Στα βήματα ενός πρέσβη της Βενετίας το 1591

Ο πρώτος δυτικός επισκέπτης που πέρασε κατά την οθωμανική περίοδο από τα μέρη μας ήταν ο Ενετός βάιλος (πρέσβης) Λορέντζο Μπερνάρντο (Lorenzo Bernardo) τον Μάιο του 1591. Ο Μπερνάρντο δεν έκανε ταξίδι αναψυχής ούτε ενδιαφερόταν για αρχαιότητες. Τα ταξίδια στην Ανατολή την περίοδο εκείνη ήταν είτε συνδεδεμένα με τους Αγίους Τόπους, είχαν δηλαδή προσκυνηματικό χαρακτήρα, είτε είχαν καθαρά στρατιωτικό και πολιτικό σκοπό. Στη προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για μια ειδική μυστική αποστολή. Το Συμβούλιο των Δέκα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, το ισχυρό εκτελεστικό και δικαστικό σώμα της Βενετίας, είχε λάβει πληροφορίες στις 19 Απριλίου του 1591 ότι ο πρεσβευτής της στη Κωνσταντινούπολη, Ιερώνυμος Λιπομάνο (Girolamo Lippomano), είχε δώσει μυστικές πληροφορίες που αφορούσαν τον ενετικό στόλο και τον τρόπο κατασκευής των πλοίων στον ανταγωνιστή τους βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο ΙΙ. Την επόμενη μέρα το Συμβούλιο έκρινε ότι επρόκειτο για υψίστη προδοσία και αποφάσισε τη σύλληψη και θανάτωση του. Υποψιάζονταν όμως ότι σε περίπτωση που πληροφορούνταν την ποινή, ο Λιπομάνο θα προσπαθούσε να διαφύγει ή να θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις Βενετίας-Οθωμανικής αυτοκρατορίας γιατί είχε αναπτύξει αρκετά στενή φιλία με τον μεγάλο βεζίρη (κάτι σαν πρωθυπουργό του σουλτάνου) Σινάν πασά. Για το λόγο αυτό ανατέθηκε σε έναν έκτακτο απεσταλμένο, τον Λορέντζο Μπερνάρντο που γνώριζε καλά τους κύκλους στη Κωνσταντινο-ύπολη καθότι είχε διατελέσει βάιλος εκεί λίγα χρόνια νωρίτερα (1584-87), να πάει κρυφά να τον συλλάβει και να τον στείλει πίσω στη Βενετία. Ο Μπερνάρντο, συνοδευόμενος από τον γραμματέα του Γκαμπριέλε Καβάτσα (Gabriele Cavazza) και έναν άλλο αξιουματούχο, ξεκίνησε την μυστική του αποστολή στις 26 Απριλίου 1591 μπαρκάροντας με γαλέρα από την Βενετία. Δεν αποβιβάστηκε για λόγους μυστικότητας στη Ραγούσα (Ντουμπρόβνικ) όπως συνηθιζόταν για την γρήγορη διαδρομή Ραγούσα – Σκόπια – Σόφια – Αδριανούπολη – Κωνσταντινούπολη αλλά κατέβηκε νοτιότερα στο Κάταρο (Cattaro σημερινό Κότορ) του Μαυροβουνίου. Ο Καβάτσα κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού που μας είναι σήμερα πολύτιμο γιατί οι περιγραφές της διαδρομής θεωρούνται πολύ ακριβείς. Όπως αναφέρει στην αρχή του ημερολογίου, το γεγονός ότι πήραν μια σπάνια, λιγότερο ασφαλή και άγνωστη τότε διαδρομή τον έκανε να κρατήσει σημειώσεις που θα ήταν χρήσιμες σε επόμενους ταξιδιώτες οι οποίοι θα έπαιρναν τον ίδιο δρόμο. Ετσι ακολούθησαν την οδό που περνούσε από Τίρανα, Ελμπασάν και Μοναστήρι. Από εκεί αντί να πάνε μέσω Σκοπίων που ήταν πιο ασφαλής διαδρομή αλλά τέσσερις μέρες μακρύτερη, ο πρεσβευτής αποφάσισε να πάρει το δρόμο της Θεσσαλονίκης που τους επέτρεπε να διατηρήσουν καλύτερα την μυστικότητα του ταξιδιού. Έτσι πέρασαν και από την Έδεσσα! (La strada per Ducagini non esser sicura per la sollevazione degli Albanesi… Proponeva la strada di Elbassan … La strada per Uscopia sarebbe più sicura e più facile, ma quattro giornate più lunga… Questa deliberazione di tener lo viaggio per la via di Elbassan e Salonichi, insolita ad ambasciadori e baili, mi fece resolvere di scrivere quest’ itinerario).

Το ημερολόγιο του Καβάτσα δημοσιεύτηκε το 1886 – πολύ αργά για να χρησιμεύσει σε άλλους ταξιδιώτες – από τον οίκο των αδελφών Visentini «Viaggio di un ambasciatore veneziano da Venezia a Constantinopoli nel 1591». Στα ελληνικά έχουμε την τύχη να το διαβάζουμε από τη μετάφραση του 1943 που έκανε ο λόγιος και ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Μέρτζιος. Ο τελευταίος, όντας κάτοικος Βενετίας, είχε τη δυνατότητα να συγκρίνει το βιβλίο του 1886 με το πρωτότυπο χειρόγραφο που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία και να προβεί σε σημαντικές διορθώσεις. Με το κείμενο αυτό θα ακολουθήσουμε τα βήματα του Βενετού πρέσβη από το Μοναστήρι έως τα Γιαννιτσά προσπαθώντας συγχρόνως να λύσουμε ορισμένους γρίφους του κειμένου.

Εχοντας ναυλώσει καραβάνι με 40 άλογα , φτάνουν την Πέμπτη 23 Μαΐου στο Μοναστήρι όπου τους περιποιείται ο ραββίνος Σαμουήλ Ναχμίας. Αφού ξεκουράζονται και αλλάζουν άλογα ξεκινούν το Σάββατο 25 Μαϊου για την Έδεσσα.
Ο Καβάτσα γράφει στο ημερολόγιο (όπως το μετέφρασε ο Κ. Μέρτζιος):

Εξελθόντες του Μοναστηρίου ωδεύσαμεν επί δύο και ημίσειαν ώρας δια μέσου εκτεταμένης πεδιάδος, ομαλής και ευφόρου, πέριξ της οποίας είναι αρκετά χωριά. Κατόπιν εισήλθομεν εις άλλην πεδιάδα η οποία είναι κατά τι ανώμαλος και έχει διαφόρους λόφους, φαίνεται άγονος και πετρώδης εις πολλά μέρη και ονομάζεται πεδιάς του Calassi προς διάκρισιν από την του Μοναστηρίου. Εις το Fluribelli δεν ευρίσκεται ούτε ψωμί, ούτε κρασί, ούτε υπάρχει καρβασαράς (σημ. καραβαν-σεράι)”….Την Κυριακή 26 Μαΐου ξεκίνησαν μιαν ώρα μετά την ανατολή. “Περάσαμε από το χωριό Gornichiecca και ανερχόμενοι επί των λόφων διεκρίναμεν την πεδιάδα του Μοναστηρίου, την οποίαν αφήσαμεν δεξιά, ίνα συντομεύσωμεν την πορείαν. Ανεκαλύψαμεν έφιπποι πρώτον την λίμνην Σαριγκιόλ, λέξις τουρκική που εις την ημετέραν σημαίνει “λίμνη κίτρινη” και ολίγον κατόπιν την λίμνην της Όστροβας όπου επίσης είναι καδής (σημ ιεροδικαστής). Η Όστροβα είναι χωριό παρά την λίμνην η οποία έχει αρκετόν μήκος αλλ’είναι σχήματος στενού και με πολλάς στροφάς γύρω των λόφων. Εις το μέσον του χωριού της Όστροβας υπάρχει έν μικρόν ύψωμα απόκρημνον και επί της κορυφής του έχει κτισθή ένα τζαμί, που θα ημπορούσε να μετασχηματισθή εις φρούριον ασφαλέστατον, διότι ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει και ένα νησάκι με σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”.

Η περιγραφή του Καβάτσα καλεί σε αποκωδικοποίηση των τοπωνυμίων που αναφέρει. Ένας ξένος ταξιδιώτης ήταν πολύ δύσκολο να συγκρατήσει τα ακριβή και δύσκολα ονόματα των τοποθεσιών που περνούσαν. Σαν πεδιάδα Καλασί (Calassi), συνεχόμενη της πεδιάδας Μοναστηρίου, θα πρέπει να ονομάζει την περιοχή στην οποία ο ποταμός Εριγώνας ενώ κατεβαίνει προς νότο από Περλεπέ γυρίζει απότομα προς βορρά για να χυθεί αργότερα στον Αξιό κοντά στους αρχαίους Στόβους. Ο Εριγώνας στα τουρκικά ονομαζόταν Καρασού, δηλαδή Μαυρονέρι, και φαίνεται ότι ο Καβάτσα το συγκράτησε σαν Καλασί. Επόμενο ερωτηματικό αφορά το τοπωνύμιο Φλούρμπελι (Fluribelli). Εκεί έκαναν την πρώτη διανυκτέρευση και το γεγονός ότι δεν βρήκαν ούτε ψωμί, ούτε κρασί σημαίνει ότι ήταν ένα πολύ μικρό χωριό. Ως γνωστόν τέτοιο ιταλογενές τοπωνύμιο δεν υπάρχει στην περιοχή. Η αναζήτηση σε παλιούς χάρτες μας κάνει να πιστεύουμε ότι πρόκειται για τη Μελίτη η οποία ονομαζόταν τότε στα τουρκικά Τούρμπελι. Αυτή η άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι είχαν πάρει έντονα ανατολική κατεύθυνση περνώντας κοντά από τη στροφή του Εριγώνα που βρίσκεται λίγο βορειότερα απο τη Μελίτη. Το επόμενο χωριό το αποκαλεί Γκορνιτσιέκα (Gornichiecca) και πρόκειται φυσικά για τη Κέλλη που τότε ονομαζόταν Γκορνίτσεβο. Η διαδρομή μέσω Μελίτη ήταν πράγματι πρωτοφανής γιατί δεν αντιστοιχεί σε καμιά από τις γνωστές οδούς που υπήρχαν στη περιοχή. Είχε όμως το πλεονέκτημα να “κόβει” δρόμο αφού δεν πήγαν στη Κέλλη μέσω Βεύης κάνοντας μεγαλύτερο γύρο, ούτε ακολούθησαν τον δρόμο νοτίως της λίμνης Βεγορίτιδας από όπου σήμερα εικάζεται ότι περνούσε η Εγνατία οδός.

Η διαδρομή του βάιλου Μπερνάρντο και της συνοδείας του από Μοναστήρι στην Έδεσσα

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%81-%ce%b5%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1-resized

Στη συνέχεια αναφέρει ότι το χωριό Όστροβα (Άρνισσα) ήταν χτισμένο γύρω από το ύψωμα στην κορυφή του οποίου στέκει ακόμη και σήμερα η βάση του τζαμιού με τον μιναρέ. Είναι μια σημαντική πληροφορία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Πρώτον, μαθαίνουμε ότι το τζαμί ήταν ήδη κτισμένο το 1591. Αυτό ενισχύει την προφορική παράδοση στη περιοχή ότι το τζαμί έχει ανεγερθεί στις αρχές του 16ου αιώνα, κατά την βασιλεία του σουλτάνου Σελίμ του Σκληρού, του πρώτου Οθωμανού χαλίφη του Ισλάμ (1512-1520), και καταρρίπτει φυσικά τις επικρατούσες απόψεις ότι είναι πολύ νεώτερο. Ενδιαφέρον έχει και η πληροφορία ότι το νησάκι δίπλα στο ακρωτήρι (το Σουτ Μπουρούν) από τη μεριά της Περαίας ήταν ορατό και μάλιστα είχε “σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”. Αμφιβάλλουμε βέβαια αν ο Καβάτσα είχε χρόνο να επισκεφθεί το νησάκι και να θαυμάσει την ωραία θέα. Το γεγονός όμως ότι είχε μεγάλα (σκιερά) δένδρα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σαν νησάκι (εξείχε δηλαδή της στάθμης της λίμνης) για μεγάλο χρονικό διάστημα πράγμα απαραίτητο για να μεγαλώσουν τα δέντρα. Έχει ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε με βάση αυτές τις πληροφορίες το ύψος της στάθμης της λίμνης στα τέλη του 16ου αιώνα. Γνωρίζουμε σήμερα ότι με στάθμη κάτω από τα 510 μέτρα η ξηρά ενώνεται με το νησάκι μετατρέποντας το σε προέκταση του ακρωτηρίου Σουτ Μπουρούν (φωτό 1). Αντίθετα πάνω από τα 530 μέτρα το νησάκι εξαφανίζεται κάτω από τα νερά (φωτό 2) ενώ το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται στο περίφημο νησί, το Όστροβο (φωτό 3). Μεταξύ περίπου 510 και 530 μέτρων το ύψωμα με τον μιναρέ γίνεται ένας παραλίμνιος βράχος ενώ απέναντι του προβάλλει το νησάκι από το νερό. Αυτό το θέαμα πρέπει να είδε ο Καβάτσα πριν από 426 χρόνια όταν πέρασε από εκεί. Το γεγονός μάλιστα ότι το χωριό ήταν χτισμένο δίπλα στο ύψωμα με το τζαμί και ότι το νησάκι είχε μεγάλα δένδρα μας ωθεί στο συμπέρασμα ότι η στάθμη της λίμνης είχε σταθεροποιηθεί σ’εκείνο το ύψος (φωτό 4) για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Φωτό 1: το νησάκι μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη της λίμνης πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα (2005)

peninsula-islet

Φωτό 2: το νησάκι σκεπάζεται από το νερό όταν η στάθμη της λίμνης ανεβαίνει πάνω από τα 530 μέτρα. Το νησάκι θα βρισκόταν πίσω ακριβώς από τον νεροκουβαλητή της Άρνισσας (IWM 1917-18)

%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%b2%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%b7%cf%82

Φωτό 3: το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται σε νησί (το όστροβο) όταν η στάθμη του νερού ξεπερνά τα 530 μέτρα, ενώ το νησάκι απέναντι εξαφανίζεται μέσα στο νερό (αρχείο ΕΛΙΑ, 1926)

ostrovo-1926

Φωτό 4: Δορυφορική φωτογραφία (Google) της λίμνης στα σημερινά (515 – 518 μέτρα) επίπεδα
A: το νησί δηλ. το ύψωμα με το τζαμί το οποίο γίνεται πράγματι νησί όταν ανεβαίνει η στάθμη της λίμνης πάνω από τα 530 μέτρα.
Β: το νησάκι το οποίο σκεπάζεται από τα νερά όταν η στάθμη ξεπερνά τα 530 μέτρα ενώ μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα.

%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b9-%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b1%ce%ba%ce%b9-resized

Ας συνεχίσουμε όμως το ταξίδι του Ενετού πρέσβη προς την Έδεσσα.

Ολίγον μετά την Όστροβαν ευρίσκεται ένα χωριό επάνω εις λόφον και εκεί πλησίον εγευματίσαμεν, ανευρόντες μίαν βρύσιν. Μετά το γεύμα εξηκολουθήσαμεν την πορείαν ανάμεσα από λόφους δενδρώδεις και κατόπιν εισήλθαμεν εις εν δάσος πυκνόν και εκτεταμένον, μέρος πολύ επικίνδυνον, διότι εδώ συνήθως ενεδρεύουν διάφοροι κακοποιοί. Μόλις εφθάσαμεν εκεί, εμάθομεν ότι την προτεραίαν είχον φονεύσει ένα Τούρκον, ο οποίος είχε σταλή από τον κύριον του ίνα αγοράση φορέματα γαμήλια. Μας έδειξαν μάλιστα και το αίμα εις το μέρος ακριβώς όπου ο δυστυχής εδολοφονήθη. Δι αυτόν τον λόγον η αυτού εξοχότης διέταξε την συνοδείαν να βαδίζη ηνωμένη και να έχη και τα όπλα έτοιμα δια κάθε ενδεχόμενον”.

Το καραβάνι προσπέρασε την Άρνισσα και πλησίασαν σε ένα χωριό “εις λόφον” κοντά στο οποίο βρήκαν μια βρύση και γευμάτισαν. Στον δρόμο προς Έδεσσα μετά την Άρνισσα ένα χωριό που ταιριάζει με την περιγραφή είναι το χωριό Δροσιά. Μετά συνέχισαν περνώντας από τα στενά Μουχαρέμ Χάνι με κατεύθυνση τον Άγρα. Στα στενά μας πληροφορεί ότι ενέδρευαν κακοποιοί και μάλιστα είχαν σκοτώσει έναν Τούρκο την προηγούμενη μέρα που προφανώς θα πήγαινε με αρκετά λεφτά στην Έδεσσα για να αγοράσει γαμήλια δώρα. Είναι γεγονός ότι για πολλούς αιώνες κακοποιοί και κλέφτες παραμόνευαν σε κλεισούρες και στενά στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής επικράτειας για να ληστέψουν τους περαστικούς. Οι αλλοδαποί πλούσιοι επισκέπτες μάλιστα αποτελούσαν ιδιαίτερα προσφιλή στόχο γιατί, αφού ληστεύονταν, πιάνονταν και όμηροι για να απελευθερωθούν μόνο μετά την πληρωμή πολλών λύτρων. Για τον λόγο αυτό ταξίδευαν συνήθως σε μεγάλα καραβάνια υπό την προστασία καλά πληρωμένων ενόπλων γενιτσάρων.

Εξελθόντες του δάσους, διήλθομεν τον ποταμόν Βόδαν, επί μιας ξυλίνης γεφύρας και δια μέσου μιας στενωπού, ένθεν και ένθεν της οποίας υπάρχουν απόκρημνοι βράχοι. Τόπος όμοιος με το Faragno που συναντά κανείς μεταβαίνων από τα Χανιά εις τα Σφακιά. Ανέβημεν είτα απί λόφου καταφύτου και γεμάτου από νερά και κήπους και εφθάσαμεν εις την πόλιν των Βοδενών η οποία ευρίσκεται απί της κορυφής του λόφου και κατελύσαμεν εις το καρβασαράν, αρκετά ακατάλληλον, αλλ’εύρομεν ψωμί και κρασί. Εις Βοδενά εδρεύει Καδής. Δια μέσου της πόλεως τρέχουν πολλά νερά και είναι πολλαί κρήναι και πολλοί κήποι”.

Ο δρόμος από Άγρα προς Έδεσσα όπως τον αποτύπωσε ο Έντουαρτ Λήρ το 1848, δυόμισι αιώνες μετά την διάβαση των Μπερνάρντο και Καβάτσα. Δίνει την εντύπωση μιας σκαμμένης στο βράχο διάβασης.

vogdena-15-sept-1848-2-resized

Στη περιοχή του σημερινού χωριού Άγρα πέρασαν μέσω μιας ξύλινης γέφυρας από την δεξιά στην αριστερή όχθη του Εδεσσαίου ποταμού. Αυτός θα ήταν τότε ο κανονικός δρόμος προς Έδεσσα. Η διαδρομή από το μέρος όπου γευμάτισαν μέχρι την Έδεσσα θα πρέπει να ήταν η χάραξη της αρχαίας Εγνατίας οδού, και μετά τον Άγρα θα ακολουθούσε την αριστερή όχθη του ποταμού και όχι την δεξιά από όπου πηγαίνει σήμερα ο αυτοκινητόδρομος. Σημειώνουμε επίσης ότι παραδόξως δεν αναφέρει ύπαρξη χωριού εκεί. Αντίθετα εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από το απόκρημνο τοπίο που το συγκρίνει με το φαράγγι ανάμεσα σε Χανιά και Σφακιά! Τον δρόμο αυτό διάβηκε και ο Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς το 1855 και δίνει την ίδια περίπου περιγραφή, δηλαδή σαν σκαμμένου στο βράχο δρόμου. Ο Καβάτσα δυστυχώς δεν αναφέρει τίποτα το σημαντικό για την Έδεσσα παρά μόνο ότι έχει την έδρα του ένας ιεροδικαστής και ότι την διατρέχουν πολλά νερά, έχει πολλές βρύσες ενώ είναι γεμάτη με κήπους. Σημειώνει όμως ότι είχε καραβάν-σεράι όπως και στο Μοναστήρι. Η φράση μάλιστα “εις το καρβασαράν” υποδηλώνει λογικά ότι υπήρχε ένα μόνο καραβαν-σεράι. Για τα καραβαν-σεράγια μας πληροφορεί ένας άλλος περιηγητής της εποχής εκείνης, ο Γάλλος φυσιοδίφης του 16ου αιώνα Πιέρ Μπελόν (Pierre Belon – Observations de plusieurs singularitez, Paris 1553). Ο Μπελόν, που ταξίδεψε μεταξύ άλλων σε Χαλικιδική, Θεσσαλονίκη και ανατολική Μακεδονία μισό περίπου αιώνα πριν από τον Μπερνάρντο, έγραψε ότι δεν υπήρχαν ξενοδοχεία στη Τουρκία αλλά έβρισκε κανείς ξενώνες. Αναφέρει το παράδειγμα του Ιμπραΐμ πασά στη Καβάλα ο οποίος είχε κτίσει ένα οίκημα που οι Τούρκοι αποκαλούσαν καραβαν-σεράι. Εκεί γίνονταν δεχτοί για διανυκτέρευση όλοι οι ταξιδιώτες ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Αποτελούνταν από άδεια δωμάτια στα οποία οι περαστικοί έστρωναν τις δικές τους κουβέρτες και σεντόνια ενώ τους προσφέρονταν συνήθως τραχανάς, πλιγούρι ή ρύζι σε πιάτα που έφερναν μαζί τους (εξ ου μάλλον και η στρατιωτική καραβάνα). Όλα ήταν δωρεάν. Καραβάν-σεράγια έχτιζαν συνήθως πλούσιοι Οθωμανοί σαν πράξη αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας ελπίζοντας σε μετά θάνατον ουράνια ανταπόδοση. Είχαν συνήθως δίπλα λουτρά και τζαμί για την κάθαρση του σώματος και τον εξαγνισμό της ψυχής των μουσουλμάνων. Κατασκευάζονταν κοντά σε κύριους οδικούς άξονες ή δίπλα σε εμπορικές συνοικίες και στο εσωτερικό τους γίνονταν συχνά αγοραπωλησίες και εμπορικές πράξεις. Με βάση τα στοιχεία του Μπελόν αλλά και τα ιστορικά στοιχεία της πόλης, το καραβαν-σεράι που αναφέρει ο Καβάτσα λογικά θα πρέπει να ήταν κοντά στο Χουνκιάρ τζαμί, που σήμερα ανήκει στον φιλοπρόοδο σύλλογο “ο Μέγας Αλέξανδρος”. Το Χουνκιάρ τζαμί εκτιμάται ότι ήταν το πρώτο τζαμί που είχε κτιστεί στη πόλη μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς. Βρισκόταν κοντά στην αγορά αλλά και δίπλα στην κεντρική οδό που οδηγούσε προς τον Άγρα ενώ τα άλλα γνωστά τζαμιά ήταν διεσπαρμένα στις τουρκικές γειτονιές.

Το Χουνκιάρ τζαμί τρεις περίπου αιώνες αργότερα, στις αρχές του 20ού αιώνα με τον φρεσκοχτισμένο νέο πύργου ρολογιού. Λογικά το καραβάν-σεράι θα ήταν κτισμένο κοντά στο τζαμί.

%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%ba%ce%b9%ce%ac%cf%81-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%bc%ce%af-resized

Την Δευτέρα 27 Μαΐου ξεκίνησαν δυό ώρες μετά την ανατολή για τα Γιαννιτσά.

Κατελθόντες τον κατάφυτον λόφον και βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου εισήλθομεν εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza. Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος· ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου. Εν τούτοις είναι τόπος αφρούρητος και εγκαταλελειμμένος, αλλά φαίνεται ότι πρόκειται περί αρχαίων ερειπίων…Περάσαμεν ακολούθως από το χωριό Chielticchi και οδεύοντες πάντοτε δια μέσου ομαλής πεδιάδος διεκρίναμεν από το εν και από το άλλο μέρος ταύτης χωριά με σπίτια σκαπασμένα με κεραμίδια. Τα μέρη αυτά είναι πολύ εύφορα και κατάσπαρτα. Προχωρούντες προς την Θεσσαλονίκην, συνηντήσαμεν δύο καραβάνια καμήλων και κατόπιν δύο κάρρα με μίαν τούρκισσαν, η οποία με την συνοδείαν της ήρχετο από το Γενιτζέ και επήγαινεν ως νύμφη εις τα Βοδενά· μετ’αυτής ήσαν και λίγοι Τούρκοι υπηρέται έφιπποι που την συνώδευον. Μεταξύ δε αυτών και ένας εξωμότης εκ Chioggia ο οποίος ήτο απί ενός ωραίου και με καλήν σκευήν ίππου και εφαίνετο ωσάν να ήτο αυτός ο αρχηγός της ακολουθίας. Ούτος μας ηρώτησε δια έναν εκλαμπρότατον Thiepolo ως και δια έναν εκλαμπρότατον Giacomo Contarini και κατόπιν ευγενώς μας είπεν ότι, αν ευρίσκετο εις το Γενιτζέ, όπου είχομεν σκοπόν να διανυκτερεύσωμεν, θα μας περιεποιείτο και θα μας εξεύρισκε και κατάλυμα. Την 19ην ώραν, οδεύοντες πάντοτε δια μέσου πεδιάδος, εφθάσαμεν εις το Γενιτζέ, έδραν καδή κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά. Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν. Κατελύσαμεν εις ένα καρβασαράν όχι κατάλληλον. Είναι πόλις πλουσία και ευρήκαμε ψωμί και κρασί. Μας είπαν ότι εδώ οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς μετά την 24ην ώραν (δηλ. μετά τη δύση του ηλίου). Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα, και κατ’αυτόν τον τρόπον είναι όλα τα κάρρα που είδομεν από εδώ έως την Θεσσαλονίκην, και σύρονται από βουβάλια”.

Η πορεία που ακολούθησαν για να βγουν από την Έδεσσα δεν περιγράφεται με σαφήνεια. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι ο Καβάτσα αναφέρει πως η Έδεσσα βρίσκεται πάνω σε έναν λόφο τότε η φράση “βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου” μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βγήκαν από την πόλη από ανατολάς και προχώρησαν έχοντας τον Εδεσσαίο ποταμό στα δεξιά τους και τη λοφοσειρά, “το βουνό”, από όπου περνά σήμερα η σιδηροδρομική γραμμή στα αριστερά τους. Είναι δύσκολο να φανταστούμε την τότε τοπογραφία του ανατολικού άκρου της πόλης διότι η κατασκευή του εργοστασίου Άνω Εστία και λίγο πιο μακριά η κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών αλλοίωσαν τις ανατολικές προσβάσεις προς τον Λόγγο. Πολλοί θεωρούν ότι από εκεί περνούσε η Εγνατία οδός. Όταν οι ταξιδιώτες φτάνουν στο σημερινό Μαυροβούνι ατενίζουν την απέραντη πεδιάδα “ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Η λέξη βαρδαρόνας προέρχεται από τον ποταμό Βαρδάρη που χύνει τα νερά του στην άκρη της πεδιάδας αυτής, στον Θερμαϊκό κόλπο. Είναι τουρκικής προέλευσης. Όπως μας πληροφορεί ο Παύλος Καλλιγάς (Μελέται Βυζαντινής Ιστορίας, 1856) “ο Αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) μετώκησεν εις τας εκβολάς του Αξιού 14 χιλιάδας Τούρκων, εξ ών ο μεν Αξιός ωνομάσθη Βαρδάριος, ούτοι δε Βαρδαριώται, ενωρίς εκχριστιανισθέντες και ίδιον έχοντες επίσκοπον Βαρδαριστών ήτοι Τούρκων”. Την ίδια εξήγηση δίνει και ο Γάλλος Πουκβίλ (Pouqueville, Voyage de la Grèce, 1826) σημειώνοντας όμως ότι οι μέτοικοι είχαν περσική καταγωγή (Περσών χιλάδων ιδ’). Για τη λέξη σλάνιτσα ο Κ. Μέρτζιος υποστηρίζει ότι σημαίνει αλμυρά (από το σλαβικό σλαν). Η ερμηνεία αυτή ίσως να οφείλεται στην ύπαρξη των μεγάλων πηγών της Αραβησσού, πλην όμως τα νερά δεν είναι ούτε αλμυρά ούτε έχουν άλατα. Η δεύτερη εκδοχή δίδεται από τον Κ. Σταλίδη (Το Βυζαντινό τοπωνύμιο Σλάνιτσα, 2007) σύμφωνα με την οποία η ονομασία προέρχεται από τη λέξη slana που σημαίνει πάχνη. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η λίμνη των Γιαννιτσών και οι εκτεταμένοι υγρότοποι που την περιέβαλαν δημιουργούσαν συχνά πάχνη και ομίχλη σε όλη τη περιοχή κατά τις πρωινές ώρες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του Καβάτσα για ένα κάστρο που ήταν ορατό από μακριά. Η περιγραφή μας θυμίζει έντονα το κάστρο της Χρυσής στην Αλμωπία “Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος · ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου.”. Ήταν όμως αδύνατο να δουν το κάστρο της Χρυσής εκτός αν είχαν επιλέξει άλλη διαδρομή μέσω Αψάλου, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Ο Κ. Σταλίδης πιστεύει ότι πρόκειται για τα τείχη της ακρόπολης της αρχαίας Έδεσσας: “όσο για το φρούριο που διακρίνει θα πρέπει να πρόκειται για την οχυρωμένη ακρόπολη της Έδεσσας, ενώ το τείχος σε σχήμα ημισελήνου θα πρέπει να είναι κάποιο μέρος από τα τείχη της αρχαίας πόλης στον Λόγγο” (Δρόμοι στην Έδεσσα κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, 2012). Εάν όμως ήταν τα τείχη της αρχαίας Έδεσσας, ο Καβάτσα θα το είχε αναφέρει κατεβαίνοντας προς τον Λόγγο και πριν εισέλθουν “εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Επίσης είναι αμφίβολο αν τα τείχη της Έδεσσας είχαν αντέξει στον καταστρεπτικό σεισμό του 1395. Αλλά και αν είχαν αντέξει το πιθανότερο θα ήταν να είχαν καταστραφεί αμέσως μετά από τους ίδιους του κατοίκους για την ανοικοδόμηση της νέας πόλης ψηλά στην Ακρόπολη, στη σημερινή της τοποθεσία, όταν εγκατέλειψαν την κατεστραμμένη πόλη κάτω στον Λόγγο. Το κάστρο στο οποίο αναφέρεται ο Καβάτσα πρέπει να βρίσκεται μετά το Μαυροβούνι και συγκεκριμένα στους πρόποδες του βουνού Πάικο όχι πολύ μακριά από την Εγνατία οδό προς Γιαννιτσά. Ο Γάλλος πρόξενος Θεσσαλονίκης Κουζινερύ (Cousinèry, Voyage dans la Macèdoine, 1831) στο πρώτο του ταξίδι στη περιοχή την άνοιξη του 1776 και κατά την επιστροφή του από την Έδεσσα παρέα με τον μητροπολίτη Γερμανό, διανυκτέρευσε σε ένα χωριό που ονομαζόταν Παλαιόκαστρο. Σημείωσε μάλιστα ότι η λέξη σημαίνει παλιό κάστρο στα ελληνικά. Λίγα χιλιόμετρα από το χωριό υπήρχαν πλούσιες πηγές που τις επισκέφτηκε και τον εντυπωσίασαν ιδιαίτερα (σημερινές πηγές Αραβησσού). Δεν κάνει όμως καμιά αναφορά σε σωζόμενο κάστρο. Ούτε ρώτησε τον μητροπολίτη περί αυτού. Εξετάζοντας παλιούς χάρτες βρίσκουμε το τοπωνύμιο Παλαιόκαστρο πολύ κοντά στη σημερινή Αραβησσό. Είναι το χωριό στο οποίο διανυκτέρευσε ο Κουζινερύ και χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το μέρος που αναφέρει ο Καβάτσα. Ανατρέχοντας στον Γάλλο αρχαιολόγο Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που ερεύνησε την περιοχή το φθινόπωρο του 1855 πληροφορούμαστε ότι στη θέση Παλαιόκαστρο ήταν κτισμένη η αρχαία Κύρρος. Ο Γάλλος αρχαιολόγος ανέβηκε στο κάστρο και βρήκε τις βάσεις των τειχών. Λίγο βορειότερα βρήκε και το αρχαίο λατομείο που είχε χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση της Κύρρου και της Πέλλας. Η Κύρρος ήταν μια από τις μεγάλες πόλεις της Κάτω Μακεδονίας μαζί με Πέλλα, Βέρροια, Έδεσσα, Σκύδρα, Μίεζα και Ευρωπό. Ήταν η πρώτη φορά που η τοποθεσία της αρχαίας Κύρρου, γνωστής από την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκιδίδη, ταυτοποιήθηκε στη σύγχρονη εποχή. Ο Ντελακουλόνς εκτιμά ότι το κάστρο ήταν η αρχαία ακρόπολη της μακεδονικής πόλης, το οποίο, όπως αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος, ξαναχτίστηκε από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, μάλλον επί Ιουστινιανού. Το κάστρο λοιπόν που είδε ο Καβάτσα το 1591 μάλλον ήταν ότι απέμενε από το ανοικοδομημένο βυζαντινό κάστρο της αρχαίας Κύρρου που απείχε περί τα τρία χιλιόμετρα από την Εγνατία οδό. Το χωριό Παλαιόκαστρο έπαυσε να υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η διαδρομή που ακολούθησε ο Ενετός πρέσβης από την Έδεσσα στα Γιανιτσά και το χωριό Παλαιόκαστρο, η θέση της αρχαίας Κύρρου, από αυστριακό χάρτη του 1904

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%ad%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%cf%84%cf%83%cf%8e%ce%bd-resized

Στη συνέχεια ο Καβάτσα μας πληροφορεί για την κίνηση στον δρόμο (δυο καραβάνια με καμήλες επί της Εγνατίας οδού) και μια ακολουθία από δυο κάρα που μετέφεραν μια Γιαννιτσώτα μουσουλμάνα νύφη στην Έδεσσα, σίγουρα με την προίκα της, υπό την αρχηγία ενός εξισλαμισμένου (εξωμότη) Ενετού (η Chioggia είναι γειτονική πόλη της Βενετίας και βρίσκεται στην ίδια λιμνοθάλασσα). Φτάνοντας στα Γιαννιτσά καταλύουν σε ένα καραβαν-σεράι που πρέπει να βρισκόταν στην λεγόμενη Παλιά Αγορά, κοντά στην Εγνατία οδό. Παρά το ότι ήταν κατ’εξοχήν (ιερή) τουρκική πόλη υπήρχαν και Έλληνες κάτοικοι “κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά”. Τα Γιαννιτσά είναι η μόνη πόλη όλης της διαδρομής που την ονομάζει πλούσια και αναφέρει μια ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα “Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν”. Παρά το ότι είχε ζωή δυο μόνο αιώνων από την ίδρυση της από τον Γαζή Εβρενός είχε συγκεντρώσει μεγάλο τουρκικό πληθυσμό. Ίσως η προσέλκυση, λόγω της ιερότητας και του πλούτου της πόλης, πολλών μουσουλμάνων από διάφορα μέρη της Βαλκανικής να οδήγησε και σε εσωτερικές αντιζηλίες και τριβές που δημιούργησαν τη φήμη ότι εκεί “οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς” μετά τη δύση του ηλίου. Τέλος η περιγραφή των κάρων που σύρονται από βουβάλια δεν μας ξενίζει αφού επιβίωσαν μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα.

“Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα…και σύρονται από βουβάλια”. Τα κάρα που είδε ο Καβάτσα το 1591 επιβίωσαν μέχρι τον 20ο αιώνα. Η παρακάτω φωτογραφία είναι τραβηγμένη στη Κοζανη στις 14-9-1916. 

1916 09 14 charriots à boeufs

Το ημερολόγιο του Καβάτσα αποτελεί την παλιότερη γνωστή περιγραφή της διαδρομής Μοναστηρίου – Έδεσσας – Θεσσαλονίκης. Αν και το ταξίδι ήταν στη πραγματικότητα μια κούρσα ταχύτητας λόγω της ιδιαίτερης αποστολής του Ενετού πρέσβη, η παρατηρητικότητα του γραμματέα του μας εκπλήσσει με την ακρίβεια και αντικειμενικότητα των περιγραφών του. Ο επόμενος δυτικός επισκέπτης θα είναι ο Γάλλος πρόξενος Κουζινερύ, στα τέλη του 18ου αιώνα, για τον οποίο έχουμε γράψει εν εκτάσει σε σειρά άλλων αναρτήσεων. Τον 19ο αιώνα το ρεύμα των επισκεπτών θα αυξηθεί σημαντικά ενώ ατις αρχές του 20ύ αιώνα η περιοχή θα κατακλυστεί από τα στρατεύματα της Αντάντ.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, ας αναφέρουμε και το τέλος της περίφημης μυστικής αποστολής. Φτάνοντας στη Κωνσταντινούπολη ο Μπερνάρντο πηγαίνει αμέσως να συλλάβει τον πρέσβη. Στο κεφαλόσκαλο της πρεσβείας ο Λιπομάνο τον περιμένει και του λέγει ότι είχε μάθει εδώ και μέρες για τον λόγο της επίσκεψης του αλλά παρέμεινε στη Κωνσταντινούπολη γιατί ήθελε να ταξιδέψει στη Βενετία για να αποδείξει πόσο λάθος είχε κάνει το Συμβούλιο να πιστέψει τις κακοήθειες εναντίον του. Παρά λοιπόν τις μεγάλες προφυλάξεις του Μπερνάρντο, τα νέα της αποστολής του είχαν ταξιδέψει πιο γρήγορα από τον ίδιο στη Κωνσταντινούπολη. Ο Αλβανός μεγάλος βεζίρης Σινάν πασάς πράγματι είχε προσφερθεί να φυγαδεύσει τον Λιπομάνο εκτός Κωνσταντινούπολης αλλά εκείνος αρνήθηκε επιθυμώντας να μείνει για να ξεπλύνει τις εναντίον του κατηγορίες. Άλλωστε ήταν γόνος μιας από τις πιο παλιές και ευγενείς οικογένειες της Βενετίας που είχε προσφέρει σειρά εκλεκτών ανδρών στα πολιτικά της πράγματα. Ο Μπερνάρντο, εκτελώντας κατά γράμμα την εντολή που είχε λάβει, συνέλαβε τον Λιπομάνο και τον έστειλε με γαλέρα πίσω στη Βενετία. Πλησιάζοντας στην πατρίδα του και διακρίνοντας την λεπτή ακτογραμμή του Λίντο ο Λιπομάνο πήδηξε από την κουπαστή στη θάλασσα και πνίγηκε. Έτσι έβαλε τέλος ο ίδιος στη ζωή του, τουλάχιστον αν πιστέψουμε την επίσημη ενετική εκδοχή για τον θάνατο του. Η ανεπίσημη είναι ότι πέθανε από τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη στα υπόγεια του ωραιότατου παλατιού των Δόγηδων.