5. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη σε Νάουσα και Έδεσσα

Μετά τη Βέροια ο Κουζινερύ με την συνοδεία του έφτασε στη Νάουσα (Νιάουστα στο κείμενο) όπου φιλοξενήθηκαν στην αδελφή του Αποστόλη που είχε παντρευτεί έναν Ναουσαίο. Εκεί εκτίμησε πολύ το κρασί της: “Το κρασί της Νάουσας είναι στη Μακεδονία ότι το κρασί της Βουργουνδίας στη Γαλλία. Πωλείται σε διπλάσια τιμή από τα άλλα κρασιά και καταναλώνεται πολύ και στη Θεσσαλονίκη και στις Σέρρες. Μπορώ να πω μάλιστα ότι με εξαίρεση αυτό της Τενέδου είναι το καλύτερο κρασί σ όλη τη Τουρκία”. Στη Νάουσα εντυπωσιάζεται και από την ομορφιά των γυναικών. Αλλωστε “ο Αποστόλης μου είχε πει ότι θα έβρισκα τις Ναουσαίες πιό όμορφες από τις Εδεσσαίες της γενέτειράς του”. Εντυπωσιάζεται επίσης από την οικονομία της πόλης. Εκτός από την παραγωγή κρασιού ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων ασχολείται με την χρυσοχοΐα ενώ άλλοι με εμπορικές δραστηριότητες και πηγαίνουν συχνά στη Γερμανία (Αυστοουγγαρία;). Παρατηρεί ότι η πόλη αυτοδιοικείται δημοκρατικά με οκτώ ή δέκα άρχοντες (archontes στο κείμενο) κάτω βέβαια από τον τοπικό Καδή και την εξουσία του πασά της Θεσσαλονίκης. Συχνά όμως ένας άρχοντας κατορθώνει να πάρει μόνος την εξουσία όπως συνέβαινε και κατά την παραμονή του εκεί: ένας μόνο Ελληνας κυβερνούσε την περιοχή σαν τύραννος. “Οταν πήγα να του κάνω επίσκεψη ήταν απασχολημένος με το κτίσιμο του παλατιού του, ένδειξη του δεσποτισμού αλλά και του πλουτισμού του”. Επισκέπτεται και τις πηγές της Αραπίτσας και παρατηρεί ότι η εκκλησία που βρίσκεται εκεί κοντά, με πλούσια εσωτερική διακόσμηση και μαρμάρινους κίονες, φαίνεται πολύ παλιά. Εγκαταλείπει την πόλη από το σημείο που η Αραπίτσα (που ονομάζει ποτάμι του Αγίου Ηλία) σχηματίζει τον γνωστό καταρράκτη και κατεβαίνει την πλαγιά που είναι φυτεμένη με αμπέλια μέχρι την πεδιάδα. Σε δυο ώρες φτάνουν στην άκρη του λόφου στα σημερινά Σεβαστειανά και μπαίνουν σε μια μικρή πεδιάδα που “σαν λιμάνι εξαπλώνεται μεταξύ δυο χαμηλών λόφων μέχρι την Έδεσσα”. Υπενθυμίζει και πάλι ότι Βοδενά ίσον Εδεσσα ίσον Αιγές και περιγράφει την ιστορία του Καράνου με τις γίδες εξηγώντας ότι αυτός ήταν ο λόγος που τα πρωταρχικά νομίσματα των Μακεδόνων και μέχρι τον Αρχέλαο τον Α’ είχαν απεικόνιση κατσίκας στη μια τους πλευρά. Πλησιάζοντας την Έδεσσα έχοντας στα δεξιά τον Εδεσσαίο ποταμό ατενίζει ψηλά το φρύδι της πόλης και παρατηρεί ένα μεγάλο κιόσκι που προβάλει στην άκρη του γκρεμού. “Είναι της Αρχιεπισκοπής” του λέει ο Αποστόλης. Όσο πλησιάζουν βρίσκει ότι το τοπίο γίνεται όλο και πιο όμορφο. Μαγεύεται από τους καταρράκτες που πέφτουν από ψηλά “με τον αφρό τους να λάμπει στις ακτίνες του ήλιου και να αγκαλιάζει τις αποχρώσεις του πράσινου που οργιάζει στη σχεδόν κάθετη πλαγιά”. Όταν φτάνουν στη βάση του γκρεμού παίρνουν ένα μονοπάτι “στα δεξιά της πόλης” ανάμεσα σε τζιτζιφιές και αρχίζουν με δυσκολία την ζιγκ-ζαγκ ανάβαση. Πρόκειτα μάλλον για το αρχαίο μονοπάτι που οδηγεί σήμερα στο κανναβουργείο και στο εκκλησάκι του Αγ. Βασιλείου στο Βαρόσι. Ο Αποστόλης του λέει ότι το μονοπάτι αυτό οδηγεί στη χριστιανική συνοικία γιατί οι Τούρκοι προτίμησαν να κτίσουν τα σπίτια τους μακριά από τις εκκλησίες και από τη βοή των τριών μεγάλων καταρρακτών. Κάτι Αλβανοί που ανέβαιναν λίγο πιο πίσω άρχισαν να πυροβολούν για να ακουστεί η περίφημη ηχώ “που ακούγεται μέχρι πέντε φορές”. “Οι Εδεσσαίοι δεν ανησυχούν” του λέει ο Αποστόλης “απλά καταλαβαίνουν από τις πιστολιές ότι φτάνουν επισκέπτες”. Ανεβαίνοντας τον γκρεμό ο Κουζινερύ βλέπει “μια πόλη είκοσι τεσσάρων χιλιάδων κατοίκων (!) να εκτείνεται σε ένα μεγάλο οροπέδιο”.
Η πρώτη επίσκεψη μετά την άφιξή τους ήταν στου Μητροπολίτη “που είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Στη σύντομη επίσκεψη ο Κουζινερύ εξέφρασε τον θαυμασμό του για το ωραίο μητροπολιτικό μέγαρο αλλά ο Μητροπολίτης του απάντησε ότι “έχει μετανοιώσει για την ανοικοδόμηση ενός τόσο μεγαλοπρεπούς κτιρίου με έξοδα των ενοριών…Στο παλιό κτίριο παρά την ταπεινότητά του αισθανόμουν ευτυχής. Δεν προκαλούσε κανέναν αφέντη και έτσι γλιτώναμε τα διάφορα χαράτσια. Από τη στιγμή όμως που οι αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι το μεταμόρφωσαν σε παλάτι έγινε πηγή πολλών προβλημάτων και ειδικά χαρατσιών”. Ο Μητροπολίτης δεν είχε πρόβλημα με τους αγάδες της περιοχής αλλά με τους περαστικούς πασάδες που “περνώντας από τη πόλη έβρισκαν κάθε δικαιολογία για να ζητήσουν φόρο. Αυτό το οικοδόμημα έχει στοιχίσει σε χαράτσια εδώ και είκοσι χρόνια το διπλάσιο του κόστους κατασκευής του. Ειδικά το κιόσκι που φαίνεται από μακριά είναι η αιτία όλων των προβλημάτων. Θα γκρεμίζαμε αυτή τη πέτρα του σκανδάλου αλλά κάτι τέτοιο δεν θα άρεσε στους τοπικούς άρχοντες που έρχονται συχνά εδώ για να πάρουν το καφέ τους και να δροσιστούν από το αεράκι που έρχεται από τον λόγγο” συνέχισε ο Μητροπολίτης.

Η λιθογραφία της Εδεσσας με τους καταρράκτες όπως την είδε ο Κουζινερύ πλησιάζοντας από τον λόγγο. Στην άκρη της πόλης προβάλλει επιβλητικό το κιόσκι της Μητρόπολης, η “πέτρα του σκανδάλου”.

ΒοδεναΑμέσως μετά πέρασαν στην αυλή στο μέσο της οποίας βρισκόταν το μεγαλοπρεπές κιόσκι. “Δεν ήταν η κωνσταντινουπολίτικη φινέτσα ούτε οι ζωγραφιές που με έθελξαν στο κιόσκι αλλά η εξαίσια θέα” υπογραμμίζει. “Για να πάρετε μια ιδέα αυτού του υπέροχου πίνακα φανταστείτε μια πεδιάδα με βάθος δεκαπέντε λεύγες και άλλο τόσο πλάτος με ορίζοντα τη θάλασσα, γεμάτη από χωριά, κτήματα, ποτάμια και μεγάλα δάση και στο κέντρο τη λίμνη των Γιαννιτσών… Στα ανατολικά της πόλης είναι ο μεγάλος καταρράκτης που πέφτει σαν μεγάλη κολόνα ύδατος σε μια άβυσσο ενώ υπάρχουν ως και είκοσι άλλοι μικροί καταρράκτες και ρυάκια που πέφτουν στο λόγγο για να ενωθούν πιο πέρα σε ένα ποτάμι” αναφέρει εκστασιασμένος ο Κουζινερύ.

Μετά την επίσκεψη στον Μητροπολίτη κάνει μια γενική περιήγηση της πόλης. “Ολα τα νερά προέρχονται από ένα ποτάμι που ξεκινά από μια λίμνη δυο λεύγες βορειότερα” παρατηρεί υπονοώντας τη σημερινή λίμνη του Αγρα. “Μέσα στη πόλη το ποτάμι διαιρείται σε πολλά ποταμάκια για την εξυπηρέτηση των κατοίκων” … και… “μετά τις βιοτεχνίες τα νερά σχηματίζουν τους καταρράκτες όχι πολύ μακριά από την κατοικία του Αρχιεπισκόπου. Ανατολικά και έξω από τη πόλη αρχίζει ένα μεγάλο λιβάδι που το αγκαλιάζουν κήποι, πλατάνια, ιτιές και λεύκες”. Δυτικότερα παρατηρεί ότι η “κλίση του γκρεμού γίνεται ηπιότερη. Εκεί φτιάξανε το δρόμο για άμαξες” γράφει αναφερόμενος μάλλον στη σημερινή αμαξιτή είσοδο της πόλης. “Λέγεται ότι στη θέση της σύγχρονης πόλης βρισκόταν παλιά το κάστρο της Εδεσσας…Είχα υποψιαστεί βλέποντας κάτι ερείπια από τείχη ότι η αρχαία πόλη βρισκόταν κάτω από το βράχο και για να το επιβεβαιώσω κατέβηκα εκεί που ενώνονται πάλι τα ποτάμια των καταρρακτών σε ένα μεγάλο ποτάμι”. Ο Κουζινερύ λοιπόν είδε τα τείχη της κάτω πόλης που ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με τις ανασκαφές της δεκαετίας του ‘70.

Στο επόμενο: Η επίσκεψη στην Έδεσσα (συνέχεια)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s