Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – Μέρος 6ο

Η επίσκεψη στην Έδεσσα (συνέχεια)

Μια μέρα ο Κουζινερύ πήγε με συγγενείς και φίλους του Αποστόλη εκδρομή στο λόγγο. Κατέβηκαν το μονοπάτι από όπου είχαν πρωτομπεί στη πόλη, πλησίασαν ένα καταρράκτη και με έκπληξη είδε ένα νεαρό συγγενή του Αποστόλη να βουτά στη πισίνα (βάθρα) που είχε σχηματίσει η πτώση του νερού και να βγαίνει κρατώντας μια πέστροφα στο χέρι. Αυτό το έκανε πολλές φορές “πάντα με την ίδια επιτυχία”. Μετά έψησαν και έφαγαν τα ψάρια στην εξοχή κάτω από τη σκιά των δέντρων δίπλα στο ποτάμι με μπόλικο ναουσαίϊκο κρασί. Στη παρέα, που ήταν όλοι μορφωμένοι και“φίλοι του Αρχιεπισκόπου”, υπήρχαν και δυο ιερείς που τραγούδησαν ελληνικά και τούρκικα τραγούδια. Στο γυρισμό για να πειστεί ότι τα Βοδενά είναι η αρχαία Έδεσσα οι συνδαιτυμόνες τον πήγαν να δει το μαρμάρινο σώμα ενός αλόγου “κολοσσιαίων διαστάσεων” που πριν λίγο καιρό είχε ανασύρει από τα χώματα ένας αγρότης (το οποίο είδε και ο Ντελακουλόνς στην επίσκεψή του το 1855). Αμέσως σκέφτηκε ότι στα αρχαία μακεδονικά νομίσματα του Αλεξάνδρου του 1ου, του Αρχελάου, του Αμύντα και του Παυσανία απεικονίζονταν συχνά άλογα, άρα ήταν μια ενδιαφέρουσα ένδειξη. Το βάθος στο οποίο βρέθηκε το άγαλμα τον έκανε να σκεφτεί ότι υπήρξαν πολλές επιχωματώσεις στο πέρασμα των αιώνων. Ενα τέτοιο άγαλμα δεν θα μπορούσε να ήταν μόνο κι έρημο έξω στον κάμπο. Εκεί γύρω “πιθανόν να κρύβονται κι άλλα μάρμαρα της πόλης στην οποία ανήκαν και τα τείχη που είχα παρατηρήσει”. Τις επόμενες μέρες ψάχνει μάταια για ενδείξεις βασιλικών τάφων, παλατιών ή και επιγραφών που να αναφέρονται σε Έδεσσα/Αιγές. Ρωτούσε και ξαναρωτούσε αν υπήρχαν στα περίχωρα της πόλης ίχνη από βασιλικούς τάφους που οι Γαλάτες του βαοιλιά Πύρρου είχαν άγρια λεηλατήσει. Δεν βρίσκει τίποτα. “Χρειάζεται μια πιο επισταμένη έρευνα από τους ταξιδιώτες που θα έρθουν μετά από μένα” καταλήγει. Ϊσως αυτή η φράση να παρακίνησε τους Ντελακουλόνς και Εζέ να ερευνήσουν την περιοχή στα μέσα του 19ου αιώνα. Η μόνη παλιά επιγραφή που παρατηρεί βρίσκεται στην είσοδο του μητροπολιτικού μεγάρου, την αντιγράφει αλλά όταν μετά από πολλά χρόνια συγγράφει το βιβλίο διαπιστώνει ότι την έχει “χάσει στα πολλά ταξίδια που έκανα”. Απ’ ότι θυμάται όμως δεν είχε καμιά σχέση με τους Μακεδόνες βασιλείς αλλά με την πρώτη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας πράγμα που θα επιβεβαιώσει και ο Ντελακουλόνς που αντιγράφει την επιγραφή ογδόντα χρόνια αργότερα. Τη μόνη αξιόλογη αρχαιότητα που παρατηρεί είναι “δέκα κίονες αρχαίου πράσινου μαρμάρου (vert antique) που κοσμούν την εκκλησία δίπλα στο μητροπολιτικό μέγαρο (σημ. εννοεί τον Ι.Ν. Κοίμησης της Θεοτόκου). Λέγεται ότι οι πρώτοι Χριστιανοί τις πήραν από ένα αρχαίο ιερό που βρισκόταν στην ίδια θέση”. Πριν αναχωρήσει από την Έδεσσα θα επισκεφτεί μια σπηλιά στο γκρεμό δπίπλα στους καταρράκτες από όπου θα πάρει για ενθύμιο ένα κομμάτι σταλακτίτη. “Το δώρισα στον πρίγκηπα ντε Ροάν ανεψιό του Μεγάλου Μαγίστρου και κοσμεί σήμερα το μουσείο φυσικής ιστορίας της Μάλτας”. Αναφέρεται εδώ στον πρίγκηπα de Rohan-Polduc τον ηγέτη του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ιερουσαλήμ που είχε εγκατασταθεί στη Μάλτα μετά την εκδίωξη από τη Ρόδο. Μετά την Έδεσσα ο Κουζινερύ ετοιμάζεται για την συνέχεια του ταξιδιού του στη Πέλλα. “Ήταν παραμονές της ετήσιας επίσκεψης του Αρχιεπισκόπου στις ενορίες του που εκτείνονταν από τη Πέλλα έως τα μέσα της Πελαγονίας, έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μαζί το ταξίδι μέχρι τα Γιαννιτσά”.
Ο Κουζινερύ τερματίζει έτσι το πρώτο του ταξίδι στην Εδεσσα χωρίς τα αποτελέσματα που προσδοκούσε, χωρίς να βρει τους αρχαίους τάφους των Μακεδόνων βασιλέων. Οι αναφορές στη πόλη εστιάζονται σχεδόν αποκλειστικά στο αντικείμενο του πόθου του, τις αρχαιότητες και τα αρχαία νομίσματα. Δεν αναφέρει ούτε πόσες μέρες έμεινε ούτε πού έμεινε αλλά ούτε και τις κύριες ασχολίες του πληθυσμού όπως είχε κάνει με την Βέροια και τη Νάουσα. Απλά ανφέρει ότι τα νερά πριν σχηματίσουν τους καταρράκτες χρησιμοποιούνταν από βιοτεχνίες που βρίσκονταν στην άκρη της πόλης. Υπάρχουν όμως αρκετά στοιχεία που μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε την χρονική περίοδο της επίσκεψής του. Συγκεκριμένα, ο Μητροπολίτης που συνάντησε στην Έδεσσα είχε μακρά θητεία στη πόλη αφού η ανοικοδόμηση του μητροπολιτικού μεγάρου είχε γίνει επί των ημερών του τουλάχιστον είκοσι χρόνια πριν “αλλά ήταν πιο ευτυχής στο παλιό ταπεινό οίκημα”. Επίσης “είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Συνεπώς ο ιεράρχης που συνάντησε ο Κουζινερύ στην Έδεσσα δεν μπορεί να ήταν άλλος από τον Μητροπολίτη Γερμανό που ποιμαίνει την επαρχία αυτή επί 31 χρόνια από το 1751 μέχρι το 1782, όταν και παραιτείται. Αλλά ο Κουζινερύ φτάνει στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 1773 και μετατίθεται στη Σμύρνη την άνοιξη του 1780. Γνωρίζουμε επίσης από άλλες πηγές ότι το 1979 έκανε το δεύτερο ταξίδι του εκτός Θεσσαλονίκης σε Σέρρες και Αμφίπολη. Άρα το ταξίδι στην Έδεσσα που ήτανε το πρώτο εκτός Θεσσαλονίκης έγινε αναγκαστικά μεταξύ 1774 και 1778. Το 1774 αποκλείεται αφού μόλις είχε αναλάβει τα νέα του καθήκοντα. Αρα το ταξίδι του θα πρέπει να έγινε μιαν ανοιξη μεταξύ του 1775 και του 1778. Μας πληροφορεί όμως ότι τη χρονιά του ταξιδιού τα πολλά χιόνια έλιωσαν πολύ αργά γιαυτό και το καραβάνι άλλαξε διαδρομή για να αποφύγει τα φουσκωμένα από το λιώσιμου του χιονιού ποτάμια. Ρίχνοντας μια ματιά στα μετεωρολογικά στοιχεία της εποχής μαθαίνουμε ότι ο χειμώνας 1775/76 ήταν από τους πιο βαρείς του 18ου αιώνα στην Ευρώπη. Τα υπόλοιπα χρόνια που μας ενδιαφέρουν είχαν σχετικά ήπιους και πιο ξηρούς χειμώνες. Έτσι η πιθανότερη ημερομηνία του ταξιδιού είναι η άνοιξη του 1776. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς συνάντησε για πρώτη φορά και ξενάγησε στη Θεσσαλονίκη τον εικοσιτετράχρονο κόμη Σουαζέλ-Γκουφφιέ κατά την επίσκεψή του εκεί πριν γίνει πρέσβης της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Σουαζέλ-Γκουφφιέ ανακάλυψε ότι μοιραζόταν με τον Κουζινερύ το ίδιο πάθος για τις αρχαιότητες. Πάνω σ αυτό το πάθος θα στηριχτεί μια στενή συνεργασία δέκα χρόνια αργότερα στην οποία θα εμπλακεί κατά απροσδόκητο τρόπο και ο επόμενος Μητροπολίτης Βοδενών Μελέτιος ο Κώος (1782-1790).
Πριν κλείσουμε την επίσκεψη στην Έδεσσα ας πούμε δυο λόγια και για τον Εδεσσαίο αγιογράφο Αποστόλη που έπαιξε σημαντικό ρόλο στις επισκέψεις σε Βέροια, Νάουσα και Έδεσσα. Σύμφωνα με τη Λαογραφική Εταιρεία Νομού Πέλλας το πλήρες όνομά του ήταν Αποστόλης Λογγιανός. Εργα του υπάρχουν σε εκκλησίες της Κοζάνης, Θεσσαλονίκης, Γουμένισσας κ.ά. Ο Μητροπολίτης Γερμανός (1751-1782) τον βοήθησε όταν ήταν νεώτερος αφού “είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Η θητεία του Γερμανού στην Εδεσσα συμπίπτει χρονικά με την θητεία του Μητροπολίτη Καζάνης και Σερβίων Ιγνατίου (1752-1785). Στην Κοζάνη έχουμε αγιογραφίες του Αποστόλη με ημερομηνία 1755. Να είχε βοηθήσει άραγε ο Μητροπολίτης Γερμανός στην επιλογή του νέου ζωγράφου Αποστόλη από τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο για αγιογραφήσεις στη Κοζάνη;

Η Θετόκος με υπογραφή Αποστόλη Λογγιανού: “αρχιερατεύοντος του θεοφιλεστάτου κυρίου Ιγνατίου…εζωγραφίσθη παρα Αποστόλη Λογγιανού εκ πόλεως Βοδενά 1755 Ιουλίου”

Λογγιανος

Στο επόμενο: Η επίσκεψη σε Γιαννιτσά και αρχαία Πέλλα.

Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – Μέρος 5ο

Η επίσκεψη σε Νάουσα και Έδεσσα

Μετά τη Βέροια ο Κουζινερύ με την συνοδεία του έφτασε στη Νάουσα (Νιάουστα στο κείμενο) όπου φιλοξενήθηκαν στην αδελφή του Αποστόλη που είχε παντρευτεί έναν Ναουσαίο. Εκεί εκτίμησε πολύ το κρασί της: “Το κρασί της Νάουσας είναι στη Μακεδονία ότι το κρασί της Βουργουνδίας στη Γαλλία. Πωλείται σε διπλάσια τιμή από τα άλλα κρασιά και καταναλώνεται πολύ και στη Θεσσαλονίκη και στις Σέρρες. Μπορώ να πω μάλιστα ότι με εξαίρεση αυτό της Τενέδου είναι το καλύτερο κρασί σ όλη τη Τουρκία”. Στη Νάουσα εντυπωσιάζεται και από την ομορφιά των γυναικών. Αλλωστε “ο Αποστόλης μου είχε πει ότι θα έβρισκα τις Ναουσαίες πιό όμορφες από τις Εδεσσαίες της γενέτειράς του”. Εντυπωσιάζεται επίσης από την οικονομία της πόλης. Εκτός από την παραγωγή κρασιού ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων ασχολείται με την χρυσοχοΐα ενώ άλλοι με εμπορικές δραστηριότητες και πηγαίνουν συχνά στη Γερμανία (Αυστοουγγαρία;). Παρατηρεί ότι η πόλη αυτοδιοικείται δημοκρατικά με οκτώ ή δέκα άρχοντες (archontes στο κείμενο) κάτω βέβαια από τον τοπικό Καδή και την εξουσία του πασά της Θεσσαλονίκης. Συχνά όμως ένας άρχοντας κατορθώνει να πάρει μόνος την εξουσία όπως συνέβαινε και κατά την παραμονή του εκεί: ένας μόνο Ελληνας κυβερνούσε την περιοχή σαν τύραννος. “Οταν πήγα να του κάνω επίσκεψη ήταν απασχολημένος με το κτίσιμο του παλατιού του, ένδειξη του δεσποτισμού αλλά και του πλουτισμού του”. Επισκέπτεται και τις πηγές της Αραπίτσας και παρατηρεί ότι η εκκλησία που βρίσκεται εκεί κοντά, με πλούσια εσωτερική διακόσμηση και μαρμάρινους κίονες, φαίνεται πολύ παλιά. Εγκαταλείπει την πόλη από το σημείο που η Αραπίτσα (που ονομάζει ποτάμι του Αγίου Ηλία) σχηματίζει τον γνωστό καταρράκτη και κατεβαίνει την πλαγιά που είναι φυτεμένη με αμπέλια μέχρι την πεδιάδα. Σε δυο ώρες φτάνουν στην άκρη του λόφου στα σημερινά Σεβαστειανά και μπαίνουν σε μια μικρή πεδιάδα που “σαν λιμάνι εξαπλώνεται μεταξύ δυο χαμηλών λόφων μέχρι την Έδεσσα”. Υπενθυμίζει και πάλι ότι Βοδενά ίσον Εδεσσα ίσον Αιγές και περιγράφει την ιστορία του Καράνου με τις γίδες εξηγώντας ότι αυτός ήταν ο λόγος που τα πρωταρχικά νομίσματα των Μακεδόνων και μέχρι τον Αρχέλαο τον Α’ είχαν απεικόνιση κατσίκας στη μια τους πλευρά. Πλησιάζοντας την Έδεσσα έχοντας στα δεξιά τον Εδεσσαίο ποταμό ατενίζει ψηλά το φρύδι της πόλης και παρατηρεί ένα μεγάλο κιόσκι που προβάλει στην άκρη του γκρεμού. “Είναι της Αρχιεπισκοπής” του λέει ο Αποστόλης. Όσο πλησιάζουν βρίσκει ότι το τοπίο γίνεται όλο και πιο όμορφο. Μαγεύεται από τους καταρράκτες που πέφτουν από ψηλά “με τον αφρό τους να λάμπει στις ακτίνες του ήλιου και να αγκαλιάζει τις αποχρώσεις του πράσινου που οργιάζει στη σχεδόν κάθετη πλαγιά”. Όταν φτάνουν στη βάση του γκρεμού παίρνουν ένα μονοπάτι “στα δεξιά της πόλης” ανάμεσα σε τζιτζιφιές και αρχίζουν με δυσκολία την ζιγκ-ζαγκ ανάβαση. Πρόκειτα μάλλον για το αρχαίο μονοπάτι που οδηγεί σήμερα στο κανναβουργείο και στο εκκλησάκι του Αγ. Βασιλείου στο Βαρόσι. Ο Αποστόλης του λέει ότι το μονοπάτι αυτό οδηγεί στη χριστιανική συνοικία γιατί οι Τούρκοι προτίμησαν να κτίσουν τα σπίτια τους μακριά από τις εκκλησίες και από τη βοή των τριών μεγάλων καταρρακτών. Κάτι Αλβανοί που ανέβαιναν λίγο πιο πίσω άρχισαν να πυροβολούν για να ακουστεί η περίφημη ηχώ “που ακούγεται μέχρι πέντε φορές”. “Οι Εδεσσαίοι δεν ανησυχούν” του λέει ο Αποστόλης “απλά καταλαβαίνουν από τις πιστολιές ότι φτάνουν επισκέπτες”. Ανεβαίνοντας τον γκρεμό ο Κουζινερύ βλέπει “μια πόλη είκοσι τεσσάρων χιλιάδων κατοίκων (!) να εκτείνεται σε ένα μεγάλο οροπέδιο”.
Η πρώτη επίσκεψη μετά την άφιξή τους ήταν στου Μητροπολίτη “που είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Στη σύντομη επίσκεψη ο Κουζινερύ εξέφρασε τον θαυμασμό του για το ωραίο μητροπολιτικό μέγαρο αλλά ο Μητροπολίτης του απάντησε ότι “έχει μετανοιώσει για την ανοικοδόμηση ενός τόσο μεγαλοπρεπούς κτιρίου με έξοδα των ενοριών…Στο παλιό κτίριο παρά την ταπεινότητά του αισθανόμουν ευτυχής. Δεν προκαλούσε κανέναν αφέντη και έτσι γλιτώναμε τα διάφορα χαράτσια. Από τη στιγμή όμως που οι αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι το μεταμόρφωσαν σε παλάτι έγινε πηγή πολλών προβλημάτων και ειδικά χαρατσιών”. Ο Μητροπολίτης δεν είχε πρόβλημα με τους αγάδες της περιοχής αλλά με τους περαστικούς πασάδες που “περνώντας από τη πόλη έβρισκαν κάθε δικαιολογία για να ζητήσουν φόρο. Αυτό το οικοδόμημα έχει στοιχίσει σε χαράτσια εδώ και είκοσι χρόνια το διπλάσιο του κόστους κατασκευής του. Ειδικά το κιόσκι που φαίνεται από μακριά είναι η αιτία όλων των προβλημάτων. Θα γκρεμίζαμε αυτή τη πέτρα του σκανδάλου αλλά κάτι τέτοιο δεν θα άρεσε στους τοπικούς άρχοντες που έρχονται συχνά εδώ για να πάρουν το καφέ τους και να δροσιστούν από το αεράκι που έρχεται από τον λόγγο” συνέχισε ο Μητροπολίτης.

Η λιθογραφία της Εδεσσας με τους καταρράκτες όπως την είδε ο Κουζινερύ πλησιάζοντας από τον λόγγο. Στην άκρη της πόλης προβάλλει επιβλητικό το κιόσκι της Μητρόπολης, η “πέτρα του σκανδάλου”.

ΒοδεναΑμέσως μετά πέρασαν στην αυλή στο μέσο της οποίας βρισκόταν το μεγαλοπρεπές κιόσκι. “Δεν ήταν η κωνσταντινουπολίτικη φινέτσα ούτε οι ζωγραφιές που με έθελξαν στο κιόσκι αλλά η εξαίσια θέα” υπογραμμίζει. “Για να πάρετε μια ιδέα αυτού του υπέροχου πίνακα φανταστείτε μια πεδιάδα με βάθος δεκαπέντε λεύγες και άλλο τόσο πλάτος με ορίζοντα τη θάλασσα, γεμάτη από χωριά, κτήματα, ποτάμια και μεγάλα δάση και στο κέντρο τη λίμνη των Γιαννιτσών… Στα ανατολικά της πόλης είναι ο μεγάλος καταρράκτης που πέφτει σαν μεγάλη κολόνα ύδατος σε μια άβυσσο ενώ υπάρχουν ως και είκοσι άλλοι μικροί καταρράκτες και ρυάκια που πέφτουν στο λόγγο για να ενωθούν πιο πέρα σε ένα ποτάμι” αναφέρει εκστασιασμένος ο Κουζινερύ.

Μετά την επίσκεψη στον Μητροπολίτη κάνει μια γενική περιήγηση της πόλης. “Ολα τα νερά προέρχονται από ένα ποτάμι που ξεκινά από μια λίμνη δυο λεύγες βορειότερα” παρατηρεί υπονοώντας τη σημερινή λίμνη του Αγρα. “Μέσα στη πόλη το ποτάμι διαιρείται σε πολλά ποταμάκια για την εξυπηρέτηση των κατοίκων” … και… “μετά τις βιοτεχνίες τα νερά σχηματίζουν τους καταρράκτες όχι πολύ μακριά από την κατοικία του Αρχιεπισκόπου. Ανατολικά και έξω από τη πόλη αρχίζει ένα μεγάλο λιβάδι που το αγκαλιάζουν κήποι, πλατάνια, ιτιές και λεύκες”. Δυτικότερα παρατηρεί ότι η “κλίση του γκρεμού γίνεται ηπιότερη. Εκεί φτιάξανε το δρόμο για άμαξες” γράφει αναφερόμενος μάλλον στη σημερινή αμαξιτή είσοδο της πόλης. “Λέγεται ότι στη θέση της σύγχρονης πόλης βρισκόταν παλιά το κάστρο της Εδεσσας…Είχα υποψιαστεί βλέποντας κάτι ερείπια από τείχη ότι η αρχαία πόλη βρισκόταν κάτω από το βράχο και για να το επιβεβαιώσω κατέβηκα εκεί που ενώνονται πάλι τα ποτάμια των καταρρακτών σε ένα μεγάλο ποτάμι”. Ο Κουζινερύ λοιπόν είδε τα τείχη της κάτω πόλης που ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με τις ανασκαφές της δεκαετίας του ‘70.

Στο επόμενο: Η επίσκεψη στην Έδεσσα (συνέχεια)

Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – Μέρος 4ο

Η επίσκεψη στη Βέροια και η συνάντηση με τον Μπεκέλα

Το πρώτο του ταξίδι εκτός Θεσσαλονίκης ο Κουζινερύ αποφάσισε να το συνδυάσει, ίσως και για λόγους ασφαλείας, με ένα εμπορικό καραβάνι που ετοιμαζόταν για το ετήσιο πανηγύρι του Περλεπέ (Πρίλαπος) λίγο πιο βόρεια από το Μοναστήρι. Εκείνη τη χρονιά το καραβάνι δεν θα ακολουθούσε τον συνηθισμένο και συντομότερο δρόμο που ανέβαινε βόρεια τις όχθες του Αξιού μέχρι το Γκράτσκο (αρχαίους Στόβους) και έστριβε δυτικά στο σημείο όπου χύνεται ο Εριγώνας ποταμός στον Αξιό αλλά θα πήγαινε μέσω Βέροιας και Βερμίου, Σιάτιστας, Καστοριάς και Μοναστηρίου έστω κι αν αυτός ο δρόμος ήταν λίγο μακρύτερος. Ο χειμώνας της χρονιάς εκείνης ήταν ιδιαίτερα βαρύς, μεγάλος σε διάρκεια και με πολλά χιόνια, το καθυστερημένο λιώσιμο των οποίων είχε κάνει προβληματική και επικίνδυνη τη παραδοσιακή διαδρομή μέσω Αξιού/Εριγώνα. Με την πληροφορία αυτή υπολογίζουμε ότι το ταξίδι θα πρέπει να έγινε την άνοιξη όταν δηλαδή έλιωναν τα χιόνια και φούσκωναν οι ποταμοί. Το καραβάνι με περισσότερα από 200 άλογα διάβηκε την Χρυσή Πύλη (πύλη Βαρδαρίου) υπό τις ευχές των περαστικών για καλο ταξίδι “ογκουρλέρ ολά, ογκουρλέρ ολά”.

Η Χρυσή Πύλη της Θεσσαλονίκης (Πύλη Βαρδαρίου) από όπου βγήκε το καραβάνι με τον Κουζινερύ. Την ονομάζει μάλιστα Αψίδα του Θριάμβου του Αυγούστου και του Μάρκου-Αντωνίου στο βιβλίο του υπονοώντας ότι κατασκευάστηκε για την υποδοχή των νικητών μετά τη μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ. 

Golden Gate.resized

Ο Κουζινερύ είχε στην υπηρεσία του ένα Γενίτσαρο για προστασία, έναν υπηρέτη και ένα ζωγράφο από την Έδεσσα ονόματι Αποστόλη, για τις επαφές του στα Βοδενά, που διέμενε όμως και δούλευε στη Θεσσαλονίκη. Σε ένα άλογο είχαν φορτώσει δυο μικρά στρώματα (σιλτέ), δυο σεντόνια, δυο κουβέρτες και μερικά σκεύη μεγειρικής, χρήσιμα τότε για τα ταξίδια εντός της οθωμανικής επικράτειας, σκεπασμένα όλα με ένα χαλί που άπλωναν στο έδαφος στις στάσεις για να ξεκουραστούν. Πήραν τον νότιο δρόμο προς Βέροια μέσω Κουλακιάς (Χαλάστρας) και με αρκετές δυσκολίες διάβηκαν τα τρία ποτάμια που χύνονται στον Θερμαϊκό (Εχέδωρο/Γαλλικό, Αξιό/Βαρδάρη και Λουδία/Καρα-Αζμάκ) ώσπου έφτασαν στην ανατολική όχθη του Αλιάκμονα όπου και κατασκήνωσαν για να περάσουν τη βραδιά. Σε όλο το ταξίδι ο Κουζινερύ σημείωνε τα μέρη που περνούσαν και τα αντιπαρέβαλε με τα αρχαία κείμενα. Προσπαθούσε να αντιστοιχήσει τις αρχαίες με τις νέες ονομασίες. Παρατήρησε ότι ο Αξιός είχε μετατοπίσει τη κοίτη του πιο δυτικά ενώ ο Αλιάκμονας πιο ανατολικά αναρωτώμενος αν στο μέλλον τα τρία ποτάμια – Αξιός, Λουδίας και Αλιάκμων – θα είχαν κοινό δέλτα στον Θερμαϊκό. Σημειώνει επίσης το παραχωμένο σε τεράστια αμμώδη έκταση πέτρινο τόξο γέφυρας κοντά στον Λουδία και αναρωτιέται αν υπάρχουν και άλλα τόξα θαμμένα βαθειά στην άμμο. Ογδόντα χρόνια αργότερα ο Ντελακουλόνς επισκεπτόμενος την περιοχή θα εκτιμήσει ότι ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη γέφυρα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας συνολικού μήκους 190 μέτρων με πάνω από δέκα μεγάλα τόξα.

Το τόξο της γέφυρας που είδε ο Κουζινερύ κοντά στον Λουδία ποταμό όπως ήταν τέλη του 19ου αιώνα (πρώτη φωτογραφία) και όπως είναι σήμερα (δεύτερη φωτογραφία)

Gefyra Platy

Γεφυρα Πλατυ

Φτάνοντας στη Βέροια το καραβάνι παίρνει την ανηφόρα του Βερμίου για Καστοριά, Μοναστήρι και Περλεπέ ενώ ο Κουζινερύ με τη συνοδεία του μπαίνουν στη πόλη. Εκεί θα καταλύσουν για τρεις μέρες στο σπίτι ενός Μπεκέλα, φίλου του Αποστόλη, που ήταν πολύ πλούσιος, εντυπωσιακά μορφωμένος και που μιλούσε άριστα την λόγια ελληνική. Ο Κουζινερύ σημειώνει ότι ο Μπεκέλας “έχαιρε της προστασίας της Αγγλίας με ένα Βεράτιο, είδος φιρμανιού, που η Πύλη χορηγούσε τότε σε όλους τούς ξένους διπλωμάτες για να απαλλάσσουν τους ραγιάδες διερμηνείς τους από φορολογία… Ο Μπεκέλας που έμενε όμως μακριά από τη Θεσσαλονίκη δεν προστατευόταν αρκετά από το αγγλικό προξενείο. Και όπως ήταν πολύ πλούσιος υπέφερε περισσότερο από τις αντιζηλίες και ενοχλήσεις των ιδίων των Ελλήνων… ταξίδευε συχνά στην Θεσσαλονίκη όπου τον είδα να πεθαίνει φτωχός… Τα παιδιά του κουρασμένα από τις διαρκείς οχλήσεις (αβανίες) μετέφεραν την εναπομείνασα περιουσία τους στην Γερμανία όπου και εγκαταστάθηκαν”. Ο Μπεκέλας ήταν λοιπόν δραγουμάνος (χριστανός διερμηνέας/μεταφραστής) του αγγλικού προξενείου σύμφωνα με τις περίφημες διομολογήσεις των δυτικών κρατών με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Το όνομα Μπεκέλας μας παραπέμπει στο όνομα Βικέλας, γνωρίζοντας ότι ο λογοτέχνης και πρόεδρος της πρώτης Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Δημήτριος Βικέλας είλκε την καταγωγή του από τη Βέροια (βλ. Δ. Βικέλα, Η Ζωή μου, 1908). Ο Ανδρέας Ανδρεάδης (βλ. Δημήτριος Βικέλλας, 1910) μας πληροφορεί ότι πράγματι την εποχή εκείνη υπήρχε στη Βέροια οικογένεια Μπεκέλα “αρκούντως γνωστή εις τους Μακεδόνας. Ήτο η διαπρεπεστέρα της Βεροίας”. Το ίδιο και ο Βεροιώτης Γεώργιος Χιονίδης στη μικρή αλλά σημαντική μελέτη του για την αρχοντική αυτή οικογένεια της Βέροιας (Μακεδονικά, τομος 34, 2004). Κατά τον Γεώργιο Χιονίδη ο Κουζινερύ φιλοξηνήθηκε από τον Δημήτριο Μπεκέλα, αδελφό του προπάππου του Δημητρίου Βικέλα. Ο πατέρας του, Εμμανουήλ Μπεκέλας, άλλαξε το όνομά του σε Βικέλας όταν έφτασε στη Σύρο από την Κωνσταντινούπολη όπου και παντρεύτηκε. Ο Δημήτριος Βικέλας που έζησε αρκετά χρόνια σε Λονδίνο και Παρίσι συνήθιζε να υπογράφει στο εξωτερικό σαν Bikelas που στα ελληνικά προφέρεται Μπικέλας. Το αρχοντικό όπου κατέλυσε ο Κουζινερύ, το “Μπικελάδικο”, διασωζόταν μάλιστα στη Βέροια τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1950. Η εξωτερική του πόρτα με τα 1950 πλατυκέφαλα καρφιά ήταν ονομαστή. Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι μέρος της οικογένειας Μπεκέλα εγκαταστάθηκε στη Πέστη της Αυστροουγγαρίας ενώ άλλο μέρος μετακόμισε στη Κωνσταντινούπολη από όπου μετανάστευσε στη Σύρο μετά την Ελληνική Επανάσταση. Στη Σύρο γεννήθηκε το 1835 ο λογοτέχνης Δημήτριος Βικέλας.

Δεξιά το αρχοντικό του Μπεκέλα, το “Μπικελάδικο” όπου φιλοξηνήθηκε ο Κουζινερύ. Στην επόμενη φωτογραφία η περίφημη πόρτα του με τα 1950 καρφιά.

Μπικελάδικο1

Μπικελάδικο2

Ο Κουζινερύ παρατηρεί ότι η πιο σημαντική απασχόληση στη Βέροια είναι η παραγωγή μεγάλων προσοψιών για το μπάνιο που τα βρίσκεις “σε όλη τη Τουρκία”, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο ακριβά. Αυτή άλλωστε ήταν και η δραστηριότητα της οικογένειας Μπεκέλα: η παραγωγή και εμπορία προσοψιών (από κάνναβη) με δραστηριότητες σε πολλές πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εντυπωσιασμένος από τις βαθύτατες γνώσεις του οικοδεσπότη τον ρωτά πριν φύγουν από τη Βέροια αν έχει υπόψη του την τοποθεσία στην οποία αναφέρεται ο γεωγράφος Μελέτιος σχετικά με την αρχαία Πέλλα που λέγεται Παλάτια. Ο Μπεκέλας του απαντά ότι γνωρίζει καλά τη Γεωγραφία του Μελετίου αλλά ο γεωγράφος έχει κάνει λάθος στο σημείο αυτό. Γιατί η θέση Παλάτια δεν βρίσκεται βόρεια της λίμνης κοντά στα Γιαννιτσά αλλά νότια της Βέροιας και του Αλιάκμονα, στα ανατολικά Πιέρια. Προσθέτει μάλιστα ότι υπάρχουν εκεί πολλά αρχαία ερείπια και για τον λόγο αυτό η τοποθεσία έχει ονομαστεί Παλάτια! Ο Κουζινερύ δεν δίνει σημασία στη σημαντική πληροφορία του Μπεκέλα, αντίθετα με τον Γάλλο αρχαιολόγο Εζέ (Léon Heuzey) που, 80 χρόνια αργότερα, θα την επισκεφθεί και θα κάνει τις πρώτες ανασκαφές στο παλάτι που βρήκε εκεί, σπάζοντας το κεφάλι του να καταλάβει σε ποιά αρχαία μακεδονική πόλη ανήκαν τα ερείπια. Θα περάσουν όμως σχεδόν τρεις αιώνες από τη συγγραφή της Γεωγραφίας του Μελετίου για να μάθουμε ότι η τοποθεσία Παλάτια (το σημερινό χωριό Παλατίτσα δίπλα στη Βεργίνα) ήταν οι αρχαίες Αιγές και τα ερείπια που ανέφερε ο Μπεκέλας δεν ήταν άλλο από το μεγαλοπρεπές ανάκτορο του Φιλίππου!

Στο επόμενο: Η επίσκεψη σε Νάουσα και Έδεσσα

Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – Μέρος 3ο

Το πρώτο ταξίδι εκτός Θεσσαλονίκης

Ο Κουζινερύ δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε γεωγράφος ούτε και εθνολόγος. Δεν θα πρέπει λοιπόν να παίρνουμε τοις μετρητοίς τις κρίσεις του που αφορούν αυτά τα πεδία. Πέφτει άλλωστε συχνά έξω. Είναι ένας διπλωμάτης που είχε μια βασική κλασική παιδεία από το σχολείο, την οποία προσπαθεί να βελτιώσει με την ανάγνωση ελληνικών και λατινικών κειμένων. Είναι ιδιαίτερα παρατηρητικός. Στα ταξίδια του κρατά λεπτομερείς σημειώσεις από τις οποίες πολλά χρόνια αργότερα θα αντλήσει τα στοιχεία για τη συγγραφή του βιβλίου του. Διανθίζει συχνά την περιγραφή των πρώτων χρονολογικά επισκέψεών του με συμπληρωματικές σημειώσεις ή σκέψεις που κατέγραψε και σε μετέπειτα ταξίδια στο ίδιο μέρος. Πάντα προσπαθεί να φέρει στο μυαλό του περιγραφές αρχαίων συγγραφέων στα μέρη που επισκέπτεται. Οι γνώσεις και οι σκέψεις του όμως υπηρετούν πρακτικά ένα και μόνο σκοπό: την ανεύρεση τόπων για αγορά αρχαίων νομισμάτων. Το πρώτο ταξίδι μετά την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη το αφιερώνει στη Κάτω Μακεδονία δυτικά του Αξιού ποταμού με κύριους προορισμούς τα Βοδενά και την Πέλλα. “Από όλες τις περιοχές που απαρτίζουν την προ Φιλίππου αρχαία Μακεδονία, αυτή που πρωτογνώρισα και επισκέφτηκα πιο συχνά, είναι η πεδιάδα που εκτείνεται από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Ημαθία και τις Αιγές, τα σημερινά Βοδενά. Την περικλείει ένα τόξο από ψηλά όρη που ξεκινούν από νοτιοδυτικά (Πιέρια) συνεχίζουν βορειότερα (Βέρμιο και Βόρρας) και καταλήγουν ανατολικά (Πάικο). Τα παράλια αποτελούν τη χορδή αυτού του τόξου”. Μ’ αυτά τα λόγια αρχίζει την εξιστόρηση του πρώτου του ταξιδιού.

Δεν αναφέρει πουθενά ούτε χρονιά ούτε εποχή του έτους της πρώτης επίσκεψης. Εναπόκειται στους αναγνώστες να τα “μαντέψουν”. Οι μέχρι τώρα εκτιμήσεις από έγκυρους μελετητές προσδιορίζουν το ταξίδι αυτό στα 1820 ή και αργότερα (Ε. Στουγιαννάκης: 1828, Κ. Σταλίδης: 1820). Οι ημερομηνίες αυτές όμως αποκλείονται αφού ο Κουζινερύ είχε ήδη αναχωρήσει οριστικά από τη Μακεδονία για το Παρίσι νωρίτερα. Προσωπική εκτίμηση είναι ότι το ταξίδι έγινε τη δεκαετία του 1770 λίγα χρόνια μετά την εγκατάστασή του στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα την άνοιξη του 1776 όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια.

Γενική άποψη της Θεσσαλονίκης από το βιβλίο του Κουζινερύ σε σχέδιο του Λουί Φωβέλ

Salonique- CousineryΠρώτο ταξίδι λοιπόν στις αρχαίες Αιγές. Όλοι οι επαΐοντες της εποχής θεωρούσαν ότι τα Βοδενά ήταν η αρχαία Έδεσσα/Αιγές. Ομόφωνα οι αρχαίοι συγγραφείς συντάχθηκαν με την λανθασμένη άποψη του Ρωμαίου ιστορικού Ιουστίνου ότι Έδεσσα και Αιγές είναι η ίδια πόλη. Γιατί το λάθος προέρχεται από αυτόν τον ιστορικό. Από τους μετέπειτα ειδικούς σχεδόν κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί μια πόλη που αρχικά λεγόταν Έδεσσα, μετονομάστηκε από τον Κάρανο σε Αιγές, για να επανέλθει λίγα χρόνια αργότερα πάλι σαν Έδεσσα! Ελάχιστοι δίνουν σημασία στη Γεωγραφία του αλεξανδρινού Πτολεμαίου που ξεχωρίζει την Έδεσσα από τις Αιγές δίνοντας το γεωγραφικό στίγμα της πρώτης βόρεια και σχετικά μακριά από τη Βέροια και αυτό των Αιγών λίγο πιο νότια και κοντά σ’ αυτήν. Ούτε τις αναφορές του Πλούταρχου που αναφέρεται σε Έδεσσα και Αιγές σαν δυο διαφορετικές πόλεις στο ίδιο κείμενο! (Πύρρος). Ο Κουζινερύ λοιπόν ξέρει με βεβαιότητα ότι τα Βοδενά είναι οι αρχαίες Αιγές. Γνωρίζει βέβαια από τον ιστορικό Διόδωρο τον Σικελιώτη ότι οι πρόγονοί του, οι Γαλάτες μισθοφόροι του Πύρρου, την κατέσκαψαν το 274 π. Χ και την λεηλάτησαν άγρια για τρεις μήνες (Οι Γαλάται πυθόμενοί τινων ότι κατά τους βασιλικούς τάφους τοις τελευτηκόσι συγκατωρύχθη χρήματα πολλά κατά τινα παλιάν συνηθειαν, άπαντας ανέσκαψαν). Κάτι όμως θα πρέπει να έχει μείνει, κάτι θα έχει διασωθεί από τους βασιλικούς τάφους και τα παλάτια. Και όπου τάφοι και παλάτια εκεί και νομίσματα! Οι ντόπιοι είχαν συνήθως τέτοια νομίσματα που βρίσκαν στις γεωργικές τους εργασίες τα οποία ο Κουζινερύ ήταν διατεθειμένος να αγοράσει σε ενδιαφέρουσα τιμή. Για την τοποθεσία των Αιγών λοιπόν δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ήταν τα Βοδενά. Για την Πέλλα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά αφού δεν υπήρχε σύγχρονος οικισμός με την ονομασία αυτή. Ήταν γνωστό ότι βρισκόταν κοντά στην βόρεια πλευρά της λίμνης των Γιαννιτσών αλλά η ακριβής τοποθεσία δεν ήταν γνωστή.

Ο Κουζινερύ όμως είχει διαβάσει την Γεωγραφία του Μελετίου. Ο Γιαννιώτης Μητροπολίτης Ναυπάκτου και μετέπειτα Αθηνών Μελέτιος είχε συγγράψει στα τέλη του 17ου αιώνα την περίφημη “Γεωγραφία, Παλαιά και Νέα” η οποία και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1728 στη Βενετία. Ανατρέχοντας στο κεφάλαιο περί Μακεδονίας προς το τέλος του Β’ τόμου διαβάζουμε ότι “άλλοι δε λέγουσιν οτι η Πέλλα να μή είναι τα Γιανιτζά, ωσάν οπού αύτη η πόλις εκατοικίθη και εθεμελιώθη εις τον καιρόν οπού άρχησαν οι Τούρκοι αλλά να ήταν εκεί οπού τανιώ λέγεται Παλάτια το οποίον φαίνεται και αληθέστερον”.

Το απόσπασμα της Γεωγραφίας του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Μελετίου που θεωρεί ότι η Πέλλα δεν ήταν τα Γιαννιτσά αλλά βρισκόταν σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Παλάτια. Στη τοποθεσία με το όνομα αυτό υπήρχε πράγματι μια αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Μόνο που δεν ήταν η Πέλλα αλλά οι Αιγές.

Μελέτιος 1

Μελέτιος 2

Στο μυαλό του Κουζινερύ λοιπόν η Πέλλα πρέπει να βρισκόταν σε μια τοποθεσία που το σύγχρονο όνομα της ήτανε Παλάτια. Πού ακριβώς όμως βρισκόταν αυτό το μέρος; Με οδηγό αυτή τη φράση του γεωγράφου Μελετίου θα προσπαθούσε να προσδιορίσει την ακριβή τοποθεσία της αρχαίας μακεδονικής πρωτεύουσας.
Στο επόμενο: Η επίσκεψη στη Βέροια και η συνάντηση με τον Μπεκέλα

Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – Μέρος 2ο

Λίγα λόγια για τη ζωή του προξένου Κουζινερύ (συνέχεια)

Ο κόμης Σουαζέλ-Γκουφφιέ, λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, είχε γνωρίσει τον Κουζινερύ κατά το ιδιωτικό του ταξίδι με τη φρεγάτα “Αταλάντη” στην Ελλάδα το 1776. Σε ηλικία μόλις 24 ετών κάνει ένα τολμηρό για την εποχή του ταξίδι που θα τον φέρει στα νησιά του Αιγαίου, στη νότια Ελλάδα, καθώς επίσης και στα παράλια και ενδότερα της Ιωνίας. Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς περνά και από την Θεσσαλονίκη πριν πάρει τον επίπονο δρόμο του γυρισμού μέσω Σερβίας και Βοσνίας. Τότε περιηγήθηκε την πόλη και τα μνημεία της, πιθανότατα με οδηγό τον ίδιο τον Κουζινερύ. Τις εντυπώσεις από το μεγάλο και περιπετειώδες ταξίδι τις κατέγραψε στο βιβλίο “Γραφικό ταξίδι στην Ελλάδα” (Voyage pittoresque de la Grèce) ο πρώτος τόμος του οποίου εκδόθηκε το 1782.

Voyage pittoresque de la Gréce 1782.resized

Η έκδοση έκανε μεγάλη αίσθηση στη Δύση και είχε τεράστια επιτυχία. Δημιούργησε μάλιστα ένα ενθουσιώδες φιλελληνικό πνεύμα που θα φανεί αργότερα κατά τη διάρκεια του αγώνα για την εθνική παλιγγενεσία. Το βιβλίο του επέτρεψε επίσης να γίνει μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας σε νεότατη ηλικία και να διεκδικήσει με επιτυχία τη θέση τού Γάλλου πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη. Έτσι ο Σουαζέλ-Γκουφφιέ, πέντε χρόνια μικρότερος του Κουζινερύ, καταφθάνει σαν πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη το 1784. Με την οριστική τοποθέτηση του Κουζινερύ ως προξένου στη Θεσσαλονίκη το 1787 αρχίζει μεταξύ τους, παράλληλα με την τρέχουσα διοικητική, και μια ιδιωτική συνεργασία. Ενώ ο Κουζινερύ είναι λάτρης των αρχαίων νομισμάτων, ο Σουαζέλ-Γκουφφιέ είναι λάτρης των αρχαίων μαρμάρων, αγαλμάτων, αναγλύφων και επιγραφών. Στη μεταξύ τους αλληλογραφία μαθαίνουμε ότι ο Κουζινερύ προμήθευε κρυφά τον πρέσβη με αρχαία μάρμαρα. Μέσα από την αλληλογραφία αυτή γίνεται γνωστή και η στενή σχέση του Κουζινερύ με τον μητροπολίτη Βοδενών Μελέτιο (1782-1790) κυρίως μετά την μυστηριώδη και ξαφνική αναχώρηση του τελευταίου από την Έδεσσα την άνοιξη του 1790.

Choiseul-Gouffier.resized

Με την γαλλική επανάσταση του 1789 ο Κουζινερύ υψώνει την τρικολόρ σημαία του νέου επαναστατικού καθεστώτος στο γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης και δίδει πολιτικό όρκο το 1792. Αλλά ο έμπορος Ρεμπούλ (Reboul), νεοεκλεγείς εκπρόσωπος των Γάλλων Θεσσαλονίκης στην Εθνοσυνέλευση της Πρώτης Γαλλικής Δημοκρατίας, τον κατηγορεί για αντίσταση στο νέο καθεστώς. Η γαλλική κοινότητα της Θεσσαλονίκης αποτελείτο κυρίως από εμπόρους της Μασσαλίας, συμπατριώτες του Κουζινερύ δηλαδή. Ίσως λοιπόν να υπήρχαν μεταξύ τους και άλλες διαφορές αν και γνωρίζουμε ότι ο Ρεμπούλ ήταν οξύθυμος και απότομος χαρακτήρας. Ο πρέσβης Σουαζέλ-Γκουφφιέ, αν και αρχικά συνεργάστηκε άψογα με το επαναστατικό καθεστώς της Γαλλίας, αποκαλύφτηκε ότι είχε κρυφή αλληλογραφία με το παλαιό καθεστώς του Λουδοβίκου του 16ου και της Μαρίας Αντουανέτας. Αποφασίστηκε έτσι η αντικατάσταση του στην οποία αντιτάχθηκε αρνούμενος να παραδώσει – οχυρωμένος μέσα στο κτίριο – την Γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης στον διάδοχό του. Ο Κουζινερύ σαν υφιστάμενος και στενός συνεργάτης του είχε δυσκολίες να αποσείσει τις εναντίον του κατηγορίες. Είναι η περίοδος του Τρόμου στη Γαλλία που αποτελεί εύφορο έδαφος για τέτοιες κατηγορίες. Ο Κουζινερύ παύεται από πρόξενος το 1793 και την επόμενη χρονιά καταδικάζεται ερήμην εις θάνατον από την επαναστατική επιτροπή της Μασσαλίας. Έτσι εγκαταλείπει τη Θεσσαλονίκη και καταφεύγει στη Σμύρνη όπου βρίσκονται δύο από τα αδέλφια του με εμπορική δραστηριότητα εκεί. Η Σμύρνη είναι άλλωστε και η πόλη της ελληνορθόδοξης γυναίκας του. Μέχρι το 1803 κάνει περιοδείες στα παράλια της Ιωνίας και στην Αίγυπτο σε αναζήτηση νομισμάτων συγχρόνως με τη δουλειά στο εμπορικό των αδελφών του. Με την άνοδο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στην εξουσία και την αμνηστία στους απόδημους Γάλλους επιστρέφει στο Παρίσι και προσπαθεί ανεπιτυχώς να ενσωματωθεί ξανά στο διπλωματικό σώμα της Γαλλίας. Τότε πουλά για πρώτη φορά 10.000 χρυσά, αργυρά και μπρούντζινα αρχαία νομίσματα (για το οποίο μετανιώνει αργότερα πιστεύοντας ότι τα πούλησε φτηνά) και επιστρέφει το 1812 στη Σμύρνη. Το 1814 καταφέρνει τελικά να τοποθετηθεί και πάλι πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη όπου παραμένει πρακτικά μέχρι το 1817 ενώ θα συνταξιοδοτηθεί το Σεπτέμβριο του 1819 σε ηλικία 66 ετών. Κλείνοντας τη θητεία του στη Θεσσαλονίκη θα κάνει μια τελευταία περιοδεία επισκεπτόμενος και πάλι τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πηγαίνει για συλλογή νομισμάτων κατά την πρώτη του θητεία. Επιστρέφοντας στη Γαλλία θα αφιερώσει το χρόνο του κυρίως στη συγγραφή σειράς βιβλίων και εκθέσεων πάντα για τα αρχαία νομίσματα. Αυτή η γνώση θα του επιτρέψει να διαβεί και την πύλη της Ακαδημίας των Επιγραφών και των Γραμμάτων. Το 1825 εκδίδει ένα βιβλίο για τα αργυρά νομίσματα της Αχαϊκής Συμπολιτείας (Les Monnaies d’Argent de la Ligue Achéenne) ενώ το 1828 συντάσσει σε δυο τόμους τις εντυπώσεις από τα διάφορα ταξίδια ανά τη Μακεδονία το οποίο και εκδίδει το 1831 με τίτλο “Ταξίδι στη Μακεδονία” (Voyage dans la Macédoine).

Voyage dans la Macédoine

Δυο χρόνια αργότερα τον Ιανουάριο του 1833 αφήνει την τελευταία του πνοή. Στην εποχή του θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς αρχαίων νομισμάτων μαζί με τον κορυφαίο νομισματολόγο, τον σύγχρονό του αββά Ζοζέφ Εκέλ. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του ο Κουζινερύ πούλησε περίπου 25.000 νομίσματα πλουτίζοντας -τον εαυτό του αλλά και- τα ευρωπαϊκά μουσεία. Οι συλλογές του βρίσκονται σήμερα σε Παρίσι, Μόναχο και Βιέννη.

Στο επόμενο: Το πρώτο του ταξίδι εκτός Θεσσαλονίκης

Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – Μέρος 1ο

Πρόλογος

Από τις αναφορές δυτικών περιηγητών που έχουμε για την Έδεσσα των παλαιοτέρων χρόνων, η διήγηση τού Εσπρί-Μαρί Κουζινερύ (Esprit-Marie Cousinéry), προξένου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, είναι μάλλον η πιο παλιά. Η πρωτοτυπία όμως του βιβλίου του “Ταξίδι στη Μακεδονία” (Voyage dans la Macédoine) που εκδόθηκε το 1831 στο Παρίσι έγκειται στο ότι είναι ίσως το πρώτο που γράφτηκε ειδικά για την Μακεδονία. Στη Νότια Ελλάδα – Αθήνα, Πελοπόννησο, όπως και νησιά του Αιγαίου – δυτικοί περιηγητές, αρχαιολάτρες ως επί το πλείστον, είχαν αρχίσει τα ταξίδια τους και τις αντίστοιχες δημοσιεύσεις αρκετά νωρίτερα. Η Μακεδονία όμως ήταν μια σχετικά άγνωστη περιοχή ακόμη και στα τέλη του 18ο αιώνα. Ο μεγάλος Γάλλος γεωγράφος και χαρτογράφος του αιώνα εκείνου Ζαν-Μπατίστ Ντανβίλ (Jean-Baptiste d’Anville) είχε πει ότι γνωρίζουμε περισσότερα για την Κίνα και τις Ινδίες παρά για τις περιοχές όπου βασίλεψαν κάποτε ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος. Το βιβλίο του Κουζινερύ αποτέλεσε έναυσμα για μια πιο μεθοδική μελέτη της Μακεδονίας τον επόμενο αιώνα. Εικοσιπέντε χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του, δυο νεαροί Γάλλοι αρχαιολόγοι, οι Εζέ και Ντελακουλόνς (Léon Heuzey και Alfred Delacoulonche) της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, θα ακολουθήσουν τα βήματά του στην εξερεύνηση της Κάτω Μακεδονίας. Ο Εζέ μάλιστα θα επισκεφτεί τον αρχαιολογικό χώρο της Παλατίτσας δυο φορές: την πρώτη, το 1855, με την ευκαιρία της κοινής αποστολής του με τον Ντελακουλόνς και την δεύτερη λίγα χρόνια αργότερα, το 1861, σε ειδική αποστολή χρηματοδοτημένη από τον Γάλλο αυτοκράτορα Ναπολέοντα ΙΙΙ, όταν και έκανε τις πρώτες ανασκαφές. Δεν θα κατορθώσει όμως να λύσει τον γρίφο της ταυτότητας της πόλης με το θαυμαστό ανάκτορο. Θα περνούσε πάνω από ένας αιώνας, το 1977, για να μάθουμε από τον Μανόλη Ανδρόνικο ότι η πόλη που είχε ερευνήσει ο Εζέ ήταν οι Αιγές, η πρώτη πρωτεύουσα του Μακεδονικού κράτους όπου ο Φίλιππος είχε κτίσει το περίφημο παλάτι. Ο Ντελακουλόνς από την μεριά του θα εξετάσει με λεπτομέρεια την Έδεσσα και την γύρω περιοχή για να βρει τους βασιλικούς τάφους των αρχαίων Αιγών, μάταια όμως! Και οι δυο είχαν μελετήσει το δίτομο βιβλίο του Κουζινερύ όπως προκύπτει από τις συχνές αναφορές τους σ αυτό. Άλλωστε ακολούθησαν επακριβώς τα βήματα του.

Βάση των επόμενων σελίδων αποτελούν οι σημειώσεις από την ανάγνωση του βιβλίου του Κουζινερύ. Επικεντρώνονται στην Έδεσσα και τις γειτονικές περιοχές. Στη διάρκεια της ανάγνωσης όμως ήρθαν και προστέθηκαν και άλλα στοιχεία. Πρώτα από όλα στοιχεία που αφορούν την ενδιαφέρουσα καριέρα και ζωή του Γάλλου προξένου όπως αναδύεται από τα διπλωματικά αρχεία του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών, ακολούθως ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις ιδιωτικές συναλλαγές του με τον ιεραρχικά προϊστάμενό του πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη και, τέλος, το πιο απρόσμενο, στοιχεία για τις ιδιότυπες σχέσεις που ανέπτυξε με τον Μητροπολίτη Βοδενών Μελέτιο (1782-1790). Ξεκινώντας από το οδοιπορικό του Κουζινερύ καταλήγουμε σε ενδιαφέρουσες εξελίξεις που μετατρέπουν την οδοιπορική διήγηση σε αστυνομικό μυθιστόρημα όπου μπλέκουν διπλωμάτες, πατριαρχικοί έξαρχοι, Λαζαριστές ιερείς, Οθωμανοί δικαστικοί λειτουργοί και ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί λειτουργοί. Και όλα αυτά με φόντο ληστρικές αρπαγές αρχαίων από την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, τον Ρώσο-τουρκικό Πόλεμο του 1788-92 και τη Γαλλική Επανάσταση. Θεωρώντας ότι η εργασία αυτή ίσως να ενδιαφέρει ένα ευρύτερο κοινό αποφάσισα να την “δημοσιεύσω” στον παρόντα ιστότοπο υπό τη μορφή σειράς διαδοχικών αναρτήσεων έτσι ώστε να μην γίνει ιδιαίτερα κουραστική η συνολική ανάγνωση.

Ο Κουζινερύ στη δεκαετία του 1820 όταν έγινε ακαδημαϊκός

Esprit-Marie Cousinéry.resized

Λίγα λόγια για τη ζωή του προξένου Κουζινερύ

Γεννημένος το 1747 στη Μασσαλία (βλ. Anne Mézin, Les consuls de France au siècle des lumières), ο Εσπρί Κουζινερύ ήταν το τρίτο παιδί από τα δεκατρία συνολικά του δικηγόρου Βαρθολομαίου Κουζινερύ. Μετά τις κλασικές σπουδές στο κολλέγιο της γενέτειράς του έφυγε πρώτα στη Γένοβα και μετά στη Τεργέστη σαν γραμματέας του εκεί γαλλικού προξενείου. Όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, στη Τεργέστη αποκτά την αγάπη και το πάθος για τα αρχαία νομίσματα. Μετά τη Τεργέστη ονομάζεται γραμματέας του γαλλικού προξενείου Θεσσαλονίκης όπου μεταβαίνει τον Νοέμβριο του 1773. Από τότε η ζωή του θα συνδεθεί αμετάκλητα με την Ανατολή. Το Δεκέμβριο του 1776, σε ηλικία 29 ετών, αναλαμβάνει υποπρόξενος στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1779 όταν και εκτελεί χρέη αναπληρωτού προξένου μέχρι την μετάθεση του στη Σμύρνη στις αρχές Μαρτίου του 1780. Επιστρέφει όμως στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1783 σαν προσωρινός πρόξενος στη χηρεύουσα θέση. Σε επιστολή του 1785 προς τον κορυφαίο νομισματολόγο της εποχής Ζοζέφ Εκέλ (Joseph-Hilarius Eckhel) αναφέρει ότι η συλλογή του μετρά ήδη 5000 αρχαία νομίσματα. Στο μεταξύ ονομάζεται υποπρόξενος στη Ροζέτα της Αιγύπτου και για λίγο στη Ρόδο. Στις θέσεις αυτές καταφέρνει να μη παρουσιαστεί γιατί εν τω μεταξύ κατορθώνει να ονομαστεί – τον Αύγουστο του 1786 – πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη. Την θέση αυτή που τόσο διακαώς επιθυμούσε – “δεν ζητώ το βασίλειο της Μακεδονίας αλλά να γίνω ένας μικρός πρόξενος εκεί, παρά το άσχημο κλίμα της” γράφει στον Εκέλ – την πέτυχε κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού στο Παρίσι με τη δωρεά στο Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο 16ο (ουσιαστικά στον υπεύθυνο νομισμάτων του βασιλιά Ζαν-Ζακ Μπαρτελεμύ) ενός πολύ σπάνιου νομίσματος του βασιλιά της Μακεδονίας Παυσανία. “Επενδύσατε πολύ καλά τον περίφημο Παυσανία σας δωρίζοντάς τον στο βασιλιά και αξίζει να εκπληρωθούν οι επιθυμίες σας” του απαντά ο Εκέλ. Θα αναλάβει καθήκοντα προξένου στη Θεσσαλονίκη στις 20 Απριλίου 1787 με την επιστροφή του από τη Γαλλία. Έτσι δεκατρία χρόνια μετά την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη και χάρις σε ένα σπανιότατο νόμισμα φτάνει στην κορυφή της προξενικής ιεραρχίας στη πόλη που του επέτρεψε να υλοποιήσει το μεγάλο του πάθος.

Ο Παυσανίας βασίλευσε λιγότερο από ένα χρόνο στο Βασίλειο της Μακεδονίας (394-393 πΧ) και το δίδραχμο του είναι εξαιρετικά σπάνιο και σήμερα. Χάρις σε ένα τέτοιο νόμισμα ο Κουζινερύ κατάφερε να γίνει πρόξενος στη Θεσσαλονίκη

Παυσανίας καλό

Σαν πρόξενος οργώνει κυριολεκτικά την Μακεδονία αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα σημειώνοντας τα ήθη και έθιμα των ανθρώπων, αναζητά νέους αρχαιολογικούς χώρους αφού η Μακεδονία ήταν σχεδόν άγνωστη τότε και πλουτίζει συνεχώς την συλλογή του. Έχει δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία αρχαίων συγγραφέων, βιβλία ιστορίας και γεωγραφίας αλλά και γενικότερες ταξιδιωτικές εντυπώσεις της εποχής. Στα χρόνια αυτά αρχίζει και μια ανεπίσημη αλλά σημαντική δραστηριότητα με τον νέο πρέσβη της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη, τον κόμη Σουαζέλ-Γκουφφιέ (Choiseul-Gouffier) που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στο επόμενο: Λίγα λόγια για τη ζωή του (συνέχεια)

Ο βομβαρδισμός της Εδεσσας το 1917 – (The bombardment of Vodena in 1917)

Ο αείμνηστος πατέρας μου διηγόταν συχνά ιστορίες από τον 1ο Ευρωπαϊκό, όπως έλεγε, Πόλεμο. Στις τελευταίες τάξεις τότε του δημοτικού σχολείου – με δάσκαλο τον Δημήτριο Γεωργιάδη – ρούφηξε στη κυριολεξία τις εικόνες αυτού που φάνταζε στα μάτια του σαν ένα μεγάλο Λούνα-Παρκ και τις αποτύπωσε ανεξίτηλα στο μυαλό του. Για πρώτη φορά είδε αυτοκίνητα, και μάλιστα να τα οδηγούν γυναίκες – οι Σκωτσέζες εθελόντριες, για πρώτη φορά είδε κινηματογράφο – ταινίες του Σαρλώ στο δημοτικό σχολείο στο Ψηλό Βράχο από Γάλλους κινηματογραφιστές,  για πρώτη φορά είδε μαύρους – από την Σενεγάλη, κίτρινους – τους Ανναμίτες από το Βιετνάμ – εντυπωσιακούς ξανθούς Ρώσους με αμούστακους νεαρούς αξιωματικούς, Μαροκινούς πάνω στα πανύψηλα άλογα – τους Ζοάβους. Για πρώτη φορά δοκίμασε σοκολάτα – πληρωμή για την μεταφορά των σακιδίων των κατακουρασμένων πεζοπόρων Γάλλων στρατιωτών από τη ρίζα του γκρεμού πάνω στο Βαρόσι και είδε ψωμί που ξεφούρνιζαν οι Ρώσοι σε φούρνο -κάρο εν κινήσει. Είδε πράγματα πρωτόγνωρα σαν να έκανε τον γύρο του κόσμου σε ηλικία ένδεκα ετών χωρίς να το κουνήσει ρούπι από την αγαπημένη του πόλη. Στις διηγήσεις του αναφερόταν και στις εχθρικές αεροπορικές επιδρομές, τον φόβο και τον τρόμο των Εδεσσαίων. “Ψάχνανε να σκοτώσουν τον διάδοχο της Σερβίας Αλέξανδρο που περνούσε συχνά από την Έδεσσα” ήταν η μόνιμη επωδός. Σε μια από αυτές τις διηγήσεις μού ανέφερε και τον τραγικό θάνατο κάποιας Βαβούρη σε βομβαρδισμό της πόλης από γερμανικά αεροπλάνα: “μια βόμβα έπεσε στην αγορά εκεί που είναι το περίπτερο στη πλατεία Τημενιδών, το περίπτερο του Σωκράτη. Σκοτώθηκε μάλιστα η Βαβούρη, η γυναίκα του Βαβούρη που είχε το ξενοδοχείο ακριβώς απέναντι”. Τότε δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία. Στο τελευταίο ταξίδι στην Έδεσσα όμως αναζήτησα, έτσι από περιέργεια, μήπως υπήρχε καμιά ένδειξη στο Κοιμητήριο της πόλης. Την εποχή εκείνη βέβαια τα νεκροταφεία βρίσκονταν στο σημερινό πάρκο των καταρρακτών, μπροστά από τον Ι.Ν της Αναλήψεως, και μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση πολύ αργότερα. Το περιδιάβασμα όμως έφερε αποτέλεσμα γιατί βρέθηκα μπροστά στον οικογενειακό τάφο του Αναστασίου Βαβούρη όπου υπάρχει και η ακόλουθη επιγραφή: “ΔΩΡΟΘΕΑ ΒΑΒΟΥΡΗ, ΑΠΕΒ. ΑΠΡΙΛΙΟ 1918”. Άραγε να επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο των διηγήσεων του πατέρα μου;

Βαβούρη τρονκέ

Η περιέργεια με παρακίνησε να ψάξω για στοιχεία σχετικά με τους βομβαρδισμούς της πόλης την εποχή εκείνη. Η υπέρπτηση της πόλης από αεροπλάνα ήταν συχνό φαινόμενο τότε αλλά δεν γνώριζαν οι κάτοικοι αν ήταν συμμαχικά, δηλ. από το διπλανό αεροδρόμιο του Μαυροβουνίου, ή εχθρικά. Συχνά η τελευταία διαπίστωση γινόταν με την έκρηξη κάποιας βόμβας. Η βιβλιογραφία όμως αναφέρει έναν μεγάλο βομβαρδισμό της πόλης που συνέβη στις 30 Απριλίου του 1917, δηλαδή 17 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε, Δευτέρα του ορθόδοξου Πάσχα του 1917. Τον βομβαρδισμό περιγράφει σε μια επίσημη έκθεση ο Ροδόλφος  Άρτσιμπαλντ Ράϊς, καθηγητής εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου της Λωζάννης. Ο Αρτσιμπαλντ Ράϊς, ιδρυτής του πρώτου παγκοσμίως ινστιτούτου εγκληματολογίας με έδρα την Λωζάννη, βρισκόταν στη περιοχή μας καλεσμένος από την σερβική διοίκηση για να εξετάσει τον βομβαρδισμό στις 12 Μαρτίου των αγγλικών νοσοκομείων στο Μαυροβούνι . Ο επιφανής αυτός ειδικός επισκέφτηκε την Έδεσσα την επόμενη μέρα, 1η Μαΐου, ενώ συνέταξε και υπέγραψε την έκθεση στις 2 Μαΐου. Στη λεπτομερή του έκθεση αναφέρει ότι στις 30 Απριλίου, μεταξύ 9.30 και 10 το πρωί, επτά αεροπλάνα βομβάρδισαν την Έδεσσα προκαλώντας μεγάλες υλικές καταστροφές και πολλά θύματα. Σύμφωνα με περιγραφές πιλότων της αεροπορικής βάσης στο Μαυροβούνι, ένα σμήνος από δεκατέσσερα εχθρικά αεροπλάνα ήρθαν το πρωί της μέρας εκείνης στην περιοχή της Σκύδρας προερχόμενα από βορρά (Άψαλο). Έριξαν τέσσερις βόμβες στο σιδηροδρομικό σταθμό αλλά δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν γιατί καταδιώχτηκαν από δώδεκα αεροπλάνα με Γάλλους και Σέρβους πιλότους που πρόλαβαν να απογειωθούν από το παρακείμενο αεροδρόμιο. Τα γερμανικά αεροπλάνα απέφυγαν την αερομαχία διασπώμενα σε δυο ομάδες. Μία ομάδα από επτά εχθρικά αεροπλάνα πήραν την κατεύθυνση της Εδέσσης, τα υπόλοιπα την αντίθετη κατεύθυνση προς Πάϊκο (Γουμένισσα). Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την Έδεσσα, έριξε περίπου είκοσι βόμβες διαφόρων διαμετρημάτων. Βομβαρδίστηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός όπου σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Σέρβοι και Γάλλοι στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ένας Γάλλος λοχαγός (ονόματι Σιόρ), οι στρατώνες κοντά στους οποίους υπήρχαν πέντε σκηνές της γαλλικής αεροπορίας και λίγο πιο μακριά αντίσκηνα της Αμερικάνικής Αποστολής του Ερυθρού Σταυρού με Σέρβους πρόσφυγες από το Μοναστήρι, το τουρκικό νεκροταφείο προς την έξοδο της πόλης για Άγρα , η αγορά όπου έπεσαν δυο βόμβες σκοτώνοντας και τραυματίζοντας αρκετούς Εδεσσαίους πολίτες, ενώ μια βόμβα έπεσε κοντά στο μεγάλο τζαμί και άλλες στον λόγγο αρκετά κοντά στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας χωρίς όμως να το πλήξουν. Συνολικά σκοτώθηκαν 17 άτομα και τραυματίστηκαν βαριά 26. Υπήρχαν και άλλοι ελαφρύτερα τραυματισμένοι που δεν αναφέρονται. Τα ονόματα των στρατιωτικών, θύματα του βομβαρδισμού του Σταθμού, δεν κοινοποιήθηκαν με μόνη εξαίρεση αυτή του Γάλλου λοχαγού. Δίδεται όμως ο κατάλογος των πολιτών.  Ο Ράϊς είχε κάποια δυσκολία να συγκρατήσει μερικά δύσκολα και εξωτικά γι αυτόν ονόματα. Ο κατάλογος λοιπόν είναι κάπως έτσι:

Νεκροί πολίτες
Μπογκουμίρ Μιλάνοβιτς, 40 ετών
Λάζαρος Νούσης, 40 ετών
Μαρία Φίντση, 8 ετών
Αθανάσιος Ροδάβνης, 13 ετών
Αθανάσιος Κορόνας, 11 ετών
Δημήτριος Ζλατάνης, 45 ετών
Γαβριήλ Κουπούζινατς, 46 ετών ιερέας νοσοκομείου (δεν αναφέρεται ποίου νοσοκομείου)
Ναδίρ Αλίν Μαχμούτ, 7 ετών
Αϊσέ Αμπντουλάχ, 20 ετών (έγγυος γυναίκα)
Εκσέ Μουσταφά, 5 ετών
Φατιμά Ντάγκο Αλίπε, 38 ετών
Δημήτριος Βούτσης, 30 ετών
Ενας κουρέας, λοιπών άλλων στοιχείων

Τραυματίες πολίτες
Δωροθέα Βαβούρη, 38 ετών
Ζήρα Μπέτση, 50 ετών
Νικόλαος Σάνης, 21 ετών
Αλή Χατζη Οσμάν, 19 ετών
Χατζη Οσμάν, 60 ετών
Πέτρος Ταρπάνης, 36 ετών
Τζώρτζης Τζίγκερ, 10 ετών
Λεπορλή Μεχμέτ, 25 ετών
Γεώργιος Ντέμης, 11 ετών
Ιωάννης Βαλτάδομ(;), 35 ετών
Τρυφωνία Μί(ν;)τση, 35 ετών
Τσουκρί Μπεσίν, 14 ετών
Ζιβοζίν Βούκσεβιτς, 45 ετών
Γεώργιος Μπέλος, 11 ετών
Κωσταντίνος Βαδραλέσκας, 17 ετών
Χρίστος Τρεσίντσης, 16 ετών
Παναγιώτα Κοκαλά ή Τσουκαλά, 30 ετών
Μαρία Λάζου, 30 ετών
Πετρούλα Τζόρτζη-Μιχαήλ, 25 ετών
Λάζα Χατζη-Αντόνοβιτς, 8 ετών.

Στον κατάλογο η Δωροθέα Βαβούρη φέρεται να είναι τραυματίας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση συντάχθηκε μία μόλις μέρα μετά τον βομβαρδισμό είναι πιθανόν μερικοί βαριά τραυματισμένοι να κατέληξαν τις επόμενες μέρες ανεβάζοντας τον αριθμό των νεκρών. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να συνέβη και με την Δωροθέα Βαβούρη τον Απρίλιο του 1917 (και όχι 1918). Ο πατέρας μου λοιπόν καλά θυμόταν – όπως πάντα άλλωστε.

Το σημείο όπου έπεσε η μία από τις δυο βόμβες της αγοράς και τραυμάτισε θανάσιμα την Δωροθέα Βαβούρη. Το ξενοδοχείο της οικογένειας Βαβούρη πρέπει να βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο “Έλενα”

Περίπτερο Σωκράτη.resized

Διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα θύματα ήταν νέοι άνθρωποι και μικρά παιδιά. Οι μουσουλμάνες γυναίκες θα πρέπει να επλήγησαν είτε κοντά στο Χουνκιάρ τζαμί είτε στα μουσουλμανικά νεκροταφεία ενώ οι περισσότεροι Έλληνες και Τούρκοι στην αγορά. Μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν και Σέρβοι πρόσφυγες. Σημειωτέον ότι πρόσφυγες φιλοξενούνταν και σε σπίτια Εδεσσαίων όπως συνέβη και στο πατρικό μου. Αρκετοί όμως φιλοξενούνταν και στη Μονή της Αγίας Τριάδας όπως και σε αντίσκηνα του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού.

Οι γερμανικές αεροπορικές αποστολές είχαν ενταθεί τους πρώτους μήνες του 1917. Στις 15 Φεβρουαρίου 1917 είχε μεταφερθεί στη μεγάλη αεροπορική βάση Χούντοβα, βόρεια της Γευγελής, η μονάδα Καγκόλ 1 που αποτελείτο από τρία σμήνη βαρέων δικινητήριων βομβαρδιστικών (Gotha, Rumpler, AEG και Friedrichshafen) η οποία είχε σπείρει τον πανικό στις δυνάμεις της Αντάντ. Στις 27 Φεβρουαρίου βομβάρδισαν την Θεσσαλονίκη, στις 12 Μαρτίου βομβάρδισαν τις αποθήκες του σερβικού στρατού στη Σκύδρα καθώς επίσης και τα αγγλικά νοσοκομεία στο Μαυροβούνι, στις 2 Απριλίου το Μοναστήρι και στις 30 Απριλίου την Έδεσσα. Ευτυχώς για την περιοχή, η μονάδα Καγκόλ 1 μεταφέρθηκε στα μέσα Μαΐου στο Δυτικό Μέτωπο, στη Φλάνδρα του Βελγίου, και από τότε η Αντάντ ανέκτησε και πάλι την κυριαρχία στους αιθέρες.

Ποιος ήταν όμως ο λόγος του βομβαρδισμού της Έδεσσας, μιας πόλης που δεν είχε στρατιωτικές μονάδες; Ο τότε δήμαρχος – ο Γεώργιος Πέτσος – έδωσε την ερμηνεία που ανέφερε και ο πατέρας μου. Τις τελευταίες μέρες υπήρχε η φήμη ότι ο Πρίγκηπας και Αντιβασιλέας Αλέξανδρος θα ερχόταν στην Εδεσσα. Ο εχθρός θα το είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους και έτσι βομβάρδισαν την πόλη. Σημείωσε μάλιστα ότι είχε συλλάβει το πρωί έναν Βούλγαρο κατάσκοπο. Ο διοικητής όμως του αεροδρομίου στο Μαυροβούνι έδωσε μιαν άλλη εξήγηση. Οι Γερμανοί ήρθαν να βομβαρδίσουν τον Σταθμό, τις αποθήκες και το αεροδρόμιο στην περιοχή της Σκύδρας όπως είχαν κάνει και στις 12 Μαρτίου. Η ετοιμότητα όμως των συμμαχικών αεροπλάνων που πρόλαβαν έγκαιρα να απογειωθούν ματαίωσε τα σχέδιά τους. Έτσι μια ομάδα αεροπλάνων έφυγε δυτικά προς Έδεσσα και μια άλλη ανατολικά προς Γουμένισσα. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την Έδεσσα άδειασε το φορτίο της στη πόλη χωρίς να έχουν έναν ιδιαίτερο στόχο αλλά μόνο για να προξενήσουν φθορές. Ο Ράϊς ασπάζεται αυτή την άποψη. Οι μόνοι στρατιωτικοί στόχοι ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός και τα τουρκικά νεκροταφεία δίπλα από τα οποία είχαν τις σκηνές τους οι Γάλλοι αεροπόροι και η Αμερικανική Αποστολή. Σημειώνει όμως ότι στο νεκροταφείο Τουρκάλες είχαν απλώσει για κάποιον λόγο άσπρα σεντόνια και πιθανόν οι πιλότοι να τα προσέλαβαν για στρατιωτικό καταυλισμό. Γι αυτό ήταν και το μόνο μέρος όπου έριξαν εγκαιροφλεγείς βόμβες, δηλαδή βόμβες εναντίον προσωπικού που εκρήγνυνται πριν την πρόσκρουσή τους. Το συμπέρασμα του ειδικού λοιπόν ήταν ότι ο βομβαρδισμός έγινε χωρίς να υπάρχει σχέδιο αλλά απλώς για να προξενήσουν καταστροφές χωρίς να λάβουν υπόψη τον άμαχο πληθυσμό κατά παράβαση των διεθνών κανονισμών.

 

 

 

 

The Nos 4 and 5 Canadian General Hospitals in Salonika

“Among the first British troops to land were three Canadian Hospitals, No. 4 and No. 5 General, and No. 1 Stationary; the first from the University of Toronto, the second from Vancouver, and the third from Montreal and Quebec. These three units were privileged to render continuous service to the British forces in Macedonia for the first two years of the expedition. They cared for thousands of wounded and sick, and were recalled to England only after their personnel had been thinned out by malaria and dysentery. It was necessary to reorganize for service to the Canadian Corps on the Western Front”. In these words a medical student from the University of Toronto describes his experience in Salonika as a member of the 4th Canadian General Hospital. It was in February 1915 that the University offered to provide a general hospital with staff from its members – including undergraduates – and covering large part of the cost of its equipment. After a short period in England, the hospital moved in October to Salonika, west of the city first and from 25 May 1916 to Kalamaria, east of Salonika.

Canadian General Hospitals: Sunbathing of patients in the Kalamaria site, March 1917, photo by Ariel Verges (IWM Q 32802)

Canadian Hospital

According to the 1921 Roll of Honor of the University of Toronto, the new site “was healthier and more suitable, and the new quarters were constructed entirely of substantial wooden huts. On the highest part of the ground were the quarters for the officers, nurses and men. The administrative huts formed a line through the centre of the hospital proper. Branching off from this line to the north and south were the ward huts, those for surgical cases to the south, and those for medical cases to the north. The huts were mostly of uniform size, 140 feet long by 18 wide, with walls 9 feet high. The roofs were tiled, with an air space between them and the wooden ceilings. Next to No. 4 was No. 5 Canadian General Hospital from British Columbia”.

Nos 4 and 5 Canadian hospitals were next to the Aeronautical Park of Kalamaria. The aerial photo of that period shows in A the gardens of the Allatini Villa, in B the French Aviation Park, in D the Chateau des Aviateurs (Denain’s residence), in C the Greek Cavalry Baracks (the Kodras Barracks) and in E the 4 and 5 Canadian Hospitals. The next photo shows the same area as it is today.

4&5 Hospitals TOTE

4&5 Hospitals TWRA

The hospital site

4&5 cdn hospitals

Professor J.J. MacKenzie, serving with the grade of captain and head of the hospital laboratory, used to send frequent letters to his wife. In his letter of June 4, 1916 he wrote: “Here all is quiet in spite of the fact that the Allies seized the Customs, Post, Telegraph and other public buildings yesterday. The Greek Cavalry Barracks about half a mile from us seemed very much upset and excited yesterday, but today is very quiet and subdued”… and on June 11: “This is the hottest day we have had…After dinner McGillivray and I walked down to the sea and sat there for an hour enjoying the breeze. We are fortunate having the sea so close”. And two days later (13 June 1916): “Today has been quite as hot, but there was a breeze off the Gulf which made the heat bearable… The American Consul dined with us tonight and he tells me this weather is unusually hot but that in July it may be hotter! Our great advantage is that we are on the point between the two arms of the bay, so that we almost always get a breeze off the water”.

Professor MacKenzie with a group of officers serving in the No 4 hospital west of the city. Photo from the Faculty of Medicine of the University of Toronto.

MacKenzie 4 canadian.resized

The Roll of Honor of the University of Toronto reveals that the daily average number of patients was about 1,300. The majority of cases were men suffering from malaria and dysentery.

The tennis court of the hospital

4 canadian hospital

Drinking tea in the afternoon

4 Canadian hospital

The No 5 Canadian General Hospital originated in British Columbia. Part of the medical staff left Victoria very early, on August 21, 1915, for England. After England they moved to Lemnos island (for the Dardanelles operations) and finally to Salonika in December 1915. Times were not easy upon their arrival due to harsh winter conditions and to many casualties from the operations in the Vardar valley with frozen feet, reumatism and influenza. Enemy aviation paid them some visits too: “We had another air raid. This time the bombs were dropping all about us. Everyone was more or less terrified and indeed one can not soon forget the horrible whizzing noise of those bombs…. After this raid fatigue parties were sent to dig dug-outs for the sisters which were to be bomb proof” writes sister nurse Laura Gamble in her diary on January 7.

Bringing casualties to No 5 

Bringing casualties in No5

The summer of 1916 was difficult. At that period “we have been very busy in hospital, 1300 pts [patients]. Enteritis, dysentery, malaria. We had one death in officers ward from dysentery” writes Sister Nurse Laura Gamble in her diary on July 22.

Patients and staff of No 5 Canadian hospital in a wooden hut in Kalamaria

5 Canadian hospital

From Maureen Duffus

The Canadian hospitals were sent to Europe following an urgent request from the British Army Medical Services. However, the fact that three Canadian hospitals were sent to the Macedonian Front, an area with no Canadian troops, sparked a controversy in Canada. Following this debate the decision was taken to transfer the hospitals to the Western Front where Canadian troops were present. The three Canadian hospitals of the Macedonian Front left Salonika in the Summer of 1917. In the evacuated Kalamaria site four British hospitals were installed : the 43 and 52 General Hospitals planned for the reception of surgical cases and the 29 and 50 General Hospitals mostly for Greek sick and wounded to supplement the Greek hospitals. The 52 hospital was then known for the treatment of malaria and had an annex of malaria wards.

After the departure of the 4 and 5 Canadian hospitals in Summer 1917, the Kalamaria hospital site hosted the 29, 50, 43 and 52 British hospitals.

50&52 GH Kalamaria

The Sisters’ huts of 43 and 50 (next photo) General Hospitals

No 43 Nurses' wards.resized

50th BGH

Four British hospitals took the place of the 4th and 5th Canadian hospitals in the summer of 1917. Photo of the 50th BGH from the collection of Mr A. Wright (wrongly indicated as 52nd) probably taken from the same point as the very first photo above. The hospital seems empty indicating that the war was over and medical staff were about to leave Salonika. Far in the horizon are visible the two peaks of the Hortiatis mountain.

52nd BGH