6. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη στην Έδεσσα (συνέχεια)

Μια μέρα ο Κουζινερύ πήγε με συγγενείς και φίλους του Αποστόλη εκδρομή στο λόγγο. Κατέβηκαν το μονοπάτι από όπου είχαν πρωτομπεί στη πόλη, πλησίασαν ένα καταρράκτη και με έκπληξη είδε ένα νεαρό συγγενή του Αποστόλη να βουτά στη πισίνα (βάθρα) που είχε σχηματίσει η πτώση του νερού και να βγαίνει κρατώντας μια πέστροφα στο χέρι. Αυτό το έκανε πολλές φορές “πάντα με την ίδια επιτυχία”. Μετά έψησαν και έφαγαν τα ψάρια στην εξοχή κάτω από τη σκιά των δέντρων δίπλα στο ποτάμι με μπόλικο ναουσαίϊκο κρασί. Στη παρέα, που ήταν όλοι μορφωμένοι και“φίλοι του Αρχιεπισκόπου”, υπήρχαν και δυο ιερείς που τραγούδησαν ελληνικά και τούρκικα τραγούδια. Στο γυρισμό για να πειστεί ότι τα Βοδενά είναι η αρχαία Έδεσσα οι συνδαιτυμόνες τον πήγαν να δει το μαρμάρινο σώμα ενός αλόγου “κολοσσιαίων διαστάσεων” που πριν λίγο καιρό είχε ανασύρει από τα χώματα ένας αγρότης (το οποίο είδε και ο Ντελακουλόνς στην επίσκεψή του το 1855). Αμέσως σκέφτηκε ότι στα αρχαία μακεδονικά νομίσματα του Αλεξάνδρου του 1ου, του Αρχελάου, του Αμύντα και του Παυσανία απεικονίζονταν συχνά άλογα, άρα ήταν μια ενδιαφέρουσα ένδειξη. Το βάθος στο οποίο βρέθηκε το άγαλμα τον έκανε να σκεφτεί ότι υπήρξαν πολλές επιχωματώσεις στο πέρασμα των αιώνων. Ενα τέτοιο άγαλμα δεν θα μπορούσε να ήταν μόνο κι έρημο έξω στον κάμπο. Εκεί γύρω “πιθανόν να κρύβονται κι άλλα μάρμαρα της πόλης στην οποία ανήκαν και τα τείχη που είχα παρατηρήσει”. Τις επόμενες μέρες ψάχνει μάταια για ενδείξεις βασιλικών τάφων, παλατιών ή και επιγραφών που να αναφέρονται σε Έδεσσα/Αιγές. Ρωτούσε και ξαναρωτούσε αν υπήρχαν στα περίχωρα της πόλης ίχνη από βασιλικούς τάφους που οι Γαλάτες του βαοιλιά Πύρρου είχαν άγρια λεηλατήσει. Δεν βρίσκει τίποτα. “Χρειάζεται μια πιο επισταμένη έρευνα από τους ταξιδιώτες που θα έρθουν μετά από μένα” καταλήγει. Ϊσως αυτή η φράση να παρακίνησε τους Ντελακουλόνς και Εζέ να ερευνήσουν την περιοχή στα μέσα του 19ου αιώνα. Η μόνη παλιά επιγραφή που παρατηρεί βρίσκεται στην είσοδο του μητροπολιτικού μεγάρου, την αντιγράφει αλλά όταν μετά από πολλά χρόνια συγγράφει το βιβλίο διαπιστώνει ότι την έχει “χάσει στα πολλά ταξίδια που έκανα”. Απ’ ότι θυμάται όμως δεν είχε καμιά σχέση με τους Μακεδόνες βασιλείς αλλά με την πρώτη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας πράγμα που θα επιβεβαιώσει και ο Ντελακουλόνς που αντιγράφει την επιγραφή ογδόντα χρόνια αργότερα. Τη μόνη αξιόλογη αρχαιότητα που παρατηρεί είναι “δέκα κίονες αρχαίου πράσινου μαρμάρου (vert antique) που κοσμούν την εκκλησία δίπλα στο μητροπολιτικό μέγαρο (σημ. εννοεί τον Ι.Ν. Κοίμησης της Θεοτόκου). Λέγεται ότι οι πρώτοι Χριστιανοί τις πήραν από ένα αρχαίο ιερό που βρισκόταν στην ίδια θέση”. Πριν αναχωρήσει από την Έδεσσα θα επισκεφτεί μια σπηλιά στο γκρεμό δπίπλα στους καταρράκτες από όπου θα πάρει για ενθύμιο ένα κομμάτι σταλακτίτη. “Το δώρισα στον πρίγκηπα ντε Ροάν ανεψιό του Μεγάλου Μαγίστρου και κοσμεί σήμερα το μουσείο φυσικής ιστορίας της Μάλτας”. Αναφέρεται εδώ στον πρίγκηπα de Rohan-Polduc τον ηγέτη του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ιερουσαλήμ που είχε εγκατασταθεί στη Μάλτα μετά την εκδίωξη από τη Ρόδο. Μετά την Έδεσσα ο Κουζινερύ ετοιμάζεται για την συνέχεια του ταξιδιού του στη Πέλλα. “Ήταν παραμονές της ετήσιας επίσκεψης του Αρχιεπισκόπου στις ενορίες του που εκτείνονταν από τη Πέλλα έως τα μέσα της Πελαγονίας, έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μαζί το ταξίδι μέχρι τα Γιαννιτσά”.
Ο Κουζινερύ τερματίζει έτσι το πρώτο του ταξίδι στην Εδεσσα χωρίς τα αποτελέσματα που προσδοκούσε, χωρίς να βρει τους αρχαίους τάφους των Μακεδόνων βασιλέων. Οι αναφορές στη πόλη εστιάζονται σχεδόν αποκλειστικά στο αντικείμενο του πόθου του, τις αρχαιότητες και τα αρχαία νομίσματα. Δεν αναφέρει ούτε πόσες μέρες έμεινε ούτε πού έμεινε αλλά ούτε και τις κύριες ασχολίες του πληθυσμού όπως είχε κάνει με την Βέροια και τη Νάουσα. Απλά ανφέρει ότι τα νερά πριν σχηματίσουν τους καταρράκτες χρησιμοποιούνταν από βιοτεχνίες που βρίσκονταν στην άκρη της πόλης. Υπάρχουν όμως αρκετά στοιχεία που μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε την χρονική περίοδο της επίσκεψής του. Συγκεκριμένα, ο Μητροπολίτης που συνάντησε στην Έδεσσα είχε μακρά θητεία στη πόλη αφού η ανοικοδόμηση του μητροπολιτικού μεγάρου είχε γίνει επί των ημερών του τουλάχιστον είκοσι χρόνια πριν “αλλά ήταν πιο ευτυχής στο παλιό ταπεινό οίκημα”. Επίσης “είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Συνεπώς ο ιεράρχης που συνάντησε ο Κουζινερύ στην Έδεσσα δεν μπορεί να ήταν άλλος από τον Μητροπολίτη Γερμανό που ποιμαίνει την επαρχία αυτή επί 31 χρόνια από το 1751 μέχρι το 1782, όταν και παραιτείται. Αλλά ο Κουζινερύ φτάνει στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 1773 και μετατίθεται στη Σμύρνη την άνοιξη του 1780. Γνωρίζουμε επίσης από άλλες πηγές ότι το 1979 έκανε το δεύτερο ταξίδι του εκτός Θεσσαλονίκης σε Σέρρες και Αμφίπολη. Άρα το ταξίδι στην Έδεσσα που ήτανε το πρώτο εκτός Θεσσαλονίκης έγινε αναγκαστικά μεταξύ 1774 και 1778. Το 1774 αποκλείεται αφού μόλις είχε αναλάβει τα νέα του καθήκοντα. Αρα το ταξίδι του θα πρέπει να έγινε μιαν ανοιξη μεταξύ του 1775 και του 1778. Μας πληροφορεί όμως ότι τη χρονιά του ταξιδιού τα πολλά χιόνια έλιωσαν πολύ αργά γιαυτό και το καραβάνι άλλαξε διαδρομή για να αποφύγει τα φουσκωμένα από το λιώσιμου του χιονιού ποτάμια. Ρίχνοντας μια ματιά στα μετεωρολογικά στοιχεία της εποχής μαθαίνουμε ότι ο χειμώνας 1775/76 ήταν από τους πιο βαρείς του 18ου αιώνα στην Ευρώπη. Τα υπόλοιπα χρόνια που μας ενδιαφέρουν είχαν σχετικά ήπιους και πιο ξηρούς χειμώνες. Έτσι η πιθανότερη ημερομηνία του ταξιδιού είναι η άνοιξη του 1776. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς συνάντησε για πρώτη φορά και ξενάγησε στη Θεσσαλονίκη τον εικοσιτετράχρονο κόμη Σουαζέλ-Γκουφφιέ κατά την επίσκεψή του εκεί πριν γίνει πρέσβης της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Σουαζέλ-Γκουφφιέ ανακάλυψε ότι μοιραζόταν με τον Κουζινερύ το ίδιο πάθος για τις αρχαιότητες. Πάνω σ αυτό το πάθος θα στηριχτεί μια στενή συνεργασία δέκα χρόνια αργότερα στην οποία θα εμπλακεί κατά απροσδόκητο τρόπο και ο επόμενος Μητροπολίτης Βοδενών Μελέτιος ο Κώος (1782-1790).
Πριν κλείσουμε την επίσκεψη στην Έδεσσα ας πούμε δυο λόγια και για τον Εδεσσαίο αγιογράφο Αποστόλη που έπαιξε σημαντικό ρόλο στις επισκέψεις σε Βέροια, Νάουσα και Έδεσσα. Σύμφωνα με τη Λαογραφική Εταιρεία Νομού Πέλλας το πλήρες όνομά του ήταν Αποστόλης Λογγιανός. Εργα του υπάρχουν σε εκκλησίες της Κοζάνης, Θεσσαλονίκης, Γουμένισσας κ.ά. Ο Μητροπολίτης Γερμανός (1751-1782) τον βοήθησε όταν ήταν νεώτερος αφού “είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Η θητεία του Γερμανού στην Εδεσσα συμπίπτει χρονικά με την θητεία του Μητροπολίτη Καζάνης και Σερβίων Ιγνατίου (1752-1785). Στην Κοζάνη έχουμε αγιογραφίες του Αποστόλη με ημερομηνία 1755. Να είχε βοηθήσει άραγε ο Μητροπολίτης Γερμανός στην επιλογή του νέου ζωγράφου Αποστόλη από τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο για αγιογραφήσεις στη Κοζάνη;

Η Θετόκος με υπογραφή Αποστόλη Λογγιανού: “αρχιερατεύοντος του θεοφιλεστάτου κυρίου Ιγνατίου…εζωγραφίσθη παρα Αποστόλη Λογγιανού εκ πόλεως Βοδενά 1755 Ιουλίου”

Λογγιανος

Στο επόμενο: Η επίσκεψη σε Γιαννιτσά και αρχαία Πέλλα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s