13. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – τελευταίο μέρος

Ο τροχός της ζωής

Ο Μελέτιος μετά τις έντονες περιπέτειες και τα κυνηγητά βρίσκεται ελεύθερος αλλά χωρίς βιοποριστικές πηγές. Ζει πια χάρη στη φιλοξενία του προστάτη του Γάλλου προξένου και τα μαθήματα ελληνικών που του παραδίδει. Ετσι τίθεται στην υπηρεσία του προξένου και εμμέσως και στην υπηρεσία του κόμη Σουαζέλ-Γκουφφιέ. Σε επιστολή του Οκτωβρίου 1791 ο Κουζινερύ αναφέρει “ότι η αποστολή (δύο πράσινων κιόνων) θα γίνει το χειμώνα γιατί το καλοκαίρι υπάρχουν πολλοί Τούρκοι έξω τα βράδια και υπάρχει κίνδυνος να αποκαλυφτεί τόσο ο πωλητής όσο κι εγώ ενώ το χειμώνα δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Ο μητροπολίτης Βοδενών κι εγώ δεν παραμελούμε τίποτα για τις έρευνες που σας ενδιαφέρουν”. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Γάλλος πρέσβης γράφει στον Κουζινερύ ότι θα “ήθελα να εκφράσω την ευαρέσκειά μου στον μητροπολίτη Βοδενών για το ενδιαφέρον που δείχνει για την επιτυχή έρευνα των αρχαιοτήτων”.

Ακουαρέλα του 1789 που δείχνει τη φόρτωση των μαρμάρων του Σουαζέλ-Γκουφφιέ στη Κωνσαντινούπολη με προορισμό την Μασσαλία.

Aquarelle Hillaire 1789

Είναι ήδη τέλος του 1791. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 έχει σαρώσει απ’άκρη σ’άκρη τη Γαλλία και νέες ιδέες προβάλλουν στη Δύση. Ο δεύτερος ρωσοτουρκικός πόλεμος πλησιάζει στο τέρμα του. Ο Ιωσήφ ΙΙ της Αυστρίας, σύμμαχος της Αικατερίνης της Μεγάλης στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας, έχει ήδη κλείσει ειρήνη με τον σουλτάνο διαφυλάσσοντας τα λίγα κέρδη του πολέμου. Αισθάνεται ένα νέο κίνδυνο να έρχεται από δυσμάς με πρώτο θύμα την αδερφή του Μαρία Αντουανέττα. Η Μεγάλη Αικατερίνη από τη μεριά της δύσκολα θα μπορέσει να υλοποιήσει το μεγαλόπνοο σχέδιο του πρίγκηπα Ποτέμκιν για παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στεφανώνοντας αυτοκράτορα και συνεχιστή της αυτοκρατορίας τον εγγονό της Κωνσταντίνο στην Αγία Σοφία στη Κωνσαντινούπολη. Εχει ήδη κατακτήσει όλες τις βόρειες ακτές της Μαύρης θάλσσας μέχρι τον Δνείστερο ποταμό και αισθάνεται αρκετά ευχαριστημένη. Τον Ιανουάριο του 1792 θα κλείσει ειρήνη με τους Οθωμανούς στο Ιάσιο της (τότε) Μολδαβίας διασφαλίζοντας τα μεγάλα κέρδη της. Ο πράκτοράς της Λουίτζι Σωτήρης έχει καταφέρει να ξεσηκώσει τους Σουλιώτες που αρχίζουν την πολυετή αναμέτρηση με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων που θα τους οδηγήσει τελικά σε οδυνηρό ξεριζωμό. Ο νέος σουλτάνος Σελίμ Γ’ επιθυμούσε κι αυτός να τελειώσει τον πόλεμο που άρχισε ο προκάτοχός του Αμπντούλ Χαμίτ για να μεταρρυθμίσει την αυτοκρατορία που παράπαιε.

Ποια είναι η τύχη όμως των πρωταγωνιστών μας σε έναν κόσμο που σείεται; Ο πρέσβης Σουαζέλ-Γκουφφιέ θα αρνηθεί τις σημαντικές θέσεις που του προτείνει το νέο καθεστώς, Ρώμη, Βιέννη, Λονδίνο. Θέλει να παραμείνει στην ανατολή, στη Κωνσταντινούπολη. Η παθητική αντίσταση θα τον φέρει σε πλήρη ρήξη με τη νέα επαναστατική κυβέρνηση και θα αντικασταθεί το φθινόπωρο του 1792. Θα αναχωρήσει τελικά αρχές 1793 σαν φυγάς πάνω σε ένα άλογο εξόριστος στη Ρωσία. Στο δρόμο προς τη Πετρούπολη θα μάθει για τον αποκεφαλισμό του Λουδοβίκου του 16ου και της Μαρίας Αντουανέττας. Εκεί του παρέχει άσυλο η Μεγάλη Αικατερίνη και του προσφέρει εκτάσεις στη Λιθουανία. Ο Κουζινερύ θα κατηγορηθεί σαν εχθρός της Επανάστασης το 1792 από τους συμπατριώτες του της Θεσσαλονίκης και θα παυτεί από πρόξενος το 1793. Την επόμενη χρονιά θα καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο στη γενέτειρά του Μασσαλία και θα καταφύγει στα αδέλφια του στη Σμύρνη, κι αυτός ένας άλλος φυγάς. Και ο Μελέτιος, ο πρώτος φυγάς της ιστορίας μας; Ευρισκόμενος στο μέσον μιας τεράστιας καταιγίδας όπου χάνονταν τα στηρίγματά του θα εξομαλύνει τις σχέσεις του με την Μητέρα Εκκλησία. Θα υποβάλει στις 29 Αυγούστου 1792 στη Κωνσταντινούπολη το εξής γράμμα παραίτησης από τη θέση του Μητροπολίτη Βοδενών:

“Δια του παρόντος ενυπογράφου και εσφραγισμένου γράμματος η ταπεινότης η εμή δηλοποιεί ότι παραιτείται οικιοθελώς και απαραβιάστως της ελεηθείσης αυτή επαρχίας, αγιωτάτης μητροπόλεως Βοδενών, προς την κοινήν μητέρα / και ευεργέτιδα αγίαν Χ(ριστο)ύ Εκκλησίαν, φανερούσα τε και βεβαιούσα, ότι ουκ έχει εις το εξής μηδεμίαν / μετοχήν της επαρχίας εκείνης προσυποσχομένη τε άμα ότι ουδέποτε κινήσει αγωγήν τινα, ήτοι αμέσως ή / και εμμέσως εν όλη τη ζωή αυτής προς το επαναλαβείν την επαρχίαν ταύτην Βοδενών, ως αυθορμήτως / και εθελουσίως νυν παραιτουμένη της ρηθείσης επαρχίας προς την αγίαν του Χ(ριστο)ύ εκκλησίαν. Οθεν και / εις ένδειξιν της τοιαύτης οικειοθελούς παραιτήσεως αυτής, και απαραβιάστου απελευθερώσεως της αγιωτά/της Μητροπόλεως Βοδενών, ποτέ επαρχίας αυτής γέγραπται το παρόν ενυπόγραφον εσφραγισμένον της παρ/αιτήσεώς μου αποδεικτικόν γράμμα, και δέδοται προς την αγίαν του Χ(ριστο)ύ εκκλησίαν εις διηνεκή την βεβαίωσιν / ,αψsβ’ αυγούστου κθ’”

Η επιστολή παραίτησης βρέθηκε τελευταία στον κώδικα Θ’ , σελ. 33 του Οικουμενικού Πατριαρχείου χάρη στην έρευνα της κ. Δήμητρας Γαλανοπούλου. Ηταν άγνωστη μέχρι σήμερα και συμπληρώνει ένα μεγάλο κενό. Η επιστολή παραίτησης εξηγεί επίσης την έλλειψη πράξης καθαίρεσης του Μητροπλίτη Μελετίου. Απλά φαίνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ καθαίρεση αντίθετα με την πληροφορία που δίνει η Εκκλησιαστική Αλήθεια της 24ης Νοεμβρίου 1882 ότι δηλαδή “…πατριαρχούντος Νεοφύτου του από Μαρωνείας (ο Μελέτιος) καθηρέθη…”. Ενα ερώτημα για τους ειδήμονες φυσικά είναι πως εξελέγη Μητροπολίτης Βοδενών ο Επίσκοπος Ελυθερουπόλεως Τιμόθεος τον Αύγουστο του 1790 ελλείψει προηγούμενης απόφασης καθαίρεσης ή επιστολής παραίτησης του Μελετίου. Η επιστολή παραίτησης πάντως πιστοποιεί την αναθέρμανση των σχέσεων του Μελετίου με τον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’. Ο τελευταίος θα βρεθεί, με τη σειρά του, στο μάτι του κυκλώνα με την αναγκαστική παραίτησή του την 1η Μαρτίου 1794 απο τον πατριαρχικό θρόνο. Κύριος λόγος ήταν η αντίδραση “των εν Κωνσταντινουπόλει ενδημούντων αρχιερέων”, των κοινώς λεγομένων γερόντων, στην προσπάθεια του να αποπέμψει τους ζωηρότερους αρχιερείς στις εκκλησιαστικές επαρχίες. Μια περίπτωση από αυτές ήταν σίγουρα και αυτή του Μελετίου.

Οι παλιοί λέγανε ότι η ζωή είναι τροχός που μια σε ανεβάζει και μια σε κατεβάζει. Αυτό συνέβη και με όλους τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας. Ο Νεόφυτος εκλήθη πάλι το 1798 στον πατριαρχικό θρόνο. Τρεις μήνες πριν από τη λήξη της δεύτερης θητείας, τον μήνα Μάρτιο του 1801 “…οι ενδημούντες αρχιερείς και αδεία του παναγιωτάτου και σεβασμιωτάτου ημών αυθέντου και δεσπότου του οικομενικού πατριάρχου κυρίου Νεοφύτου συνελθόντες εν τω πανσέπτω πατριαρχικώ ναώ του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου και ψήφους κανονικάς προβαλλόμενοι εις εύρεσιν και εκλογήν αξίου και αρμοδίου προσώπου του αναδεξομένου την αρχιερατικήν προστασίαν και ποιμαντικήν ράβδον της αγιωτάτης ταύτης μητροπόλεως (σημ. Νεοκαισαρείας και Ιναίου) πρώτον μεν εθέμεθα τον πανιερώτατον μητροπολίτην πρώην Βοδενών, συνάδελφον ημών αγαπητόν κυρ Μελέτιον…”. Έτσι ο Μελέτιος θα επανεκλεγεί μητροπολίτης, στη Νεοκαισάρεια του Πόντου αυτή τη φορά. Τελευταία γραπτή μαρτυρία που τον αφορά είναι η συμμετοχή του ως Μητροπολίτη Καισαρείας της Καπαδοκίας πλέον στην εκλογή του Θεοδοσίου στη Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου το 1818. Στη Καισάρεια της Καπαδοκίας “θα εκμετρήσει τον βίον του” όπου και θα ταφεί.
Ο Κουζινερύ θα επανέλθει στη Γαλλία μετά την Παλινόρθωση και την παραγραφή των πράξεων του επαναστατικού καθεστώτος από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και θα ονομαστεί ξανά πρόξενος στη Θεσσαλονίκη το 1814. Θα συνταξιοδοτηθεί το 1819 και θα αρχίσει τη συγγραφή βιβλίων και δοκιμίων στο Παρίσι. Θα γίνει ακαδημαϊκός και θα αναγνωριστεί ως ένας από τους κορυφαίους νομισματολόγους της εποχής. Θα αφήσει τη τελευταία του πνοή τον Ιανουάριο του 1833 στο Παρίσι. Ο κόμης Σουαζέλ-Γκουφφιέ θα επανέλθει κι αυτός στη Γαλλία του Ναπολέοντα και θα ξοδέψει μιαν άλλη περιουσία για να συγκεντρώσει τα αγαπημένα του μάρμαρα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Θα τα μεταφέρει στο Παρίσι με στόχο να κτίσει ένα ειδικό μουσείο γι αυτά. Θα ξαναβρεί το τίτλο του ακαδημαϊκού και θα συνεχίσει την έκδοση των άλλων τόμων του βιβλίου του “Γραφικό ταξίδι στην Ελλάδα”. Θα κλείσει τα μάτια του το 1817.

Ένας γιος μικροαστού δικηγόρου της Μασσαλίας που έγινε πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, ένας πλούσιος Γάλλος αριστοκράτης που έγινε πρέσβης στη Κωνσταντινούπολη και ένας φτωχός Κώος που έγινε μητροπολίτης Βοδενών, συνέδεσαν απρόβλεπτα τις τύχες τους για λίγο σε μια εποχή κοσμοϊστορικών ανακατατάξεων και τριγμών που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας. Είναι από τα παιχνίδια που παίζει καμιά φορά η ζωή και μοιάζουν σαν παραμύθια.

12. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η καταδίωξη του Μητροπολίτη Μελετίου στη Θεσσαλονίκη

Το τάγμα των Λαζαριστών μοναχών ιδρύθηκε to 1625 στη Γαλλία από τον Βενσάν ντε Πώλ (Vincent de Paul) με στόχο τη περίθαλψη και διακονία των πτωχών και κατατρεγμένων. Η Καθολική εκκλησία τον έχει ανακηρύξει Άγιο (Saint Vincent de Paul). Η πρώτη έδρα των μοναχών ήταν ένα παρεκκλήσι της περιοχής Σαιν Λαζάρ (Saint Lazare) δίπλα στο Ι.Ν. του Αγίου Λαζάρου στο Παρίσι. Από εκεί προέρχεται και το όνομά τους. Οι Λαζαριστές έρχονται στη Θεσσαλονίκη το 1783 και εγκαθίστανται στον ναό που έχουν ήδη ανεγείρει οι Ιησουίτες μοναχοί το 1742 στην εσωτερική αυλή του γαλλικού προξενείου στην οδό Φράγκων (Φραγκομαχαλάς). Στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο βρισκόταν τότε και η γαλλική προξενική κατοικία που επικοινωνούσε με τον αυλόγυρο. Ο παλιός ναός με την προξενική κατοικία και οι γειτνιάζουσες οικοδομές καταστράφηκαν το 1839 από μια μεγάλη πυρκαγιά. Ο ναός ξαναχτίστηκε το 1899 ακριβώς στην ίδια θέση σε σχέδια του περίφημου αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι. Σ’αυτό το τετράγωνο θα στηθεί το καλοκαίρι του 1790 το σχέδιο για τη σύλληψη του Μελετίου. Ας σημειωθεί ότι η Μονή Λαζαριστών που βρίσκεται στη Σταυρούπολη και η οποία ιδρύθηκε έναν αιώνα αργότερα δεν έχει καμμιά σχέση με τα γεγονότα της περιόδου στην οποία αναφερόμαστε.

Αριστερά σημερινή φωτογραφία του τετραγώνου όπου βρίσκονταν τον 18ο αιώνα το γαλλικό προξενείο, η προξενική κατοικία και ο καθολικός ναός των Λαζαριστών στο κέντρο της εσωτερικής αυλής μεταξύ των οδών Φράγκων και Καθολικών στη Θεσσαλονίκη. Μέσα στον κύκλο βρίσκεται ο νέος ναός στο ίδιο ακριβώς σημείο. Το βέλος δείχνει την μοναδική είσοδο στον αυλόγυρο του ναού. Στη διπλανή φωτογραφία η είσοδος όπως είναι σήμερα.

Kath Ekklisia kai Eisodos.resized

Τα γεγονότα, όπως τα περιγράφει ο Κουζινερύ στην απαντητική επιστολή προς τον πρέσβη, ειναι καταιγιστικά θυμίζοντας αστυνομικό μυθιστόρημα. Ενας ιερωμένος, πατριαρχικός έξαρχος, στέλλεται από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει στη σύλληψη του Μητροπολίτη Βοδενών. Ο έξαρχος πληροφορείται ότι ο Μελέτιος κρύβεται στο πρεσβυτέριο των Λαζαριστών, δηλαδή στο σύνηθες οίκημα δίπλα από τους ναούς όπου διαμένουν οι (άγαμοι) καθολικοί ιερείς. Οργανώνεται λοιπόν ένα σχέδιο παγίδευσης του Μελετίου μέσα στο συγκρότημα του καθολικού ναού. Το σχέδιο προβλέπει την είσοδο δύο ατόμων για την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης: του πατριαρχικού εξάρχου και ενός δικαστικού λειτουργού κατόπιν συνεννοήσεως με τον δικαστή της πόλης. Ο αυλόγυρος στον οποίο βρίσκεται ο καθολικός ναός έχει μια και μοναδική είσοδο που ελέγχεται από τους ιερείς του ναού. Ο έξαρχος για να μπει στο πρεσβυτέριο θα προσποιηθεί ότι είναι ένας γνωστός του Μελετίου που ήρθε να γευματίσει μαζί του. Ο οθωμανός δικαστικός θα εισέλθει λίγο αργότερα χρησιμοποιώντας επίσημο φιρμάνι. Το σχέδιο προβλέπει ότι ο δικαστικός θα παρουσιαστεί την ώρα που ο έξαρχος θα παίρνει το γεύμα του με τον Μελέτιο. Ο Μελέτιος θα βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπος με τον δικαστικό την ώρα του φαγητού και μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά θα παραδοθεί: “Ο έξαρχος έχοντας μάθει ότι ο μητροπολίτης κρυβόταν στους Λαζαριστές προσποιήθηκε ότι ήταν φίλος του και έτσι μπήκε στο πρεσβυτέριο. Το σχέδιό του ήταν να φέρει τον μητροπολίτη πρόσωπο με πρόσωπο με ένα δικαστικό λειτουργό έτσι ώστε να αναγκαστεί να παραδοθεί”. Ολα βαίνουν όπως έχουν σχεδιαστεί με μια μόνο διαφορά. Ο Μελέτιος την τελευταία στιγμή υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά και εξαφανίζεται λίγο πριν κάνει την εμφάνισή του ο οθωμανός δικαστικός. Όπως η προξενική κατοικία του Κουζινερύ ήταν δίπλα στη Μονή ο δικαστικός υποψιάζεται ότι ο Μελέτιος διέφυγε στη προξενική κατοικία του Κουζινερύ όπου κρυβόταν παλιότερα. Δικαιολογείται στους ιερείς ότι έχει γίνει κάποιο λάθος και ζητά αμέσως να επισκεφτεί την προξενική κατοικία. “Ο δικαστικός παρουσιάστηκε στο πρεσβυτέριο όπου επρόκειτο να γευματίσει ο μητροπολίτης με τον έξαρχο αλλά δεν μπόρεσε τελικά να τον δει. Το όργανο της τάξης αφού δικαιολογήθηκε ότι είχε κάνει λάθος θέλησε να έλθει να μου μιλήσει στο σπίτι μου”. Και ο Κουζινερύ συνεχίζει “Τον έφεραν στο σπίτι μου και εκεί μου έδειξε ένα φιρμάνι και το γράμμα της Εξοχότητάς Σας. Του πρόσφερα να κοιτάξει παντού στο σπίτι μου, όχι γιατί είχα υποχρέωση, αλλά για να πείσει τον ανώτερό του που υποψιαζόταν ότι τον έκρυβα εγώ. Ο δικαστικός αποσύρθηκε χωρίς άλλες διατυπώσεις. Αργότερα ο Μουλάς μου έδωσε μια γραπτή βεβαίωση ότι ο μητροπολίτης δεν ήταν στο σπίτι μου”. Κλείνοντας το γράμμα ο Κουζινερύ διαβεβαιώνει τον πρέσβη ότι ο “μητροπολίτης έχει διάφορες κρυψώνες”.

Ο Μελέτιος κατορθώνει λοιπόν να ξεφύγει από την παγίδα που του έχουν στήσει και με την βοήθεια του Κουζινερύ και την ηθική συμπαράσταση του πρέσβη συνεχίζει να κρύβεται από τις οθωμανικές και εκκλησιατικές αρχές για πολλούς ακόμη μήνες. Τη συνέχεια της υπόθεσης θα την μάθουμε από μιαν άλλη επιστολή του Κουζινερύ προς τον πρέσβη που έγραψε ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 1791: “Ο μητροπολίτης Βοδενών πέρασε πολλούς μήνες εκτός της οικίας μου και δεν ήταν εδώ όταν ο απεσταλμένος του Πατριάρχη με επισκέφτηκε. Αφού ο Πατριάρχης είχε εκλέξει άλλον στα Βοδενά και αφού ο τέως μητροπολίτης είχε απογυμνωθεί του τίτλου του και μπορούσε πλέον να περιφέρεται ελεύθερα αποφάσισα να τον υποδεχτώ στο σπίτι μου σαν φίλο και σαν δάσκαλο των ελληνικών”. Σύμφωνα με τον πρόξενο έχει εκλεγεί κάποιος άλλος τώρα Μητροπολίτης Βοδενών και ο Μελέτιος μπορούσε πλέον να κυκλοφορέι ελεύθερα κι έτσι τον φιλοξενεί στο σπίτι του σαν δάσκαλο των ελληνικών. Δυστυχώς δεν δίνει την ημερομηνία της εκλογής του διαδόχου του. Σύμφωνα με τα έως σήμερα γνωστά στοιχεία τον αύγουστο του 1790 το Πατριαρχείο εξέλεξε τον Τιμόθεο στη θέση του Μελετίου αν και στους επισκοπικούς καταλόγους της Ι. Μ. Εδέσσης κ Πέλλης παρεμβάλλεται κατά παράδοξο τρόπο και κάποιος Μητροπολίτης Νεκτάριος μεταξύ τους. Στην ίδια επιστολή ο Κουζινερύ θα ζητήσει έμμεσα την διαμεσολάβηση του πρέσβη Σουαζέλ-Γκουφφιέ στον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’ πλέκοντας το εγκώμιο του Μελετίου: “Το ταλέντο και η ποιότητα του ανδρός με έκαναν να ενδιαφερθώ για την τύχη του. Είμαι πεπεισμένος ότι ο Πατριάρχης δεν θα αρνιόταν στην Εξοχότητά Σας να του χορηγήσει αμνηστία και συγχώρεση των λαθών που όμως δεν έκανε αν κρίνουμε από την έκφραση της λύπης του λαού των Βοδενών. Κάνω αυτή τη παράκληση γιατί γνωρίζω την εκτίμηση που τρέφει η Εξοχότητά Σας στα άτομα που καλλιεργούν τα γράμματα όπως ο μητροπολίτης Βοδενών και που είναι άψογοι. Εάν όμως η Εξοχότητά Σας κρίνει ότι δεν πρέπει να φιλοξενώ τον μητροπολίτη τότε θα τον προτρέψω να πάει στη Κωνσταντινούπολη να συναντήσει τους γονείς του όπως επιθυμεί. Αλλά η πρώτη του επιθυμία είναι να μείνει μακριά από τον άνθρωπο που άδικα έγινε ο εχθρός του.” Ο Κουζινερύ φαίνεται πεπεισμένος ότι ο Μελέτιος είναι αθώος για τις κατηγορίες που έχουν εκτοξευτεί εναντίον του και τις οποίες υιοθέτησε ο Νεόφυτος Ζ’. Δυστυχώς δεν αναφέρει τι κατηγορίες μπορεί να είναι αυτές. Ο λαός όμως των Βοδενών φαίνεται ότι έχει μετανιώσει και εκφράσει τη λύπη του πράγμα που κατά τον Κουζινερύ αποδεικνύει ότι είναι αθώος για τα σφάλματα που του προσάπτουν.

Η Ροτόντα που ονομάζει Ιερό των Καβείρων ο Κουζινερύ στο βιβλίο του

Rotonda Cousinery.resized

Στο επόμενο: Η Γαλλική Επανάσταση βάζει τέλος στη συνεργασία των τριών – Η παραίτηση του Μελετίου – Ο τροχός της ζωής

11. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η διαφυγή του Μητροπολίτη Μελετίου από την Έδεσσα

Είναι γνωστό ότι από την περίοδο της Άλωσης, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ είχε παραχωρήσει προνομιακό καθεστώς στην Εκκλησία με το οποίο ο Πατριάρχης και το περιβάλλον του θεωρήθηκαν συνεχιστές της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης. Αναγνωρίστηκε στην Εκκλησία η νομική θέση θρησκευτικής κοινότητας (millet) καθιστώντας τον Πατριάρχη προσωπικά υπεύθυνο έναντι του σουλτάνου για τη σχετικά ανεξάρτητη διοίκησή της. Ο εκάστοτε Πατριάρχης παραλάμβανε με την ενθρόνισή του από τον σουλτάνο τη βακτηρία σαν σύμβολο της αναγνώρισής του ως θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη (millet-bashi) όλης της ορθόδοξης κοινότητας. Η εξουσία του Πατριάρχη εκτεινόταν στη πλήρη αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας και στην ανεξάρτητη διαχείρηση όλων των υποθέσεων των ορθοδόξων. Ο Σουλτάνος θεωρούσε τον Πατριάρχη ως άμεσο υφιστάμενό του που διόριζε και έπαυε κατά βούληση (Δ. Γαλανοπούλου, “Νεόφυτος Z’ και το έργο του”). Μέσα σ’αυτό το γενικό πλαίσιο θα πρέπει να τοποθετήσουμε και την επόμενη επιστολή του Γάλλου πρέσβη προς τον Κουζινερύ στις αρχές Ιουλίου 1990: “Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ανέφερε στην Υψηλή Πύλη ότι ο Μητροπολίτης Βοδενών το έσκασε (s’était enfui) από τη Μητρόπολή του μη υπακούοντας στις διαταγές του Σουλτάνου να έρθει και να δώσει εξηγήσεις (στον Πατριάρχη) για την διοίκησή του και ότι βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Ο επίσκοπος αυτής της πόλης (δηλ. Θεσσαλονίκης) έγραψε στον Πατριάρχη ότι ο Μητροπολίτης (Βοδενών) βρήκε άσυλο στην οικία σας. Ο Πατριάρχης ζήτησε από την Πύλη να επέμβω και να απαιτήσω την παράδοση του Μητροπολίτη Βοδενών στον επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Η Υψηλή Πύλη με παρακάλεσε να δώσω συνέχεια στο αίτημα του Πατριάρχη”. Τα γεγονότα είναι εντυπωσιακά. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος φεύγει εσπευσμένα για κάποιο λόγο από την Έδεσσα και εξαφανίζεται. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ανακαλύπτει ότι κρύβεται στο σπίτι του Γάλλου προξένου Κουζινερύ και ειδοποιεί τον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’ που ανέλαβε παριαρχικά καθήκοντα το 1789 μετά την απομάκρυνση του Προκοπίου. Ο Πατριάρχης ζητά από τον Σουλτάνο να παρέμβει ζητώντας από τις γαλλικές διπλωματικές αρχές την παράδοση του Μελετίου στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Η παρέμβαση της Υψηλής Πύλης στον πρέσβη πραγματοποιείται και έτσι ο πρέσβης στέλνει την παραπάνω επιστολή στον Κουζινερύ. Το γεγονός όμως ότι “ο Μητροπολίτης Βοδενών το έσκασε από τη Μητρόπολή του μη υπακούοντας στις διαταγές του Σουλτάνου” σημαίνει ότι ο Πατριάρχης είχε προσκαλέσει σε πρώτο στάδιο – και μέσα στα πλαίσια του αυτοδιοίκητου της Εκκλησίας – τον Μελέτιο να παρουσιαστεί στο Πατριαρχείο για να δώσει εξηγήσεις για ένα θέμα το οποίο μας είναι άγνωστο. Ο Μελέτιος προφανώς αγνόησε την πρόσκληση πράγμα που ανάγκασε το Πατριαρχείο να ζητήσει τη συνδρομή του Σουλτάνου για να προσαχθεί αναγκαστικά στη Κωνσταντινούπολη. Όταν ο Μελέτιος έλαβε γνώση της διαταγής του Σουλτάνου για άμεση προσαγωγή του στο Πατριαρχείο εγκαταλείπει εσπευσμένα την Έδεσσα και εξαφανίζεται “μη υπακούοντας στις διαταγές του Σουλτάνου να έρθει και να δώσει εξηγήσεις για την διοίκησή του”. Ο Πατριάρχης όμως ενημερώνεται κάποια στιγμή από τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ότι ο Μελέτιος κρύβεται στο σπίτι του Γάλλου προξένου, δηλαδή ενός ξένου διπλωμάτη, και αναγκάζεται να ζητήσει εκ νέου τη συνδρομή του Σουλτάνου. Το αίτημα προς τον Υχηλή Πύλη τώρα είναι να γίνει η αναγκαία παρέμβαση στον Γάλλο πρέσβη έτσι ώστε ο Γάλλος πρόξενος Θεσσαλονίκης να παραδώσει τον Μελέτιο στον Μητροπολίτη της πόλης αυτής: “Ο Πατριάρχης ζήτησε από την Πύλη να επέμβω και να απαιτήσω να παραδώσετε τον Μητροπολίτη Βοδενών στον επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Η Υψηλή Πύλη με παρακάλεσε να δώσω συνέχεια στο αίτημα του Πατριάρχη”. Ο Μελέτιος λοιπόν αναζητείται για να λογοδοτήσει ενώπιον του Πατριάρχη. Η συνδρομή του σουλτάνου ζητείται απλά και μόνο για την διευκόλυνση της προσαγωγής του στο Πατριαρχείο. Και ο Γάλλος πρέσβης συνεχίζει: “Σας υπενθυμίζω ότι ένας υποτελής της Αυτού Μεγαλειότητας που αρνείται να εκτελέσει τις διαταγές του δεν μπορεί να βρίσκει στις οικίες μας την ευκολία διαφυγής από την εξουσία του Άνακτoς. Αυτή η αρχή που σίγουρα σας είναι γνωστή δεν θα σας επέτρεπε παρά να δώσετε ένα προσωρινό άσυλο στον κύριο Μητροπολίτη των Βοδενών”. Από τη τελευταία φράση καταλαβαίνουμε ότι ο πρέσβης δεν κρατά κακία στο πρόξενο για την παροχή ασύλου στον μητροπολίτη, αρκεί το άσυλο να είναι προσωρινό. Θυμάται σίγουρα ότι ένα ανάγλυφο της συλλογής του ήταν έμμεσα δώρο του Μητροπολίτη Βοδενών. Δεν είναι δυνατόν όμως οι διπλωματικές κατοικίες να γίνονται άσυλο επί μακρόν ιδιαίτερα σε άτομα που είναι ανυπάκουα στις εντολές του Σουλτάνου. Κάνοντας έμμεση αναφορά στις σχέσεις του Κουζινερύ με τον Μελέτιο τονίζει ότι “το οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον δεν θα πρέπει να εξυπηρετείται με αντίθεση στις διαταγές της Αυτού Μεγαλειότητας. Φαντάζομαι ότι μόλις λάβετε αυτή την επιστολή (ο Μητροπολίτης) θα έχει ήδη υπακούσει ή θα έχει ψάξει αλλού για άσυλο”. Με άλλα λόγια ο Μελέτιος πρέπει είτε να υπακούσει στις εντολές του Σουλτάνου και να παραδοθεί στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ή να βρεθεί άλλος κρυψώνας εκτός της προξενικής κατοικίας.

Η Αψίδα του Γαλερίου σε λιθογραφία του Λουΐ Φωβέλ από το βιβλίο του Κουζινερύ – που λανθασμένα ονομάζει Αψίδα του Μ. Κωνσταντίνου – στα τέλη του 18ου αιώναΠύλη Γαλερίου Κουζινερύ

Η πρεσβευτική επιστολή έχει ημερομηνία 6 Ιουλίου 1790. Αυτό σημαίνει ότι το πρωταρχικό συμβάν που κίνησε όλη αυτή τη χρονοβόρα διαδικασία έγινε πολύ νωρίτερα. Δεν γνωρίζουμε πότε έγινε η πρώτη πρόσκληση απο τον Πατριάρχη στον Μελέτιο ούτε πότε δραστηριοποιήθηκαν οι οθωμανικές αρχές. Ούτε φυσικά πόσο χρόνο έμεινε κρυμμένος στην οικία του Γάλλου προξένου πριν το αντιληφτεί ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Φαίνεται βέβαια ότι στις 6 Ιουλίου 1790, ημερομηνία της επιστολής του πρέσβη, ο Μελέτιος φέρει ακόμη τον τίτλο του Μητροπολίτη Βοδενών. Ενδιαφέρον προκαλεί επίσης το γεγονός ότι ο Μελέτιος την δύσκολη εκείνη στιγμή δεν προστρέχει σε έναν άλλο μητροπολίτη ή έστω σε έναν προεστό ή κοτζαμπάση της ορθόδοξης κοινότητας. Ίσως γιατί η αιτία των προβλημάτων του να ήταν τέτοια που δεν θα επέτρεπε επαρκή προστασία έναντι του Πατριαρχείου και των οθωμανικών αρχών. Προστρέχει σε ένα καθολικό Γάλλο διπλωμάτη η οικία του οποίου αποτελεί άσυλο. Πέραν της πολύ στενής σχέσης που απαιτείται με τον Γάλλο διπλωμάτη, η κίνηση αυτή έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα. Σαν καθολικό, τον Κουζινερύ δεν τον αφορούν τα εσωτερικά της ορθόδοξης εκκλησίας έστω κι αν η σύζυγός του είναι μέλος της ορθόδοξης κοινότητας. Αν λοιπόν το πρόβλημα ήταν εκκλησιαστικής φύσεως ο Κουζινερύ θα κρατούσε μια ουδέτερη, μια αδιάφορη στάση. Κι έπειτα σαν διπλωμάτης είχε μεγαλύτερες δυνατότητες απόκρυψης και προστασίας έναντι των οθωμανικών αρχών. Γιατί όμως ένας Γάλλος πρόξενος να διακινδυνεύσει τη φήμη και το κύρος της χώρας του για χάρη ενός μητροπολίτη μιας μικρής πόλης; Ισως εκτός από την μεγάλη εκτίμηση προς το πρόσωπό του Μητροπολίτη να είχε και κάποια υποχρέωση προς αυτόν. Θα μπορέσει όμως τελικά ο Μελέτιος να ξεφύγει από τους διώκτες του;

Στο επόμενο: Η καταδίωξη του Μητροπολίτη Μελετίου στη Θεσσαλονίκη

10. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Οι σχέσεις του Κουζινερύ με τον Μητροπολίτη Βοδενών Μελέτιο

Ο Κόμης Σουαζέλ-Γκουφφιέ καταφτάνει το 1784 σαν νέος πρέσβης στη Κωνσταντινούπολη με μια αρμάδα επιστημόνων, σχεδιαστών και καλλιτεχνών και εγκαθίσταται στο περίφημο Παλάτι της Γαλλίας (Πρεσβεία της Γαλλίας στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης). Όπως πολύ εύστοχα θα παρατηρήσει κάποιος “έμοιαζε περισσότερο με επιστημονική παρά με διπλωματική αποστολή”.

Η πρεσβεία της Γαλλίας στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, η επονομαζόμενη και “Παλάτι της Γαλλίας”, σε ζωγραφικό πίνακα της εποχής

Πρεσβεία Γαλλίας

Λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, συγγραφέας ενός μπεστ-σέλερ που συγκίνησε τη Δύση, έχει μεγάλη αδυναμία σε αρχαία μάρμαρα, αγάλματα, ανάγλυφα και επιγραφές. Τα λεφτά δεν είναι πρόβλημα γι αυτόν αφού κατάγεται από πλουσιότατη οικογένεια. Οργανώνει έτσι ένα δίκτυο ανθρώπων για την ανεύρεση και αγορά αρχαιοτήτων. Τον πρωτεύοντα ρόλο στην ανεύρεση τους θα παίξει ο σχεδιαστής και ζωγράφος Λουί Φωβέλ (Louis Fauvel) που τον είχε βοηθήσει και στο βιβλίο του. Οταν η αγορά αρχαίων μαρμάρων δεν είναι δυνατή λόγω της άρνησης του Σουλτάνου να δώσει την απαραίτητη άδεια – όπως του συνέβη στη περίπτωση των μαρμάρων του Παρθενώνα πολύ πριν από τον Έλγιν – ο Φωβέλ θα σταλεί στην Αθήνα να φτιάξει γύψινα εκμαγεία. Στο δίκτυο των έμπιστων ανθρώπων ο Γάλλος πρέσβης θα βάλει προοδευτικά και τους προξένους της Γαλλίας σε Αθήνα, Σμύρνη και Θεσσαλονίκη.

Ετσι τον Μάιο του 1787, λίγο μετά την προαγωγή του σε γενικό πρόξενο της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, ο Κουζινερύ θα λάβει μιαν αναπάντεχη επιστολή από τον προϊστάμενό του πρέσβη. Το περιεχόμενο της ξεφεύγει από το καθαρά υπηρεσιακό ύφος (όλες οι επιστολές από G. Koutzakiotis “A la recherche du Royaume antique”): “Γνωρίζω ότι έχετε μια ειδική ευαισθησία για τις αρχαιότητες όπως κι εγώ. Θα ήταν άραγε αδιακρισία εκ μέρους μου αν σας παρακαλούσα να μοιραστείτε μαζί μου τα ευρήματα των ερευνών σας;” Ο πρέσβης παρότι βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη από το 1784 παίρνει την πρωτοβουλία να γράψει στον Κουζινερύ τρία χρόνια αργότερα, όταν δηλ. ο τελευταίος αναλαμβάνει επισήμως καθήκοντα γενικού προξένου και γίνεται άμεσα υφιστάμενος του. Αναφερόμενος στο ενδιαφέρον του Κουζινερύ για τις αρχαιότητες υπαινίσσεται τη γνωριμία τους τον Οκτώβριο του 1776 στη Θεσσαλονίκη. Ο νεαρός Σουαζέλ-Γκουφφιέ θα έμαθε τότε για τις γνώσεις και το ενδιαφέρον του Κουζινερύ για τα αρχαία νομίσματα. Δεν αποκλείεται μάλιστα ο τελευταίος να του είχε μιλήσει και για τη Πέλλα που μόλις είχε ανακαλύψει. Θα μπορούσε λοιπόν να γίνει ένας ιδανικός συνεργάτης του στην ανεύρεση, αγορά και αποστολή μαρμάρων από τη Μακεδονία. Στη συνέχεια της επιστολής υπογραμμίζει το ενδιαφέρον του για “πολύτιμα μάρμαρα όπως αγάλματα και κομμάτια αγαλμάτων, κίονες από πορφυρό ή πράσινο μάρμαρο ή από γρανίτη” και τον παρακαλεί να βοηθήσει στον εμπλουτισμό της συλλογής του. Σε ότι αφορά το κόστος “κρατείστε ένα κατάλογο με τα έξοδα που θα κάνετε και ενημερώστε με για τον τρόπο να σας αποπληρώσω. Μόνο μ’αυτόν τον όρο θα μπορούσα να δεχτώ τις υπηρεσίες σας”.

Ο Κουζινερύ του απαντά αμέσως, τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, και του υπόσχεται να κάνει ο,τι μπορεί για να ικανοποιήσει την επιθυμία του πρέσβη. Άλλωστε αμφότερες οι επιθυμίες είναι απόλυτα συμβατές και συμπληρωματικές: ο πρέσβης ψάχνει για μάρμαρα κι αυτός για νομίσματα. “Σε κάθε ευκαιρία θα προσπαθήσω να σας φανώ χρήσιμος” του απαντά. “Από την πρώτη μέρα της άφιξής μου στη Θεσσαλονίκη συνεχίζω τη μελέτη των νομισμάτων και έχω ήδη μια συλλογή αρκετά μεγάλη. Ελπίζω οι συνεχείς έρευνές μου να οδηγήσουν και στην ανεύρεση αρχαιοτήτων που επιθυμεί η Εξοχότητά Σας”. Πράγματι θυμόμαστε ότι ο Κουζινερύ σε επιστολή του προς τον διάσημο νομισματολόγο Ζοζέφ Εκέλ είχε αναφέρει, πριν ακόμη γίνει πρόξενος, ότι η συλλογή του μετρούσε ήδη 5000 αρχαία νομίσματα. Σε ένδειξη καλής θελήσεως μάλιστα προς τον πρέσβη τον πληροφορεί ότι θα του στείλει αμέσως ένα ανάγλυφο μάρμαρο, δυο μικρά αγάλματα και μια μπρούτζινη προτομή του Αδριανού που έχει ήδη στη κατοχή του. Επειδή πρόκειται για δώρα που του έχουν ήδη προσφερθεί τα στέλνει κι αυτός στον πρέσβη δωρεάν.“Το ένα άγαλμα παρουσιάζει την Ουράνια Αφροδίτη και το άλλο τον Ποσειδώνα. Η Αφροδίτη προέρχεται από την Αίγυπτο, ο Ποσειδώνας και η προτομή του Αδριανού από τη Σμύρνη”. Από πού προέρχεται όμως το ανάγλυφο; “Δέχτηκα πριν λίγο καιρό από τον Μητροπολίτη Βοδενών, την αρχαία Έδεσσα, ένα ανάγλυφο που δείχνει τέσσερα πρόσωπα καθισμένα γύρω από ένα τραπέζι”. Είναι Ιούνιος 1787 και – πληροφορούμαστε – ότι ο Κουζινερύ όχι μόνο γνώριζε καλά τον Μελέτιο αλλά ότι έχει δεχτεί από αυτόν και δώρο ένα αρχαίο ανάγλυφο. Μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε οτι ο Κουζινερύ έχει πάει κι άλλες φορές στην Έδεσσα κι έχει γνωριστεί και με τον διάδοχο του Γερμανού, Μελέτιο, ο οποίος είναι ήδη Μητροπολίτης Βοδενών από το 1782. Εκτός του ότι μια τέτοια γνωριμία εξυπηρούσε τα άμεσα συμφέροντά του, αφού η Πέλλα βρίσκόταν στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Βοδενών, είναι πιθανόν να εντυπωσιάστηκε από τη μόρφωση του Μελετίου, την ενεργητικότηατα και τον ενθουσιασμό του. Ο Μελέτιος με τη σειρά του θα βρήκε στο πρόσωπο του Γάλλου διπλωμάτη έναν αξιόλογο συνομιλητή και θα εκτίμησε τις γνώσεις και το ενδιαφέρον του για την αρχαία ελληνική τέχνη και ιστορία. Θα πρέπει να υπήρξε μια αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση.

Η αναφορά όμως σε ανάγλυφο μας κάνει να σκεφτούμε την επίσκεψη του Κουζινερύ στη Πέλλα μερικά χρόνια πρωτύτερα. Τότε εντυπωσιάστηκε από “ένα ανάγλυφο που είδα σε τοίχο της νέας εκκλησίας” η οποία είχε αναγερθεί αργότερα στη θέση του παλιού και ερειπωμένου ναού.

Το περίφημο ανάγλυφο με τους ηθοποιούς που ετοιμαζονται για μια θεατρική παράσταση

Ανάγλυφο εκκλησίας πέλλας

Ο νεαρός Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς, που όπως έχουμε ήδη αναφέρει έκανε μια μεγάλη περιοδεία στη Μακεδονία το 1855 ακολουθώντας τα βήματα του Κουζινερύ, περνώντας από την Πέλλα δεν έχασε την ευκαιρία να επισκεφτεί και τον ναό με το εντοιχισμένο ανάγλυφο που παρουσίασε ο Κουζινερύ στο βιβλίο του. Μας πληροφορεί ότι κατά την ανοικοδόμηση του ναού “είχαν διατηρήσει τον πτυχωτό κίονα που στήριζε την Αγία Τράπεζα. Το ανάγλυφο όμως που ήταν εντοιχισμένο στη νέα εκκλησία είχε εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια”. Κάποιοι λοιπόν είχαν αφαιρέσει το ανάγλυφο από τον τοίχο της εκκλησίας. Τι αναπαριστούσε το ανάγλυφο; “Η διάταξη των προσώπων και το ντεκόρ θυμίζει ένα μωσαϊκό και μια τοιχογραφία στη Πομπηΐα. Πρόκειται για ηθοποιούς στο χορήγιον ενός θεάτρου, το μέρος πίσω από την αυλαία όπου προετοιμάζονταν οι ηθοποιοί πριν αρχίσουν μια θεατρική παράσταση”. Πράγματι, παρατηρούμε ότι αυτός που κάθεται στο κέντρο και δεξιά βοηθά τον καθισμένο στη πολυθρόνα ηθοποιό, που ανασηκώνει ελαφρά τον χιτώνα του, να του δέσει κάτι στα πόδια (κορδέλες σανδαλιών;). Οι άλλοι, καθήμενοι ή όρθιοι, φαίνονται συγκεντρωμένοι, αναλογιζόμενοι ίσως τους ρόλους τους πριν αρχίσει η παράσταση. Το ανάγλυφο ήταν σημαντικό και επιβεβαιώνει ότι το θέατρο στη Πέλλα ήταν αρκετά δημοφιλές. Φιλοξενήθηκαν άλλωστε εκεί οι διασημότεροι καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο ποιητής και μαθητής του Σωκράτη Αγάθωνας και ο Ευριπίδης. Ο τελευταίος μάλιστα άφησε και τη τελευταία του πνοή στη Μακεδονία. Δυστυχώς μια πολύ πρόχειρη (διαδικτυακή) έρευνα στη συλλογή του Σουαζέλ-Γκουφφιέ, συλλογή που κατέληξε – μετά από πολλές περιπέτειες και δικαστικές διενέξεις – στο Παρίσι, δεν μας επέτρεψε να ταυτοποιήσουμε τα αντικείμενα που αναφέρει στην επιστολή του ο Κουζινερύ. Χρειάζεται μια εμπεριστατωμένη έρευνα. Τα ανάγλυφο πάντως που περιγράφει ο πρόξενος στην επιστολή του κάνει λόγο για τέσσερις καθισμένες φιγούρες ενώ το ανάγλυφο στο ναό των Αγίων Αποστόλων αποτελούνταν από έξι συνολικά πρόσωπα, τέσσερα καθισμένα και δυο όρθια. Παραμένει άγνωστο σε μας που βρισκεται το ανάγλυφο αυτό σήμερα.

Στο επόμενο: Η φυγή του Μελετίου από την Έδεσσα το 1790

9. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Ο Μητροπολίτης Βοδενών Μελέτιος

Το πατρικό μου σπίτι στη Έδεσσα βρίσκεται επί της οδού Αρχιερέως Μελετίου. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα αλλά αγνοούσα ποιος ήταν ο αρχιερεύς Μελέτιος, πότε και που έζησε. Ερευνώντας την ζωή του Κουζινερύ βρήκα αναφορές για έναν Μητροπολίτη Βοδενών Μελέτιο. Επρόκειτο για τον Μελέτιο Α’. Τον επόμενο αιώνα εθήτευσαν άλλοι δυο Μητροπολίτες στην Εδεσσα με το ίδιο όνομα: ο Μελέτιος Β’ (1827-1832) και ο Μελέτιος Γ’ (1840-1848). Για τον Μελέτιο Α’ που μας ενδιαφέρει υπάρχει η αξιόλογη μελέτη του συμπολίτη μας και σεβαστού καθηγητή κ. Κ. Σταλίδη (Ο Κώος Μητροπολίτης Μελέτιος, 1994). Για την περαιτέρω εξιστόρηση των γεγονότων είναι χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένα στοιχεία της θητείας του ιεράρχη από την μελέτη αυτή.

Τον Μάρτιο του 1782 γίνεται η εκλογή του “Οσιωτάτου εν Ιερομονάχοις” Μελετίου ως Μητροπολίτη Βοδενών μετά την οικειοθελή παραίτηση του Μητροπολίτη Γερμανού τον οποίο είχε συναντήσει ο Κουζινερύ στο πρώτο του ταξίδι στην Έδεσσα. Από επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Γαβριήλ Δ’ (1780-1785) μαθαίνουμε ότι ο Μελέτιος ήταν πολύ μορφωμένος “ανήρ τω όντι ουκ άκρω δακτύλω, αλλ ικανώς απογευσάμενος παδείας τε και σοφίας”. Από τα έργα του συνάγουμε ότι ήταν ιδιαίτερα προοδευτικός, δραστήριος, μεθοδικός και οργανωτικός. Ευθύς μετά την εγκατάστασή του στην Έδεσσα συμβάλει αποφασιστικά στην εκπλήρωση του αιτήματος των Εδεσσαίων για την ίδρυση του Ελληνομουσείου που θα μορφώσει γενιές Εδεσσαίων (ένα ελληνικό και ένα κοινό σχολείο), καθιερώνει το σύστημα κωδίκων για τη σωστή λειτουργία της Μητρόπολης και οργανώνει εκκλησιαστική ακολουθία κατά τα πρότυπα του Πατριαρχείου.

Τοιχογραφία του Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θετόκου στην Εδεσσα, Μητροπολιτικού Ναού και εκείνης της περιόδου.

Εδεσσα τοιχογραφ'ια.resized

Πολύ γρήγορα όμως βρίσκεται αναμεμιγμένος σε εσωτερικές διαμάχες και προστριβές στη Κοζάνη όπου αποστέλλεται το 1785 ως πατριαρχικός έξαρχος – “εξαρχικώς δια πατριαρχικών γραμμάτων διά τινα υπόθεσιν”. Είναι η χρονιά που ο Θεόφιλος εκλέγεται Επίσκοπος Σερβίων και Κοζάνης (1785-1811) μετά τη θητεία του Ιγνατίου (ο οποίος είχε προσλάβει τον Εδεσσαίο ζωγράφο Αποστόλη Λογγιανό για αγιογραφήσεις). Φαίνεται όμως ότι αναμειγνύεται περισσότερο του δέοντος στα πράγματα της Κοζάνης γιατί οι ενέργειές του προκαλούν μεγαλύτερη ένταση με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθούν εντονότατα οι Κοζανίτες στον Πατριάρχη Προκόπιο τον Πελοποννήσιο (1785-1789). Συγκεκριμένα ο Μελέτιος κατηγορήθηκε από τους πολίτες της Κοζάνης σε αναφορά που έστειλαν στον Πατριάρχη ότι όταν ήταν στη πόλη τους επέβαλε για κοτζαμπάση κάποιον συμπολίτη “με ετήσια ταξήματα αδράς ποσότητας ασπρών” δηλ. έναντι υπόσχεσης μεγάλης χρηματικής αμοιβής. Και ότι “απελθών εις Βοδενά ενήργησε πρώτον την αλλαγήν του τότε βοεβόδα Κοζάνης (δηλ. συλλέκτη φόρων)…και ήλθε μετά του νέου βοεβόδα δια να συστήσει και αυτόν εις την Κοζάνην και να βάλη εις τάξιν και τα πολιτικά πράγματά της κατά την όρεξιν του συμπολίτου μας…τα οποία όλα προς αυτούς συμφέροντα, εις ημάς δε προξενούντα παντελή όλεθρον… δια τα βαρύτατα δοσήματα, οπού εξ αιτίας αμφοτέρων εσυνάχθησαν υπέρ τα εκατόν πουγγεία με γογγυσμόν πολύν των πτωχών εις τον απερασμένον χρόνον, και απορούμεν που εδόθησαν”. Οι κατηγορίες είναι βαρειές. Στην αναφορά προστίθεται ότι ο Μελέτιος είχε πάει τρεις φορές στη Κοζάνη για μακρά χρονικά διαστήματα χωρίς να το γνωρίζει ο οικείος Επίσκοπος. Την τρίτη φορά μάλιστα πήγε αρματωμένος “από ποδών έως κεφαλής” για να εισπράξει χρήματα τα οποία θα μετέφερε στην Εδεσσα. Ο Πατριάρχης Προκόπιος στέλνει αρχές του 1787 αυστηρότατη επιστολή στον Μελέτιο στην οποία του λέγει “όχι άπαξ, μήτε δις ή τρις τα όσα σού γινόμενα αλλ έως τώρα μυρία σχεδόν και πολυάριθμα…ίνα μή είπωμεν και όσαι αγωγαί των δικαστών τόσον των της επαρχίας σου όσον και αι των δι ιδίων σου ομολογιών βίαιοι απαιτήσεις και αι απαραίτητοι αποδόσεις των δοσιμάτων της καθ ημάς του χριστού μεγάλης εκκλησίας και του βασιλικού ζητομηρίου και των λοιπών αναγκαίων εξόδων δια τα οποία όλα αυτά επροστάχθης να έλθης εις εαυτόν και να οικονομήσης τα κατά σεαυτόν…και το δή χείριστον ότι και βοϊβόδας και φωρολόγος κατέστης”. Από την πατριαρχική επιστολή προκύπτει ότι ο Μελέτιος έχει ήδη μεγάλες οικονομικές εκκρεμότητες στη δική του επαρχία ενώ κατηγορείτα ότι έχει αναμειχθεί λόγω οικονομικού συμφέροντος και στα πράγματα της Κοζάνης. Και ο Πατριάρχης τον προστάζει “μήτε βήμα ποδός να οδεύσης έξω από την επαρχίαν σου”. Συγχρόνως όμως διαφαίνεται ότι ο Μελέτιος δεν εκτελεί και τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς το Πατριαρχείο (αποδόσεις των δοσιμάτων της καθ ημάς του χριστού μεγάλην εκκλησίαν και του βασιλικού ζητομηρίου). Του συνιστάται να κάνει τις απαραίτητες οικονομίες και να “φροντίζης περί των υποθέσεών σου των εκκλησιαστικών και περί των πολλών σου χρεών” γιατί διαφορετικά τον απειλεί με καθαίρεση – “δια να μήν ακολουθήση εκείνο οπού είναι ανάγκη να γίνη”. Δυστυχώς δεν γίνεται γνωστή ούτε η φύση των οικονομικών προβλημάτων του Μελετίου ούτε το ύψος τους. Δεν ήταν πάντως σπάνιες οι καθαιρέσεις μητροπολιτών την περίοδο εκείνη για οικονομικούς λόγους. Οι Μητροπόλεις είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν στο Πατριαρχείο μιαν ετήσια εισφορά. Το Πατριαρχείο χρησιμοποιούσε τα χρήματα τόσο για πληρωμές στον Σουλτάνο (το πεσκέσι ή “αντίδωρο” για την εκχώρηση του πατριαρχικού αξιώματος και το μιρί ή “ζητομόριο” ή χαράτσι για τις ετήσιες φορολογικές υποχρεώσεις) όσο και για τα έξοδα λειτουργίας του Πατριαρχείου και για βοήθειες σε πτωχές εκκλησιαστικές επαρχίες. Μετά την πατριαρχική επιστολή φαίνεται ότι ο Μελέτιος σταμάτησε την ανάμιξή του στα πράγματα της Κοζάνης.

Λίγο αργότερα, το 1789, ο Μελέτιος εμπλέκεται στο κίνημα του Λευκαδίτη γιατρού Λουδοβίκου (Λουΐτζι) Σωτήρη, απεσταλμένου και πράκτορα της Μεγάλης Αικατερίνης στα πλαίσια του δεύτερου ρωσοτουρκικού πολέμου (1787-1792). Ο Λουΐτζι Σωτήρης είχε σαν αποστολή την προετοιμασία εξέγερσης στην Ήπειρο με στόχο την απασχόληση οθωμανικού στρατού στη περιοχή διευκολύνοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Αυτοκράτειρας στο ρωσσοτουρκικό μέτωπο. Ο Μελέτιος συμμετέχει σε μυστικές συσκέψεις με τους Βεροίας Δανιήλ, Κοζάνης Θεόφιλο και άλλους ιεράρχες με στόχο την προετοιμασία στρατιωτικών τμημάτων τα οποία θα αναλάμβαναν δράση όταν θα εζητείτο. Η εξέγερση που προγραμματίζεται για τις 23 Απριλίου 1790 τελικά ματαιώνεται. Το τελευταίο γνωστό στοιχείο για τον Μελέτιο είναι μια επιστολή που έστειλε τον Αύγουστο του 1789 πιθανότατα προς τον μητροπολίτη Παραμυθίας σε σχέση με την εξέγερση. Έκτοτε τα ίχνη του χάνονται για πάνω από μια δεκαετία. Εκκλησιαστική επιθεώρηση του 1882 αναφέρει ότι ο Μελέτιος καθαιρέθηκε από τον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ (1789-1794 α’ και 1798-1801 β’ πατριαρχεία) τον Αύγουστο του 1790 αλλά περιέργως δεν έχει βρεθεί απόφαση καθαίρεσής του στο Πατριαρχείο.

Σαν λόγος της καθαίρεσης προβάλλεται από ιστορικούς είτε η ανάμιξή του στις υποθέσεις της Κοζάνης είτε η εμπλοκή του στην σχεδιαζόμενη εξέγερση του Σωτήρη. Η ανάμειξή του όμως στη Κοζάνη φαίνεται ότι έχει τερματιστεί μετά την επιστολή του Πατριάρχη Προκοπίου γιατί οι Κοζανίτες δεν επανέρχονται με νέα αναφορά. Όσον αφορά την εξέγερση θα ήταν περίεργο να εκδιώχτηκε μόνο ο Μελέτιος και όχι και οι Βεροίας Δανιήλ και Κοζάνης Θεόφιλος που είχαν την ίδια ή και μεγαλύτερη εμπλοκή στη σχεδιαζόμενη επιχείρηση. Ο Δανιήλ παρέμεινε στη θέση του μέχρι το 1799 και ο Θεόφιλος μέχρι το 1811. Και εδώ έρχεται ο Κουζινερύ με την αλληλογραφία του να ρίξει μια ακτίνα φωτός σε ένα τουλάχιστον μέρος της περιόδου αυτής.

Στο επόμενο: Οι σχέσεις του Κουζινερύ με τον Βοδενών Μελέτιο

8. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη στην αρχαία Πέλλα

Προχωρώντας ανατολικά “παρατηρήσαμε από μακριά μεγάλους τύμβους που μας ανακοίνωναν τον τόπο της δεύτερης πρωτεύουσας της Μακεδονίας. Το πρώτο πράγμα που εξετάσαμε φτάνοντας εκεί ήταν μια μεγάλη πηγή της οποίας τα νερά διέσχιζαν τον δρόμο και χύνονταν δεξιά στα έλη. Ο τωρινός μπέης, ιδιοκτήτης της περιοχής, κατασκεύασε πριν μερικά χρόνια μια μεγάλη δεξαμενή γύρω από την πηγή ελπίζοντας σε άνοδο της στάθμης του νερού έτσι ώστε να οδηγήσει τα νερά σε μια κρήνη. Αλλά με την πρώτη προσπάθεια τα νερά άρχισαν να τρέχουν από όλες τις πλευρές καθιστώντας την κατασκευή άχρηστη. Η αφθονία των νερών με έκανε να σκεφτώ τις πηγές του Παλαιοκάστρου”.  

Η μόνη γνωστή κρήνη στη Πέλλα είναι αυτή της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ερώτημα είναι αν πρόκειτα για την κρήνη που είδε ο Κουζινερύ το 1776.

Fontaine de Pella

Στη Πέλλα συνάντησε τον ιερέα, που ήταν συγχρόνως και αργυροχόος, στο σπίτι του οποίου έμεινε. Ήταν το ίδιο φτωχός όπως και οι υπόλοιποι χωρικοί και μόλις ήξερε να διαβάζει ελληνικά. “Μου εξήγησε ότι στην εκκλησία του χωριού δεν θα έβρισκα παρά μόνο ερείπια σε ένα οικοδόμημα χωρίς σκεπή αλλά επέμεινα να την επισκεφτώ. Πράγματι οι τοίχοι φτάνανε με το ζόρι μέχρι το ύψος ενός ανθρώπου, στο κέντρο υπήρχε ένας αρχαίος πτυχωτός βωμός πάνω στον οποίο είχαν βάλει μια μαρμάρινη πλάκα. Ο ιερέας τοποθετεί επάνω δυο κηροπήγια και έτσι τελεί τη Θεία Λειτουργία”. Οι συνθήκες είναι άσχημες ιδίως τις βροχερές και κρύες μέρες. “…μερικοί άρχισαν να πηγαίνουν σε άλλες πιο άνετες εκκλησίες (γειτονικών χωριών). Ο μπέης λοιπόν ζήτησε και πήρε από τον Σουλτάνο την άδεια να ανακαινίσουν οι Χριστιανοί την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων γιατί είδα λίγα χρόνια αργότερα να στέκεται στη θέση των ερειπίων μια μεγάλη και στέρεη εκκλησία με πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο”. Σε ένα τοίχο της νεοαναγερθείσας εκκλησίας μάλιστα είδε και ένα ανάγλυφο που τράβηξε τη προσοχή του: επρόκειτο για παράσταση έξι ατόμων, τεσσάρων καθημένων και δυο ορθίων.

Το ανάγλυφο που κοσμούσε ένα τοίχο της ανακαινισμένης εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων στην αρχαία Πέλλα όπως το δημοσίευσε ο Κουζινερύ στο βιβλίο του

Ανάγλυφο εκκλησίας πέλλας

Ο ιερέας ήταν απογοητευμένος από την έλλειψη μόρφωσης των πιστών και την άγνοια των εκκλησιαστικών κανόνων. “Σε τέτοιο σημείο”, του είπε ο ιερέας, “που ένας ήρθε το περασμένο Πάσχα για Θεία Κοινωνία χωρίς να εξομολογηθεί. Του εξήγησα ότι χωρίς εξομολόγηση αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Οργισμένος από την άρνησή μου πήγε να διαμαρτυρηθεί στον σούμπαση ο οποίος ήρθε αμέσως απαιτώντας απειλητικά να ικανοποιήσω το αίτημα του αγρότη. Του εξήγησα τους σοβαρούς λόγους της άρνησής μου αλλά δεν ήθελε με τίποτα να ακούσει. Τελικά κατόρθωσα να βγω από τη δύσκολη αυτή κατάσταση ξεγελώντας με επιδεξιότητα τους δυο αυτούς αγροίκους”. Ο Κουζινερύ δεν μας πληροφορεί δυστυχώς το τέχνασμα με το οποίο ο ιερέας κατόρθωσε να ξεγελάσει τους δυο χωρικούς!

Τοπωνύμιο με το όνομα της Πέλλας δεν υπήρχε πουθενά. Από το όνομα της εκκλησίας η τοποθεσία με το τσιφλίκι ονομαζόταν Άγιοι Απόστολοι ή Αλλάχ Κιλισέ (Εκκλησία του Θεού). Τα φτωχόσπιτα των χωρικών του τσιφλικιού ήταν οι μόνες κατοικίες που βρίσκονταν στη Πέλλα εκείνη την εποχή. Δίπλα στο τσιφλίκι διέκρινε επτά με οκτώ μεγάλους τύμβους και επισκέφτηκε τον ένα “που ήταν ανοικτός εδώ και πολύ καιρό. Κατεβήκαμε τον διάδρομο που είχε μικρή κλίση και είδαμε ότι είχε δυο ορόφους σκαμμένους στη γη με την ίδια ακριβώς διαρρύθμιση. Σε κάθε όροφο δεξιά και αριστερά υπήρχε ένας διάδρομος στο βάθος του οποίου θα πρέπει να είχε μια σαρκοφάγο, έτσι στον τύμβο θα είχαν ταφεί συνολικά τέσσερα άτομα. Κανένας από τους άλλους τύμβους δεν φαινόταν να είχε συληθεί….Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι ο Αμύντας μετέφερε την έδρα του στη Πέλλα όπου και μεγάλωσε ο γιος του Φίλιππος. Μπορώ λοιπόν να υποθέσω ότι αυτοί οι δυο βσιλείς και οι οικογένειες τους ενταφιάστηκαν σ αυτή τη πόλη. Δεν αποκλείεται λοιπό οι τάφοι τους να ανευρεθούν μια μέρα και να αποκαλυφτούν ενεκτίμητοι θησαυροί”.

Ο Κουζινερύ δεν δίνει το σχεδιάγραμμα του τύμβου που επισκέφτηκε στη Πέλλα. Ο Ντελακουλόνς που τον επικέφτηκε ογδόντα χρόνια αργότερα (το 1855) έδωσε το κάτωθι σχέδιο στη σχετική δημοσίευσή του διορθώνοντας ένα προγενέστερο που είχε δημοσιεύσει ο Leake. Υπήρχαν συνολικά επτά θάλαμοι στον τύμβο.

Τυμβος Πελλας

Στη συνέχεια προσπάθησε να εντοπίσει το κάστρο της Πέλλας το οποίο κατά τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο-Λίβιο προστάτευε τη πόλη από τη μεριά των ελών. “Δεν βρήκαμε τίποτα παρά μόνο λάσπη. Οσον αφορά τη γέφυρα που κατασκεύασε ο Φίλιππος στο μέρος της μεγάλης πηγής είδαμε μόνο μεγάλα μπλόκ πέτρας που θα αποτελούσαν τη κεφαλή του καναλιού τα ίχνη του οποίου τα βλέπαμε από ψηλά κάτω στη πεδιάδα. Το κανάλι αυτό συνέδεε το λιμάνι με τη λίμνη η οποία επικοινωνεί με τη θάλασσα μέσω του, και σήμερα, πλωτού Λουδία”. 

Επίσης επιβεβαιώνει το λάθος του γεωγράφου Μελετίου σύμφωνα με τον οποίο η Πέλλα βρισκόταν σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Παλάτια. Του το είχε ήδη επισημάνει και ο Μπεκέλας στη Βέροια. Κανείς δεν γνώριζε τέτοιο τοπωνύμιο. “Ρώτησα τον οικοδεσπότη μας και πολλούς χωρικούς αλλά όλοι μου επιβεβαίωναν ότι Πέλλα ονομάζεται η μεγάλη πηγή της περιοχής. Αυτή η πηγή μόνο διατήρησε το όνομα της πρωτεύουσας της Μακεδονίας. Επί πλέον θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα πολλά νομίσματα που βρίσκονται καθημερινά σε όλη τη περιοχή. Δεν είναι μόνο τα νομίσματα των Μακεδόνων βασιλέων αλλά και αυτά της ρωμαϊκής αποικίας που συχνά έβρισκα. Ρωμαϊκά νομίσματα μπορεί να βρίσκουμε παντού στη Μακεδονία αλλά μόνο εδώ βρίσκουμε σε τόσο μεγάλη ποσότητα. Επίσης βρίσκουμε νομίσματα από Αθήνα, Βοιωτία, Λάρισα. Τόσα πολλά και διαφορετικά νομίσματα σε ένα μέρος δείχνουν μεγάλη πόλη και τέτοια πόλη δεν μπορεί να είναι άλλη από τη Πέλλα που σήμερα ονομάζεται Άγιοι Απόστολοι ή Αλλάχ Κιλισέ….”. Ήταν η πρώτη φορά στη σύγχρονη εποχή που κάποιος δυτικός επισκέπτης προσδιόριζε με ακρίβεια την τοποθεσία της αρχαίας Πέλλας. Κι αυτός έτυχε να είναι ένας παθιασμένος συλλέκτης αρχαίων νομισμάτων που σαν πρώτος είχε την ευχέρεια να αγοράσει πολλά και μάλιστα χωρίς ανταγωνισμό. “Κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στη Θεσσαλονίκη, ευρισκόμενος τόσο κοντά στη Πέλλα, προμηθευόμουν κάθε χρόνο πολλά νομίσματα και άλλες αρχαιότητες κάνοντας μια βόλτα κάθε Πεντηκοστή”. Είχε φτάσει πρώτος στη πηγή και ήταν αποφασισμένος να πιει μέχρι τελευταίας σταγόνας!

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι λαογραφικής φύσεως παρατηρήσεις του. Η παραμονή του στο τσιφλίκι συνέπεσε με την εορτή των Αγίων Αποστόλων, τη γιορτή του χωριού (τέλη Ιουνίου χωρίς αμφιβολία). Οι κάτοικοι γιόρτασαν με ένα υπαίθριο γεύμα όπου η κάθε οικογένεια έφερε τα φαγητά που είχε μαγειρέψει. Οι ξένοι προσκαλούνται κι αυτοί να μοιραστούν μαζί τους το γεύμα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα συντροφικότητας. Τα ήθη όμως είναι αυστηρά. “Οι ξένοι κάθονται εκ δεξιών του αρχηγού της οικογένειας” και μακριά από τις γυναίκες. Υπογραμμίζει όμως ότι τα ήθη στη Μακεδονία δεν είναι παντού τα ίδια, αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. Ενώ για παράδειγμα οι γυναίκες στους Αγίους Αποστόλους ήταν ιδιαίτερα αυστηρές και προσεκτικές, οι ομάδες από κοπέλες που έρχονταν κάθε χρόνο για τον θερισμό από τη περιοχή της Δοϊράνης ήταν πολύ πιο πρόσχαρες και ανοικτές. Φορούσαν πολύχρωμα φουστάνια και έπλεκαν τα μαλλιά τους μικρές πλεξούδες. Ερχονταν και στη Θεσσαλονίκη για να δουλέψουν σαν υπηρέτριες. Δούλευαν τραγουδώντας και όταν βρίσκανε καθρέφτη “κοιτάζονταν ασταμάτητα από πάνω μέχρι κάτω βγάζοντας επιφωνήματα θαυμασμού”. Οταν πήγαιναν για θερισμό συνοδεύονταν από δυο-τρεις άνδρες και διέμεναν συνήθως στα καραβάν-σεράγια. “Προσπαθούσαν να γνωριστούν με τους Τούρκους που κάναν κουμάντο στα τσιφλίκια. Κολακεύονταν πολύ όταν προσήλκυαν τα βλεματα των αγάδων δεύτερης κατηγορίας. Κι αν επιστρέφοντας πίσω γίνονταν μητέρες, αυτή η απόδειξη της γονιμότητάς τους δεν γινόταν εμπόδιο για την παντρειά τους. Οταν όμως παντρεύονταν δεν ξαναπήγαιναν για θερισμό. Δεν βγαίνανε από το χωριό τους και ήταν πολύ πιστές στους συζύγους τους”.

Ο Κουζινερύ πλήρως ικανοποιημένος από την διαμονή του στους Αγίους Αποστόλους ξεκίνησε να επιστρέψει πίσω στη Θεσσαλονίκη. “Αφού έκανα μια μεγάλη σοδειά νομισμάτων γυρνώντας όλα τα σπίτια των χωρικών πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Ο δρόμος ήταν μεταξύ των ελών από τη μια μεριά και των σιτοχώραφων από την άλλη που ανήκαν στον μπουγιούκ Γιουσούφ-μπέη (büyük – μεγάλος) όπως τον αποκαλούσαν. Τα κτήματά του εκτείνονταν μέχρι το ποταμό και φτάνανε στις πλαγιές που έχουν πολλά αμπέλια. Το κρασί που παράγουν καταναλώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις ταβέρνες της Θεσσαλονίκης. Μια ώρα από την Πέλλα κι αφού αφήσαμε πίσω μας ένα μεγάλο τύμβο πλάι στο δρόμο διασχίσαμε ένα τεράστιο νεκροταφείο που φαινόταν εγκαταλελειμμένο εδώ και πάρα πολύ καιρό. Τα κομμάτια από κίονες και άλλα αρχαία μάρμαρα σε μια περιοχή που δεν είχε κανένα σπίτι γύρω με έκαναν να σκεφτώ ότι το νεκροταφείο θα πρέπει να δημιουργήθηκε μετά από μια μεγάλη μάχη μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων. Είναι πιθανό ο σουλτάνος Μουράτ για να τιμήσει τους γενναίους Μουσουλμάνους που πέσανε για να του δώσουν μια περιοχή τόσο πλούσια, μάζεψε από τα ερείπια της Πέλλας οτιδήποτε θα μπορούσε να κοσμήσει τους ωραίους τάφους τους. Στο σημείο αυτό τελειώνουν τα έλη των Γιαννιτσών και αρχίζουν καλλιεργημένες εκτάσεις που εκτείνονται από τον Αξιό μέχρι τον Λουδία και από εκεί μέχρι τη θάλασσα. Κάνοντας στροφή προς τον Αξιό περάσαμε από το χωριό Σαρελέκ. Στο χωριό αυτό οι ταξιδιώτες βρίσκουν καραβάν-σαράϊ όπου ανεφοδιάζονται για το δρόμο τους. Ανήκουν όλα στον μπουγιούκ Γιουσούφ-μπέη. Μετά φτάσαμε στη γέφυρα του Βαρδάρη που ήταν σε άσχημη κατάσταση. Έκτοτε ο Σελίμ-μπέης, πρωτότοκος γιος του Γιουσούφ, έκτισε μια καινούργια και πολύ στέρεη ξύλινη γέφυρα με δικά του έξοδα που έχει περισσότερα από εβδομήντα τόξα”. Με αυτά τα λόγια κλείνει την περιγραφή του πρώτου του ταξιδιού εκτός Θεσσαλονίκης. Ο Κουζινερύ στο ταξίδι αυτό δεν βρήκε αρχαίους τάφους στην Έδεσσα. Βρήκε όμως την τοποθεσία της αρχαίας Πέλλας την οποία πια θα επισκεπτόταν κάθε χρόνο την Πεντηκοστή για “νομίσματα και άλλες αρχαιότητες”. Κι όπως η Πέλλα, οι τότε Αγιοι Απόστολοι, ήταν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Βοδενών ήταν φυσικό να διατηρεί καλές σχέσεις και με τον εκάστοτε Μητροπολίτη.

Το ταξίδι του Κουζινερύ – προς και από – Εδεσσα καθώς και οι σταθμοί όπου διανυκτέρευσε

Ταξίδι Κουσινερύ

Στο επόμενο: Ο μητροπολίτης Βοδενών Μελέτιος

7. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη στα Γιαννιτσά

Ο Κουζινερύ και ο μητροπολίτης Γερμανός με την συνοδεία δύο ιερέων, δυο γενιτσάρων και τριών υπηρετών ξεκινούν πρωί-πρωί από την Εδεσσα για τα Γιαννιτσά. Αφού διαβούν ένα πέτρινο γεφύρι στον Εδεσσαίο ποταμό και λίγο αργότερα ένα άλλο πολύ μεγαλύτερο ενός ποταμού “που προέρχεται από την περιοχή Καρατζιά οβασί (Karadgia Ovasi – Καρατζόβα) και φέρει το ίδιο όνομα” (Καρατζοβίτης) φτάνουν στο Παλαιόκαστρο (κοντά στη σημερινή Αραβησσό) όπου και διανυκτερεύουν. Εχει την ευκαιρία έτσι να επισκεφτεί τις περίφημες πηγές και εντυπωσιάζεται. “Ο Αρχιεπίσκοπος μου είχε πει ότι το χωριό ήταν αρκετά εύπορο γιατί οι κάτοικοι είχαν υδρόμυλους που χρησιμοποιούσαν τα νερά των πηγών”. Την επομένη το πρωί μετά τη Θεία Λειτουργία “που απέφερε πολλά στον Αρχιεπίσκοπο” συνεχίζουν για τα Γιαννιτσά. “Ήταν η εποχή του θερισμού και πολύς κόσμος δούλευε στα χωράφια. Σε όλη τη δίωρη διαδρομή (από Αραβησσό στα Γιαννιτσά) οι αγρότες βλέποντας τον Δεσπότη άφηναν τη δουλειά τους και τρέχαν να του ασπαστούν το χέρι και να πάρουν την ευχή του”. Με την αναφορά σε θερισμό καταλαβαίνουμε ότι ο Ιούνιος είχε μπει για τα καλά. Και συνεχίζει: “Τα Γιαννιτσά είναι πόλη κτισμένη από τους Τούρκους μόλις δυο λεύγες δυτικά από την Πέλλα. Κι ενώ θα υπέθετε κανείς ότι θα ήταν κτισμένη με υλικά από την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας δεν είδαμε παρά μόνο ένα μνημείο που μάλλον προερχόταν από εκεί. Είναι μια παράσταση ενός λιονταριού που ρίχνει στο έδαφος ένα ταύρο”.

Στη πλακέτα Νο VIII σελ. 99 του 1ου τόμου ο Κουζινερύ παρουσιάζει το ανάγλυφο του λιονταριού με τον ταύρο.

Ταύρος κ Λέων

Στην ίδια πλακέτα παρουσιάζει και άλλα σχέδια αρχαίων κομματιών που παρατήρησε στην ευρύτερη περιοχή Γιαννιτσών -Πέλλας. Κάτω αριστερά βλέπουμε ένα ανάγλυφο “ζώου που μοιάζει με σφίγγα με δυο σώματα και ένα κεφάλι το οποίο πούλησα στον ζωγράφο κ Ντυμπουά (Dubois) στο Παρίσι”. Δεξιά βλέπουμε μια επιτύμβια στήλη με επιγραφή “Διονύσιος Μεγακλέους”. Στην επόμενη επιχρωματισμένη κάρτ-ποστάλ εποχής Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βλέπουμε μια όμοια στήλη ενσωματωμένη σε κρήνη των Γιαννιτσών. Άραγε να πρόκειται για την ίδια επιτύμβια στήλη;

Σφίγγες και στήλη

Γιαννιτσα

Ο Κουζινερύ έδραξε την ευκαιρία της σύντομης παραμονής στα Γιαννιτσά για να μάθει περισσότερα για την πόλη. “Επισκέφθηκα τον μπέη που παρά το ότι καταγόταν από μια ξακουστή οικογένεια ζούσε ταπεινά σε μια πόλη που οι πρόγονοί του είχαν κτίσει”. Στη συνέχεια επισκέπτεται το μνημείο του Γαζί Εβρενός (Γαβρενός στο κείμενο) και εξιστορεί την ιστορία του. “Μετά τις δυο του νίκες επί του Σκεντέρ-μπέη και τη κατάκτηση της Μακεδονίας ο Σουλτάνος για να τον ανταμείψει του έδωσε τόσες εκτάσεις όσες μπορούσε να διανύσει ένας καβαλάρης σε μια μέρα. Αυτό που είναι όμως σίγουρα αλήθεια είναι ότι αυτή η παλιά οικογένεια ελέγχει τα πιο εύφορα εδάφη της μεγάλης πεδιάδας της Θεσσαλονίκης και της Πέλλας και έχει μεγάλη επιρροή στα πολιτικά πράγματα της χώρας”.

Αξίζει εδώ να ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση για τον μεγάλο αυτό κατακτητή. Γνωρίζουμε σήμερα ότι ο Εβρενός απεβίωσε το 1417 στη (μυθική;) ηλικία των 129 ετών ενώ ο Σκεντέρμπεης γεννήθηκε το 1404. Θα ήταν αδύνατο λοιπόν να συναντηθούν οι δυο τους στα πεδία των μαχών. Ο Εβρενός, ηγέτης των Γαζήδων πολέμαρχων του Ισλάμ (είδος ελαφρού ακριτικού ιππικού που ενεργούσε στα σύνορα της οθωμανικής επικράτειας, οι Uc Beg) άφησε τη σφραγίδα του από τον Εβρο μέχρι την Αδριατική και την Πελοπόννησο κατακτώντας το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, της Μακεδονίας και της Ιλλυρίας. Κατά τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή είχε κατακτήσει 760 μκρές και μεγάλες πόλεις και κάστρα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι το όνομά του είναι παραφθορά του ελληνικού ονόματος Ουρανός (Αυγερινός κατά Ε. Στουγιαννάκη) και ήταν χριστιανός εξωμότης. Οι επτά γιοί του συνέχισαν τις κατακτήσεις του και ίσως ο προφορικός θρύλος να του απέδωσε και άλλα ανδραγαθήματα που προσωπικά δεν έκανε και στα οποία αναφέρεται ο Κουζινερύ. Ελαβε όμως μέρος στη περίφημη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389 εναντίον των Σέρβων η οποία καθώρισε τη μοίρα της Βαλκανικής για πολλούς αιώνες. Μνημεία του σώζονται στη Τραϊανούπολη (σημερινά Λουτρά) στον Εβρο καθώς επίσης και στη Κομοτηνή αλλά αποφάσισε το 1385 να εγκατασταθεί οριστικά στα Γιαννιτσά με την κατάληψη όλης της περιοχής και των γειτονικών πόλεων. Η Έδεσσα εικάζεται ότι έπεσε στο στρατό του Εβρενός περί το 1389. Στα Γιαννιτσά ίδρυσε αγαθοεργά ιδρύματα (βακούφια). Εκεί βρίσκεται και το μαυσωλείο του καθώς επίσης και τάφοι δυο γιών του. Η ατείχιστη Yenice-i Vardar όπως την ονόμασε ο Εβρενός (Νέα πόλη του Βαρδάρη) κατέστη το λατρευτικό κέντρο και ιερή πόλη για τους Μωαμεθανούς της Μακεδονίας με πολλούς προσκυνητές να επισκέπτονται το μαυσωλείο κάθε χρόνο. Η οικογένεια του Εβρενός ήταν η μόνη οικογένεια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που είχε προνόμοια εφάμιλλα των αυτοκρατορικών οικογενειών. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν απόγονοι των διαφόρων κλάδων της οικογένειας (όπως οι Εβρενόσογλου και οι Χατζηεβρενόσογλου). Οι τελευταίοι απόγονοι του εγκατέλειψαν την Μακεδονία μετά την απελευθέρωση.

Το μαυσωλείο του Γαζί Εβρενός όπως φαίνεται σε φωτογραφία του 1935 (στο κέντρο και λίγο δεξιά)

Γιαννιτσα Εβρενος

Αριστερά η σαρκοφάγος του Εβρενός σε φωτογραφία του 1885 κατά την τότε ανακαίνιση του μαυσωλείου και μεταροπή του σε τέμενος. 

Σαρκοφάγος Εβρενός

Το μαυσωλείο όπως είναι σήμερα μετά την τελευταία ανακαίνιση

Μαυσωλείο2

Ας επιστρέψουμε όμως στη περιήγηση του Κουζινερύ. Μετά τα Γιαννιτσά και αφού αποχαιρέτησαν τον Μητροπολίτη, αυτός και η συνοδεία του ξεκίνησαν για την Πέλλα. Σε όλη τη διαδρομή στα αριστερά του δρόμου είχε καπνοχώραφα. “Η καλλιέργεια αυτή αποτελεί τον πλούτο της περιοχής” παρατηρεί. “Η ποικιλία καπνού λέγεται Βαρντάρ Γενιτσέ τουτούν ενώ η καλύτερη ποιότητα καρα-σου Γενιτσέ…Ο Αρχιεπίσκοπος μας είχε συστήσει να βρούμε τον ιερέα του χωριού και τον σούμπαση που διαχειρίζεται όλες τις εκμεταλλεύσεις της περιοχής οι οποίες ανήκουν στον πρωτότοκο κλάδο της οικογένειας Εβρενός που κατοικεί στη Θεσσαλονίκη (ο Μπαράκ μπέης ήταν ο πρώτος γιός του Εβρενός). Οι εξήντα συνολικά εκμεταλλεύσεις έχουν το ίδιο μέγεθος. Ο ιδιοκτήτης μπέης παρέχει ένα ζευγάρι βόδια για τη δουλειά στον κάθε μικροκαλλιεργητή-ενοικιαστή (σημ. σύνηθες και στη Γαλλία σύστημα, το métayage) ο οποίος κρατά για τον εαυτό του ένα συμφωνημένο μέρος της σοδειάς. Οι μικροκαλλιεργητές-ενοικιαστές έχουν την υποχρέωση όμως να δουλεύουν και σε διάφορα κοινωφελή έργα. Έχουν το δικαίωμα να ορίζουν και έναν κιαγιά (εκπρόσωπο) για να τους υποστηρίζει σε τυχόν άδικες αποφάσεις του σούμπαση. Αλλά οι μπέηδες επιλέγουν συνήθως για την δουλειά του σούμπαση άτομα ακέραια και με πείρα”.

Στο επόμενο: η επίσκεψη στη Πέλλα

6. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη στην Έδεσσα (συνέχεια)

Μια μέρα ο Κουζινερύ πήγε με συγγενείς και φίλους του Αποστόλη εκδρομή στο λόγγο. Κατέβηκαν το μονοπάτι από όπου είχαν πρωτομπεί στη πόλη, πλησίασαν ένα καταρράκτη και με έκπληξη είδε ένα νεαρό συγγενή του Αποστόλη να βουτά στη πισίνα (βάθρα) που είχε σχηματίσει η πτώση του νερού και να βγαίνει κρατώντας μια πέστροφα στο χέρι. Αυτό το έκανε πολλές φορές “πάντα με την ίδια επιτυχία”. Μετά έψησαν και έφαγαν τα ψάρια στην εξοχή κάτω από τη σκιά των δέντρων δίπλα στο ποτάμι με μπόλικο ναουσαίϊκο κρασί. Στη παρέα, που ήταν όλοι μορφωμένοι και“φίλοι του Αρχιεπισκόπου”, υπήρχαν και δυο ιερείς που τραγούδησαν ελληνικά και τούρκικα τραγούδια. Στο γυρισμό για να πειστεί ότι τα Βοδενά είναι η αρχαία Έδεσσα οι συνδαιτυμόνες τον πήγαν να δει το μαρμάρινο σώμα ενός αλόγου “κολοσσιαίων διαστάσεων” που πριν λίγο καιρό είχε ανασύρει από τα χώματα ένας αγρότης (το οποίο είδε και ο Ντελακουλόνς στην επίσκεψή του το 1855). Αμέσως σκέφτηκε ότι στα αρχαία μακεδονικά νομίσματα του Αλεξάνδρου του 1ου, του Αρχελάου, του Αμύντα και του Παυσανία απεικονίζονταν συχνά άλογα, άρα ήταν μια ενδιαφέρουσα ένδειξη. Το βάθος στο οποίο βρέθηκε το άγαλμα τον έκανε να σκεφτεί ότι υπήρξαν πολλές επιχωματώσεις στο πέρασμα των αιώνων. Ενα τέτοιο άγαλμα δεν θα μπορούσε να ήταν μόνο κι έρημο έξω στον κάμπο. Εκεί γύρω “πιθανόν να κρύβονται κι άλλα μάρμαρα της πόλης στην οποία ανήκαν και τα τείχη που είχα παρατηρήσει”. Τις επόμενες μέρες ψάχνει μάταια για ενδείξεις βασιλικών τάφων, παλατιών ή και επιγραφών που να αναφέρονται σε Έδεσσα/Αιγές. Ρωτούσε και ξαναρωτούσε αν υπήρχαν στα περίχωρα της πόλης ίχνη από βασιλικούς τάφους που οι Γαλάτες του βαοιλιά Πύρρου είχαν άγρια λεηλατήσει. Δεν βρίσκει τίποτα. “Χρειάζεται μια πιο επισταμένη έρευνα από τους ταξιδιώτες που θα έρθουν μετά από μένα” καταλήγει. Ϊσως αυτή η φράση να παρακίνησε τους Ντελακουλόνς και Εζέ να ερευνήσουν την περιοχή στα μέσα του 19ου αιώνα. Η μόνη παλιά επιγραφή που παρατηρεί βρίσκεται στην είσοδο του μητροπολιτικού μεγάρου, την αντιγράφει αλλά όταν μετά από πολλά χρόνια συγγράφει το βιβλίο διαπιστώνει ότι την έχει “χάσει στα πολλά ταξίδια που έκανα”. Απ’ ότι θυμάται όμως δεν είχε καμιά σχέση με τους Μακεδόνες βασιλείς αλλά με την πρώτη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας πράγμα που θα επιβεβαιώσει και ο Ντελακουλόνς που αντιγράφει την επιγραφή ογδόντα χρόνια αργότερα. Τη μόνη αξιόλογη αρχαιότητα που παρατηρεί είναι “δέκα κίονες αρχαίου πράσινου μαρμάρου (vert antique) που κοσμούν την εκκλησία δίπλα στο μητροπολιτικό μέγαρο (σημ. εννοεί τον Ι.Ν. Κοίμησης της Θεοτόκου). Λέγεται ότι οι πρώτοι Χριστιανοί τις πήραν από ένα αρχαίο ιερό που βρισκόταν στην ίδια θέση”. Πριν αναχωρήσει από την Έδεσσα θα επισκεφτεί μια σπηλιά στο γκρεμό δπίπλα στους καταρράκτες από όπου θα πάρει για ενθύμιο ένα κομμάτι σταλακτίτη. “Το δώρισα στον πρίγκηπα ντε Ροάν ανεψιό του Μεγάλου Μαγίστρου και κοσμεί σήμερα το μουσείο φυσικής ιστορίας της Μάλτας”. Αναφέρεται εδώ στον πρίγκηπα de Rohan-Polduc τον ηγέτη του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ιερουσαλήμ που είχε εγκατασταθεί στη Μάλτα μετά την εκδίωξη από τη Ρόδο. Μετά την Έδεσσα ο Κουζινερύ ετοιμάζεται για την συνέχεια του ταξιδιού του στη Πέλλα. “Ήταν παραμονές της ετήσιας επίσκεψης του Αρχιεπισκόπου στις ενορίες του που εκτείνονταν από τη Πέλλα έως τα μέσα της Πελαγονίας, έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μαζί το ταξίδι μέχρι τα Γιαννιτσά”.
Ο Κουζινερύ τερματίζει έτσι το πρώτο του ταξίδι στην Εδεσσα χωρίς τα αποτελέσματα που προσδοκούσε, χωρίς να βρει τους αρχαίους τάφους των Μακεδόνων βασιλέων. Οι αναφορές στη πόλη εστιάζονται σχεδόν αποκλειστικά στο αντικείμενο του πόθου του, τις αρχαιότητες και τα αρχαία νομίσματα. Δεν αναφέρει ούτε πόσες μέρες έμεινε ούτε πού έμεινε αλλά ούτε και τις κύριες ασχολίες του πληθυσμού όπως είχε κάνει με την Βέροια και τη Νάουσα. Απλά ανφέρει ότι τα νερά πριν σχηματίσουν τους καταρράκτες χρησιμοποιούνταν από βιοτεχνίες που βρίσκονταν στην άκρη της πόλης. Υπάρχουν όμως αρκετά στοιχεία που μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε την χρονική περίοδο της επίσκεψής του. Συγκεκριμένα, ο Μητροπολίτης που συνάντησε στην Έδεσσα είχε μακρά θητεία στη πόλη αφού η ανοικοδόμηση του μητροπολιτικού μεγάρου είχε γίνει επί των ημερών του τουλάχιστον είκοσι χρόνια πριν “αλλά ήταν πιο ευτυχής στο παλιό ταπεινό οίκημα”. Επίσης “είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Συνεπώς ο ιεράρχης που συνάντησε ο Κουζινερύ στην Έδεσσα δεν μπορεί να ήταν άλλος από τον Μητροπολίτη Γερμανό που ποιμαίνει την επαρχία αυτή επί 31 χρόνια από το 1751 μέχρι το 1782, όταν και παραιτείται. Αλλά ο Κουζινερύ φτάνει στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 1773 και μετατίθεται στη Σμύρνη την άνοιξη του 1780. Γνωρίζουμε επίσης από άλλες πηγές ότι το 1979 έκανε το δεύτερο ταξίδι του εκτός Θεσσαλονίκης σε Σέρρες και Αμφίπολη. Άρα το ταξίδι στην Έδεσσα που ήτανε το πρώτο εκτός Θεσσαλονίκης έγινε αναγκαστικά μεταξύ 1774 και 1778. Το 1774 αποκλείεται αφού μόλις είχε αναλάβει τα νέα του καθήκοντα. Αρα το ταξίδι του θα πρέπει να έγινε μιαν ανοιξη μεταξύ του 1775 και του 1778. Μας πληροφορεί όμως ότι τη χρονιά του ταξιδιού τα πολλά χιόνια έλιωσαν πολύ αργά γιαυτό και το καραβάνι άλλαξε διαδρομή για να αποφύγει τα φουσκωμένα από το λιώσιμου του χιονιού ποτάμια. Ρίχνοντας μια ματιά στα μετεωρολογικά στοιχεία της εποχής μαθαίνουμε ότι ο χειμώνας 1775/76 ήταν από τους πιο βαρείς του 18ου αιώνα στην Ευρώπη. Τα υπόλοιπα χρόνια που μας ενδιαφέρουν είχαν σχετικά ήπιους και πιο ξηρούς χειμώνες. Έτσι η πιθανότερη ημερομηνία του ταξιδιού είναι η άνοιξη του 1776. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς συνάντησε για πρώτη φορά και ξενάγησε στη Θεσσαλονίκη τον εικοσιτετράχρονο κόμη Σουαζέλ-Γκουφφιέ κατά την επίσκεψή του εκεί πριν γίνει πρέσβης της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Σουαζέλ-Γκουφφιέ ανακάλυψε ότι μοιραζόταν με τον Κουζινερύ το ίδιο πάθος για τις αρχαιότητες. Πάνω σ αυτό το πάθος θα στηριχτεί μια στενή συνεργασία δέκα χρόνια αργότερα στην οποία θα εμπλακεί κατά απροσδόκητο τρόπο και ο επόμενος Μητροπολίτης Βοδενών Μελέτιος ο Κώος (1782-1790).
Πριν κλείσουμε την επίσκεψη στην Έδεσσα ας πούμε δυο λόγια και για τον Εδεσσαίο αγιογράφο Αποστόλη που έπαιξε σημαντικό ρόλο στις επισκέψεις σε Βέροια, Νάουσα και Έδεσσα. Σύμφωνα με τη Λαογραφική Εταιρεία Νομού Πέλλας το πλήρες όνομά του ήταν Αποστόλης Λογγιανός. Εργα του υπάρχουν σε εκκλησίες της Κοζάνης, Θεσσαλονίκης, Γουμένισσας κ.ά. Ο Μητροπολίτης Γερμανός (1751-1782) τον βοήθησε όταν ήταν νεώτερος αφού “είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Η θητεία του Γερμανού στην Εδεσσα συμπίπτει χρονικά με την θητεία του Μητροπολίτη Καζάνης και Σερβίων Ιγνατίου (1752-1785). Στην Κοζάνη έχουμε αγιογραφίες του Αποστόλη με ημερομηνία 1755. Να είχε βοηθήσει άραγε ο Μητροπολίτης Γερμανός στην επιλογή του νέου ζωγράφου Αποστόλη από τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο για αγιογραφήσεις στη Κοζάνη;

Η Θετόκος με υπογραφή Αποστόλη Λογγιανού: “αρχιερατεύοντος του θεοφιλεστάτου κυρίου Ιγνατίου…εζωγραφίσθη παρα Αποστόλη Λογγιανού εκ πόλεως Βοδενά 1755 Ιουλίου”

Λογγιανος

Στο επόμενο: Η επίσκεψη σε Γιαννιτσά και αρχαία Πέλλα.

5. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη σε Νάουσα και Έδεσσα

Μετά τη Βέροια ο Κουζινερύ με την συνοδεία του έφτασε στη Νάουσα (Νιάουστα στο κείμενο) όπου φιλοξενήθηκαν στην αδελφή του Αποστόλη που είχε παντρευτεί έναν Ναουσαίο. Εκεί εκτίμησε πολύ το κρασί της: “Το κρασί της Νάουσας είναι στη Μακεδονία ότι το κρασί της Βουργουνδίας στη Γαλλία. Πωλείται σε διπλάσια τιμή από τα άλλα κρασιά και καταναλώνεται πολύ και στη Θεσσαλονίκη και στις Σέρρες. Μπορώ να πω μάλιστα ότι με εξαίρεση αυτό της Τενέδου είναι το καλύτερο κρασί σ όλη τη Τουρκία”. Στη Νάουσα εντυπωσιάζεται και από την ομορφιά των γυναικών. Αλλωστε “ο Αποστόλης μου είχε πει ότι θα έβρισκα τις Ναουσαίες πιό όμορφες από τις Εδεσσαίες της γενέτειράς του”. Εντυπωσιάζεται επίσης από την οικονομία της πόλης. Εκτός από την παραγωγή κρασιού ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων ασχολείται με την χρυσοχοΐα ενώ άλλοι με εμπορικές δραστηριότητες και πηγαίνουν συχνά στη Γερμανία (Αυστοουγγαρία;). Παρατηρεί ότι η πόλη αυτοδιοικείται δημοκρατικά με οκτώ ή δέκα άρχοντες (archontes στο κείμενο) κάτω βέβαια από τον τοπικό Καδή και την εξουσία του πασά της Θεσσαλονίκης. Συχνά όμως ένας άρχοντας κατορθώνει να πάρει μόνος την εξουσία όπως συνέβαινε και κατά την παραμονή του εκεί: ένας μόνο Ελληνας κυβερνούσε την περιοχή σαν τύραννος. “Οταν πήγα να του κάνω επίσκεψη ήταν απασχολημένος με το κτίσιμο του παλατιού του, ένδειξη του δεσποτισμού αλλά και του πλουτισμού του”. Επισκέπτεται και τις πηγές της Αραπίτσας και παρατηρεί ότι η εκκλησία που βρίσκεται εκεί κοντά, με πλούσια εσωτερική διακόσμηση και μαρμάρινους κίονες, φαίνεται πολύ παλιά. Εγκαταλείπει την πόλη από το σημείο που η Αραπίτσα (που ονομάζει ποτάμι του Αγίου Ηλία) σχηματίζει τον γνωστό καταρράκτη και κατεβαίνει την πλαγιά που είναι φυτεμένη με αμπέλια μέχρι την πεδιάδα. Σε δυο ώρες φτάνουν στην άκρη του λόφου στα σημερινά Σεβαστειανά και μπαίνουν σε μια μικρή πεδιάδα που “σαν λιμάνι εξαπλώνεται μεταξύ δυο χαμηλών λόφων μέχρι την Έδεσσα”. Υπενθυμίζει και πάλι ότι Βοδενά ίσον Εδεσσα ίσον Αιγές και περιγράφει την ιστορία του Καράνου με τις γίδες εξηγώντας ότι αυτός ήταν ο λόγος που τα πρωταρχικά νομίσματα των Μακεδόνων και μέχρι τον Αρχέλαο τον Α’ είχαν απεικόνιση κατσίκας στη μια τους πλευρά. Πλησιάζοντας την Έδεσσα έχοντας στα δεξιά τον Εδεσσαίο ποταμό ατενίζει ψηλά το φρύδι της πόλης και παρατηρεί ένα μεγάλο κιόσκι που προβάλει στην άκρη του γκρεμού. “Είναι της Αρχιεπισκοπής” του λέει ο Αποστόλης. Όσο πλησιάζουν βρίσκει ότι το τοπίο γίνεται όλο και πιο όμορφο. Μαγεύεται από τους καταρράκτες που πέφτουν από ψηλά “με τον αφρό τους να λάμπει στις ακτίνες του ήλιου και να αγκαλιάζει τις αποχρώσεις του πράσινου που οργιάζει στη σχεδόν κάθετη πλαγιά”. Όταν φτάνουν στη βάση του γκρεμού παίρνουν ένα μονοπάτι “στα δεξιά της πόλης” ανάμεσα σε τζιτζιφιές και αρχίζουν με δυσκολία την ζιγκ-ζαγκ ανάβαση. Πρόκειτα μάλλον για το αρχαίο μονοπάτι που οδηγεί σήμερα στο κανναβουργείο και στο εκκλησάκι του Αγ. Βασιλείου στο Βαρόσι. Ο Αποστόλης του λέει ότι το μονοπάτι αυτό οδηγεί στη χριστιανική συνοικία γιατί οι Τούρκοι προτίμησαν να κτίσουν τα σπίτια τους μακριά από τις εκκλησίες και από τη βοή των τριών μεγάλων καταρρακτών. Κάτι Αλβανοί που ανέβαιναν λίγο πιο πίσω άρχισαν να πυροβολούν για να ακουστεί η περίφημη ηχώ “που ακούγεται μέχρι πέντε φορές”. “Οι Εδεσσαίοι δεν ανησυχούν” του λέει ο Αποστόλης “απλά καταλαβαίνουν από τις πιστολιές ότι φτάνουν επισκέπτες”. Ανεβαίνοντας τον γκρεμό ο Κουζινερύ βλέπει “μια πόλη είκοσι τεσσάρων χιλιάδων κατοίκων (!) να εκτείνεται σε ένα μεγάλο οροπέδιο”.
Η πρώτη επίσκεψη μετά την άφιξή τους ήταν στου Μητροπολίτη “που είχε σταθεί σαν πατέρας στον Αποστόλη”. Στη σύντομη επίσκεψη ο Κουζινερύ εξέφρασε τον θαυμασμό του για το ωραίο μητροπολιτικό μέγαρο αλλά ο Μητροπολίτης του απάντησε ότι “έχει μετανοιώσει για την ανοικοδόμηση ενός τόσο μεγαλοπρεπούς κτιρίου με έξοδα των ενοριών…Στο παλιό κτίριο παρά την ταπεινότητά του αισθανόμουν ευτυχής. Δεν προκαλούσε κανέναν αφέντη και έτσι γλιτώναμε τα διάφορα χαράτσια. Από τη στιγμή όμως που οι αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι το μεταμόρφωσαν σε παλάτι έγινε πηγή πολλών προβλημάτων και ειδικά χαρατσιών”. Ο Μητροπολίτης δεν είχε πρόβλημα με τους αγάδες της περιοχής αλλά με τους περαστικούς πασάδες που “περνώντας από τη πόλη έβρισκαν κάθε δικαιολογία για να ζητήσουν φόρο. Αυτό το οικοδόμημα έχει στοιχίσει σε χαράτσια εδώ και είκοσι χρόνια το διπλάσιο του κόστους κατασκευής του. Ειδικά το κιόσκι που φαίνεται από μακριά είναι η αιτία όλων των προβλημάτων. Θα γκρεμίζαμε αυτή τη πέτρα του σκανδάλου αλλά κάτι τέτοιο δεν θα άρεσε στους τοπικούς άρχοντες που έρχονται συχνά εδώ για να πάρουν το καφέ τους και να δροσιστούν από το αεράκι που έρχεται από τον λόγγο” συνέχισε ο Μητροπολίτης.

Η λιθογραφία της Εδεσσας με τους καταρράκτες όπως την είδε ο Κουζινερύ πλησιάζοντας από τον λόγγο. Στην άκρη της πόλης προβάλλει επιβλητικό το κιόσκι της Μητρόπολης, η “πέτρα του σκανδάλου”.

ΒοδεναΑμέσως μετά πέρασαν στην αυλή στο μέσο της οποίας βρισκόταν το μεγαλοπρεπές κιόσκι. “Δεν ήταν η κωνσταντινουπολίτικη φινέτσα ούτε οι ζωγραφιές που με έθελξαν στο κιόσκι αλλά η εξαίσια θέα” υπογραμμίζει. “Για να πάρετε μια ιδέα αυτού του υπέροχου πίνακα φανταστείτε μια πεδιάδα με βάθος δεκαπέντε λεύγες και άλλο τόσο πλάτος με ορίζοντα τη θάλασσα, γεμάτη από χωριά, κτήματα, ποτάμια και μεγάλα δάση και στο κέντρο τη λίμνη των Γιαννιτσών… Στα ανατολικά της πόλης είναι ο μεγάλος καταρράκτης που πέφτει σαν μεγάλη κολόνα ύδατος σε μια άβυσσο ενώ υπάρχουν ως και είκοσι άλλοι μικροί καταρράκτες και ρυάκια που πέφτουν στο λόγγο για να ενωθούν πιο πέρα σε ένα ποτάμι” αναφέρει εκστασιασμένος ο Κουζινερύ.

Μετά την επίσκεψη στον Μητροπολίτη κάνει μια γενική περιήγηση της πόλης. “Ολα τα νερά προέρχονται από ένα ποτάμι που ξεκινά από μια λίμνη δυο λεύγες βορειότερα” παρατηρεί υπονοώντας τη σημερινή λίμνη του Αγρα. “Μέσα στη πόλη το ποτάμι διαιρείται σε πολλά ποταμάκια για την εξυπηρέτηση των κατοίκων” … και… “μετά τις βιοτεχνίες τα νερά σχηματίζουν τους καταρράκτες όχι πολύ μακριά από την κατοικία του Αρχιεπισκόπου. Ανατολικά και έξω από τη πόλη αρχίζει ένα μεγάλο λιβάδι που το αγκαλιάζουν κήποι, πλατάνια, ιτιές και λεύκες”. Δυτικότερα παρατηρεί ότι η “κλίση του γκρεμού γίνεται ηπιότερη. Εκεί φτιάξανε το δρόμο για άμαξες” γράφει αναφερόμενος μάλλον στη σημερινή αμαξιτή είσοδο της πόλης. “Λέγεται ότι στη θέση της σύγχρονης πόλης βρισκόταν παλιά το κάστρο της Εδεσσας…Είχα υποψιαστεί βλέποντας κάτι ερείπια από τείχη ότι η αρχαία πόλη βρισκόταν κάτω από το βράχο και για να το επιβεβαιώσω κατέβηκα εκεί που ενώνονται πάλι τα ποτάμια των καταρρακτών σε ένα μεγάλο ποτάμι”. Ο Κουζινερύ λοιπόν είδε τα τείχη της κάτω πόλης που ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με τις ανασκαφές της δεκαετίας του ‘70.

Στο επόμενο: Η επίσκεψη στην Έδεσσα (συνέχεια)

4. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη στη Βέροια και η συνάντηση με τον Μπεκέλα

Το πρώτο του ταξίδι εκτός Θεσσαλονίκης ο Κουζινερύ αποφάσισε να το συνδυάσει, ίσως και για λόγους ασφαλείας, με ένα εμπορικό καραβάνι που ετοιμαζόταν για το ετήσιο πανηγύρι του Περλεπέ (Πρίλαπος) λίγο πιο βόρεια από το Μοναστήρι. Εκείνη τη χρονιά το καραβάνι δεν θα ακολουθούσε τον συνηθισμένο και συντομότερο δρόμο που ανέβαινε βόρεια τις όχθες του Αξιού μέχρι το Γκράτσκο (αρχαίους Στόβους) και έστριβε δυτικά στο σημείο όπου χύνεται ο Εριγώνας ποταμός στον Αξιό αλλά θα πήγαινε μέσω Βέροιας και Βερμίου, Σιάτιστας, Καστοριάς και Μοναστηρίου έστω κι αν αυτός ο δρόμος ήταν λίγο μακρύτερος. Ο χειμώνας της χρονιάς εκείνης ήταν ιδιαίτερα βαρύς, μεγάλος σε διάρκεια και με πολλά χιόνια, το καθυστερημένο λιώσιμο των οποίων είχε κάνει προβληματική και επικίνδυνη τη παραδοσιακή διαδρομή μέσω Αξιού/Εριγώνα. Με την πληροφορία αυτή υπολογίζουμε ότι το ταξίδι θα πρέπει να έγινε την άνοιξη όταν δηλαδή έλιωναν τα χιόνια και φούσκωναν οι ποταμοί. Το καραβάνι με περισσότερα από 200 άλογα διάβηκε την Χρυσή Πύλη (πύλη Βαρδαρίου) υπό τις ευχές των περαστικών για καλο ταξίδι “ογκουρλέρ ολά, ογκουρλέρ ολά”.

Η Χρυσή Πύλη της Θεσσαλονίκης (Πύλη Βαρδαρίου) από όπου βγήκε το καραβάνι με τον Κουζινερύ. Την ονομάζει μάλιστα Αψίδα του Θριάμβου του Αυγούστου και του Μάρκου-Αντωνίου στο βιβλίο του υπονοώντας ότι κατασκευάστηκε για την υποδοχή των νικητών μετά τη μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ. 

Golden Gate.resized

Ο Κουζινερύ είχε στην υπηρεσία του ένα Γενίτσαρο για προστασία, έναν υπηρέτη και ένα ζωγράφο από την Έδεσσα ονόματι Αποστόλη, για τις επαφές του στα Βοδενά, που διέμενε όμως και δούλευε στη Θεσσαλονίκη. Σε ένα άλογο είχαν φορτώσει δυο μικρά στρώματα (σιλτέ), δυο σεντόνια, δυο κουβέρτες και μερικά σκεύη μεγειρικής, χρήσιμα τότε για τα ταξίδια εντός της οθωμανικής επικράτειας, σκεπασμένα όλα με ένα χαλί που άπλωναν στο έδαφος στις στάσεις για να ξεκουραστούν. Πήραν τον νότιο δρόμο προς Βέροια μέσω Κουλακιάς (Χαλάστρας) και με αρκετές δυσκολίες διάβηκαν τα τρία ποτάμια που χύνονται στον Θερμαϊκό (Εχέδωρο/Γαλλικό, Αξιό/Βαρδάρη και Λουδία/Καρα-Αζμάκ) ώσπου έφτασαν στην ανατολική όχθη του Αλιάκμονα όπου και κατασκήνωσαν για να περάσουν τη βραδιά. Σε όλο το ταξίδι ο Κουζινερύ σημείωνε τα μέρη που περνούσαν και τα αντιπαρέβαλε με τα αρχαία κείμενα. Προσπαθούσε να αντιστοιχήσει τις αρχαίες με τις νέες ονομασίες. Παρατήρησε ότι ο Αξιός είχε μετατοπίσει τη κοίτη του πιο δυτικά ενώ ο Αλιάκμονας πιο ανατολικά αναρωτώμενος αν στο μέλλον τα τρία ποτάμια – Αξιός, Λουδίας και Αλιάκμων – θα είχαν κοινό δέλτα στον Θερμαϊκό. Σημειώνει επίσης το παραχωμένο σε τεράστια αμμώδη έκταση πέτρινο τόξο γέφυρας κοντά στον Λουδία και αναρωτιέται αν υπάρχουν και άλλα τόξα θαμμένα βαθειά στην άμμο. Ογδόντα χρόνια αργότερα ο Ντελακουλόνς επισκεπτόμενος την περιοχή θα εκτιμήσει ότι ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη γέφυρα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας συνολικού μήκους 190 μέτρων με πάνω από δέκα μεγάλα τόξα.

Το τόξο της γέφυρας που είδε ο Κουζινερύ κοντά στον Λουδία ποταμό όπως ήταν τέλη του 19ου αιώνα (πρώτη φωτογραφία) και όπως είναι σήμερα (δεύτερη φωτογραφία)

Gefyra Platy

Γεφυρα Πλατυ

Φτάνοντας στη Βέροια το καραβάνι παίρνει την ανηφόρα του Βερμίου για Καστοριά, Μοναστήρι και Περλεπέ ενώ ο Κουζινερύ με τη συνοδεία του μπαίνουν στη πόλη. Εκεί θα καταλύσουν για τρεις μέρες στο σπίτι ενός Μπεκέλα, φίλου του Αποστόλη, που ήταν πολύ πλούσιος, εντυπωσιακά μορφωμένος και που μιλούσε άριστα την λόγια ελληνική. Ο Κουζινερύ σημειώνει ότι ο Μπεκέλας “έχαιρε της προστασίας της Αγγλίας με ένα Βεράτιο, είδος φιρμανιού, που η Πύλη χορηγούσε τότε σε όλους τούς ξένους διπλωμάτες για να απαλλάσσουν τους ραγιάδες διερμηνείς τους από φορολογία… Ο Μπεκέλας που έμενε όμως μακριά από τη Θεσσαλονίκη δεν προστατευόταν αρκετά από το αγγλικό προξενείο. Και όπως ήταν πολύ πλούσιος υπέφερε περισσότερο από τις αντιζηλίες και ενοχλήσεις των ιδίων των Ελλήνων… ταξίδευε συχνά στην Θεσσαλονίκη όπου τον είδα να πεθαίνει φτωχός… Τα παιδιά του κουρασμένα από τις διαρκείς οχλήσεις (αβανίες) μετέφεραν την εναπομείνασα περιουσία τους στην Γερμανία όπου και εγκαταστάθηκαν”. Ο Μπεκέλας ήταν λοιπόν δραγουμάνος (χριστανός διερμηνέας/μεταφραστής) του αγγλικού προξενείου σύμφωνα με τις περίφημες διομολογήσεις των δυτικών κρατών με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Το όνομα Μπεκέλας μας παραπέμπει στο όνομα Βικέλας, γνωρίζοντας ότι ο λογοτέχνης και πρόεδρος της πρώτης Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Δημήτριος Βικέλας είλκε την καταγωγή του από τη Βέροια (βλ. Δ. Βικέλα, Η Ζωή μου, 1908). Ο Ανδρέας Ανδρεάδης (βλ. Δημήτριος Βικέλλας, 1910) μας πληροφορεί ότι πράγματι την εποχή εκείνη υπήρχε στη Βέροια οικογένεια Μπεκέλα “αρκούντως γνωστή εις τους Μακεδόνας. Ήτο η διαπρεπεστέρα της Βεροίας”. Το ίδιο και ο Βεροιώτης Γεώργιος Χιονίδης στη μικρή αλλά σημαντική μελέτη του για την αρχοντική αυτή οικογένεια της Βέροιας (Μακεδονικά, τομος 34, 2004). Κατά τον Γεώργιο Χιονίδη ο Κουζινερύ φιλοξηνήθηκε από τον Δημήτριο Μπεκέλα, αδελφό του προπάππου του Δημητρίου Βικέλα. Ο πατέρας του, Εμμανουήλ Μπεκέλας, άλλαξε το όνομά του σε Βικέλας όταν έφτασε στη Σύρο από την Κωνσταντινούπολη όπου και παντρεύτηκε. Ο Δημήτριος Βικέλας που έζησε αρκετά χρόνια σε Λονδίνο και Παρίσι συνήθιζε να υπογράφει στο εξωτερικό σαν Bikelas που στα ελληνικά προφέρεται Μπικέλας. Το αρχοντικό όπου κατέλυσε ο Κουζινερύ, το “Μπικελάδικο”, διασωζόταν μάλιστα στη Βέροια τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1950. Η εξωτερική του πόρτα με τα 1950 πλατυκέφαλα καρφιά ήταν ονομαστή. Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι μέρος της οικογένειας Μπεκέλα εγκαταστάθηκε στη Πέστη της Αυστροουγγαρίας ενώ άλλο μέρος μετακόμισε στη Κωνσταντινούπολη από όπου μετανάστευσε στη Σύρο μετά την Ελληνική Επανάσταση. Στη Σύρο γεννήθηκε το 1835 ο λογοτέχνης Δημήτριος Βικέλας.

Δεξιά το αρχοντικό του Μπεκέλα, το “Μπικελάδικο” όπου φιλοξηνήθηκε ο Κουζινερύ. Στην επόμενη φωτογραφία η περίφημη πόρτα του με τα 1950 καρφιά.

Μπικελάδικο1

Μπικελάδικο2

Ο Κουζινερύ παρατηρεί ότι η πιο σημαντική απασχόληση στη Βέροια είναι η παραγωγή μεγάλων προσοψιών για το μπάνιο που τα βρίσκεις “σε όλη τη Τουρκία”, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο ακριβά. Αυτή άλλωστε ήταν και η δραστηριότητα της οικογένειας Μπεκέλα: η παραγωγή και εμπορία προσοψιών (από κάνναβη) με δραστηριότητες σε πολλές πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εντυπωσιασμένος από τις βαθύτατες γνώσεις του οικοδεσπότη τον ρωτά πριν φύγουν από τη Βέροια αν έχει υπόψη του την τοποθεσία στην οποία αναφέρεται ο γεωγράφος Μελέτιος σχετικά με την αρχαία Πέλλα που λέγεται Παλάτια. Ο Μπεκέλας του απαντά ότι γνωρίζει καλά τη Γεωγραφία του Μελετίου αλλά ο γεωγράφος έχει κάνει λάθος στο σημείο αυτό. Γιατί η θέση Παλάτια δεν βρίσκεται βόρεια της λίμνης κοντά στα Γιαννιτσά αλλά νότια της Βέροιας και του Αλιάκμονα, στα ανατολικά Πιέρια. Προσθέτει μάλιστα ότι υπάρχουν εκεί πολλά αρχαία ερείπια και για τον λόγο αυτό η τοποθεσία έχει ονομαστεί Παλάτια! Ο Κουζινερύ δεν δίνει σημασία στη σημαντική πληροφορία του Μπεκέλα, αντίθετα με τον Γάλλο αρχαιολόγο Εζέ (Léon Heuzey) που, 80 χρόνια αργότερα, θα την επισκεφθεί και θα κάνει τις πρώτες ανασκαφές στο παλάτι που βρήκε εκεί, σπάζοντας το κεφάλι του να καταλάβει σε ποιά αρχαία μακεδονική πόλη ανήκαν τα ερείπια. Θα περάσουν όμως σχεδόν τρεις αιώνες από τη συγγραφή της Γεωγραφίας του Μελετίου για να μάθουμε ότι η τοποθεσία Παλάτια (το σημερινό χωριό Παλατίτσα δίπλα στη Βεργίνα) ήταν οι αρχαίες Αιγές και τα ερείπια που ανέφερε ο Μπεκέλας δεν ήταν άλλο από το μεγαλοπρεπές ανάκτορο του Φιλίππου!

Στο επόμενο: Η επίσκεψη σε Νάουσα και Έδεσσα