Ένας αιώνας ακριβώς από τον βομβαρδισμό της Έδεσσας *

Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι τον αείμνηστο πατέρα μου να διηγείται ιστορίες από τον 1ο Ευρωπαϊκό – όπως έλεγε – Πόλεμο. Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου – με δάσκαλο τον περίφημο Δημήτριο Γεωργιάδη – ρούφηξε στη κυριολεξία τις εικόνες αυτού που φάνταζε στα μάτια του σαν ένα μεγάλο Λούνα-Παρκ και τις αποτύπωσε ανεξίτηλα στο μυαλό του. Για πρώτη φορά είδε αυτοκίνητα, και μάλιστα να τα οδηγούν γυναίκες, οι εθελόντριες γιατροί του νοσοκομείου Σκωτσέζων γυναικών στην Άρνισσα· κινηματογράφο, τον Σαρλώ στο δημοτικό σχολείο δίπλα στο Ψηλό Βράχο από Γάλλους κινηματογραφιστές· μαύρους από την Σενεγάλη, κίτρινους Ανναμίτες από το Βιετνάμ, εντυπωσιακούς ξανθούς Ρώσους με αμούστακους νεαρούς αξιωματικούς, Μαροκινούς πάνω στα πανύψηλα άλογα, τους Ζοάβους όπως έλεγε. Για πρώτη φορά δοκίμασε σοκολάτα, η πληρωμή για την μεταφορά από το Λόγγο μέχρι επάνω στο Βαρόσι των σακιδίων των κατακουρασμένων Γάλλων στρατιωτών που έρχονταν πεζοί από τη Θεσσαλονίκη· για πρώτη φορά είδε αχνιστό ψωμί να ξεφουρνίζεται από ρώσικη άμαξα-φούρνο εν κινήσει. Πρωτόγνωρα πράγματα, σαν να γύρισε τον κόσμο σε ηλικία ένδεκα και δώδεκα ετών χωρίς να κάνει βήμα από την αγαπημένη του πόλη. Στις διηγήσεις του αναφερόταν συχνά και στις εχθρικές αεροπορικές επισκέψεις, τον φόβο και τον τρόμο των Εδεσσαίων. “Ψάχνανε να σκοτώσουν τον διάδοχο της Σερβίας Αλέξανδρο που περνούσε συχνά από την Έδεσσα” ήταν η μόνιμη επωδός. Σε μια από αυτές τις διηγήσεις ανέφερε και τον τραγικό θάνατο μιας Βαβούρη σε βομβαρδισμό της πόλης από γερμανικά αεροπλάνα: “μια βόμβα έπεσε στην αγορά εκεί που είναι το περίπτερο του Σωκράτη, στη πλατεία Τημενιδών” μου έλεγε. “Σκοτώθηκε μάλιστα η Δωροθέα Βαβούρη, η σύζυγος του Αναστασίου Βαβούρη που είχε το ξενοδοχείο ο Μέγας Αλέξανδρος ακριβώς απέναντι”. Τότε δεν είχα δώσει σημασία σ’ αυτή την ιστορία. Σ’ ένα περσινό ταξίδι μου στην Έδεσσα όμως, μπροστά στο μνήμα των γονιών μου, θυμήθηκα αυτή την ιστορία. Άραγε να υπήρχε κάποια ένδειξη γι αυτό το συμβάν; Την εποχή εκείνη βέβαια τα νεκροταφεία βρίσκονταν στο σημερινό πάρκο των καταρρακτών, μπροστά από τον Ι.Ν της Αναλήψεως. Μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση πολύ αργότερα, στη γερμανική κατοχή, οπότε οι ελπίδες ανεύρεσης κάποιου στοιχείου ήταν πολύ λίγες. Τριγυρίζοντας στην πολιτεία των νεκρών όμως βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα μνήμα που είχε την ακόλουθη επιγραφή: “ΔΩΡΟΘΕΑ ΒΑΒΟΥΡΗ, ΑΠΕΒ. ΑΠΡΙΛΙΟ 1918”. Ήμουν μπροστά στον οικογενειακό τάφο του Αναστασίου Βαβούρη, συζύγου της Δωροθέας! Ήταν η επιβεβαίωση της ιστορίας του πατέρα μου! Ο βομβαρδισμός που ανέφερε είχε γίνει λοιπόν τον Απρίλιο του 1918. Η επιγραφή βέβαια φαινόταν αρκετά καινούργια. Σίγουρα προστέθηκε μετά τον ενταφιασμό του συζύγου της Αναστασίου το 1949.

Βαβούρη τρονκέ

Έτσι μπήκα στον πειρασμό να βρω στοιχεία για εκείνον τον βομβαρδισμό. Πώς αλήθεια να συνέβη; ήταν ατύχημα; μια παράπλευρη απώλεια; ή πράγματι ήταν βομβαρδισμός μιας απροστάτευτης πόλης; Έχοντας πρόσβαση στους 13 μεγάλους τόμους των γαλλικών αρχείων του Στρατού της Ανατολής, η ανεύρεση ήταν θέμα χρόνου. Ψάχνοντας τα αρχεία του Μαΐου 1918 δεν βρήκα τίποτα. Απογοήτευση. Μάλλον δεν θα θεωρήθηκε σημαντικό στη δίνη του μεγάλου πολέμου ένας βομβαρδισμός μιας μικρής επαρχιακής πόλης κάπου στο μακεδονικό μέτωπο. Από περιέργεια όμως άρχισα να ξεφυλλίζω τις εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα του Μαΐου 1917. Και, ω του θαύματος, σε πολυσέλιδη έκθεση της 5ης Μαΐου 1917 του συμμαχικού αρχηγείου Θεσσαλονίκης προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι διάβασα σε μια μικρή παράγραφο: “Στις 30 Απριλίου, 12 γερμανικά αεροπλάνα έριξαν 40 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό και στη πόλη των Βοδενών και 8 βόμβες στο Βέρτεκοπ. Δεν προξενήθηκαν ζημιές στην σιδηροδρομική γραμμή. Στα Βοδενά 15 νεκροί, 23 πολίτες τραυματισμένοι, 3 Γάλλοι στρατιώτες νεκροί”. Αυτό ήταν! Η αρχή του νήματος είχε βρεθεί!

Απόσπασμα της έκθεσης του στρατηγού Σαράιγ προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι όπου γίνεται αναφορά στον βομβαρδισμό της Έδεσσας.

Compte rendu cimplet

Ήταν λοιπόν 30 Απριλίου 1917, μέρα Δευτέρα, 17 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο που ήταν τότε σε ισχύ στην Ελλάδα. Περαιτέρω αναζήτηση οδήγησε στην ανεύρεση ειδικής έκθεσης για τον βομβαρδισμό που έγινε από έναν ανεξάρτητο Ελβετό εμπειρογνώμονα. Πρόκειται για τον Ροδόλφο Άρτσιμπαλντ Ράις (Rodolphe Archibald Reiss), καθηγητή εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου της Λωζάννης. Ο Ράις ήταν ιδρυτής του πρώτου παγκοσμίως ινστιτούτου εγκληματολογίας με έδρα την Λωζάννη, γι’ αυτό και θεωρείται πατέρας του κλάδου αυτού. Γεννημένος Γερμανός αλλά πολιτογραφημένος Ελβετός, ο Ράις βρισκόταν στα Βαλκάνια από την αρχή του πολέμου σαν ουδέτερος παρατηρητής. Είχε ήδη ετοιμάσει μια άλλη έκθεση που αφορούσε τον βομβαρδισμό των αγγλικών νοσοκομείων του Μαυροβουνίου στις 12 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς. Τότε βομβαρδίστηκαν και οι αποθήκες πυρομαχικών της 2ης σερβικής στρατιάς που βρίσκονταν μετά τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας, εκεί που η στενή σιδηροδρομική γραμμή ντεκωβίλ προς Αλμωπία συναντούσε την κανονική γραμμή. Ο Ράις επισκέφθηκε την Έδεσσα την επόμενη του βομβαρδισμού, Τρίτη 1η Μαΐου, ενώ συνέταξε και υπέγραψε την έκθεση στις 2 Μαΐου. Στη λεπτομερή του αναφορά γράφει ότι στις 30 Απριλίου, μεταξύ 9.30 και 10 το πρωί, επτά αεροπλάνα βομβάρδισαν την Έδεσσα προκαλώντας μεγάλες υλικές καταστροφές και πολλά θύματα. Σύμφωνα με περιγραφές πιλότων της αεροπορικής βάσης στο Μαυροβούνι, ένα σμήνος από δεκατέσσερα εχθρικά αεροπλάνα ήρθαν το πρωί της μέρας εκείνης από βορρά (Dragomanci – Άψαλο) στην περιοχή της Σκύδρας. Έριξαν τέσσερις βόμβες στο σιδηροδρομικό σταθμό αλλά δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν γιατί καταδιώχτηκαν από δώδεκα αεροπλάνα με Γάλλους και Σέρβους πιλότους που πρόλαβαν να απογειωθούν από το παρακείμενο αεροδρόμιο. Τα γερμανικά αεροπλάνα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Μία ομάδα από επτά αεροπλάνα πήρε την κατεύθυνση της Έδεσσας, ενώ τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν προς Γουμένισσα. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την πόλη έριξε βόμβες διαφόρων διαμετρημάτων. “Ο υπογράφων δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τον αριθμό των βομβών αλλά είδε ο ίδιος είκοσι κρατήρες που προκλήθηκαν από τις εκρήξεις”.

                      Η αρχή της έκθεσης του Ράις……

“On April 3oth, between 9.30 and 10 a.m., seven enemy aeroplanes flew over the open town of Vodena and bombarded it with projectiles of various calibre. These aeroplanes came from Vertekop. Commander V of the Franco-Serbian Air Service was at the last-named place at the time and saw fourteen enemy aeroplanes coming from the direction of Dragomanci. One of the aeroplanes flew over Vertekop station and dropped four bombs there. Another detached itself from the group and flew over the field belonging to the Franco-Serbian Air Service near the Vertekop hospitals. These two aeroplanes did not go to Vodena. The Franco-Serbian aviators, twelve in number, having gone up in chase of the Bulgaro-Germans, five of the aeroplanes belonging to the latter went off in the direction of Gumendje, while seven others went out of their way to fly over Vodena, going off subsequently in the direction of the first group. Exactly seven aeroplanes were correctly observed by the greater number of the witnesses I interrogated….”

                        ……και ο επίλογος της

“All these considerations warrant the undersigned in coming to the conclusion that the bombardment of the town of Vodena itself was merely an act of vandalism committed with the object of terrorizing the civil population, perhaps even out of revenge because the Allied aviators had prevented the enemy squadron from carrying out destructive work of real military value.
                                                                                          R. A. REISS.
SALONICA, May 2, 1917”.

Υπάρχει όμως και άλλη μαρτυρία. Ο κορυφαίος Σέρβος χειρούργος Μιχαήλο Πέτροβιτς υπηρετούσε στο σερβικό νοσοκομείο της Αψάλου (Δραγουμάντσι), την κατεύθυνση δηλαδή από την οποία ήρθαν τα γερμανικά αεροπλάνα. Είχε μάλιστα τη καλή συνήθεια να κρατά προσωπικό ημερολόγιο. Ας διαβάσουμε τι γράφει για την μέρα αυτή: “17.04: Σήμερα το πρωί ξεκινήσαμε να πάμε στα Βοδενά, στο στρατιωτικό οδοντιατρείο” (σημ. αρχές Ιανουαρίου 1917 οι σύμμαχοι είχαν ανοίξει στην Έδεσσα ένα στρατιωτικό οδοντιατρείο με επικεφαλής τον Σέρβο γιατρό Μίλος Πόποβιτς και βοηθό την Αγγλίδα Τάμπετ). “Δεν προλάβαμε να κάνουμε ένα χιλιόμετρο όταν ακούσαμε κινητήρες αεροπλάνων πίσω από τη πλάτη μας. Ένα αγγλικό αυτοκίνητο που προχωρούσε πιο μπροστά σταμάτησε. Οι Άγγλοι κατέβηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν ψηλά στον ουρανό προστατεύοντας τα μάτια τους με τις παλάμες. Αρχίσαμε να κοιτάμε και εμείς πίσω μας. Μια ομάδα από πέντε γερμανικά αεροπλάνα περνούσε ψηλά. Τα αντιαεροπορικά άρχισαν να βάλουν χωρίς σταματημό αλλά δεν σημάδευαν καλά. Πέντε έξι λεπτά αργότερα ακούσαμε έντονους πολυβολισμούς και είδαμε τα γερμανικά αεροπλάνα να επιστρέφουν….Δυο δικά μας αεροπλάνα Νιούπορτ συνετρίβησαν στο έδαφος. Η μηχανή του ενός ήταν διάτρητη από βλήματα ενώ το άλλο φαίνεται ότι έπεσε από βλάβη. Αγνοούμε αν οι Γερμανοί είχαν απώλειες αλλά αμφιβάλλω πολύ”.

Το χρονικό της επιδρομής έχει λοιπόν ως εξής. Τα γερμανικά αεροπλάνα φτάνουν πρωί στη Σκύδρα από την κατεύθυνση της Αψάλου. Ο Σέρβος γιατρός είδε 5 αεροπλάνα αλλά σίγουρα υπήρχε και άλλη ομάδα από 7 ή 9 την οποία δεν κατάφερε να δει. Φτάνοντας στη Σκύδρα οι επιτιθέμενοι προλαβαίνουν να ρίξουν 8 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό σύμφωνα με την γαλλική έκθεση, αλλά υπό την πίεση των γαλλικών καταδιωκτικών Νιούπορτ χωρίζονται σε δυο ομάδες. Μια ομάδα παίρνει τον δρόμο του γυρισμού ακολουθώντας την ίδια διαδρομή μέσω Αψάλου. Σε αερομαχία που ακολουθεί καταφέρνουν να καταρρίψουν δυο γαλλικά αεροπλάνα. Τα υπόλοιπα παίρνουν τον δρόμο για την Έδεσσα όπου αδειάζουν το φονικό τους φορτίο.

Ο Ελβετός εμπειρογνώμονας την πρωτομαγιά του 1917 κάνει επιτόπια έρευνα επισκεπτόμενος τις πληγείσες γειτονιές και σημειώνει: “Βόμβες έπεσαν κοντά στους στρατώνες, στην αγορά της πόλης, στον σιδηροδρομικό σταθμό, στα κτήματα μπροστά από τον σταθμό, κοντά στην Αμερικανική αποστολή, κοντά στο μεγάλο τζαμί, στα τουρκικά νεκροταφεία βγαίνοντας προς Άγρα, και κάτω στον Λόγγο. Ο σταθμός απέχει περί τα 450 μέτρα από τη πόλη. Εκεί έπεσε βόμβα μεγάλου διαμετρήματος (50 κιλών) δίπλα από τις τουαλέτες προκαλώντας φθορές στα κτήρια. Δεύτερη βόμβα ιδίου διαμετρήματος έπεσε στο λόφο 150 μέτρα βόρεια του σταθμού χωρίς όμως να εκραγεί. Άλλες βόμβες έπεσαν στους κήπους μπροστά από τον σταθμό. Εκεί σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ένας Γάλλος υπολοχαγός (Lecerf ο αποκαλούμενος Sior)”. Πέντε βόμβες έπεσαν στα τουρκικά νεκροταφεία, αριστερά βγαίνοντας από Έδεσσα προς Άγρα, όπου Τουρκάλες είχαν απλώσει άσπρα σεντόνια που ίσως δημιούργησαν την εντύπωση στους πιλότους ότι υπήρχε εκεί κάποιος σημαντικός στρατιωτικός στόχος, καθώς επίσης και στη περιοχή των στρατώνων όπου βρίσκονταν πέντε μεγάλα αντίσκηνα της γαλλικής αεροπορίας. “Οι άλλες βόμβες έπεσαν στη τύχη σε διάφορα σημεία της πόλης. Στην αγορά δυο μεγάλες βόμβες σκότωσαν και τραυμάτισαν αρκετούς πολίτες…Αναρωτιέται επίσης κανείς τι νόημα είχε ο βομβαρδισμός κάτω στο Λόγγο, όπου μια βόμβα έπεσε κοντά στο μοναστήρι ( σημ. της Αγίας Τριάδας) ενώ οι άλλες περί το ένα χιλιόμετρο μακριά”. Να σημειώσουμε ότι η Αμερικανική Αποστολή είχε δημιουργήσει καταυλισμό με Σέρβους πρόσφυγες από το Μοναστήρι σχετικά κοντά στο Γενί τζαμί. Δίπλα στο τζαμί λειτουργούσε μάλιστα και νοσοκομείο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού 50 κλινών, σε οίκημα που είχε παραχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση (2ο Δημοτικό σχολείο σήμερα). Γιατροί ήταν η χειρούργος Ρεγγίνα Κίις (Dr Regina Keyes) από το Μπάφαλο (ΝΥ) και η γιατρός Φράνσις Μέιμπελ Φλάντ (Dr Frances Mabel Flood) από την Ελμίρα (ΝΥ), με δυο Αμερικανίδες νοσοκόμες και ντόπιους βοηθούς.

Ο Ράις δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τον συνολικό αριθμό των βομβών αν και ο ίδιος είδε τουλάχιστον 20 κρατήρες που δημιουργήθηκαν από τις εκρήξεις. Η γαλλική έκθεση κάνει λόγο για 40 βόμβες στην Έδεσσα και θα πρέπει να είναι ο ακριβής αριθμός. Οι βόμβες ήταν δυο ειδών: μικρές όπως αυτές που χρησιμοποιεί το πεζικό εναντίον προσωπικού και μεγάλες των 50 κιλών. Τα περισσότερα θύματα βρέθηκαν στην αγορά της πόλης όπου έπεσαν δυο βόμβες σε ώρα που είχε αρκετό κόσμο.

Τα ονόματα των στρατιωτικών, θύματα του βομβαρδισμού στον Σταθμό, δεν κοινοποιήθηκαν με μόνη εξαίρεση αυτή του Γάλλου υπολοχαγού. Ο Ράις όμως αναφέρει τα ονόματα των πολιτών δίνοντας δυο λίστες, μία για τους νεκρούς και μία για τους τραυματίες. Είχε βέβαια κάποια δυσκολία να συγκρατήσει μερικά δύσκολα και εξωτικά γι’ αυτόν ονόματα, οπότε ο κατάλογος είναι κάπως έτσι:

Νεκροί πολίτες
1. Μπογκουμίρ Μιλάνοβιτς, 40 ετών
2. Λάζαρος Νούσης, 40 ετών
3. Μαρία Φίντση, 8 ετών
4. Αθανάσιος Ροδάβνης, 13 ετών
5. Αθανάσιος Κορόνας, 11 ετών
6. Δημήτριος Ζλατάνης, 45 ετών
7. Γαβριήλ Κουπούσινατς, 46 ετών ιερέας νοσοκομείου (ίσως του σερβικού σταθμού πρώτων βοηθειών κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό)
8. Ναδίρ Αλίν Μαχμούτ, 7 ετών
9. Αισέ Αμπντουλάχ, 20 ετών (έγγυος γυναίκα)
10. Εκσέ Μουσταφά, 5 ετών
11. Φατιμά Ντάγκο Αλίπε, 38 ετών
12.Δημήτριος Βούτσης, 30 ετών
13/ Ενας κουρέας, 40 ετών

Τραυματίες πολίτες
1. Δωροθέα Βαβούρη, 38 ετών
2. Ζήρα Μπέτση, 50 ετών
3. Νικόλαος Σάνης, 21 ετών
4. Αλή Χατζη Οσμάν, 19 ετών
5. Χατζη Οσμάν, 60 ετών
6. Πέτρος Ταρπάνης, 36 ετών
7. Τζώρτζε Τζίγκερ, 10 ετών
8. Λεπορλή Μεχμέτ, 25 ετών
9. Γκότσι Ντεμισον, 11 ετών
10. Ιωάννης Βαλτάδομ(;), 35 ετών
11. Τρυφωνία Μίτση, 35 ετών
12. Τσουκρί Μπεσίν, 14 ετών
13. Ζιβοζίν Βούκσεβιτς, 45 ετών
14. Γεώργιος Μπέλος, 11 ετών
15. Κωστας Βαδραλέσκας, 17 ετών
16. Χρίστος Τρεσίντσης, 16 ετών
17. Παναγιώτα Τσουκαλά, 30 ετών
18. Μαρία Λάζου Ρίστου, 30 ετών
19. Πετρούλα Τζόρτζη-Μιχαήλ, 25 ετών
20. Λάζα Χατζη-Αντόνοβιτς, 8 ετών.

Ο ονομαστικός κατάλογος του Ράις έχει 13 νεκρούς και 20 τραυματίες πολίτες, σύνολο 33 θύματα. Αντίθετα ο γαλλικός στρατός στην έκθεση της 5ης Μαίου αναφέρει 15 νεκρούς πολίτες και 23 τραυματίες, δηλαδή 38 θύματα χωρίς να υπολογίζονται φυσικά οι τρεις Γάλλοι στρατιωτικοί. Ίσως οι γαλλικές αρχές της πόλης, έχοντας περισσότερο καιρό στη διάθεση τους, να έκαναν ακριβέστερη καταγραφή των θυμάτων. Δυστυχώς δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στη γαλλική έκθεση. Παρατηρούμε επίσης ότι στον κατάλογο Ράις η Δωροθέα Βαβούρη φέρεται ως τραυματίας ενώ γνωρίζουμε ότι ο θάνατος της ήταν ακαριαίος και συνεπώς ο κατάλογος του θα πρέπει να διορθωθεί σε 14 νεκρούς και 19 τραυματίες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Ράις συντάχθηκε μία μόλις μέρα μετά τον βομβαρδισμό είναι πιθανόν κάποιος άλλος βαριά τραυματισμένος να κατέληξε τις επόμενες μέρες ανεβάζοντας τον τελικό αριθμό των νεκρών σε 15, δηλαδή τον αριθμό της γαλλικής αναφοράς.

Για την Δωροθέα Βαβούρη έχουμε τη σημαντική μαρτυρία της εγγονής της, κυρίας Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, η οποία είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας την οικογενειακή μνήμη. Ήταν Δευτέρα πρωί όταν σήμαναν οι σειρήνες στην Έδεσσα με την εμφάνιση των εχθρικών αεροπλάνων. Η γιαγιά της με το άκουσμα των σειρήνων βγήκε τρέχοντας από το ξενοδοχείο να πάει στο δημοτικό σχολείο στο Ψηλό Βράχο να πάρει τα παιδιά της. Δεν πρόλαβε να κάνει δέκα βήματα έξω από το ξενοδοχείο όταν έπεσε η βόμβα αφήνοντας την επί τόπου. Ήταν Δευτέρα 30 Απριλίου 1917 με το νέο ημερολόγιο (και όχι 1918 όπως αναφέρει η επιγραφή στον οικογενειακό τάφο).

Το περίπτερο στη πλατεία Τημενιδών όπου έπεσε η βόμβα και σκότωσε τη Δωροθέα Βαβούρη. Το ξενοδοχείο της οικογένειας, “Ο Μέγας Αλέξανδρος”, πρέπει να βρισκόταν πίσω δεξιά, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο “Ελενα”

Περίπτερο Σωκράτη.resized

Οικογενειακή φωτογραφία από το αρχείο της κ. Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, την οποία και ευχαριστώ. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο Αναστάσιος Βαβούρης και δίπλα του η σύζυγος του Δωροθέα. Ακριβώς πίσω είναι ο μεγάλος γιος και πατέρας της Μαίρης, Κωνσταντίνος, ενώ δίπλα στέκεται, όρθιος και αυτός, ο άλλος γιος Γρηγόρης. Στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας ο τρίτος γιός Δημητρός ενώ μπροστά είναι η κόρη τους Κλεοπάτρα. Η οικογένεια Βαβούρη φωτογραφήθηκε με έναν οικογενειακό φίλο (με το φέσι) αγνώστων στοιχείων (διόρθωση 3/5/2017: με νέα στοιχεία της οικογένειας πρόκειται για τον αδελφό της Δωροθέας κ. Γιούσμη, γνωστής οικογένειας στην Έδεσσα)

Φωτογραφία Βαβούρη0001.resized

Ο ονομαστικός κατάλογος νεκρών του Ράις περιλαμβάνει 4 Τούρκους, 2 Σέρβους και 7 Έλληνες στους οποίους πρέπει φυσικά να προσθέσουμε και την Δωροθέα Βαβούρη που την έχει λανθασμένα στο κατάλογο των τραυματιών. Διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα θύματα ήταν νέοι άνθρωποι και μικρά παιδιά. Από τους νεκρούς, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι θα πρέπει να επλήγησαν είτε κοντά στα τουρκικά νεκροταφεία είτε κοντά στο τζαμί ενώ οι περισσότεροι Έλληνες στην αγορά και στον σταθμό. Παρατηρούμε επίσης ότι μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν και Σέρβοι πρόσφυγες. Τότε υπήρχαν στην Έδεσσα πολλές οικογένειες Σέρβων προσφύγων αρκετές από τις οποίες φιλοξενούνταν και σε σπίτια Εδεσσαίων, όπως στο πατρικό μου. Αρκετοί πρόσφυγες φιλοξενούνταν και στη Μονή της Αγίας Τριάδας κάτω στο Λόγγο όπως και σε αντίσκηνα της Αμερικανικής Αποστολής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού Χένρυ Ντέιβισον, στην Έδεσσα είχαν βρει καταφύγιο περί τους 5000 Σέρβοι πρόσφυγες! (Henry Davison, The American Red Cross in the Great War, 1919).

Οι γερμανικές αεροπορικές αποστολές είχαν ενταθεί τους πρώτους μήνες του 1917. Στις 15 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης είχε μεταφερθεί στην αεροπορική βάση της Χούντοβας στη τότε Σερβία, βόρεια της Γευγελής, η περίφημη γερμανική μονάδα Καγκόλ 1 (Kagohl 1) που αποτελούνταν από τρία σμήνη βαρέων δικινητήριων βομβαρδιστικών (Gotha, Rumpler, AEG και τα Friedrichshafen) η οποία είχε σπείρει τον πανικό στις δυνάμεις της Αντάντ. Η μονάδα αυτή μεταφέρονταν από το γερμανικό επιτελείο στα διάφορα σημεία των συγκρούσεων ανάλογα με τις ανάγκες του πολέμου. Τα αεροπλάνα της πετούσαν σε μεγάλο ύψος και είχαν Γερμανούς πιλότους. Στη Χούντοβα παρέμειναν τρεις μήνες. Στις 27 Φεβρουαρίου βομβάρδισαν την Θεσσαλονίκη, στις 12 Μαρτίου βομβάρδισαν τις αποθήκες του σερβικού στρατού στη Σκύδρα καθώς επίσης και τα αγγλικά νοσοκομεία στο Μαυροβούνι, στις 2 Απριλίου το Μοναστήρι και στις 30 Απριλίου την Έδεσσα. Φυσικά επιχειρούσαν και ανατολικά, κυρίως στη Ρουμανία. Η μονάδα Καγκόλ 1 μεταφέρθηκε στα μέσα Μαΐου στο Δυτικό Μέτωπο, στη Φλάνδρα του Βελγίου, και από τότε η Αντάντ ανέκτησε και πάλι την κυριαρχία στους αιθέρες.

Ποιος ήταν όμως ο λόγος του βομβαρδισμού της Έδεσσας, μιας πόλης που δεν είχε στρατιωτικές μονάδες; Ο τότε δήμαρχος της πόλης – ο Γεώργιος Πέτσος – ανέφερε στον Ράις την επικρατούσα στην Έδεσσα άποψη που μου είχε πει και ο πατέρας μου. Εκείνες τις μέρες υπήρχε η φήμη ότι ο Πρίγκηπας και Αντιβασιλέας Αλέξανδρος Καρατζόρτζεβιτς της Σερβίας θα ερχόταν στην Έδεσσα. Ο εχθρός θα το είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους και έτσι βομβάρδισαν την πόλη για να τον σκοτώσουν. Ο δήμαρχος ανέφερε μάλιστα ότι είχε συλλάβει το πρωί έναν Βούλγαρο κατάσκοπο. Ο Γάλλος διοικητής όμως του αεροδρομίου στο Μαυροβούνι, ο λοχαγός Βιτρά (Vitrat) που τον αναφέρει στην έκθεση με το γράμμα V, έδωσε μια άλλη εξήγηση. Οι Γερμανοί ήρθαν να βομβαρδίσουν τον σιδηροδρομικό σταθμό, τις αποθήκες και το αεροδρόμιο στην περιοχή της Σκύδρας όπως είχαν κάνει και στις 12 Μαρτίου. Η ετοιμότητα όμως των συμμαχικών αεροπλάνων, που αυτή τη φορά πρόλαβαν να απογειωθούν έγκαιρα σε αντίθεση με την προηγούμενη επιδρομή της 12ης Μαρτίου, ματαίωσε τα σχέδιά τους. Έτσι για ευνόητους λόγους το γερμανικό σμήνος χωρίστηκε σε δυο ομάδες: μια ομάδα αεροπλάνων έφυγε δυτικά προς Έδεσσα και μια άλλη ανατολικά. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την Έδεσσα άδειασε το φορτίο της στη πόλη απλά για να προξενήσουν φθορές. Ο Ράις ασπάζεται αυτή την άποψη η οποία ακούγεται και πιο λογική. Έτσι παρά το γεγονός ότι η Έδεσσα δεν ήταν ο στόχος της γερμανικής επιδρομής, οι πιλότοι “ξεφορτώθηκαν” τις βόμβες σε περιοχές της πόλης που έκριναν ότι είχαν κάποιο στρατιωτικό ενδιαφέρον όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός, τα αντίσκηνα των Γάλλων και της Αμερικανικής Αποστολής καθώς επίσης τα τουρκικά νεκροταφεία όπου τα λευκά σεντόνια των μουσουλμάνων γυναικών θα τους φάνηκαν σαν αντίσκηνα στρατιωτών από το ύψος των 3000 μέτρων. Γι αυτό ήταν και τα μόνα μέρη όπου έριξαν εγκαιροφλεγείς βόμβες, δηλαδή βόμβες εναντίον προσωπικού που εκρήγνυνται πριν προσκρούσουν στο έδαφος. Το συμπέρασμα του Ελβετού ειδικού λοιπόν ήταν ότι ο βομβαρδισμός της πόλης δεν ήταν προσχεδιασμένος αλλά έγινε για να αδειάσουν το φορτίο τους προξενώντας μεγάλες καταστροφές χωρίς να λάβουν υπόψη τον άμαχο πληθυσμό κατά παράβαση των διεθνών κανόνων.

Η ιστορία παίζει μερικές φορές παράξενα παιχνίδια. 20 χρόνια αργότερα, στις 26 Απριλίου 1937, έγινε ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα στην Ισπανία που απαθανάτισε στον αριστουργηματικό του πίνακα ο Πικάσο.

Ο Ράις κλείνει την έκθεση του με τα εξής λόγια: “Όλες αυτές οι εκτιμήσεις ωθούν τον υπογράφοντα στο συμπέρασμα ότι ο βομβαρδισμός των Βοδενών ήταν κυρίως πράξη βανδαλισμού με στόχο την τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού, ίσως και από οργή για την αποτροπή εκ μέρους των συμμαχικών αεροπλάνων της επίτευξης των στρατιωτικών τους στόχων”. Ο Ροδόλφος Ράις συγκινημένος από τις απάνθρωπες ενέργειες του αυστριακού και βουλγαρικού στρατού εναντίον αμάχων στην κατεχόμενη Σερβία θα παραμείνει στο μακεδονικό μέτωπο μέχρι τη λήξη του πολέμου και θα ακολουθήσει το 1918 τη νικηφόρα πορεία των συμμαχικών δυνάμεων μέχρι το Βελιγράδι όπου και θα εγκατασταθεί μέχρι το τέλος της ζωής του. Η στάση του αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι τα δυο του αδέλφια υπηρέτησαν κατά τον πόλεμο στον γερμανικό στρατό όπου μάλιστα παρασημοφορήθηκαν σαν ήρωες πολέμου. Απεβίωσε το 1929 και η τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί η καρδιά του στη κορυφή του Βόρρα, στο σημείο που έγινε η φονικότατη μάχη του Καϊμακτσαλάν τον Σεπτέμβριο του 1916. Πράγματι, η καρδιά του μεταφέρθηκε σε μαρμάρινη λήκυθο στο εκκλησάκι που είναι γνωστό σήμερα σαν Προφήτης Ηλίας.

Η μαρμάρινη λήκυθος με την καρδιά του Ράις (στα σερβικά Ράισα – ΡΑJCΑ) στο εκκλησάκι στη κορυφή του Καϊμακτσαλάν

Screenshot from 2017-04-19 17-08-53

* Νέα ανάρτηση που αντικαθιστά αυτήν της 5ης Απριλίου 2016

Advertisements

Έδεσσα – Αιγές: η εκπληκτική επιβίωση ενός μύθου

“Και ο Κάρανος με ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων, προσταγμένος από τον χρησμό να πάει να εγκατασταθεί στη Μακεδονία έφτασε στην Ημαθία. Κυρίευσε εκεί την Έδεσσα περνώντας απαρατήρητος από τους κατοίκους της πόλης χάρις σε μια δυνατή μπόρα, με ομίχλη και πυκνή βροχή. Μπροστά του έτρεχαν γίδες που η κακοκαιρία τις έσπρωχνε προς την πόλη και ενθυμούμενος τον χρησμό που έλεγε ότι “θα βασιλέψει εκεί που θα τον οδηγήσουν οι γίδες” διάλεξε την πόλη αυτή για έδρα του βασιλείου του. Από τότε σε κάθε εκστρατεία έβαζε να προπορεύονται του στρατού γίδες για να έχει την ίδια επιτυχία όπως στη πρώτη του κατάκτηση. Σαν ενθύμιο αυτού του περιστατικού ονόμασε Αιγές την Έδεσσα και το λαό της Αιγεάτες”(1).

Για σχεδόν δεκαοκτώ αιώνες αυτό το κείμενο του Ιουστίνου θα γίνει το ευαγγέλιο λογίων, ιστορικών, αρχαιολόγων και άλλων επαϊόντων όταν προσέγγιζαν το θέμα της τοποθεσίας των Αιγών. Περαστικοί και επισκέπτες, περνώντας από την Έδεσσα δεν θα λησμονούν να αναφέρουν ότι εδώ ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Ήταν πίστη ακράδαντη, θεμελιωμένη στην παραπάνω ρήση. Μερικοί προσπάθησαν να ανακαλύψουν τους βασιλικούς τάφους διατρέχοντας την αρχαία πόλη στο Λόγγο καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο πάνω στο πλάτωμα της αρχαίας ακρόπολης, όπου σήμερα κείται η σύγχρονη πόλη. Μάταια όμως. Με τα ευρήματα των ανασκαφών στη Βεργίνα το 1976 από τον Μανόλη Ανδρόνικο, εδώ δηλαδή και σαράντα χρόνια, το θέμα θα λυθεί τελεσίδικα. Πρόκειται ίσως για την πλάνη, τον μύθο, που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Αυτό ίσως τον κάνει ξεχωριστό, ίσως μοναδικό. Αλήθεια πώς έγινε να περάσουν τόσοι αιώνες χωρίς να ξεσκεπαστεί το πέπλο που έκρυβε την αλήθεια; Ήταν ένα ερώτημα που με απασχολούσε αρκετό καρό. Σ αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουν να δώσουν απάντηση οι επόμενες γραμμές βασιζόμενες σε κείμενα εποχής.

Ποιός ήταν ο Ιουστίνος που βρίσκεται στην αρχή αυτής της μεγάλης πλάνης; Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Δεν γνωρίζουμε ούτε πού, ούτε πότε γεννήθηκε. Από τα ιστορικά γεγονότα που εξιστορεί υπολογίζεται ότι έζησε κάπου μεταξύ του 2ου και του 3ου αιώνα μ. Χ. Ήταν Ρωμαίος και έγραψε “εις λατινίδα φωνήν”. Το μόνο του σύγγραμα είναι η επιτομή, δηλ. η σύνοψη σε ένα τόμο, της μη σωζόμενης μεγάλης και πολύτομης “Παγκόσμιας Ιστορίας των Λαών” του Ρωμαίου ιστορικού Πομπηίου Τρόγου. Ο τελευταίος έζησε στα χρόνια του Οκταβιανού Αυγούστου και του Τιβερίου, στο πέρασμα δηλαδή από την παλιά στη νέα εποχή, στα χρόνια του Ιησού. Στην ιστορία του είχε τεράστιο αφιέρωμα στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στον πατέρα του Αλεξάνδρου Φίλιππο, σ’ αυτόν που έβαλε τις βάσεις του μακεδονικού μεγαλείου. Γι’ αυτό και το έργο του έγινε γνωστό και σαν “Φιλιππικές Ιστορίες”. Άλλωστε μόλις τότε ο Οκταβιανός έδωσε τέλος στη τελευταία κραταιά μακεδονική δυναστεία, κατακτώντας την Αίγυπτο και οδηγώντας σε αυτοκτονία τη τελευταία των Λαγιδών, Κλεοπάτρα. Ο Ιουστίνος λοιπόν απλά σμίκρυνε το μεγάλο έργο του Τρόγου γράφοντας μια σύνοψη. Σύνοψη που σίγουρα ήταν πιο εύκολο να αναπαραχθεί, πιο εύκολο να μεταφερθεί και πιο εύκολο να διαβαστεί από τους λατινόφωνους πολίτες της Ρωμαϊκης Αυτοκρατορίας. Έφερε τον τίτλο “Epitoma historiarum Philippicarum Pompei Trogi” (Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου).

Για το έργο του Ιουστίνου υπήρχαν από παλιά ενστάσεις. Ενστάσεις για παραλείψεις και για αρκετά λάθη. Εντυπωσιάζει για παράδειγμα η κρίση ενός Έλληνα μεταφραστή του λατινικού κειμένου, του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη, που προειδοποιεί τον αναγνώστη στον πρόλογο της έκδοσης του 1817 με τα εξής λόγια: “…θαϊδής τί άκαιρα και ανιστόρητα παραπηδήματα, τί δηλαδή αποτομαίς και κολοβώσεις έκαμε ο λεγόμενος επιτομεύς, ο οποίος την έκαμε, ως γραμματικός, δια να κάμη επίδειξιν των λογοτορνευμάτων του. Πλην και ούτω εις την από το ναυάγιον πτωχείαν μας, είναι και αυτό το βιβλίον αξιόλογον και περισπούδαστον, επειδή παίρνομεν δι αυτού μίαν έννοιαν της ιστορίας του Τρόγου”!

Η Επιτομή είχε εξαιρετική διάδοση στη Δύση. Γραμμένη στα λατινικά, την γλώσσα των λογίων του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι εκδόσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Είχε γίνει το δημοφιλές εγχειρίδιο της ιστορίας για αιώνες. Εκδόσεις του έχουμε το 1470 στη Βενετία, το 1472 στη Ρώμη, το 1474 στο Μιλάνο, το 1522 πάλι στη Βενετία, το 1588 στο Παρίσι, το 1606 στο Λέιντεν, το 1668 στην Ουτρέχτη ενώ αργότερα οι εκδόσεις και οι μεταφράσεις πολλαπλασιάζονται σε όλη την Ευρώπη. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι λόγιοι της εποχής που επισκέπτονται την Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους την ιστορία του Ιουστίνου. Αλλά και στην Ελλάδα η πρώτη γνωστή μετάφραση γίνεται ήδη το 1686 (Βιβλίον ιστορικόν καλούμενον Ιουστίνος / Μεταφρασθέν εκ της λατινίδος φωνής εις απλήν φράσιν παρά Ιωάννου Μάκολα του Αθηναίου. Ενετίησιν: Παρά Μιχαήλ Αγγέλω τω Βαρβωνίω, αχπς’ (1686) μηνί Φεβρουαρίω). Η δεύτερη έκδοση θα γίνει το 1817 στη Λειψία “τω υψηλοτάτω και ευσεβεστάτω ηγεμόνι κ.κ. Ιωάννη Καραντζιά” σε μετάφραση του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη. Έτσι και οι Έλληνες λόγιοι θα γνωρίσουν από πολύ νωρίς την Επιτομή του Ιουστίνου.

Το εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης της Επιτομής του Ιουστίνου, το 1686, μεταφρασμένο από τον Ιωάννη Μάκολα.

Ιουστίνος 1686

Το εξώφυλλο της δεύτερης μετάφρασης “εις αιολοδωρικήν” της Επιτομής του Ιουστίνου από τον Δανιήλ Φιλιππίδη με το ψευδώνυμο “αποπειρογράφος της Ρουμουνίας”. Ο Φιλιππίδης είχε ήδη γράψει τα βιβλία “Απόπειρα Αναλύσεως του Νοουμένου” και “Ιστορία και Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας” εξ ού και το ψευδώνυμο. Αγνοούσε την προγενέστερη μετάφραση του Μάκολα και είχε την εντύπωση ότι η δική του μετάφραση ήταν η πρώτη στη κοινή ελληνική.

Επιτομή Φιλιππίδη

Με το κείμενο του Ιουστίνου η Έδεσσα θα γίνει παγκοσμίως γνωστή σαν η πόλη που μετονόμασε ο Κάρανος σε Αιγές. Όποιος ήθελε να βρει την πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου δεν είχε παρά να ψάξει για την Έδεσσα. Και επειδή το τοπωνύμιο αυτό είχε χαθεί με το πέρασμα των αιώνων, ο Γάλλος θεολόγος Μισέλ Λεκιέν στο βιβλίο του για την Χριστιανική Ανατολή (Michel Lequien, Oriens christianus, Παρίσι, 1740) θα παρουσιάσει κείμενο του πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθου που μιλά για τον μητροπολίτη “Εδέσσης, ήτις τανιώ Βόδενα, ή Βόδυνα λέγεται”. Αυτός ήταν ο κρίκος που έλειπε για τη γνωστή πια τριπλέτα Έδεσσα – Αιγές – Βοδενά. Τα Βοδενά λοιπόν ήταν η αρχαία Έδεσσα η οποία σύμφωνα με τον Ιουστίνο συνέπιπτε με τις αρχαίες Αιγές. Έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος ομοφωνίας μεταξύ των λογίων της Δύσης για την τοποθεσία των Αιγών. Ομοφωνία όμως με μια εξαίρεση. Κάποιος Θεόφιλος Φρειδερίκος Τάφελ (Theophilus Fridericus Tafel), καθηγητής του πανεπιστημίου του Τούμπιγκεν (Tübingen) και μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας της Φρανκφούρτης, τόλμησε να εκφράσει μια διαφορετική, μια αιρετική άποψη. Στο βιβλίο του για την ρωμαϊκή στρατιωτική οδό Εγνατία (De Via Militari Romanorum Egnatia) που εκδόθηκε το 1842 διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές δεν ταυτίζονταν με την Έδεσσα. Χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω τον μύθο με τις γίδες διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές ήταν μια άλλη πόλη. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω; Όχι ακριβώς. Το θέμα συζητήθηκε ευρέως στην εποχή του. Φαίνεται όμως ότι απορρίφθηκε η άποψη του. Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε πώς έγινε η απόρριψη αυτή. Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει ένας νεαρός Γάλλος ελληνιστής ο οποίος θα προσπαθήσει να συνοψίσει τα επιχειρήματα εναντίον της άποψης του Γερμανού καθηγητή.

Ο Αλφρέντ Ντελακουλόνς (Alfred Delacoulonches) ήταν ένας νεαρός και ταλαντούχος ελληνιστής που είχε διαβάσει διεξοδικά τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Διπλωματούχος της περίφημης Ecole Normale του Παρισιού έφτασε την δεκαετία του 1850 μαζί με τον συμμαθητή του Λεόν Εζέ (Léon Heuzey) στη Γαλλική Σχολή Αθηνών. Μαζί ξεκινούν τον Σεπτέμβριο του 1855 ένα διερευνητικό ταξίδι στη Μακεδονία, τότε υπό οθωμανικό ζυγό, ακολουθώντας τα βήματα του Γάλλου προξένου Εσπρί Κουζινερύ. Τα αποτελέσματα αυτού του ταξιδιού ο Ντελακουλόνς θα τα δημοσιεύσει το 1859 στο Παρίσι (Memoire sur le berceau de la Puissance Macédonienne, 1859). Πρώτος σταθμός του ταξιδιού ήταν φυσικά οι αρχαίες Αιγές, τα τότε Βοδενά. Η ομορφιά του τοπίου τον μαγεύει από την πρώτη στιγμή. “Φανταστείτε ένα τεράστιο ημικυκλικό πλάτωμα ύψους 120 με 150 πόδια που κόβεται σαν μαχαίρι στις τρεις του πλευρές ενώ έχει για πλάτη τα δυο βουνά (σημ. Βέρμιο και Βόρρα) οι πλαγιές των οποίων αφήνουν ένα πέρασμα στα νερά των λιμνών (σημ. εννοεί τις λίμνες Άγρα και Βεγορίτιδα)”… “Η Ακρόπολη των Αθηνών είναι ο πιο όμορφος βράχος του κόσμου αλλά το πιο υπέροχο πλάτωμα που φιλοξενεί πόλη είναι ίσως αυτό των Βοδενών”. Μπροστά μάλιστα στους καταρράκτες, όπως ο συνταγματάρχης Λήκ το 1806 (William Martin Leake, Travels in Northern Greece), θα αναφωνήσει τους στίχους του Ορατίου…

Με γοητεύουν λιγότερο η Λακεδαίμονα
και οι εύφορες πεδιάδες της Λάρισσας
από ότι οι πηγές του Άλμπουλα, ο γρήγορος χείμαρρος Άνιο
τα δάση του Τίβολι και οι κήποι με τα φρούτα
που διασχίζονται από δροσερά ρυάκια (2)

..καθρεφτίζοντας φυσικά στους τρεις τελευταίους στίχους τα νερά της Έδεσσας.

Σχεδόν ερωτευμένος με το τοπίο θα γράψει κατηγορηματικά: “σ’ αυτόν τον τόπο ήταν κάποτε η αρχαία Έδεσσα, η πόλη του Καράνου, η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό”. Με τη δύναμη της γνώσης των ελάχιστων που έχουν επισκεφτεί την τοποθεσία δεν χάνει την ευκαιρία να αναφερθεί “στο σημαντικό ερώτημα που έθεσε τελευταία η γερμανική κριτική: Έδεσσα και Αιγές ήταν μία και αυτή πόλη; ή καλύτερα η Έδεσσα ήταν οι Αιγές στην οποία ενταφιάζονταν οι βασιλείς της Μακεδονίας;” Αναφέρεται φυσικά στη “μελέτη για την Via Egnatia στην οποία ο κ. Τάφελ δίνει αρνητική απάντηση”. Μεθοδικά θα συνοψίσει τα επιχειρήματα του Τάφελ και θα προσπαθήσει να τα αντικρούσει ένα προς ένα. Το κείμενο του σίγουρα αντικατοπτρίζει τον ακαδημαϊκό διάλογο που έφερε στο προσκήνιο η έκδοση του βιβλίου του Τάφελ.

Το πρώτο επιχείρημα του Γερμανού καθηγητή είναι η διάκριση που κάνει ο γεωγράφος Πτολεμαίος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών όταν αναφέρεται στις πόλεις της Ημαθίας: “Ημαθίας: Τύρισσα…..Αίδεσσα, Βέρροια, Αιγαία, Πέλλα”. Δίδει μάλιστα τα γεωγραφικά στίγματα της Έδεσσας και των Αιγών σε αντίθετες κατευθύνσεις από την Βέροια. Η Έδεσσα βόρεια και οι Αιγές νότια της Βέροιας.

Οι συντεταγμενες πόλεων της Ημαθίας όπως εμφανίζονται στη Γεωγραφία του Πτολεμαίου από την έκδοση του C. F. A. Nobbe της Λειψίας το 1843

Screenshot from 2017-05-24 19-22-46

Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει ότι ο Πτολεμαίος διακρίνει δυο διαφορετικές πόλεις, την Αίδεσσα (Έδεσσα) και την Αιγαία αλλά τονίζει: “Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η πόλη Αιγαία ήταν πράγματι ο τόπος ταφής των Μακεδόνων βασιλέων. Και μόνο η ορθογραφία μας οδηγεί σε αντίθετη σκέψη. Βρίσκουμε στα κείμενα τους τύπους Αιγαί, Αιγείων, Αιγέων, Αιγοίς, Αιγέας αλλά πουθενά Αιγαία. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι η Αιγαία δεν έχει καμιά σχέση με τις Αιγές….Ίσως να πρόκειται για την Αιγανέη γειτονική πόλη της Βέροιας”. Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι η διαφορά γραφής στην περίπτωση της Έδεσσας δεν ενοχλεί τον νεαρό ελληνιστή ενώ θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τη γραφή Αιγαία (με αι) αντί Αιγέα (με ε). Θα δούμε στη συνέχεια ότι και ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την ίδια ορθογραφία με τον Πτολεμαίο. Ας σημειωθεί ότι οι διαφορές γραφής ονομάτων δεν ήταν τόσο σπάνιο φαινόμενο παλιότερα. Οι αντιγραφείς των αρχαίων κειμένων ήταν συχνά η αιτία των διαφορών στη γραφή. Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι οι ιδέες του Πτολεμαίου είχαν περάσει στους χαρτογράφους της Αναγέννησης αλλά δεν τους δόθηκε η προσήκουσα σημασία. Έτσι για παράδειγμα σε χάρτη του Γερμανού γεωγράφου Γιόχαν Λάουρενμπεργκ (Johann Laurenberg) που εκδόθηκε το 1661 (Graecia antiqua, Amsterdam, 1661) οι θέσεις Έδεσσας, Βέροιας και Αιγών είναι διακριτές, όπως και στον Πτολεμαίο, και δίδονται τα στίγματα με την ακριβή σειρά: η Έδεσσα βορειότερα της Βέροιας και οι Αιγές νοτιότερα.

Ο  χάρτης του Λάουρενμπεργκ του 1661 διακρίνει καθαρά τις διαφορετικές τοποθεσίες των πόλεων Έδεσσας, Βέροιας και Αιγέας (Αιγών). Ο χάρτης αυτός πέρασε απαρατήρητος από τους επαΐοντες των τριών επόμενων αιώνων!

LAURENBERG, Johann Macedonia 1661

Το δεύτερο στοιχείο κατά τον Τάφελ είναι η διάκριση που κάνει ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών σε δυο διαφορετικά βιβλία της Ιστορίας του. Στο μεν τέταρτο βιβλίο (4 10) αναφέρει τις Αιγές πρώτη μεταξύ των πόλεων της Μακεδονίας ενώ στο έκτο βιβλίο (6 34), όπου μιλά για την ιδιοφυή ιδέα των Ελλήνων να χωρίσουν τη γη σε γεωγραφικές παραλλήλους στις ζώνες των οποίων ανήκουν πόλεις “που έχουν την ίδια διάρκεια νύχτας και μέρας”, αναφέρει την Έδεσσα στην 5ο παράλληλο. Η απάντηση του Ντελακουλόνς είναι ότι ο Πλίνιος δεν αναφέρει και τις δυο πόλεις ταυτόχρονα στα δυο βιβλία. Την πρώτη φορά αναφέρει τις Αιγές αλλά όχι την Έδεσσα ενώ την δεύτερη φορά αναφέρει την Έδεσσα αλλά όχι τις Αιγές. Άρα μιλά πάντα για την ίδια πόλη: την πρώτη φορά με το νέο όνομα Αιγές στο 4ο βιβλίο και τη δεύτερη φορά με το παλιό στο 6ο βιβλίο.

Το τρίτο επιχείρημα αφορά την “Περί Φυτών Ιστορία” όπου ο Θεόφραστος περιγράφει ένα περίεργο φυσικό φαινόμενο: “διό ενιαχού τα νέφη τοις πνεύμασιν υπενεναντίας φέρεται, καθάπερ περί Αιγειάς της Μακεδονίας, βορέου πνέοντος προς βορέαν” (VI. 8, 12) δηλαδή σε μερικούς τόπους τα σύννεφα έχουν αντίθετη φορά από τους ανέμους όπως στις Αιγές όπου όταν πνέει βόρειος άνεμος τα σύννεφα πηγαίνουν βόρεια. Αυτό το φαινόμενο συνδέεται φυσικά με την διαφορετική φορά των ανέμων ανάλογα με το ύψος και συμβαίνει συχνά σε μέρη όπου η αύρα της θάλασσας έχει διαφορετική κατεύθυνση από τους ανέμους που πνέουν σε μεγαλύτερα ύψη. Ο Ντελακουλόνς όμως απαντά ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε άρα και στο υψηλό οροπέδιο της Έδεσσας και συνεπώς το σημείο αυτό είναι άνευ σημασίας.

Το τέταρτο επιχείρημα του Τάφελ προέρχεται από τους Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου όπου αναφέρονται ξεχωριστά οι πόλεις Έδεσσα και Αιγές. Στο έργο του “Δημήτριος” (ο Πολιορκητής) ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όταν ο Δημήτριος αρρώστησε, ο Πύρρος βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί ξαφνικά στη Μακεδονία και να φτάσει μέχρι την Έδεσσα (3). Στο έργο “Πύρρος” επαναλαμβάνει την ξαφνική κάθοδο του Μολοσσού βασιλιά χωρίς αντίσταση μέχρι την Έδεσσα όταν είχε αρρωστήσει ο Δημήτριος με κίνδυνο να πάρει ακόμη και την βασιλεία (4). Στην Έδεσσα επίσης είχε στρατοπεδεύσει ο Πύρρος όταν έμαθε ότι ο Λυσίμαχος, μετά την νίκη του επί του Δημητρίου, ερχόταν εναντίον του από τη Συρία και φοβισμένος έφυγε με τον στρατό του (5). Αντίθετα στο κεφάλαιο 26 αναφέρεται για πρώτη φορά στις Αιγές, πόλιν Αιγαίων, όπως την ονομάζει. Αφού ο Πύρρος νίκησε τον γιό του Δημητρίου, Αντίγονο Γονατά, άρχισε να καταλαμβάνει τη μια πόλη μετά την άλλη. Κατέλαβε και τις Αιγές, φερόμενος άγρια στους κατοίκους της και εγκατέστησε φρουρά από Γαλάτες μισθοφόρους. Οι τελευταίοι, άνθρωποι πρωτοφανούς απληστίας, άρχισαν να σκάβουν τους τάφους των βασιλέων, λεηλάτησαν τους θησαυρούς και διέπραξαν ιεροσυλία διασκορπίζοντας τα οστά τους (6). Γιατί λοιπόν ο Πλούταρχος αναφέρεται με δυο ξεχωριστές ονομασίες και μάλιστα στο ίδιο κείμενο (Πύρρος) αν πρόκειται για την ίδια πόλη; Το ερώτημα το αντιπαρέρχεται ο Ντελακουλόνς δίνοντας την βολική απάντηση ότι δηλαδή άλλοτε ο Πλούταρχος αναφέρει την Έδεσσα με το παλιό της όνομα και άλλοτε με το νέο! Και όμως η ανάγνωση του κειμένου δίνει καταφανώς δίκιο στον Γερμανό καθηγητή. Ο Πύρρος είχε καταλάβει δυο φορές την Έδεσσα, τη δεύτερη μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την εγκαταλείψει οικειοθελώς όταν έφτασε ο Λυσίμαχος από τη Συρία. Ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε άσχημα στους Εδεσσαίους. Ποιος ο λόγος λοιπόν να φερθεί σκληρότατα στους κατοίκους της ίδιας πόλης όταν την κατέλαβε για τρίτη φορά; Προφανώς επρόκειτο για άλλη πόλη, τις Αιγές όπως και την ονομάζει ο Πλούταρχος. Η απάντηση του Ντελακουλόνς ότι τυχαία ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ονομασία στερείται κάθε λογικής.

Το τελευταίο επιχείρημα του Τάφελ είναι ότι δεν έχουν βρεθεί βασιλικοί τάφοι στην Έδεσσα. Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει στο σημείο αυτό ότι παρά τις έρευνες πολλών ημερών δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τους περίφημους τάφους για τους οποίους μιλούν ο αρχαίοι ιστορικοί. “Θα το πω ευθέως” αναφέρει στην έκθεση του. “Δεν σταθήκαμε πιο τυχεροί από άλλους επισκέπτες και δεν βρήκαμε τίποτα που θα μπορούσε να ρίξει φως σε σχέση με τους βασιλικούς τάφους”. Έχει όμως έτοιμη τη δικαιολογία: “αυτοί οι τάφοι όμως είχαν λεηλατηθεί τόσες φορές, και μόλις 50 χρόνια από τον θάνατο του Αλεξάνδρου, που θα έπρεπε να εκπλαγούμε αν βρίσκαμε και το παραμικρό ίχνος”.

Ικανοποιημένος από την “αποδόμηση” των επιχειρημάτων του Τάφελ ο Ντελακουλόνς καταλήγει: “Αυτές οι παρατηρήσεις μας οδηγούν στη κοινή μας πεποίθηση. Στην Έδεσσα πρέπει να τοποθετήσουμε τον ιερό τόπο της μακεδονικής βασιλείας. Έδεσσα και Αιγές δεν είναι παρά μία και μόνο πόλη”!

Η εμμονή του νεαρού Γάλλου ελληνιστή που κλείνει τα μάτια μπροστά στο προφανές μας εντυπωσιάζει. Η ρήση του Ιουστίνου είχε δημιουργήσει σχεδόν θρησκευτική πίστη που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει. Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ντελακουλόνς. Η συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών είχε την ίδια αντίδραση.

Ο συνάδελφος, φίλος και συνοδοιπόρος του Ντελακουλόνς, Εζέ, θα βρεθεί στο χωριό Παλατίτσα, στις αρχαίες Αιγές, δυό φορές. Παρακινούμενος από την ανάγνωση του “Ταξιδιού στη Μακεδονία” του Γάλλου προξένου Κουζινερύ θα επισκεφτεί τον χώρο που είχε υποδείξει το 1776 στον Κουζινερύ ο Μπεκέλας της Βεροίας, ο προπάππος του Δημητρίου Βικέλα. Για την τοποθεσία “Παλάτια” είχε γράψει πρώτος ο γεωγράφος και επίσκοπος Ναυπάκτου Μελέτιος, στη Γεωγραφία του. Κατά τον Μελέτιο στη θέση εκείνη βρισκόταν η αρχαία Πέλλα. Όπως όμως είχε παρατηρήσει ο Μπεκέλας, σε ερώτηση του Κουζινερύ, η θέση Παλάτια δεν βρισκόταν κοντά στα Γιαννιτσά όπως έγραφε ο Μελέτιος αλλά νότια του Αλιάκμονα στις πλαγιές των Πιερίων, ένα μέρος με πολλές αρχαιότητες. Δεν είχε καμιά σχέση με την Πέλλα. Ο Εζέ, μετά την πρώτη επίσκεψη εκεί το 1855 όπου διαπίστωσε την ύπαρξη αρχαίων, θα οργανώσει ειδική αποστολή το 1861 χρηματοδοτούμενη από τον Γάλλο αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ’. Εξετάζοντας τα αρχαία, ψηλά στο πλάτωμα όπου είχε ανεγερθεί στα βυζαντινά χρόνια η εκκλησία της Αγίας Τριάδος, θα καταλάβει ότι δεν πρόκειται για ένα κοινό κτήριο ή ναό όπως ο Παρθενώνας αλλά για παλάτι πρωτοφανών για την αρχαιότητα διαστάσεων, σύμβολο πολιτικής επιρροής και ισχύος. Ήταν παλάτι Μακεδόνων βασιλέων. Έκπληκτος από τα ευρήματα θα σπάσει το κεφάλι του να βρει την πόλη που κρυβόταν πίσω από τα σημαντικά ερείπια. Θα εξετάσει όλα τα ενδεχόμενα. Μήπως είναι η πόλη Ουάλλαι (Βάλλες) του γεωγράφου Πτολεμαίου; Αλλά πρόκειται για ύστερο ρωμαϊκό τοπωνύμιο, άρα απορρίπτεται. Μήπως είναι η πόλη Φυλακαί που δεν έχει βρεθεί ακόμη; Αλλά η θέση δεν ταιριάζει με τους αρχαίους χάρτες του Πτολεμαίου. Παρατηρεί όμως ότι μια πόλη ταιριάζει με τους χάρτες. Είναι “ένα μέρος που ο Πτολεμαίος ονομάζει Αιγαία πλην όμως οι σύγχρονοι γεωγράφοι την τοποθετούν οι μεν στις Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας που είναι η Έδεσσα, οι δε στο Αιγίνιο ή στην Αιγανέη της Εορδαίας που είναι και το πιθανότερο. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι η Αιγαία βρίσκεται στην Ημαθία” (Mission de Macédoine, 1876). Η τύφλωση που έχει επιφέρει το κείμενο του Ιουστίνου είναι άνευ προηγουμένου! Τελικά θα την αναφέρει στο κείμενο του απλά Αρχαία Πόλη, πόλη χωρίς όνομα.

Αριστερά το τοπογραφικό του Εζέ του 1861 και δεξιά σημερινός χάρτης των Αιγών.      (1) το Παλάτι, όπου υπήρχε ο Ι.Ν. της Αγίας Τριάδος (2) η Νεκρόπολη – που ο Εζέ ονομάζει αρχαία πόλη, (3) η Μεγάλη Τούμπα όπως την ονομάζει ο Εζέ όπου βρέθηκε ο τάφος του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο, (4) οι μεγάλες τεχνητές τούμπες και (5) το χωριό Παλατίτσα.

Screenshot from 2017-04-11 07-52-26.resized

Το Παλάτι όπως το σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Ντομέ (Daumet), μέλος της αποστολής Εζέ του 1861, με βάση τις διαστάσεις του οικοδομήματος

Screenshot from 2017-04-11 07-59-42

Θα περάσει ένας αιώνας πριν το θέμα ανακύψει ξανά. Θα το επαναφέρει η Ελληνίδα Φανούλα Παπάζογλου η οποία το 1957 θα υποστηρίξει ότι είναι λάθος η ταύτιση των Αιγών με την Έδεσσα. Στις γνωστές θέσεις του Πτολεμαίου, του Πλινίου και του Πλουτάρχου θα προσθέσει και δυο επιγραφές του 3ου π. Χ αιώνα που αναφέρουν “Μακεδών εξ Εδέσσης” και “Μακεδών εξ Αιγεών”. Μετά τον Γερμανό Τάφελ θα είναι η πρώτη φορά που κάποιος άλλος θα αποδείξει με επιχειρήματα την μεγάλη πλάνη. Παρόλα αυτά θα πρέπει να φτάσει το 1972, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος Χάμοντ (N. G. L. Hammond, A History of Macedonia, Oxford, 1972) θα συμπλεύσει με την άποψη αυτή. Και φυσικά το τέλος του λάθους θα φέρει ο καθηγητής Ανδρόνικος το 1976 ο οποίος θα δείξει πόσο δίκιο είχε ο γεωγράφος Πτολεμαίος και πόσο άδικο ο Ιουστίνος!

Κλείνοντας θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η, μακροβιότερη ίσως, ιστορική πλάνη έγινε δυνατή λόγω της απώλειας σημαντικών έργων της αρχαιότητας για την Μακεδονία. Από το κεφάλαιο του 7ου βιβλίου του Στράβωνα που αφορούσε την Μακεδονία έχουν σωθεί ελάχιστα τμήματα. Πιο άτυχοι είμαστε με τα γραπτά των Μακεδόνων ιστορικών. Τόσο οι μακεδονικές ιστορίες (Μακεδονικαί Ιστορίαι) του Μαρσύα Φιλιππέως, όσο και η Ιστορία του, συμμαθητή και φίλου του Αλεξάνδρου, Μαρσύα Πελλαίου καθώς και τα “Μακεδονικά Πάτρια” του Θεαγένη έχουν δυστυχώς χαθεί. Έτσι όλα τα βλέμματα στάθηκαν στην σύνοψη του Ιουστίνου. Κι ενώ ο συνδυασμός παραγράφων άλλων αρχαίων κειμένων, όπως του Πλουτάρχου, οδηγούσε λογικά στην αποκάλυψη της αλήθειας αιώνες νωρίτερα, χρειάστηκε η αρχαιολογική σκαπάνη να λύσει, σαν άλλο γόρδιο δεσμό, το μεγάλο γρίφο της τοποθεσίας των Αιγών. Ίσως όμως να ήταν έτσι καλύτερα. Γιατί γνωρίζουμε τί συνέβαινε όταν δυτικοί αρχαιολάτρες ανακάλυπταν αρχαία στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα! Σήμερα δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε στο Λούβρο για να θαυμάσουμε τα αριστουργήματα της αρχαίας μακεδονικής τέχνης που βρέθηκαν – και συνεχίζουν να ανευρίσκονται – στις Αιγές. Μια επίσκεψη στη Βεργίνα αρκεί.

(1) Απόσπασμα από την έκδοση “ex officina plantiniana raphelengii” του 1606 στο Λέιντεν (Leiden) της Ολλανδίας. H Έδεσσα γράφεται στο κείμενο Aedessa (Αίδεσσα).

Screenshot from 2017-04-22 12-14-45

“Sed et Caramus cum magna multitudine Graecorum, sedes in Macedonia responso oraculi jussus quaerere, cum in Emathiam venisset, urbem Aedessam, non sentienti bus oppidanis propter imbrium et nebulae magnitudinem, gregem caprarum imbrem fugientium secutus, occupavit; revocatusque in memoriam oraculi, quo jussus erat ducibus capris imperium quaerere, regni sedem statuit, religioseque postea observavit, quocunque agmen moveret, ante signa easdem capras habere, coeptorum duces habi turus, quas regni habuerat auctores. Urbem Aedessam ob memoriam muneris Aegeas, populum Aegeadas vocavit”.  (Iustini Liber VII)

(2) Nee me tam patiens Lacedaemon,
Nee tam Larissae percussil campus opimae,
Quam domus Albuneae resonantis
Et praeceps Anio, el Tiburni Iucus et uda
Mobilibus pomaria rivis
(Oratio I carm: VII)

(3) “ ὁ δ᾽οὖν Δημήτριος ἐπισφαλέστατα νοσήσας ἐν Πέλλῃ μικροῦ τότε Μακεδονίαν ἀπέβαλε, καταδραμόντος ὀξέως Πύρρου καὶ μέχρις Ἐδέσσης προελθόντος” (Πλουτάρχου Δημήτριος 43)

(4) “ὀλίγῳ δὲ ὕστερον πυθόμενος νοσεῖν τὸν Δημήτριον ἐπισφαλῶς ἐνέβαλε μὲν ἐξαίφνης εἰς Μακεδονίαν ὡς ἐπιδρομήν τινα καὶ λεηλασίαν ποιησόμενος, παρ᾽ ὀλίγον δὲ ἦλθε πάντων ὁμοῦ κρατῆσαι καὶ λαβεῖν ἀμαχεὶ τὴν βασιλείαν, ἐλάσας ἄχρι Ἐδέσσης μηδενὸς ἀμυνομένου” (Πλουτάρχου Πύρρος, 10 1-2)

(5) “τέλος δὲ Δημητρίου καταπολεμηθέντος ἐν Συρίᾳ Λυσίμαχος ἐπ᾽ ἀδείας γενόμενος καὶ σχολάζων εὐθὺς ἐπὶ τὸν Πύρρον ὥρμησε καθημένου περὶ τὴν Ἔδεσσαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 12 5-6)

(6) “μετὰ τὴν μάχην δὲ εὐθὺς ἀνελάμβανε τὰς πόλεις, τῶν δὲ Αἰγαίων κρατήσας τά τε ἄλλα χαλεπῶς ἐχρήσατο τοῖς ἀνθρώποις, καὶ φρουρὰν Γαλατικὴν ἐν τῇ πόλει κατέλιπε τῶν μετ᾽ αὐτοῦ στρατευομένων, οἱ δὲ Γαλάται γένος ἀπληστότατον χρημάτων ὄντες ἐπέθεντο τῶν βασιλέων αὐτόθι κεκηδευμένων τοὺς τάφους ὀρύττειν, καὶ τὰ μὲν χρήματα διήρπασαν, τὰ δὲ ὀστᾶ πρὸς ὕβριν διέρριψαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 26)