισε λοιπόν να την επισκέπτεται τις νύχτες διασχίζοντας την περίφημη στοά. Ο βασιλιάς της Θράκης όμως πληροφορήθηκε από τη συνοδεία του τα καθέκαστα και αποφάσισε να τιμωρήσει με σκληρό τρόπο τον οικοδεσπότη που πρόδωσε τους κανόνες της φιλοξενίας. Είχε στη συνοδεία του ένα μάγο νεκρομάντη από τον Πόντο που έριξε τα μάγια του στη στοά έτσι ώστε όποιος προσπαθούσε να την διαβεί μια συγκεκριμένη ώρα το βράδυ να πέτρωνε. Ο σοφός Αριστοτέλης όμως, κατά πολύ εξυπνότερος του νεκρομάντη, ανακάλυψε τον κίνδυνο και έπεισε τον Αλέξανδρο να μην επισκεφτεί την ερωμένη του εκείνο το βράδυ. Η βασίλισσα που δεν γνώριζε τίποτα άρχισε να αδημονεί όσο περνούσε η ώρα το βράδυ και δεν εμφανιζότανε ο εραστής της. Έστειλε λοιπόν τις πιστές συνοδούς της να πάνε να δουν γιατί αργεί ο Αλέξανδρος και μετά από λίγο ακολούθησε και η ίδια. Ο άνδρας της που βιαζόταν να δει την τιμωρία, βέβαιος ότι τα μάγια είχαν κάνει το έργο τους, πήγε κι αυτός με τους υπηρέτες του να βεβαιωθεί ότι οι δυο εραστές ήταν πετρωμένοι. Και τη στιγμή που οι δυο ομάδες συναντήθηκαν στη στοά πέτρωσαν ξαφνικά και στέκονται έτσι στους αιώνες τους άπαντες σαν σύμβολα του ζηλιάρη άνδρα και της άπιστης γυναίκας!

Πέρα από το σκηνικό της επίσκεψης, η απεικόνιση δίνει και ορισμένα άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία. Η κιονοστοιχία σχηματίζει μια μικρή οξεία γωνία με τον εξωτερικό τοίχο της αυλής ο οποίος οριοθετεί τον δρόμο στον οποίο βρίσκεται η είσοδος της κατοικίας. Ο δρόμος πρέπει να είναι αρκετά στενός αν κρίνουμε από το πόσο καντά βρίσκεται το απέναντι σπίτι.

Οι Στιούαρτ και Ρέβετ σχεδίασαν με μοναδικό τρόπο όλες τις λεπτομέρειες του μνημείου. Έσκαψαν βαθειά στο χώμα για να μετρήσουν το συνολικό ύψος της κιονοστοιχίας, από τις βάσεις των κιόνων μέχρι την κορυφή του άνω επιστυλίου. Το ύψος ήταν 41 πόδια 7 ίντσες και 4/10 της ίντσας (12,68 μέτρα) ενώ το μήκος ταυ τμήματος όπως παρουσιάζεται στο χαρακτικό υπολογίζεται σε περίπου 15 μέτρα.

stuart

Τα σχέδια των Στιούαρτ και Ρέβετ αποτελούν την καλύτερη και ευκρινέστερη εικόνα που έχουμε σήμερα για τις μορφές πριν αυτά υποστούν τις μεγάλες φθορές των επόμενων ετών. Πράγματι, οι Γενίτσαροι συνήθιζαν να πυροβολούν τα αγάλματα για διασκέδαση ενώ φθορές υπέστησαν και κατά τον τεμαχισμό και μεταφορά τους στη Γαλλία τον επόμενο αιώνα.

Η θεά Νίκη, η νύμφη Αύρα με φουσκωμένο από τον αέρα πέπλο και ένας Διόσκουρος

%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%cf%8d%cf%81%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%cf%8c%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%82

Η αρπαγή του Γανυμήδη από αετό (Δίας), η Λήδα με τον κύκνο (Δίας) και ο θεός Διόνυσος

%ce%b3%ce%b1%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%ae%ce%b4%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%ae%ce%b4%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%cf%8c%ce%bd%cf%85%cf%83%ce%bf%cf%82

Η Αριάδνη, μια Μαινάδα με τον αυλό και απεικόνιση του ακραίου κιονόκρανου

%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%ce%b4%ce%bd%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bf%ce%bd%cf%8c%ce%ba%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%bf

4. Λουί Φωβέλ ( Louis-François-Sébastien Fauvel)

Ο Λουί Φωβέλ ήταν Γάλλος ζωγράφος που έζησε από τα μέσα του 18ου αιώνα έως περίπου τα μέσα του 19ου. Η ζωή του συνδέθηκε με την Ελλάδα όταν ο Marie Gabriel Florent Auguste, κόμης de Choiseul-Gouffier, κοινώς κόμης Σουαζέλ-Γκουφφιέ του ζήτησε να επισκεφτεί την Ελλάδα, από την οποία μόλις είχε επιστρέψει, για να ζωγραφίσει αρχαιότητες για τον δεύτερο τόμο του μπεστ-σέλλερ βιβλίου του “Ειδυλλιακό ταξίδι στην Ελλάδα” (Voyage pittoresque de la Grèce). Ο Φωβέλ έφυγε για την Ελλάδα το 1780 και επέστρεψε το 1782 με ένα μεγάλο πακέτο σχεδίων. Προς το τέλος του ταξιδιού του επισκέφτηκε και την Θεσσαλονίκη. Η πόλη αυτή άλλωστε ήταν η τελευταία στάση του κόμη κατά το ταξίδι του το 1786 πριν επιστρέψει οδικώς στο Παρίσι και σίγουρα του ζήτησε να ζωγραφίσει ορισμένες αρχαιότητες που είχε δει εκεί. Ο Φωβέλ θα επιστρέψει στην Ελλάδα δυο χρόνια αργότερα, το 1984, όταν ο κόμης ονομάστηκε πρέσβης της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη – χάρη και στο βιβλίο του – και θα μείνει σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή του στην Ελλάδα – όπου επί Ναπολέοντα Βοναπάρτη ονομάστηκε και πρόξενος στην Αθήνα. Θα αφήσει τη τελευταία του πνοή στη Σμύρνη. Ο Φωβέλ ζωγράφισε δυο ακουαρέλες των Μαγεμένων. Η πρώτη είναι του 1782 και εμφανίζεται σε λιθογραφία του βιβλίου του προξένου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη Εσπρί Κουζινερύ (Esprit-Marie Cousinèry) Ταξίδι στη Μακεδονία (Voyage dans la Macèdoine) στο οποίο έχουμε αναφερθεί παλιότερα. Είναι άγνωστο αν η ακουαρέλα αυτή έχει διασωθεί. Ο Γάλλος πρόξενος ονομάζει το μνημείο ‘Ερείπια ενός αμφιθεάτρου στη Θεσσαλονίκη’ (Ruines d’un Cirque à Salonique): “Στο μέσο περίπου της οδού των θριάμβων (Εγνατία) βλέπουμε να στέκονται όρθιες σε ευθεία γραμμή πέντε κίονες κορινθιακού ρυθμού από λευκό μάρμαρο με μπλέ κύματα (marbre blanc vainé de bleu) και με θριγκό δουλεμένο στις δύο πλευρές. Οι πεσσοί έχουν ύψος γύρω στα οκτώ με εννιά πόδια, είναι από λευκό μάρμαρο, και πάνω τους έχουν σκαλιστεί και στις δυο πλευρές ανάγλυφες μορφές σε φυσικό μέγεθος”. Ο Κουζινερύ πιστεύει ότι είναι του τρίτου αιώνα αν και δεν αποκλείει να είναι και παλιότερες. “Τα κάτω μέρη των κιόνων είναι χωμένα στο σπίτι ενός Εβραίου. Αυτός μου είπε ότι ο πατέρας του, θέλοντας να σκάψει ένα πηγάδι, συνάντησε μεγάλα μπλόκ από μάρμαρο. Οι εργάτες του είπαν ότι μάλλον πρόκειται για σκαλοπάτια” και συνεχίζει: “Συμπεραίνω λοιπόν ότι το μνημείο αποτελούσε μέρος αμφιθεάτρου που στη περίοδο της (ρωμαϊκής) δημοκρατίας και κυρίως στην αυτοκρατορική περίοδο χρησιμοποιόταν για δημόσια θεάματα”.

Οι Μαγεμένες κατά Φωβέλ, ακουαρέλα του 1782, όπως παρουσιάζεται υπό μορφή λιθογραφίας στο βιβλίο ‘Ταξίδι στη Μακεδονία’ του Κουζινερύ (1831)

incantadas-coysinery

Η δεύτερη ακουαρέλα είναι μάλλον του 1793 όταν ο Φωβέλ φιλοξενήθηκε από τον Κουζινερύ στο δεύτερο ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη μετά τη διαφυγή του κόμη Σουαζέλ-Γκουφιέ από την Κωνσταντινούπολη στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης.

Η δεύτερη ακουαρέλα του Φωβέλ (μάλλον 1793, ιδιωτική συλλογή)

fauvel-incantadas-correct-resized

Από τις δυο ακουαρέλες του Φωβέλ η δεύτερη είναι ακριβέστερη και πλησιάζει πολύ στο χαρακτικό του Στιούαρτ. Παρατηρούμε ότι ο τοίχος που χωρίζει την αυλή από τον δρόμο είναι σε κακή πια κατάσταση, φαίνεται μισογκρεμισμένος, ενώ η είσοδος στην αυλή έχει υποστεί ζημίες. Αντίθετα το απέναντι σπίτι δεν φαίνεται να έχει αλλοιωθεί από το πέρασμα των χρόνων. Η κιονοστοιχία έχει την μικρή οξεία γωνία με τον τοίχο της αυλής όπως στο σχέδιο του Στιούαρτ.

ΙΙ. Η αρπαγή του μνημείου από τον Μιλέρ

Η ομορφιά του μνημείου είχε συγκινήσει πολλούς περιηγητές. Ο συνταγματάρχης Leake που επισκέφτηκε την Θεσσαλονίκη το 1806 αναφέρει για τη Λήδα και τον Γανυμήδη ότι είναι πολύ ωραία γλυπτά χωρίς φθορές από τον χρόνο (Travels in Northern Greece, vol. III, 1835). Ο Κουζινερύ θεωρεί το μνημείο “αντάξιο των καλύτερων χρόνων της Ελλάδος” ενώ ο διάδοχός του στο γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, Φελίξ Μπωζούρ (Felix Beaujour) γράφει “θα ήθελα να ξεσηκώσω τη Λήδα και τον Γανυμήδη του πεσσού που έχει διατηρηθεί καλύτερα, αλλά οι προσφορές που έκανα στον πασά δεν έγιναν αποδεκτές” [J’aurais bien desiré pouvoir enlever le Ganimède et la Léda, qui sont le groupe le mieux conservé; mais j’ai fait au pacha des offres qui n’ont pu être acceptées – Tableau du Commerce de la Grèce, 1800]. Η φράση αυτή του Μπωζούρ επιβεβαιώνει την πληροφορία που δίνει ο Κλάρκ (Clarke, Travels in various countries, 1818) ότι “πολλές προσπάθειες έγιναν τόσο από τους Άγγλους όσο και από τους Γάλλους να αποσπάσουν τα ανάγλυφα αλλά ο Τούρκος πασάς δεν έδιδε την άδεια  – many attempts have been made, both on the part of the English and French, to get them removed; but the Turkish  Pasha, to whom applications were made for this purpose, would not give his consent”. Αυτό που δεν πέτυχε όμως ο Μπωζούρ τη περίοδο 1794-1798 που ήταν πρόξενος θα το πετύxει ο Εμμανουέλ Μιλέρ (Emmanuel Miller) το 1864, εβδομήντα χρόνια αργότερα.

Ο Μιλέρ δεν ήταν αρχαιολόγος αλλά ένας ειδικός στα παλιά χειρόγραφα, ένας παλαιογράφος όπως λεγόταν. Ήταν 21 χρονών όταν μετά τις σπουδές του μπήκε στη Βασιλική Βιβλιοθήκη, στο τμήμα χειρογράφων. Αυτό του επέτρεψε να περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του μέσα σε βιβλιοθήκες, κελάρια μοναστηριών και πύργων – σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Ρωσία – προσπαθώντας να ξετρυπώσει μέσα σε σεντούκια ξεχασμένα χειρόγραφα με κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Κάθε έρευνα του ήταν και μια ειδική αποστολή χρηματοδοτημένη από το επίσημο γαλλικό κράτος. Κατά παράξενη σύμπτωση, αιτία για το ενδιαφέρον του Μιλέρ για την Ανατολή υπήρξε άθελα του ένας μεγάλος Έλληνας φιλόλογος και μάλιστα συντοπίτης Εδεσσαίος: ο Μηνωίδης Μηνάς. Γεννημένος το 1788, ο Μηνωίδης Μηνάς (πραγματικό όνομα Κωνσταντίνος Μηνάς) τέλειωσε το Ελληνομουσείο Βεδενών που είχε ιδρύσει τέλη του 1782 ο γνωστός μας Μητροπολίτης Μελέτιος. Ο Μηνάς μετά τις σπουδές του δίδαξε σε διάφορα σχολεία. Το 1811 ένας άλλος συντοπίτης Εδεσσαίος (από το Γραμματικό Έδεσσας), ο Μητροπολίτης Σερρών – και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης – Χρύσανθος τον έπεισε να διδάξει στη Σχολή των Σερρών πράγμα το οποίο και έκανε. Εκεί δίδαξε μέχρι το 1819 οπότε οι επιστημονικές του ανησυχίες αλλά και η απάνθρωπη διοίκηση του Γιουσούφ, μπέη των Σερρών, τον οδήγησαν στη Γαλλία. Οι γνώσεις του εκεί δεν πέρασαν απαρατήρητες. Το 1840 ο Γάλλος υπουργός Παιδείας Βιγεμαίν (Villemain) του αναθέτει σαν αποστολή να ερευνήσει στα μοναστήρια της Ανατολικής Εκκλησίας την ύπαρξη αρχαίων χειρογράφων. Η αποστολή είχε τέτοια επιτυχία που επαναλήφθηκε άλλες δυο φορές. Ο Μηνωίδης επέστρεφε με αρχαία κείμενα που θεωρούνταν μέχρι τότε χαμένα, όπως οι Μύθοι του Βαβρίου, το περί Γυμναστικής του Φιλοστράτου, την Ρητορική του Αριστοτέλη κλπ. Οι επιτυχίες του Μηνωίδη δεν πέρασαν απαρατήρητες από τον Μιλέρ. Του έγινε έμμονη ιδέα να πάει κι αυτός στον μυστηριώδη Άθω εκεί από όπου ο Μηνωΐδης έφερε τόσο πολύτιμα χειρόγραφα. Το 1863, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Μηνωίδη, θα καταφέρι, μέσω της προστάτιδας του κυρίας Κορνού (Hortence Lacroix-Cornu ομογάλακτης του αυτοκράτορα – η μητέρα της θήλασε μαζί με αυτήν και τον συνομήλικο αυτοκράτορα – και στενής του φίλης), να πάρει την άδεια και μια γενναία επιχορήγηση από τον Ναπολέοντα Γ’ για την τελευταία επαγγελματική αποστολή του, μιαν αποστολή στην Ανατολή. Γνωρίζουμε με κάθε λεπτομέρεια τις κινήσεις του Μιλέρ στην αποστολή αυτή χάρη των λεπτομερέστατων επιστολών που έστελνε τακτικά στη σύζυγό του. Οι επιστολές αυτές εκδόθηκαν σε βιβλίο μετά τον θάνατο του, “Το Oρος Άθως, το Βατοπέδι και η νήσος Θάσος” (Le Mont Athos, Vatopedi et l’île de Thassos, 1889) το οποίο αποτελεί τη πηγή όλων των δημοσιευμάτων που αφορούν την αρπαγή του μνημείου.

Τα αποτελέσματα της αποστολής ήταν λαμπρά αφού βρήκε μιαν Ιστορία του Αριστόβουλου της Ίμβρου, ένα χειρόγραφο του Ήρωνα της Αλεξανδρείας, εφευρέτη της ατμομηχανής, ένα χειρόγραφο με χάρτες του Πτολεμαίου ενώ από την Θάσο έφυγε με πολλά ανάγλυφα και επιγραφές. Το σημείο όμως που παραμένει σκοτεινό είναι αν η αφαίρεση των γλυπτών από την Θεσσαλονίκη ήταν ένας από τους αρχικούς σκοπούς της αποστολής του και πως αυτός, ένας μελετητής χειρογράφων, ανέλαβε μιαν επιχείρηση τόσο παράτολμη όπως η μεταφορά ενός μνημείου σχεδόν 13 μέτρων σε ύψος και 15 μέτρων σε μήκος.

Την απάντηση μα δίνει η επίσημη Έκθεση (πεπραγμένων) της αποστολής του στον αυτοκράτορα που υπέβαλε στις 2 Φεβρουαρίου του 1865 (Mission scientifique en Orient, rapport à l’Empereur, Academie des Inscriptions et Belles-Lettres; 1865): “η αποστολή μου ήταν να εξερευνήσω τις βιβλιοθήκες των ελληνικών Μονών της Ανατολής, κυρίως αυτές του όρους Άθω, και να εφαρμόσω τις παλαιογραφικές μου γνώσεις σε χειρόγραφα που διέλαθαν της προσοχής των σοφών που προηγήθηκαν από μένα όπως του Βιλουαζόν, του Κουρσόν κλπ…..και κυρίως του Μηνωΐδη Μηνά που έμεινε πολύ καιρό στα μοναστήρια και έφερε ένα μεγάλο αριθμό πολύτιμων χειρογράφων”. Η αποστολή λοιπόν ήταν καθαρά παλαιογραφικής φύσεως με στόχο μάλιστα να ξεπεράσει κι αυτόν ακόμη τον διάσημο Εδεσσαίο λόγιο. Στην αποστολή συνοδευόταν από ένα ζωγράφo, τον Γκιγεμέ (Pierre-Désiré Guillemet) ο οποίος “εφήρμοσε κατά προτεραιότητα την τέχνη του στις απαράμιλλες εικόνες του Πανσέληνου”. Κατά περίεργο τρόπο, αυτός που ξήλωσε όπως-όπως τις Μαγεμένες κατηγορεί τους μοναχούς ότι “με ένα ακατανόητο ζήλο παραχωρούν τη δουλειά της συντήρησης των εκκλησιών τους σε καλλιτέχνες χωρίς κανένα ταλέντο που καλύπτουν με απαίσια σοβαδίσματα (badigeons) τα υπέροχα απομεινάρια της βυζαντινής τέχνης: η Ιβήρων, το Βατοπέδι και η Παντοκράτορος υπέστησαν ήδη αυτή την ελεεινή επέμβαση και στη Μεγίστης Λαύρας ετοιμάζονται να κάνουν την ίδια ιεροσυλία”. Τον καιρό που έμεινε στον Άθω εξέτασε περίπου 6.000 χειρόγραφα και επισκέφθηκε και τις είκοσι μονές και αρκετές – αλλά όχι όλες όπως παρατηρεί με λύπη – σκήτες. Όλως παραδόξως στη πολυσέλιδη έκθεση πεπραγμένων αφιερώνει μια παράγραφο όλη κι όλη για την αφαίρεση των Μαγεμένων από τη Θεσσαλονίκη. Εξηγεί το σκεπτικό της πράξης του ως εξής: “Κι ενώ ετοιμαζόμασταν να σαλπάρουμε (σημ. από τη Θάσο στις 10 Οκτωβρίου) έλαβα ένα νέο που μου προξένησε τη μεγαλύτερη χαρά και που θα προκαλούσε ζωηρό ενδιαφέρον στους φωτισμένους φίλους των τεχνών (εννοεί μάλλον την κ Κορνού). Επρόκειτο για το φημισμένο μνημείο της Θεσσαλονίκης στο οποίο βρίσκονται τέσσερις ομάδες από αγάλματα. Γνωρίζουμε ότι τα γλυπτά αυτά ήταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση αλλοίωσης. Κάθε μέρα γινόταν ένας επί πλέον ακρωτηριασμός και ήταν προβλέψιμη η άμεση και πλήρης καταστροφή. Εγώ ο ίδιος το διαπίστωσα όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Με πρόθεση να σώσω αυτά τα πολύτιμα απομεινάρια της αρχαίας τέχνης, έκανα μια συμφωνία με τον Γάλλο πρόξενο, μαρκήσιο Πουσαρά (Poucharra), και τον πασά της Θεσσαλονίκης. Χάρη στις δικές μου προσπάθειες και της παρέμβασης του πρέσβη της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη κατόρθωσα να πάρω επιστολή από τον Μεγάλο Βεζύρη που μου επέτρεπε να σηκώσω τα γλυπτά και να τα μεταφέρω στη Γαλλία. Φόρτωσα γρήγορα τα μάρμαρα της Θάσου και έβαλα πλώρη για την Θεσσαλονίκη με τη Truite (πλοίο Τρουΐτ – Πέστροφα). Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον υποναύαρχο Νταμποβίλ (D’Aboville) και τον κύριο Μορέλ (Morel) για την βοήθεια που μου έδωσαν”. Αυτή είναι η μοναδική παράγραφος που αφορά την αφαίρεση των Μαγεμένων στην έκθεση τουΗ αφήγηση όμως είναι διαφωτιστική για τους εξής λόγους. Πρώτα από όλα σκοπός του ταξιδιού δεν ήταν η αφαίρεση των ειδώλων της Θεσσαλονίκης. Η σκέψη για την αφαίρεση τους προέκυψε όταν ο παλαιογράφος πέρασε και τα είδε σε τραγική κατάσταση στη Θεσσαλονίκη. Ο Μιλέρ φαίνεται ότι δεν αγόρασε τα γλυπτά όπως συχνά λέγεται αλλά του τα παραχώρησαν δωρεάν οι οθωμανικές αρχές! Εαν είχαν αγοραστεί δεν θα είχε κανένα ενδοιασμό να το γράψει ή τουλάχιστον να αναφέρει ότι ήταν προϊόν δοσοληψίας όπως είχε αναφερθεί και ο πρόξενος Μπωζούρ στις δικές του άκαρπες ενέργειες μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Η πρωτοβουλία της αφαίρεσης και της μεταφοράς δεν προέρχεται από το Παρίσι αλλά από αυτόν τον ίδιο αποκλειστικά. Αν το Παρίσι είχε την παραμικρή ανάμειξη στην όλη επιχείρηση το ελάχιστο που θα είχε κάνει θα ήταν να τους ευχαριστήσει για τις ενέργειες τους – και ιδιαίτερα την προστάτιδα του κυρία Κορνού και φυσικά τον αυτοκράτορα στον οποίο απευθυνόταν η έκθεση. Τους μόνους που ευχαριστεί είναι ο πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, ο πασάς της πόλης και ο Γάλλος πρέσβης στη Κωνσταντινούπολη. Είναι όμως ειλικρινής η ανησυχία του για την προοδευτική φθορά και πιθανή καταστροφή του μνημείου; Από την οργισμένη αναφορά στους μοναχούς του Αγίου Όρους ότι δεν κάνουν τίποτα για τη διάσωση των τοιχογραφιών αλλά αντιθέτως αφήνουν να τις καταστρέφουν άσχετοι τεχνίτες φαίνεται πως ναι. Γνωρίζουμε επίσης ότι ήταν συχνό φαινόμενο η αφαίρεση από τον Λατσι Αρδίττη κομματιών μαρμάρου από το μνημείο για πώληση ή δωρεάν προσφορά σε δυτικούς περιηγητές καθώς επίσης και ο πυροβολισμός των γλυπτών από τους περαστικούς γενίτσαρους. Ο Κλαρκ βεβαιώνει στο βιβλίο του ότι όταν πέρασε από τη Θεσσαλονίκη το 1801 διαπίστωσε σημάδια από βόλια στα σώματα των αγαλμάτων. Πως όμως ο πασάς της Θεσσαλονίκης, που τον περιγράφει στην αρχή του βιβλίου σαν κάποιον βλοσυρό και απόμακρο, έγινε τόσο φιλικός βοηθώντας τον στο παράτολμο εγχείρημα; Του έδωσε ένα γερό μπαχτσίσι; Διαβάζοντας το βιβλίο Le Mont Athos καταλαβαίνουμε ότι κατά τις διάφορες ολιγοήμερες παραμονές του στη Θεσσαλονίκη ο Μιλέρ κέρδισε τη προσωπική φιλία και εμπιστοσύνη του Οθωμανού με το οξύ χιούμορ που διέθετε. Ο σοβαρός πασάς ξεσπούσε συχνά στα γέλια με τα φερσίματα και κυρίως με τον πνευματώδη και έξυπνο λόγο του Μιλέρ πολύ πριν ανακύψει το θέμα των μαρμάρων. Ο πασάς έγινε στο τέλος ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα για να τον εξυπηρετήσει (“Le pacha est vraiment admirable de dévouement pour moi. Je n’ai qu’un mot à dire, et tout de suite il m’envoie chars et bœufs”).

Η αφήγηση της επιχείρησης διαμελισμού και μεταφοράς των αγαλμάτων όπως την περιγράφει ο Μιλέρ στα γράμματα του είναι αποκαλυπτική, εξαιρετικά λεπτομερής και αρκετά συγκλονιστική. Έχει παρουσιαστεί στο ελληνικό κοινό ήδη από το 1986 (Απόστολος Βακαλόπουλος, Ένας Γάλλος Έλγιν στη Θεσσαλονίκη την οποία επαναλαμβάνει και ο Mark Mazower στο βιβλίο του για την Θεσσαλονίκη) και δεν χρειάζεται να ξαναειπωθεί εδώ. Το μόνο που θα τονίσουμε είναι ότι η άδεια του Μεγάλου Βεζύρη της 10ης Οκτωβρίου αφορούσε μόνο τους πεσσούς με τα αγάλματα όπως είχε ζητήσει ο Μιλέρ. Δεν αφορούσε το σύνολο του μνημείου γιατί ο Μιλέρ δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Φαίνεται όμως ότι το Παρίσι, όταν κατάλαβε περί τίνος πρόκειται, είδε τα πράγματα διαφορετικά. Με μεγάλη έκπληξη ο Μιλέρ λαμβάνει ένα τηλεγράφημα από το Παρίσι στις 30 Οκτωβρίου – χωρίς αμφιβολία από την κ. Κορνού – που τον πληροφορεί ότι “το ενδιαφέρον αφορά το σύνολο του μνημείου, πάρτε το όλο”. Όλο; Μα οι τεράστιοι κίονες (έξι μέτρων) δεν ήταν σπονδυλωτοί αλλά μονοκόμματοι, και ο θριγκός με τη ζωφόρο κομμάτια ασήκωτα. Ζητά να του αποστείλουν επειγόντως από την Τουλόν ειδικά τρέϊλορ για να μπορέσει να τα μεταφέρει αλλά η απάντηση είναι αρνητική, θα πρέπει να το κάνει με τα μέσα που διαθέτει επί τόπου. Το θεωρεί όμως τεχνικά αδύνατο και γράφει στη γυναίκα του: “Θα βάλω τα μάρμαρα κατά μήκος των τοίχων έτσι ώστε να μην εμποδίζουν τη κυκλοφορία και θα τοποθετήσω τα μεγάλα κομμάτια σε μια μικρή πλατεία εδώ κοντά. Όταν επιστρέψω στο Παρίσι θα πω στον Αυτοκράτορα (δηλ. στην κυρία Κορνού) ότι αν θέλουμε μπορούμε να πάμε να τα πάρουμε, διαφορετικά θα τα χαρίσω στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που κτίζουν στη περιοχή και θα χαρούν πολύ που θα βρουν τέτοια ωραία μάρμαρα”. Θα πρέπει τελικά να συνέβη το τελευταίο γιατί στο Παρίσι δεν φαίνεται να υπάρχουν ούτε η ζωφόρος ούτε φυσικά οι κίονες. Ο ναός του Αγίου Νικολάου του Τρανού πράγματι χτιζόταν τότε λίγο πιο πέρα. Κάηκε όμως ολοσχερώς στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 όπως και όλη η γύρω περιοχή και είναι άγνωστο τι απέγιναν οι κίονες.

ΙΙΙ. Προσέγγιση της θέσης του μνημείου με βάση αποκλειστικά τις μαρτυρίες των περιηγητών

Ένα πρώτο ερώτημα είναι αν η κιονοστοιχία με τις Μαγεμένες είναι μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου. Η απάντηση είναι εύκολη και καταφατική. Προκύπτει από την ανολοκλήρωτη φράση στο επιστύλιο …Ν ΓΕΓΕΝΗΜΕΝΟΝ ΥΠΟ…Είχε σίγουρα μεγαλύτερο μήκος όπως και οι σπασμένες άκρες του μαρτυρούν.

Η ημιτελής φράση στο επιστύλιο του μνημείου

%cf%86%cf%81%ce%ac%cf%83%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bb%ce%af%ce%bf%cf%85

Κατά τους ειδικούς αποτελούσε μάλλον ένα μεγαλοπρεπές πέρασμα από ένα χώρο σε ένα άλλο στην αρχαία αγορά. Θα μπορούσε να είναι κάτι πιο πολύπλοκο; Η απάντηση στο ερώτημα κείται στις βάσεις των κιόνων που σίγουρα παρέμειναν στη θέση τους, βαθειά στο χώμα. Μια μικρή επιτόπια έρευνα μπορεί να το δείξει. Η μόνη αντίστοιχη γνωστή κατασκευή πάντως είναι οι στύλοι της Τουτέλ (Les Piliers de Tutèle) στο Μπορντώ της Γαλλίας που είχε κατασκευαστεί την ίδια περίπου εποχή, τέλη του 2ου με αρχές του 3ου αιώνα. Το γκρέμισαν τον 17ο αιώνα για την κατασκευή ενός πύργου στη περιοχή, ο οποίος με τη σειρά του έχει καταστραφεί.

Les Piliers de Tutèle σε γκραβούρα εποχής

piliers-de-tutele-resized

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τον χώρο προς τον οποίο οδηγούσε αυτή η μνημειακή διάβαση. Ήταν απλά το πέρασμα προς την Αγορά; προς το Θέατρο; Τα αγάλματα όμως παραπέμπουν αβίαστα σε ερωτικό θέμα. Έχουμε την περίπτυξη της Λήδας με τον Δία-κύκνο και από πίσω ακριβώς (στη νότια πλευρά) την αρπαγή του Γανυμήδη από τον ερωτοχτυπημένο Δία–αετό. Δίπλα στη Λήδα χουμε την Αριάδνη την οποία άφησε στη Νάξο ο Θησέας επιστρέφοντας στην Αθήνα από την Κρήτη γιατί ο θεός Διόνυσος την είχε ερωτευθεί και ήθελε να την κάνει γυναίκα του. Ο Διόνυσος στέκεται δίπλα της, κρατά τσαμπί σταφυλιού στο αριστερό χέρι ενώ η Αριάδνη έχει σταφύλια στα μαλλιά της. Ως γνωστόν ο έρωτας της Αριάδνης για τον Διόνυσο την οδήγησε στην αθανασία και στην κορυφή του Ολύμπου, έγινε δηλαδή από θνητή αθάνατη, νικώντας τον θάνατο – όχι μέσω του μαρτυρίου – αλλά μέσα από τον έρωτα. Δίπλα στον Διόνυσο βρίσκεται η Μαινάδα, νύμφη του Διόνυσου, που παίζει τον αυλό χορεύοντας με εκστασιασμό. Στη νότια πλευρά και δίπλα στον Γανυμήδη βρίσκεται ο Διόσκουρος, καρπός του έρωτα του Δία-κύκνου και της Λήδας. Μετά είναι η Αύρα με το πέπλο της να το φουσκώνει το ελαφρύ αεράκι ενώ ακριβώς δίπλα βρίσκεται η θεά Νίκη έτοιμη να δαφνοστεφανώσει τους ανθρώπους που αποζητούν την αύρα του έρωτα και την ερωτική αθανασία. Αν θέλαμε να δώσουμε το μήνυμα που εξέπεμπε το μνημείο θα λέγαμε ότι πρόκειται για έρωτες θεών και ανθρώπων. Αν λοιπόν η κιονοστοιχία ήταν πέρασμα προς έναν άλλο χώρο αυτός λογικά θα ήταν ένας χώρος – θεϊκά! – ερωτικός. (Αλλά και ο λαϊκός μύθος που είχε ριζώσει στη συλλογική μνήμη με την βασίλισσα της Θράκης και τον Αλέξανδρο δεν είχε σχέση με τον έρωτα;). 

Το σημαντικό όμως ερώτημα είναι αν μπορεί να ταυτοποιηθεί η ακριβής θέση του μνημείου με βάση τις μαρτυρίες των παλιών ξένων επισκεπτών και μόνο. Είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα που νομίζω ότι μπορεί να απαντηθεί καταφατικά. Δυστυχώς ο Μιλέρ, μη όντας ο ίδιος αρχαιολόγος, δεν προνόησε να κάνει σχέδια ή τοπογραφικό της περιοχής πριν το ξηλώσει. Από παλιούς επισκέπτες γνωρίζουμε ότι ήταν στο μέσον της απόστασης μεταξύ του Αγίου Νικολάου του Τρανού και της Παναγίας Χαλκαίων (Καζάντζιλαρ τζαμί) και σχετικά κοντά στην Εγνατία οδό (“Ce portique…. était situé à mi-distance de l’église moderne de Saint-Nicolas-le-Grand et de Cazandjilar-Djami, près de la voie Egnatienne”, Trafali – Topographie de Thessalonique).

Η παλαιότερη τοπογραφική ένδειξη του σημείου στο οποίο βρίσκονταν οι Μαγεμένες υπάρχει σε ένα σκαρίφημα του Ερνέστου Εμπράρ (Ernest Hébrard). Πρόκειται για ένα χάρτη που χρησιμοποιούσε για τις έρευνες του υπεδάφους (sondages) μετά την πυρκαγιά του 1917 (στο Chronique des fouilles et découvertes archéologiques dans l’Orient hellénique (novembre 1919-novembre 1920)). Στο πλάνο αυτό, λίγο βορειότερα από τα τούρκικα μπάνια, υπάρχει η ένδειξη “Θέση των Μαγεμένων” (Emplacement des Incantadas). Δυστυχώς αυτή η ένδειξη δεν βοηθά πολύ γιατί καλύπτει ένα πολύ μεγάλο χώρο με πολλούς δρόμους. Εάν τραβήξουμε όμως την πράσινη γραμμή που ενώνει την Παναγία Χαλκαίων με τον Ναό του Αγίου Νικολάου και σημαδέψουμε με κύκλο το μέσον περίπου της απόστασης αυτής τότε το πιθανό μέρος περιορίζεται σημαντικά. Το σημαντικό είναι ότι στον κόκκινο κύκλο βρίσκεται ένας μόνο δρόμος που κόβει κάθετα την Εγνατία στα νότια και την Πτολεμαίων στα βόρεια. Αυτός θα πρέπει να είναι ο στενός δρόμος από τον οποίο έμπαιναν στην αυλή του Εβραίου έμπορα. Η κιονοστοιχία λοιπόν πιθανόν να βρισκόταν δεξιά ή αριστερά αυτού του στενού δρόμου ανεβαίνοντας από την Εγνατία.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%ac

Στο επόμενο διάγραμμα έχουν σημειωθεί δυο πιθανές θέσεις της κιονοστοιχίας με μπλέ γραμμή, λαμβάνοντας υπόψη τη μικρή γωνία που σχημάτιζε με τα όρια του δρόμου. Η κιονοστοιχία ήταν σχεδόν κάθετη στον άξονα Βορά-Νότου (ελαφρά ΒΑ-ΝΔ). Οι δυο ροζ τελείες δείχνουν τις δυο πιθανές θέσεις των σχεδιαστών Στιούαρτ και Φωβέλ όταν ζωγράφιζαν το μνημείο. Πρακτικά είναι αδύνατο από τις περιγραφές των περιηγητών να γνωρίζουμε αν το μνημείο βρισκόταν στο αριστερό ή δεξιό μέρος του δρόμου και φυσικά αν οι σχεδιαστές είχαν στραμμένη τη πλάτη προς την Εγνατία ή προς την Πτολεμαίων.

%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%b9%ce%b2%ce%b7%cf%82-%ce%b8%ce%b5%cf%83%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%b3%ce%b5%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%89%ce%bd

Η θέση όμως του ήλιου στις απεικονίσεις μας βοηθά να βρούμε με ασφάλεια σε ποιά πλευρά βρισκόταν. Στο χαρακτικό του Στιούαρτ παρατηρούμε ότι ο ήλιος βλέπει από Ν-ΝΔ το μνημείο αφού φωτίζει και την δυτική πλευρά των πεσσών. Η σκιά του δυτικού κίονα πέφτει στην αυλή του σπιτιού ενώ αυτή του θριγκού επάνω στο σπίτι του έμπορα. Άρα το μνημείο βρισκόταν αριστερά του δρόμου ανεβαίνοντας από την Εγνατία προς την οδό Πτολεμαίων. Ο Στιούαρτ πρέπει να έκανε το σχέδιο του το μεσημεράκι. Κρίνοντας πάντα από τις σκιές καταλαβαίνουμε ότι ο Φωβέλ έκανε την απεικόνιση του 1782 πρωί προς μεσημέρι  γιατί η σκιά του δυτικού κίονα στην αυλή σχηματίζει σχεδόν ορθή γωνία με αυτόν. Στην ακουαρέλα του ίδιου, του 1793, η σκιά του δυτικού κίονα πέφτει επάνω στο σπίτι του εμπόρου ενώ ο ήλιος φωτίζει αρκετά και την βόρεια πλευρά των πεσσών. Άρα σχεδίασε τις Μαγεμένες το απόγευμα μιας μεγάλης σε διάρκεια μέρας, δηλαδή τέλη άνοιξης ή αρχές καλοκαιριού.

Το σκεπτικό αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την μοναδική φωτογραφία των Ειδώλων που υπάρχει πριν την αφαίρεση τους. Ο ζωγράφος συνοδός του Μιλέρ στο ταξίδι, ο Γκιγεμέ, έκανε περιστασιακά και τον φωτογράφο. Γνωρίζουμε από επιστολή του Μιλέρ στη γυναίκα του ( 28 Νοεμβρίου 1864: Pour que vous puissiez vous rendre compte du monument que j’étais chargé d’emporter je vous envoie une photographie qui a été prise d’une maison voisine) ότι ο Γκιγεμέ πριν την αποκαθήλωση του μνημείου τράβηξε μια φωτογραφία από παράθυρο του απέναντι σπιτιού την οποία ο Μιλέρ εσώκλεισε στο γράμμα. Η ποιότητα του αντίτυπου της φωτογραφίας είναι δυστυχώς πολύ κακή αλλά επιβεβαιώνει τον προσανατολισμό της κιονοστοιχίας και την θέση της σε σχέση με τον ήλιο όπως είναι εύκολο να δούμε. Είναι πράγματι η πρώτη φορά που παρατηρούμε την κιονοστοιχία από την νότια πλευρά (όπως την χτυπούσε ο νοεμβριάτικος ήλιος την μέρα εκείνη). Παρατηρούμε στα αριστερά την αρπαγή του Γανυμήδη από τον Δία-αετό ενώ δίπλα είναι ο Διόσκουρος και λίγο πιο δεξιά η Αύρα. Η διάταξη αυτή ταιριάζει απόλυτα με την απεικόνιση της κιονοστοιχίας στην αυλή του Αρδίττη τόσο από τον Στιούαρτ όσο και από τον Φωβέλ. Η μόνη διαφορά είναι ότι αυτοί σχεδίασαν το μνημείο από την βόρεια πλευρά έχοντας από δεξιά προς τα αριστερά τη Λήδα, την Αριάδνη, τον Διόνυσο και την Μαινάδα. Η αυλή του Αρδίττη ήταν το μόνο σημείο από όπου ήταν δυνατόν να δει κανείς το μνημείο μαζί με τους κίονες. Αντίθετα από τη νότια πλευρά ο τοίχος της αυλής του Αρδίττη εμπόδιζε τη θέα των κιόνων έστω και αν φαίνονταν τα αγάλματα που βρίσκονταν αρκετά ψηλά.

INCANTADAS

Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις η θέση του μνημείου πρέπει να βρισκόταν περίπου στη μπλε γραμμή μέσα στον κίτρινο κύκλο του παραπάνω σχεδίου. Η πιθανή θέση των σχεδιαστών Στιούαρτ και Φωβέλ δίδεται κατά προσέγγιση με την ροζ τελεία μέσα στον κίτρινο κύκλο. Ο φωτογράφος Γκιγεμέ αντίθετα πρέπει να βρισκόταν στο νότιο παράθυρο του απέναντι σπιτιού κοιτώντας προς Βορά.

Με το ίδιο σκεπτικό η πιθανή θέση του μνημείου βρίσκεται στον κόκκινο κύκλο επί της πλατείας της Αρχαίας Αγοράς (με τη προϋπόθεση ότι ο πολύ μικρότερος σημερινός ναός του Αγιου Νικολάου βρίσκεται στη θέση του παλαιότερου ναού που κάηκε το 1917). Η κατεύθυνση της κιονοστοιχίας ήταν σχεδόν κάθετη προς τον άξονα βορρά-νότου.

%cf%80%ce%b9%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b7-%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%ce%b8%ce%ad%cf%83%ce%b7-resized

Τα Είδωλα ή Μαγεμένες ήταν το ωραιότερο δείγμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης στη Θεσσαλονίκη, στη καρδιά της πόλης. Η επιστροφή τους στη πόλη που τις γέννησε είναι ο διακαής πόθος όλων. Σήμερα όμως η πόλη έχει τα ακριβή αντίγραφα χάρις στις ενέργειες της Δημοτικής Αρχής και της αξίζουν θερμά συγχαρητήρια. Θα ήταν κάτι το πραγματικά μαγικό αν η Πολιτεία, η Δημοτική αρχή και τα Επιμελητήρια της Θεσσαλονίκης ένωναν τώρα τις δυνάμεις τους έτσι ώστε να βρουν χορηγούς για την τοποθέτηση ενός πιστού αντιγράφου στη θέση που τα φύλαξε για σχεδόν 20 αιώνες. Αλήθεια σήμερα μάγια γίνονται;

Η απελευθέρωση της Άρνισσας

Μετά την απελευθέρωση της Κοζάνης στις 10 Οκτωβρίου του 1912, η V Μεραρχία προχώρησε προς Φλώρινα για να διασφαλίσει τη βόρεια και αριστερή πλευρά της υπόλοιπης στρατιάς που βάδιζε προς Θεσσαλονίκη. Τον δρόμο προς Φλώρινα είχε πάρει ένα μέρος του οθωμανικού στρατού με επικεφαλής τον Μουσταφά πασά ενώ το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος υπό τον Ταχσίν πασά είχε πάρει ανατολικά τον δρόμο προς Βέροια και Θεσσαλονίκη. Στις 18 Οκτωβρίου, μέρα της απελευθέρωσης της Εδεσσας, η V Μεραρχία είχε ήδη περάσει τα στενά του Κλειδιού και πλησίαζε στη Βεύη μετά από μικρές μάχες με τις οπισθοφυλακές του Μουσταφά πασά στην περιοχή της Πτολεμαϊδας. Στο μεταξύ βορειότερα ο σερβικός στρατός είχε καταφέρει συντριπτικές νίκες επί των Οθωμανών σε Πρίστινα, Κουμάνοβο και Σκόπια και κατέβαινε προς Πρίλαπο και Μοναστήρι εξωθώντας τα τουρκικά στρατεύματα προς νότο. Οι Τούρκοι αγνοώντας το μέγεθος του ελληνικού στρατού που κυνηγούσε τον Μουσταφά πασά αποφάσισαν να στείλουν προς ενίσχυση ολόκληρο το 6ο Σώμα Στρατού του στρατηγού Τζαβήτ που αποτελούνταν από την XV, XVII και XVIII Μεραρχίες καθώς επίσης και το επίλεκτο σώμα του Νιαζή μπέη ήρωα του Νεοτουρκικού κινήματος του 1908. Ηταν μια ριψοκίνδυνη απόφαση του Τούρκου αρχιστράτηγου Αλή Ριζά γιατί έτσι αδυνάτιζε πολύ τις δυνάμεις που ήταν επιφορτισμένες με την άμυνα της Πριλάπου και του Μοναστηρίου εναντίον των Σέρβων που έρχονταν από βορρά. Οι συμπλοκές της V Μεραρχίας με το οθωμανικό Σώμα άρχισαν στις 21 Οκτωβρίου κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες. Η V Μεραρχία υποχώρησε νότια από τα στενά του Κλειδιού και οχυρώθηκε στη γραμμή Ξυνό Νερό – Αμύνταιο – Πέτρες. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να κάνουν μια κυκλωτική κίνηση από τα υψώματα του Ξυνού Νερού (Εκσίσου) αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μάχες συνεχίστηκαν στις 22 και 23 Οκτωβρίου, μέρα κατά την οποία νέες τουρκικές δυνάμεις άρχισαν να κατεβαίνουν από τους λόφους πάνω από την λίμνη των Πετρών. Το ελληνικό πυροβολικό κατάφερνε να ανακόπτει με επιτυχημένες βολές τις τουρκικές διεμβολήσεις. Το βράδυ της 23ης προς 24η Οκτωβρίου όμως ένας τοπικός χότζας με οπλισμένους Τούρκους χωρικούς των εκεί χωριών, που γνώριζαν καλά την περιοχή, οδήγησε τουρκικά αγήματα μέσα από τις γραμμές των ελληνικών μονάδων στο χωριό Ροδώνας, στα νώτα των ελληνικών δυνάμεων. Ετσι το πρωί της 24ης Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις βρέθηκαν ξαφνικά παγιδευμένες σε κλειό εχθρικού πυρός. Παρά το ότι οι τουρκικές δυνάμεις που γλύστρισαν μέσα από τις ελληνκές γραμμές δεν ήταν σημαντικές σε αριθμό, ήταν τέτοια η σύγχυση και ο πανικός στις μονάδες της V Μεραρχίας που σήμανε άτακτη υποχώρηση. Η Μεραρχία κατόρθωσε την 25η Οκτωβρίου να ανασυγκροτηθεί και πάλι έξω από την Κοζάνη με πολύ μεγάλο κόπο αποτρέποντας την εκκένωση της πόλης από τους πολίτες. Ευτυχώς οι τουρκικές δυνάμεις δεν ακολούθησαν την καταδίωξη δίνοντας έτσι τον χρόνο να έρθουν λιγοστές ενισχύσεις απο την Ελασσώνα και με την βοήθεια της χωροφυλακής και οπλισμένων πολιτών της Κοζάνης να σταθεροποιηθεί η γραμμή άμυνας. Στις 27 Οκτωβρίου, λίγες ώρες μετά την υπογραφή της παράδοσης της Θεσσαλονίκης από τον Ταχσίν πασά – που έγινε στις 1:30 το πρωΐ εκείνης της μέρας – το Γενικό Στρατηγείο έδωσε διαταγή να ετοιμάζονται όλες οι μεραρχίες να κινηθούν προς Αμύνταιο πλην της II και της VII που θα έμεναν για την προστασία της Θεσσαλονίκης όπου τελικά είχαν εισέλθει οκτώ βουλγαρικά τάγματα αντί των δύο που είχαν συμφωνηθεί. Ηταν ίσως η πιο κρίσιμη στιγμή του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Πράγματι, αν καταλαμβανόταν η Κοζάνη και τα στενά του Σαρανταπόρου από τους Οθωμανούς όλη η ελληνική στρατιά θα εγκλωβιζόταν στη πεδιάδα της Θεσσαλονίκης έχοντας στα δυτικά και βόρεια τη πολυάριθμη στρατιά του Αλή Ριζά και στα ανατολικά τους “συμμάχους” Βουλγάρους. Φυσικά ο δρόμος προς Αθήνα θα ήταν ανοικτός με ελάχιστες μονάδες για την προστασία της.

Η κίνηση των Μεραρχιών προς το Αμύνταιο άρχισε το πρωΐ της 30ης Οκτωβρίου. Το απόγευμα της 1ης Νοεμβρίου η VI Μεραρχία έφτασε στην Έδεσσα και ορισμένα τμήματα της προωθήθηκαν βορειότερα στον Άγρα. Οι προφυλακές της ανέφεραν ότι οι Τούρκοι κατείχαν την Άρνισσα με γραμμή άμυνας στα χωριά Δροσιά και Ξανθόγεια. Η IV Μεραρχία στάθμευσε στη Σκύδρα στον σταθμό της οποίας εγκαταστάθηκε ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος με το Γενικό Στρατηγείο. Στις 2 Νοεμβρίου η IV Μεραρχία άρχισε την κίνηση προς Φλαμουριά όπου και διανυκτέρευσε. Η ΙΙΙ Μεραρχία στρατοπέδευσε στο Ριζάρι ενώ η Ι Μεραρχία βόρεια της Σκύδρας.

Το σκηνικό ήταν λοιπόν έτοιμο για μια συντονισμένη κίνηση της ελληνικής στρατιάς. Την επόμενη μέρα, 3 Νοεμβρίου, η ενισχυμένη V Μερταρχία θα προχωρούσε από Κοζάνη προς Πτολεμαΐδα, η IV από Φλαμουριά προς Κάτω Γραμματικό και η VI από Έδεσσα προς Άγρα με απώτερο στόχο την Άρνισσα. Η V Μεραρχία συνάντησε ισχυρή αντίσταση στο χωριό Κόμανος, νότια της Πτολεμαΐδας, όπου και καθηλώθηκε το απόγευμα της ίδιας μέρας. Η IV έκανε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια ανάβασης του Βερμίου προς το Γραμματικό που μας διηγείται γλαφυρότατα ο Σπύρος Μελάς που υπηρετούσε στη Μεραρχία αυτή: “Το μαρτύριο κορυφώθηκε, όμως, όταν διασκελίσαμε για δεύτερη φορά το Βέρμιο από το μουλαρόδρομο που σκαρφαλώνει από Πόδος (Φλαμουριά) στο Γραμματικό. Είχανε περάσει πια κι ήταν αγύριστες οι μέρες, που ο ενθουσιασμός και το φιλότιμο θριάμβευαν εύκολα πάνω στη κούραση – όταν μπορούσε κανένας να βλέπει φαντάρους να κουτσαίνουν, πληγιασμένοι από τις αρβύλες ή να καμπουριάζουν με ξεφλουδισμένους ώμους από το σάκο….σε κείνο το μουλαρόδρομο δοκιμάστηκαν σκληρά τα κορμιά μας όπως οι ψυχές στο δρόμο της αρετής. Το ύψος και το απότομο των βράχων σα να πολλαπλασίαζαν τις πυκνότατες φυλλωσιές των φελλοδρυών με τους χρυσαφένιους φθινοπωρινούς τόνους και έκλειναν τη θέα σε απόσταση λίγων μέτρων, δίνοντας την εντύπωση, ότι ο φοβερός εκείνος ανήφορος δεν τέλειωνε πουθενά…Η πάλη τραγική, φοβερή γινότανε ανάμεσα της φυσικής αδυναμίας, της άμεσης και απόλυτης ανάγκης που είχε ο εξαντλημένος να πέσει, να ξαπλωθεί με κάθε θυσία, και της αγάπης στη ζωή και του ένστικτου της αυτοσυντήρησης. Ποτέ δε θα ξεχάσω την εικόνα ενός βραδύπορου με χαλκοπράσινη μορφή, που ο κόπος της είχε δώσει μια έκφραση εξουθενωμένη ως τα έσχατα όρια. Βρισκότανε στο λιγοψύχισμα της προσπάθειας, τρίκλιζε, ανάσαινε δύσκολα σαν ασθματικός και στο στόμα του είχαν ανέβει αφροί….Τα μουλάρια μόλις και μετά βίας ανέβαζαν το φορτίο τους, οι δε σέλλες των αλόγων μας, κάθε πέντε λεπτά γλιστρούσαν από τις ωμοπλάτες στα καπούλια των αλόγων”.

Στις 4 Νοεμβρίου, το 23ο Σύνταγμα της V Μεραρχία συνέχισε την επίθεση στο χωριό Κόμανος όπου είχαν οχυρωθεί ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Οι ελληνικές απώλειες ήταν μεγάλες. Προς στιγμή δημιουργήθηκε πανικός όταν τραυματίστηκε και αποσύρθηκε ο διοικητής του Συντάγματος αλλά τελικά με τις ενισχύσεις που φτάσανε εγκαίρως από τη Μεραρχία το χωριό κατελήφθη και οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή. Η νίκη αυτή άνοιξε τον δρόμο προς το Αμύνταιο. Την ίδια μέρα η IV Μεραρχία, που είχε φτάσει ήδη στο Κάτω Γραμματικό, δέχτηκε επίθεση από οπλισμένους χωρικούς. Γράφει ο Σπύρος Μελάς: “Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, μας ξύπνησαν διπλοί κρότοι, αραιοί, πυροβόλων, που έρχονταν από μακριά και πυκνοί όπλων, από πολύ κοντά. Οι Κονιαρέοι, από τα γύρω της Κατράνιτσας χωριά (χωριό Πύργοι), που τους είχανε γλυκάνει οι επιτυχίες των συμπατριωτών τους εναντίον της πέμπτης Μεραρχίας, πεντακόσοι απάνω κάτω, συγκεντρώθηκαν τη νύχτα και το γλυκοχάραμα ανοίξανε ντουφέκι κατά των προφυλακών μας. Είχαμε, όμως, καεί από το πάθημα της πέμπτης Μεραρχίας. Κι’ ήμαστε πανέτοιμοι, πριν ξημερώσει, για κάδε ενδεχόμενο. Διατάχτηκε αμέσως το τρίτο τάγμα του ενδέκατου συντάγματος, με το Σουμίλα, να βαδίσει εναντίον τους, να τους κυκλώσει, να τους θανατώσει και να κάψει τα σπίτια τους. Όταν αυτό το τάγμα άρχισε την επίθεση, ο Μέραρχος μ’ έστειλε να πάω αυτή τη σύντομη υπόμνηση του στο διοικητή:
– Δε θέλω αιχμαλώτους!….”.

Μετά τους Πύργους η IV Μεραρχία κατέλαβε και την Περαία και προώθησε τμήματά της βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής στη βάση των λόφων που βρίσκονται νότια της Αρνισσας. Αλλά ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση του Μελά: “Κατά τις 5 το απόγεμα τα συντάγματα και η ορειβατική μοίρα με το λοχαγό Κουγετέα, έφτασαν και συντάχτηκαν σε μια πλαγιά του βουνού. Απ’ αυτή βλέπαμε μια μικρή λωρίδα από τη λίμνη του Οστρόβου, όπου καθρεφτιζότανε μικρός μιναρές μοναχικού τζαμιού, που ήτανε χτισμένο πάνω στην κορφή βράχου, κοντά στην όχθη”. Πρόκειται φυσικά για το περίφημο τζαμί στο πάλαι ποτέ νησάκι για το οποίο μιλήσαμε διεξοδικά στην ανάρτηση Η Έλλιμνος νήσος. Δεν καταλαβαίνουμε δυστυχώς από τη περιγραφή αν πριν από τη μάχη ο μιναρές ήταν ακέραιος ή όχι. Σε λίγο όμως άρχιζε η μάχη του Οστρόβου. “Το χωριό κρυβόταν ολότελα πίσω από μια λοφοσειρά που είχε πιάσει μια εχθρική δύναμη από τέσσερα ή πέντε τούρκικα τάγματα. Απ’αυτά αποσπάστηκε – μόλις η τέταρτη Μεραρχία συντάχτηκε, περιμένοντας την έχτη να επιτεθεί κατά μέτωπο – μια μικρή περιπολία πεζών που τους είδαμε να βαδίζουν πάνω στην όχθη της λίμνης και να διευθύνονται προς το μέρος μας. Κάποιος είπε:
– Μωρέ πού πάνε αυτοί; Στο χορό πάνε; Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι αντιλάλησε μια μπαταριά από το μέρος ενός προχωρημένου τμήματος της Μεραρχίας. Οι Τούρκοι άφησαν δυό πληγωμένους επί τόπου και τόβαλαν στα πόδια. Σε λίγο ακούστηκε το πρώτο κανόνι…. η έχτη Μεραρχία είχε αρχίσει την επίθεσή της”.

Η VI Μεραρχία στις 4 Νοεμβρίου είχε προελάσει κατά μήκος του δρόμου Αγρα – Βρυττών με εμπροσθοφυλακή το 18ο Σύνταγμα Πεζικού. Αφού ανέτρεψε ορισμένες αντιστάσεις από τις εχθρικές εμπροσθοφυλακές έφτασε μπροστά στα υψώματα της Άρνισσας. Εκεί προσβλήθηκε με μεγάλη σφοδρότητα από τα τουρκικά αμυνόμενα τάγματα και μέσα σε σύγχυση υποχώρησε. Οι τουρκικές δυνάμεις προσπάθησαν να διεμβολήσουν το ελληνικό Σύνταγμα αλλά με τις ενισχύσεις που έρχονταν από πίσω εδραιώθηκε η γραμμή μάχης και υποχώρησαν οι τουρκικές δυνάμεις στις αρχικές τους θέσεις. Το βράδυ της ίδιας μέρας έγινε μια προσπάθεια επίθεσης από το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων αλλά η έντονη τουρκική αντίσταση σήμανε και πάλι υποχώρηση και προσωρινό πανικό που εξαπλώθηκε και στο 18ο Σύνταγμα. Τελικά οι δυο αντίπαλοι στρατοί πέρασαν τη νύχτα της 4ης προς 5η νοεμβρίου με το όπλο στο χέρι έχοντας σαν διαχωριστική γραμμή περίπου τον σημερινό δημόσιο δρόμο Εδεσσας – Πτολεμαΐδας στο γνωστό σταυροδρόμι.

Εν τω μεταξύ η III Μεραρχία που είχε στρατοπεδεύσει την προηγούμενη μέρα στο Ριζάρι προέλασε στις 4 Νοεμβρίου βορείως της έκτης Μεραρχίας με κατεύθυνση προς Καρυδιά και Παναγίτσα. Μετά την Καρυδιά όμως συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τις τουρκικές αμυνόμενες δυνάμεις και αναγκάστηκε να περάσει τη νύχτα στη περιοχή της Καρυδιάς.

Την επόμενη μέρα άρχισαν οι γενικευμένες εχθροπρξίες. Ηταν φανερό ότι τα 4 – 5 τουρκικά τάγματα που φύλαγαν τους λόφους νότια της Άρνισσας δεν μπορούσαν να αντέξουν τη συνδυασμένη δύναμη πυρός της, κατά μέτωπο, έκτης Μεραρχίας και της τρίτης που έβαλε από βορρά. Ετσι το μεσημέρι της 5ης Νοεμβρίου έμπαιναν τα πρώτα ελληνικά τμήματα στην Άρνισσα. Την επόμενη μέρα εγκαταστάθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος και το Γενικό Στρατηγείο. Εκεί έμαθε ο Κωνσταντίνος ότι την ίδια μέρα οι Σέρβοι κατέλαβαν το Μοναστήρι αιχμαλωτίζοντας 40.000 Τούρκους στρατιώτες. Ο δρόμος προς την Φλώρινα ήταν ανοικτός αλλά έπρεπε να βιαστούν. Ο ελληνικός στρατός τελικά μπήκε πρώτος και νικηφόρος στη Φλώρινα το μεσημέρι της επόμενης μέρας!

Ιδού τώρα μερικές φωτογραφίες από την πρώτη μέρα της απελευθερωμένης Άρνισσας!

arnissa9-1912-13arnissa10-1912-13

Ο περίφημος μιναρές στο “νησάκι” όπως ήταν την 6η Νοεμβρίου 1912.arnissa1-1912-13-1!arnissa2-1912-13arnissa3-1912-13arnissa4-1912-13arnissa5-1912-13arnissa6-1912-13arnissa7-1912-13arnissa8-1912-13

Σαν σήμερα το πρώτο σφύριγμα τρένου στην Έδεσσα

Ένα ηλιόλουστο πρωϊνό της Παρασκευής 15 Ιουνίου 1894 ξεκίναγε το πρώτο τρένο από την Θεσσαλονίκη για να διανύσει τα 219 χιλιόμετρα της νέας σιδηροδρομικής γραμμής μέχρι το Μοναστήρι. Ακριβώς πριν από 122 χρόνια. Κρίνοντας από την επιχρωματισμένη φωτογραφία της ιστορικής αυτής αναχώρησης, ο πρώτος συρμός φαίνεται ότι ήταν…ευάερος και ευήλιος μια και αποτελούνταν από ανοιχτές πλατφόρμες πάνω στις οποίες ήταν τοποθετημένα τα εμπορεύματα στα οποία κάθονταν οι επιβάτες. Θάταν μεσημέρι εκείνης της μέρας όταν η γερμανική ατμομηχανή μάρκας Hanomag, ασθμαίνοντας στην ανηφόρα, έμπαινε σφυρίζοντας στον σταθμό της Έδεσσας (Βοδενά τότε). Το σφύριγμα αυτό καθώς και ο χαρακτηριστικός ήχος της ατμομηχανής, που μια χανόταν και μια ακουγόταν καθώς μπαινόβγαινε στις σύρραγγες πλησιάζοντας στη πόλη, θα γίνονταν ένα καθημερινό ευχάριστο άκουσμα για γενιές Εδεσσαίων. Η πόλη εκείνη τη μέρα γύριζε σελίδα και δρασκέλιζε στην μοντέρνα εποχή. Εμπαινε στο χάρτη ενός ευρύτατου σιδηροδρομικού δικτύου που την ένωνε μέσω Θεσσαλονίκης με πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Ηταν μια ιστορική μέρα.

Επιχρωματισμένη επιστολική κάρτα του εκδότη Δαυίδ Ασσαέλ της πρώτης αναχώρησης αμαξοστοιχίας από Θεσσαλονίκη για Μοναστήρι στις 15 Ιουνίου 1894

Premier depart du train de Salonique

Αργότερα τα νέα άνετα βαγόνια άρχισαν να φέρνουν εκδρομείς στην Έδεσσα για να θαυμάσουν τα αξιοθέατα της πόλης. Ήταν ο προάγγελος της μετέπειτα τουριστικής εποχής (επιστολική κάρτα του εκδοτικού οίκου Ιούδα Βαρσάνο της Θεσσαλονίκης που ταχυδρομήθηκε τον Οκτώβριο του 1904)

Σταθμός 20-10-1904.resized

Η απόφαση για την κατασκευή της γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου ήταν αποτέλεσμα συγκυριών, ιστορικών ανακατατάξεων και ενός μεγαλεπίβολου σχεδίου που άλλαξε τα οικονομικά δεδομένα στην Βαλκανική. Ας δούμε περιληπτικά πως η εξέλιξη των πραγμάτων οδήγησε τελικά και στην κατασκευή του τμήματος αυτού.

Το πρώτο δίκτυο σιδηροδρόμων της ευρωπαϊκής Τουρκίας
Ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ (1861-1876) με την αναρρίχηση στο θρόνο αντιλαμβάνεται ότι η συνοχή και η επιβίωση της παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας χρειάζεται ένα γενναίο εκσυγχρονισμό με ριζικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους. Στα πλαίσια αυτά ο Μεγάλος Βεζίρης Αλί Πασάς, σε συνεργασία με τον υπουργό Δημοσίων Έργων Νταβούτ Πασά, συλλαμβάνει το σχέδιο δημιουργίας ενός σιδηροδρομικού δικτύου που θα βελτίωνε την επικοινωνία των ευρωπαϊκών επαρχιών της αυτοκρατορίας, θα δημιουργούσε νέες οικονομικές ευκαιρίες αλλά και θα επέτρεπε την γρήγορη μεταφορά στρατευμάτων από το ένα σημείο της επικράτειας στο άλλο. Για τους Ευρωπαίους η σιδηροδρομική σύνδεση του ευρωπαϊκού δικτύου με την Κωνσταντινούπολη μέσω Βιέννης ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα αφού θα μίκραινε κατά πολύ τον χρόνο και το κόστος μεταφοράς ταξιδιωτών και εμπορευμάτων. Η σύνδεση μάλιστα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης με την βόρεια Ευρώπη πρόσφερε την δυνατότητα μιας πιο γρήγορης επικοινωνίας ακόμη και με τις ασιατικές αποικίες των ευρωπαϊκών χωρών μέσω της διώρυγας του Σουέζ. Η θέση της Θεσσαλονίκης ήταν γεωγραφικά πιο ανταγωνιστική σε σχέση με την Τεργέστη, το κατ εξοχήν λιμάνι τότε προς τις ασιατικές αποικίες, αφού έτσι ο περίφημος βρετανικός ταχυδρομικός σάκος από Ινδία θα κέρδιζε μια με δυο μέρες. Η Υψηλή Πύλη, παρά τους ισχυρούς ενδοιασμούς και αντιστάσεις των παραδοσιακών και θρησκευτικών κύκλων του Ισλάμ που έβλεπαν με δυσπιστία και καχυποψία κάθε αλλαγή που ερχόταν από τη Δύση, θα αποφασίσει την υλοποίηση ενός μεγάλου σιδηροδρομικού δικτύου στις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας μήκους 2500 χιλιομέτρων. Το τιτάνιο αυτό έργο θα αρνηθούν να το αναλάβουν οι κλασικοί χρηματοδότες και κατασκευαστές παρόμοιων έργων στην Ευρώπη. Θεωρούσαν ότι το ρίσκο ενός τέτοιου εγχειρήματος ήταν τεράστιο, ειδικά σε μια περιοχή που ήταν σχεδόν άγνωστη και ασταθής πολιτικά, όπου δεν υπήρχαν χάρτες ούτε εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό. Στη μεγάλη περιοδεία ανά την Ευρώπη το 1869 για την ανεύρεση ενδιαφερομένων, ο Νταβούτ Πασάς, μετά από σειρά αποτυχημένων συζητήσεων θα βρει τελικά κάποιον στο Παρίσι που θα δεχτεί. Ήταν ο τραπεζίτης βαρώνος Μωρίς ντε Χιρς (Baron Maurice de Hirsch) που συμφώνησε να αναλάβει το έργο με την μέθοδο χρηματοδότησης, κατασκευής, λειτουργίας και εκμετάλλευσης για 99 χρόνια. Ο βαρώνος Χιρς ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και πλουσιότερους τραπεζίτες της Ευρώπης την εποχή εκείνη. Γεννημένος στο Μόναχο, σπουδαγμένος και παντρεμένος στις Βρυξέλλες και εγκαταστημένος στο Παρίσι από όπου διηύθυνε τις τραπεζικές του εργασίες, ο Γερμανοεβραίος τραπεζίτης αναλάμβανε την χρηματοδότηση μεγάλων και ριψοκίνδυνων έργων παράλληλα με τις φιλανθρωπικές του πρωτοβουλίες όπως η κατασκευή στη Θεσσαλονίκη του συνοικισμού Χιρς και η μετέπειτα ανέγερση από τη σύζυγο του Κλάρα του νοσοκομείου Χιρς  (σημερινό Ιπποκράτειο νοσοκομείο). Το μυστικό της επιτυχίας του βασιζόταν σε ιδιαίτερα καινοτόμους για την εποχή τρόπους διασποράς του ρίσκου της επένδυσης κάτι που σήμερα αποκαλούμε financial engineering. Η σύμβαση περιελάμβανε την κατασκευή μιας κύριας γραμμής Κων/πολης, Αδριανούπολης, Φιλιππούπολης, Σόφιας, Νίς (Ναϊσσού), Πρίστινας, Μητροβίτσας, Νόβι Παζάρ, Σεράγεβου, Μπάνια Λούκας και τελική σύνδεση στα οθωμανικά σύνορα με το αυστριακό δίκτυο στη πόλη Ντόμπριλιν (Dobrljin). Περιελάμβανε επίσης τέσσερις εγκάρσιους άξονες που ένωναν την κύρια γραμμή με το Αιγαίο Πέλαγος στο Δεδέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη), με τη Μαύρη θάλασσα στο Μπουργκάς, με την Θεσσαλονίκη μέσω Πρίστινας – Μητροβίτσας και με το Βελιγράδι (στην τότε υπό οθωμανική επικυριαρχία Σερβία) από τη Νίς.

Η αρχική παραχώρηση Χιρς του 1869 μήκους 2.500 χιλιομέτρων με εκμετάλλευση για 99 χρόνια. Ο κορμός του δικτύου (κόκκινη γραμμή) ένωνε την Κων/πολη με το αυστριακό δίκτυο στα σημερινά σύνορα Κροατίας/Βοσνίας (Ντόμπριλιν). Με μπλε χρώμα οι διακλαδώσεις προς Μαύρη Θάλασσα (Μπουργκάς), Αιγαίο Πέλαγος (Αλεξανδρούπολη και Θεσσαλονίκη) και Βελιγράδι.

Αρχική παραχώρηση Χιρς.resized

Για την υλοποίηση της συμφωνίας ο βαρώνος Χιρς ιδρύει δυο εταιρείες: την Αυτοκρατορική Εταιρεία Σιδηροδρόμων Ευρωπαϊκής Τουρκίας (Société Imperiale des Chemins de Fer de la Turquie d’Europe) που αναλαμβάνει την κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών και την Γενική Εταιρεία Εκμετάλλευσης των Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Τουρκίας (Compagnie Générale d’Exploitqtions des Chemins de Fer de la Turquie d’Europe) που αναλαμβάνει την λειτουργία και εκμετάλλευση των γραμμών για 99 χρόνια. Αρχές 1870 αρχίζει η κατασκευή με γρήγορο ρυθμό από τέσσερα διαφορετικά σημεία: Κωνσταντινούπολη – Φιλιππούπολη, Αδριανούπολη – Δεδέαγατς, Θεσσαλονίκη – Σκόπια και Μπάνια Λούκα – σύνορα Αυστρίας. Ο θάνατος όμως του Βεζίρη Αλί Πασά το 1871 προκαλεί αλλαγή των αρχικών σχεδίων. Το 1872 ο νέος Μεγάλος Βεζίρης, Μαχμούτ Πασάς, είναι αντίθετος με τον προσανατολισμό του προκατόχου του προς Γαλλία και Αγγλία προκρίνοντας ισχυρότερες σχέσεις με Ρωσία. Διαπραγματεύεται έτσι μια νέα συμφωνία περικόπτοντας κατά 50% το αρχικό σχέδιο, αλλάζοντας προσανατολισμούς και μειώνοντας αντίστοιχα την περίοδο εκμετάλλευσης από τα 99 στα 50 χρόνια. Ο Χιρς αποδέχεται το νέο σχέδιο μεταφέροντας όμως στο οθωμανικό δημόσιο την εκμετάλλευση του δικτύου και μειώνοντας έτσι τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Το 1872, σε χρόνο ρεκόρ, τελειώνουν οι πρώτες γραμμές. Πρόκειται για τις συνδέσεις Θεσσαλονίκης – Σκοπίων και Ανδριανούπολης – Δεδέαγατς. Το 1873 ολοκληρώνεται η γραμμή Κωνσταντινούπολης – Αδριανούπολης, το 1874 τα τμήματα Σκοπίων – Μητροβίτσας και η διακλάδωση προς Μπουργκάς. Το 1884, μετά τις καθυστερήσεις λόγω της πτώχευσης της οθωμανικής κυβέρνησης (1875), της επανάστασης των Σέρβο-βόσνιων στη Βοσνία Ερζεγοβίνη (1875), της βουλγαρικής εξέγερσης (1876), του Ρώσο-τουρκικού πολέμου (1877-78) και της ανεξαρτησίας της Σερβίας (1882), τίθεται σε λειτουργία η γραμμή Βελιγραδίου – Νις και το 1888 οι γραμμές Σκοπίων – Νις και Νις – Σόφιας – Φιλιππούπολης. Έτσι το 1888 η Κωνσταντινούπολη συνδέεται με Σόφια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη και Βιέννη και η Θεσσαλονίκη με Βελιγράδι, Βουδαπέστη και Βιέννη. Η Βόρεια θάλασσα (Αμβούργο) συνδέεται με την Μεσόγειο (Θεσσαλονίκη). Ο βαρώνος Χιρς είναι ικανοποιημένος αφού παρά τις αντιξοότητες και τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις το σχέδιο ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Είναι η στιγμή που αποφασίζει να αποτραβηχτεί από την ενεργό οικονομική δράση για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στις φιλανθρωπικές του δραστηριότητες. Έτσι πωλεί το 1890 τις μετοχές του σε έναν νέο και φιλόδοξο παίκτη που ενστερνίζεται τη νέα γερμανική πολιτική της “Πορείας προς Ανατολάς” (Drang nach Osten). Πρόκειται για την Ντόϋτσε Μπάνκ (Deutsche Bank) μια νέα γερμανική τράπεζα που ιδρύθηκε το 1870 με την γερμανική ενοποίηση και ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει μεγάλα σιδηροδρομικά πρότζεκτ, ιδιαίτερα αυτό της σύνδεσης Κωνσταντινούπολης – Βαγδάτης (η περίφημη γραμμή BBB: Berlin – Byzance – Bagdad) που αποτελεί κορυφαίο γεωστρατηγικό στόχο του Βερολίνου.

Η κατασκευή των διαφόρων σιδηροδρομικών τμημάτων στην Βαλκανική την περίοδο 1870-1888 (οι ημερομηνίες του κειμένου είναι οι σωστές) μετά την τροποποίηση του αρχικού σχεδίου του βαρώνου Χιρς.

Chemins de fer 1888

Η γραμμή Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου
Η Υψηλή Πύλη όμως δεν είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένη από τις εξελίξεις. Ναι μεν επετεύχθη η σιδηροδρομική σύνδεση της Κωνσταντινούπολης με την Δυτική Ευρώπη αλλά ένα μεγάλο τμήμα της γραμμής είναι τώρα υπό τον έλεγχο της αυτόνομης – και ευνοούμενης της εχθρικής Ρωσίας – Βουλγαρίας και ένα άλλο υπό την κυριαρχία της ανεξάρτητης πλέον Σερβίας. Πρώτη προτεραιότητα για τον νέο σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ (1876-1909) είναι η σύνδεση των υπό οθωμανική κυριαρχία ακόμη ευρωπαϊκών περιοχών με την Κωνσταντινούπολη. Πρέπει επειγόντως να συνδεθεί η πρωτεύουσα με την Θεσσαλονίκη, έδρα μεγάλης στρατιάς, και με το Μοναστήρι, έδρα στρατιωτικών ακαδημιών. Αρχικά κυριαρχεί η ιδέα της σύνδεσης του Μοναστηρίου με την υπάρχουσα γραμμή Θεσσαλονίκης – Σκοπίων στα Βελεσσά (Βέλες). Μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις και εναλλακτικά σχέδια, στα οποία παίζει ρόλο και η ιδέα σύνδεσης του ελληνικού με το οθωμανικό δίκτυο με μια γραμμή Μοναστηρίου – Σερβίων – Καλαμπάκας, προκρίνεται τελικά η απευθείας σύνδεση Μοναστηρίου – Θεσσαλονίκης. Σε δεύτερο στάδιο η τελευταία θα πρέπει να συνδεθεί με την Αλεξανδρούπολη και μέσω Αδριανούπολης με την Κων/πολη. Έτσι επιτυγχάνεται μια πιο γρήγορη σύνδεση της Κων/πολης με Θεσ/νίκη και Μοναστήρι και κυρίως χωρίς έλεγχο της γραμμής από τρίτες χώρες. Σε όλη αυτή την περίοδο ο ανταγωνισμός μεταξύ Γαλλίας από τη μια μεριά και Γερμανίας-Αυστρίας από την άλλη για να κερδίσουν την παραχώρηση της γραμμής είναι μεγάλος. Τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των δυο ευρωπαϊκών υπερδυνάμεων μπλέκονται με τα οικονομικά των μεγάλων και διεθνών κεφαλαιούχων. Τελικά ο εκπρόσωπος της γερμανικής τράπεζας Württembergische Vereins bank και των όπλων Μάουζερ στη Κων/πολη Αλφρεντ Κάουλα (Alfred von Kaulla) προωθεί τις σκέψεις του φίλου του Σουλτάνου στον διευθυντή της Deutsche Bank (Georg von Siemens) ο οποίος χωρίς δισταγμό προτείνει στην Πύλη την ανάληψη της κατασκευής και λειτουργίας της γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου. Η πρόταση γίνεται δεκτή και μια σύμβαση παραχώρησης υπογράφεται το 1890 μεταξύ της Πύλης και του Άλφρεντ Κάουλα που ενεργεί για λογαριασμό της Deutsche Bank.

Αρχές του 1891 ιδρύεται στη Κωνσταντινούπολη η Εταιρεία Οθωμανικού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου (Société du Chemin de Fer Ottomane Salonique – Monastir) με σκοπό την κατασκευή και την εκμετάλλευση της νέας γραμμής. Η χρηματοδότηση γίνεται με ομόλογα που εκδίδει η εταιρεία προς τους Ευρωπαίους επενδυτές.

Τα ομόλογα της εταιρείας είχαν ονομαστικό επιτόκιο 3% και απευθύνονταν κυρίως σε Γερμανούς και Γάλλους επενδυτές. Εδώ βλέπουμε ομόλογο 2500 γαλλικών φράγκων ή 2020 γερμανικών μάρκων. Τα υπογράφει ο διευθυντής της εταιρείας φον Κούλμαν (Otto Ritter von Kühlmann) που διοίκησε την εταιρεία την περίοδο 1891-1897.

Obligation Salonique - Monastir.resized

Για το κατασκευαστικό μέρος η τελευταία θα κλείσει συμφωνία-πακέτο (construction à forfait) με εταιρεία ειδικού σκοπού για την κατασκευή της γραμμής (Compagnie de Construction du Chemin de Fer de Salonique à Monastir) ιθύνων νους και διευθυντής της οποίας είναι ο Γάλλος κόμης Vitali. Ο τελευταίος είναι διευθυντής και κύριος μέτοχος της κορυφαίας γαλλικής κατασκευαστικής εταιρείας RGCF (Régie générale des chemins de fer et des travaux publics). Πρόκειται για τον Φίλιππο-Σπυρίδωνα Βιτάλη, γιο του Ζακυνθινού αριστοκράτη Γεωργίου Βιτάλη (1776-1854). Ο Γεώργιος Βιτάλης μαζί με τον αδελφό του Σπύρο είχαν βοηθήσει ενεργά τον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα προωθώντας στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Θα συνεισφέρουν χρήματα και όπλα στον λόρδο Βύρωνα πριν το ταξίδι του τελευταίου στο Μεσολόγγι. Θεωρούνται οι ιδρυτές της γαλλικής μερίδας – του μετέπειτα γαλλικού κόμματος του Κωλέττη – και θα εργαστούν για να φέρουν στον ελληνικό θρόνο τον δούκα του Νεμούρ (duc de Nemours) του οίκου της Ορλεάνης, γιο του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου Φιλίππου του 1ου. Με την ενθρόνιση όμως του Όθωνα το 1832 ο Γεώργιος Βιτάλης θα εγκατασταθεί οριστικά στο Παρίσι. Ο γιος του Φίλιππος – Σπυρίδων (1830-1909) μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή Σεντράλ του Παρισιού (Ecole Centrale des Arts et Manufactures) θα αναδειχτεί σε έναν από τους ικανότερους μηχανικούς-επιχειρηματίες κατασκευής μεγάλων έργων σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία. Ειδικότητά του οι σιδηρόδρομοι και τα λιμάνια. Ίδρυσε σειρά εταιρειών με κυριότερη την “Γενική Εταιρεία Σιδηροδρόμων” (RGCF – Régie générale des chemins de fer et des travaux publics) η οποία ήταν μετεξέλιξη της εταιρείας “Société Vitali, Picard et Cie” ευρέως γνωστής ως “Vitali & Cie” (Βιταλί & Κομπανί). Σημειωτέον ότι η στρατηγική ισορροπία μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας-Αυστρίας επήλθε όταν δυο χρόνια αργότερα τα γαλλικά κεφάλαια κέρδισαν την παραχώρηση του τμήματος Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης, που ένωσε την Θεσ/νίκη με την Κων/πολη (Société des Chemins de fer Jonction Salonique – Constantinople). Την κατασκευή ανέλαβε η RGCF με υπεύθυνο πια τον Γεώργιο Βιτάλη, γιο του Φιλίππου – Σπυρίδωνα, ο οποίος επέκτεινε τις δραστηριότητες της εταιρείας σε Κίνα και Ινδοκίνα (Βιετνάμ).

Από το 1891 στα εργοτάξια εντάσσονται ντόπιοι και ξένοι εργαζόμενοι. Οι τελευταίοι αντιστοιχούν σε περίπου 30% της συνολικής εργατικής δύναμης (στοιχεία από εξαιρετικές εργασίες του πανεπιστημιακού Βασίλη Γούναρη). Από τους ξένους οι περισσότεροι είναι Ιταλοί από την περιοχή του Πιεμόντε και δουλεύουν κυρίως στο βόρειο κομμάτι της γραμμής. Άλλες εθνικότητες είναι Αυστριακοί, Σέρβοι, Γερμανοί, Ελβετοί ακόμη και Ρώσοι. Σύμφωνα με την εφημερίδα “Φάρος της Μακεδονίας” στα εργοτάξια δούλευαν την άνοιξη του 1892 περίπου 2.300 στο τμήμα Θεσσαλονίκης – Έδεσσας και 1.300 στο τμήμα Έδεσσας – Μοναστηρίου. Ο μέγιστος αριθμός εργαζομένων έφτασε και τους 6.000. Η ελονοσία όμως δημιουργεί πολλά προβλήματα με υψηλό αριθμό ασθενειών και θανάτων σε σημείο που η ιταλική κυβέρνηση προτρέπει τους Ιταλούς να εγκαταλείψουν την περιοχή.

“Στο αγαπημένο μας παιδί Αλμπέρ Φρέ που απεβίωσε στις 7 Μαΐου 1893 σε ηλικία 5 ετών”. Γαλλική επιτύμβια στήλη που σώζεται στο νεκροταφείο Έδεσσας. Κατά πάσα πιθανότητα γιος ενός από τους αλλοδαπούς μηχανικούς σε κοντινό στη πόλη εργοτάξιο.

Albert Frey.resized.resized

Το τμήμα Θεσσαλονίκης – Σκύδρας, 96 χιλιομέτρων, που διασχίζει την επίπεδη και σχετικά εύκολη πεδιάδα της Κεντρικής Μακεδονίας είναι έτοιμο αρκετά γρήγορα. Τα πιο δύσκολα σημεία είναι οι τρεις γέφυρες των ποταμών Γαλλικού, Αξιού και Λουδία (Καρά Ασμάκ). Στις 10 Δεκεμβρίου του 1892 το πρώτο τρένο αναχωρεί από την Θεσσαλονίκη για τη Σκύδρα όπως μας πληροφορεί τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη της γαλλικής εφημερίδας L’ Univers στο φύλλο της 11ης Δεκεμβρίου 1892.

Κων/πολη 10 Δεκεμβρίου. Σήμερα έλαβε χώρα η έναρξη λειτουργίας του πρώτου τμήματος της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου. Αυτό το τμήμα πηγαίνει μέχρι το Βέρτεκοπ (Σκύδρα).

L'Univers Salonique-Vertekop 11-12-1892

Το υπόλοιπο τμήμα Σκύδρας – Έδεσσας – Μοναστηρίου είναι αρκετά προβληματικό λόγω του δύσκολου γεωφυσικού αναγλύφου. Η πρόσβαση στην Έδεσσα και από εκεί στο χωριό Άγρα είναι από τις δυσκολότερες διαδρομές με συνεχείς γέφυρες και τούνελ και πολύ μεγάλη κλίση.

Στη συνέχεια υπάρχει η Β-Δ παράκαμψη της Βεγορίτιδας και το επίσης δύσκολο τμήμα Αμύνταιου – Ξινού Νερού – Βεύης με τη διάβαση της στενωπού Κιρλί Δερβέν. Η αποχώρηση λόγω προβλημάτων υγείας αρκετών Ιταλών τεχνικών αυξάνει τα προβλήματα και τις καθυστερήσεις πράγμα που αναγκάζει την εταιρεία να ζητήσει από την κυβέρνηση παράταση των εργασιών για λίγους μήνες.

{Αξίζει εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση για να αναφερθεί ένα σημαντικό συμβάν. Κατά τις εργασίες κατασκευής της γραμμής στο στενό πέρασμα Κιρλί Δερβέν λίγο πριν από το Κλειδί και περίπου 500 μέτρα πριν από τον ομώνυμο σταθμό (στο 170,45 χλμ) ανακαλύπτεται σε βάθος 2 περίπου μέτρων ένα αρχαίο εύρημα που θα αλλάξει κυριολεκτικά τις γνώσεις μας για την αρχαία Μακεδονία. Πρόκειται για έναν οδοδείκτη (σταδιοδείκτης) με την ένδειξη “Εγ Βοκερίας σταδιοι εκατον”. Ο Γερμανός επιβλέπων αρχιμηχανικός Χάινριχ Μάισνερ (Heinrich August Meissner) που έχει την έδρα του στην Έδεσσα θα αντιγράψει με ακρίβεια την φράση αυτή και θα εναποθέσει το κολωνάκι διαστάσεων 90x40x16 εκ. σε αποθήκη στο Ξυνό Νερό. Θα ειδοποιήσει μάλιστα τον Γερμανό διπλωμάτη και οριενταλιστή Γιόχαν Μόρτμαν (Johann Heinrich Mordtmann), που ήταν τότε πρόξενος της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος θα δημοσιεύσει το εύρημα αυτό το 1893 (Miteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athenische Abteilung, 1893) ακολουθώντας πιστά τον τρόπο γραφής. Από την έκδοση αυτή προέρχεται και το παρακάτω απόσπασμα.

Εγ Βοκερίας σταδιοι εκατον

Η χρονολόγηση του από τους ειδικούς δείχνει ότι γράφτηκε στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. δηλαδή 100 περίπου χρόνια πριν κατασκευαστεί η Εγνατία Οδός από τους Ρωμαίους. Αυτό σημαίνει ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν ήδη κατασκευάσει βασιλική αμαξιτή οδό που ένωνε την Άνω με την Κάτω Μακεδονία. Η χρήση γένους αρσενικού “στάδιοι” αντί του ουδέτερου “στάδια” ακολουθεί την αρχαιότερη γραφή και συνηθιζόταν τότε στις στρατιωτικές οδούς. Η ρωμαϊκή Εγνατία που κατασκευάστηκε περί το 140 π.Χ φαίνεται ότι δεν ήταν παρά η επιδιόρθωση της προϋπάρχουσας βασιλικής οδού τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματα της διαδρομής Μοναστηρίου – Πέλλας. Το δεύτερο σημείο αφορά την πόλη Βοκερία που ήταν άγνωστη μέχρι τότε. Με βάση την απόσταση που αναγράφει ο οδοδείκτης συνάγεται ότι η Βοκερία βρισκόταν σε απόσταση λίγο μεγαλύτερη των 18 χιλιομέτρων από το Κλειδί (100 στάδια). Η θέση της αρχαίας αυτής πόλης ταιριάζει κατά τους αρχαιολόγους με το σημερινό χωριό Φαράγγι στη Ν-Α ακτή της λίμνης. Η οδός λοιπόν που συνέδεε την Ηράκλεια Λύγκου (δίπλα στο Μοναστήρι) με την Έδεσσα και την Πέλλα περνούσε μέσα από το στενό πέρασμα Κιρλί Δερβέν (“τὴν ἐσβολήν, ἥ ἐστι μεταξὺ δυοῖν λόφοιν στενὴ ἐς τὴν Ἀρραβαίου” όπως το περιγράφει ο Θουκυδίδης στον “Πελοπονησιακό Πόλεμο”) και ακολουθούσε την νότια και ανατολική ακτή της Βεγορίτιδας. Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι και η ρωμαϊκή Εγνατία ακολουθούσε την ίδια διαδρομή. Το τρίτο σημείο αφορά την ονομασία “Βεγορίτις λίμνη” που αναφέρει ο Λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος. Κατά τους Margaret Hasluck και Nicholas Hammond πιθανόν να προέρχεται από τη λέξη Βοκερία (Βοκερίτις – Βεγορίτις). Σημειωτέον ότι ακριβώς ίδιοι οδοδείκτες βρέθηκαν από Ιρανούς αρχαιολόγους με την ίδια ακριβώς γραφή και στην Περσέπολη. Ο Αλέξανδρος κατακτώντας την Περσία μετέφερε και στην Ασία το ελληνικό σύστημα οδοδεικτών.}

Τριάμισι χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών, σαν σήμερα στις 15 Ιουνίου 1894, το πρώτο τρένο αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη για το Μοναστήρι. Η ανταπόκριση της παρισινής εφημερίδας Le Figaro αναφέρει στο τεύχος της 24ης Ιουνίου 1894 ότι η έναρξη λειτουργίας έγινε “με μια απλή τελετή παρουσία επισήμων της κυβέρνησης και των μηχανικών του έργου”. Και συνεχίζει: “η γραμμή προσφέρει θαυμαστά τεχνικά έργα (τούνελ και γέφυρες) που πολύ λίγοι σιδηρόδρομοι στην Ευρώπη μπορούν να επιδείξουν. Η περιοχή Μοναστηρίου έχει μεγάλη εμπορική σημασία γιατί συνδέει τους 80.000 κατοίκους της απ ευθείας με τα βιομηχανικά ευρωπαϊκά κράτη. Επί πλέον ανοίγει την πλούσια μακεδονική ενδοχώρα σε εξαγωγές προς περιοχές ιδιαίτερα εμπορικές. Η περιοχή είναι πλούσια σε ξυλεία ενώ έχει αξιόλογη γεωργική παραγωγή σε δημητριακά και κρασί που θα μπορούσαν να εξαχθούν μέσω Θεσσαλονίκης”.

Τα οικονομικά της νέας γραμμής πάνε αρκετά καλά. Ο κύκλος εργασιών αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο πράγμα που κάνει ευτυχή τον πρώτο διευθυντή της εκμετάλλευσης τον Γερμανό φον Κούλμαν (Otto Ritter von Kühlmann, περίοδο 1891-1897). Γρήγορα όμως οι ομάδες κομιτατζήδων που έχουν διεισδύσει από την Βουλγαρία θα αρχίσουν τα σαμποτάζ στη νέα γραμμή. Τα πιο επικίνδυνα σημεία είναι τα τούνελ και οι γέφυρες. Τα μέτρα ασφαλείας καθυστερούν αρκετά τον χρόνο μεταφοράς. Όπως διαβάζουμε στη γαλλική επιθεώρηση Annales Politiques et Littéraires της 6ης Σπτεμβρίου 1903 “σε κάθε μεγάλο τούνελ και σε κάθε ψηλή γέφυρα το τρένο σταματά: δυο στρατιώτες κατεβαίνουν και ελέγχουν τους πυλώνες στις γέφυρες και την οροφή στα τούνελ. Στη συνέχεια η ατμομηχανή αποσυνδέεται και περνά μόνη της με μεγάλη ταχύτητα, μετά επιστρέφει συνδέεται πάλι με τα βαγόνια και το τρένο συνεχίζει το δρόμο του. Από τα Βοδενά μέχρι το Όστροβο, εξ αιτίας αυτών των ελιγμών διανύσαμε τα τριάντα χιλιόμετρα σε δυο ώρες…”.

——-

Το τρένο και ο σιδηροδρομικός σταθμός της Έδεσσας βρέθηκαν στο επίκεντρο των σημαντικότερων γεγονότων στη πόλη. Εκεί έφτασαν οι πρώτοι στρατιώτες που απελευθέρωσαν τη πόλη, από εκεί πέρασε ο διάδοχος Κωνσταντίνος στη νικηφόρα πορεία προς Φλώρινα στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, από εκεί τέλος γίνονταν οι μεταφορές υλικού, εφοδίων και ασθενών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ με το τρένο έρχονταν οι κυριακάτικοι εκδρομείς από Θεσσαλονίκη στο μεσοπόλεμο και με τα τρένα γίνονταν μεταπολεμικά οι εξαγωγές των φρούτων της περιοχής. Αλλά και η βιομηχανική ανάπτυξη της πόλης θα ήταν δύσκολη έως αδύνατη χωρίς την σιδηροδρομική σύνδεση με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και τις μακρινές αγορές. Ίσως τώρα το τρένο να φαντάζει σαν ο φτωχός συγγενής των μεταφορών. Συνεισέφερε τα μέγιστα όμως στη πρόοδο της πόλης.

Φωτογραφικό Παράρτημα

Η γέφυρα του Αξιού όπως ήταν το 1912

Axios bridge 1912

Η γέφυρα του Λουδία (Καρα Ασμάκ). Φωτογραφία του Paul Zepdji, 1894.

Ποντ Καρα Ασμακ

Ο σταθμός Γιδά Καψόχωρας. Οι περισσότεροι σταθμοί είχαν το ίδιο κεντρο-ευρωπαϊκό αρχιτεκτονικό σχέδιο.

Gidas Kapsohora station 1894

Ο σταθμός της Βέροιας ήταν αρκετά μεγαλύτερος των άλλων σταθμών.

Βέροια

Ο σταθμός της Νάουσας ήταν όμοιος με αυτόν της Έδεσσας.

Νάουσσα

Ο σταθμός της Σκύδρας ήταν μικρότερος και όμοιος με τον σταθμό Αμυνταίου.

Vertekop_(Skydra)_Railway_Station-1891-1894

Ο σταθμός της Έδεσσας κάτω από τέσσερις διαφορετικές οπτικές γωνίες. Άποψη από δυτικά.

Εδεσσα

Άποψη από τα υψώματα βορείως του σταθμού (Καραμάν)

Εδεσσα2

Άποψη από την πόλη προς τον σταθμό. Ο φωτογράφος βρίσκεται μπροστά στη γέφυρα του ξεροπόταμου.

Εδεσσα3

Άποψη από ανατολικά (1899)

Vodena_Edessa_station-1899

Άποψη από ανατολικά όπως είναι σήμερα

P1000039.resized

Λίγο πριν την είσοδο στον σταθμό Έδεσσας, Μάρτιος 1917. Αριστερά ο χωματόδρομος προς Κλεισοχώρι και απέναντι ο γυμνός λόφος του χωριού.

Edessa eisodos stathmou mars 1917

Η είσοδος στον σταθμό σήμερα. Ο λόφος στο Κλεισοχώρι είναι γεμάτος οικοδομές.

Είσοδος τρένου στο σταθμό τώρα

Η μεγάλη γερμανική γέφυρα πηγαίνοντας προς το χωριό Άγρα (Paul Zepdji, 1894)

Γερμανική γέφυρα

Η γερμανική γέφυρα κατά την ανακατασκευή της το καλοκαίρι του 1950. Αριστερά ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας.

Germaniki bridge reconstuction Plastiras 1950

Η γερμανική γέφυρα όπως είναι σήμερα.

Γερμανική γέφυρα τώρα.resized

Το μικρό τούνελ δυτικά της Βεγορίτιδας πλησιάζοντας τον Άγιο Παντελεήμονα (Paul Zepdji, 1894)

Vegoritis train tounel 1891

Το ίδιο τούνελ όπως είναι σήμερα σε εξαιρετική φωτογραφία του Στέφανου Βαρδάρη

Tunnel Agios panteleimon

Ο σταθμός του Αμυνταίου (όμοιος με αυτόν της Σκύδρας).

Amyntaio station

Η μεγάλη γέφυρα στο Ξυνό Νερό μετά την ανατίναξη της από τους Βουλγάρους το καλοκαίρι του 1916.

Gefyra Xyno Nero anatinagmeni1.resized

Αριστερά η ανατιναγμένη γέφυρα. Οι Γάλλοι με επιχωματώσεις δημιούργησαν νέα γραμμή στο σημείο εκείνο. Κάτοικοι του Ξυνού Νερού ανέφεραν ότι ο οδοδείκτης της Βοκερίας χρησιμοποιήθηκε τότε στις επιχωματώσεις.

Gefyra Xyno Nero epihomatosi.resized

Από τα ιστορικά γεγονότα σχετικά με τον σταθμό της  Έδεσσας αυτό που ξεχωρίζει είναι η απελευθέρωση της πόλης στις 18 Οκτωβρίου 1912 με την άφιξη στρατιωτών στο σταθμό….

Edessa station 1912

…και τέλος η άφιξη του διαδόχου Κωνσταντίνου με το επιτελείο του τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου 1912 προετοιμάζοντας τη μάχη για την απελευθέρωση της Άρνισσας.

Διαδοχος Κωνσταντινος Βοδενα