Οι Άμποτ της Θεσσαλονίκης – Abbotts of Salonica

Σπάνια γύρω από μια οικογένεια πλέκεται τέτοιος μύθος όπως για τους Αμποτ της Θεσσαλονίκης. Ο 19ος αιώνας ήταν η περίοδος που πρωταγωνίστησαν, άλλοτε με την εξωφρενική επίδειξη πλούτου, άλλοτε με τις σκοτεινές και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές τους, άλλοτε με τις μεταξύ τους διαφορές. Αγγλικής υπηκοότητας, ελληνικής γλώσσας και ορθόδοξου θρησκεύματος, τάραξαν τα νερά της διεθνούς διπλωματίας με την τραγική σφαγή ενός μέλους το 1876. Ήταν το επεισόδιο που έστρεψε το βλέμμα μου προς την οικογένεια αυτή, ιδιαίτερα στη σχέση τους με την οικογένεια Χατζηλαζάρου και έμμεσα με την οικογένεια Οικονόμου, των δυο μεγάλων οικογενειών από την περιοχή Εδέσσης.

Η αναζήτηση στοιχείων για τους Άμποτ διευκολύνεται από αρκετά διάσπαρτα κείμενα που γράφτηκαν ακόμη και από σημερινά μέλη της οικογένειας αναζητώντας τους προγόνους τους. Υπάρχουν επίσης γενεαλογικά δέντρα και ημερολόγια από μέλη της οικογένειας του 18ου αιώνα, που αφορούν όμως περιόδους πριν από τον ερχομό τους στη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να υπάρχουν και αντικρουόμενα στοιχεία. Πώς θα μπορούσε όμως να ήταν διαφορετικά όταν η ιστορία της πολυάριθμης οικογένειας εκτείνεται σε πολλούς αιώνες και σε πολλές περιοχές, από την Αγγλία μέχρι τις Ινδίες, περνώντας μέσα από τα κυριότερα εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας; Σήμερα υπάρχουν πολλοί Άμποτ διασκορπισμένοι σε όλες τις ηπείρους, χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά σχέση μεταξύ τους. Το όνομα είναι αρκετά κοινό προερχόμενο από την μεσαιωνική λέξη abbod που παραπέμπει στο λατινικό abbas, στο ελληνικό αββάς και στο αραμαϊκό άμπα, δηλαδή πατήρ (Κατά Μάρκον 14:36 «καὶ ἔλεγεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι·»). Ανάλογη περίπτωση το δικό μας επώνυμο Παπάς. Ο κάθε κλάδος βέβαια ψάχνει τις δικές του ρίζες. Το κείμενο που ακολουθεί επικεντρώνεται λοιπόν στους Άμποτ που ήρθαν από την Αγγλία στην Ανατολή, στην Οθωμανική αυτοκρατορία, και απλώθηκαν με τον καιρό σε όλα τα εμπορικά κέντρα της ανατολής. Ο κλάδος που αναπτύχθηκε στη Θεσσαλονίκη θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα. Είναι ο κλάδος με τα λιγότερα στοιχεία και τα μεγαλύτερα κενά.

I. Από το Λονδίνο στη Κωνσταντινούπολη

Η αναζήτηση του γενάρχη της οικογένειας μας οδηγεί στην κωμόπολη Γκρέτον (Gretton) μιας περιοχής βορειοδυτικά του Λονδίνου, το Northampton. Εκεί τον 16ο αιώνα ο κτηματίας Τόμας Άμποτ (Thomas Abbott), συγχρόνως με την καλλιέργεια της γης εξασκούσε και το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Οι υπάρχουσες γενεαλογικές βάσεις συμφωνούν ότι με την σύζυγο του Κάθριν (Catherine Abbott) απέκτησαν έξι παιδιά: την Μαγδαληνή (Magdalen), τον Τόμας (Thomas), τον Ρόμπερτ (Robert, 1610 – 1658), την Αλίκη (Alice), την Ισαβέλα (Isabelle) και την Τζέιν (Jane). Ο πρωτότοκος Τόμας παρέμεινε στο Γκρέτον, μάλλον αναλαμβάνοντας τα κτήματα του πατέρα του όπως συνηθιζόταν, ενώ ο δεύτερος γιος Ρόμπερτ μετακόμισε σε μικρή ηλικία στο Λονδίνο. Εκεί άρχισε να δουλεύει ως γραμματέας σε δανειοδοτική εταιρεία πράγμα που του επέτρεψε το 1635 να γίνει δεκτός στην εμπορική εταιρεία Freedom of the Company of Scriveners και στη συνέχεια να ανοίξει δικό του γραφείο δανείων, την Flying Horse με έμβλημα τον Πήγασο. Η αλματώδης οικονομική και κοινωνική εξέλιξη τον οδήγησε σε γάμο με την Μπέθια Τσάπμαν (Bethia Chapman), κόρη ενός πλούσιου παντοπώλη. Με τον γάμο αυτό μπήκε στη Συντεχνία των Παντοπωλών (Worshipful Company of Grocers) και ανέπτυξε σχέσεις με την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών ενώ προς το τέλος της ζωής του φέρεται ως εισαγγελέας πταισματοδικείου αποκτώντας και οικόσημο με τον Πήγασο! Οι τραπεζικές του εργασίες τον φέρνουν να κατέχει μερίδια σε έξι εμπορικά πλοία, δύο εκ των οποίων κάνουν εμπόριο με την Ανατολή.

Sir Robert Abbott

Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στην εταιρεία του προσέλαβε και τον Robert Clayton, γιο της αδελφής του Αλίκης – η οποία παντρεύτηκε ένα φτωχό αγρότη, τον John Clayton. Ο Clayton έμαθε την τέχνη στην Flying Horse την οποία διηύθυνε και επεξέτεινε μετά τον θάνατο του θειού του. Είχε εκπληκτική εξέλιξη και θεωρείται σήμερα, μαζί με τον θείο του Ρόμπερτ Άμποτ, πατέρας του βρετανικού τραπεζικού συστήματος. Χρήστηκε ιππότης, εξελέγη Δήμαρχος Λονδίνου (Lord Mayor of London) ενώ υπηρέτησε για σχεδόν τριάντα χρόνια ως βουλευτής στο Βρετανικό Κοινοβούλιο (Frank T. Melton, Clayton and the Origins of English Deposit Banking 1658-1685, 1986).

Τζάσπερ Άμποτ, ο γεννήτορας των Άμποτ της Ανατολής

Ο Ρόμπερτ και η Μπέθια απόκτησαν δέκα παιδιά, το προτελευταίο των οποίων ήταν ο Τζάσπερ Άμποτ (Jasper Abbott, 1655-1723). Ο Τζάσπερ μετακόμισε πολύ νέος στην Ανατολή, πρώτα στη Σμύρνη και μετά στη Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με τα γραφόμενα του μηχανικού Χάιντ Κλαρκ, μέλους της Εταιρείας της Ανατολής (Levant Company). Ο Κλαρκ έγραψε το άρθρο του το 1860, λίγους μήνες μετά την άφιξη του στη Σμύρνη για δουλειές, από συζητήσεις που έκανε με τους εκεί εμπόρους, οπότε οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν δυο αιώνες πιο μπροστά, ίσως όχι τόσο ακριβείς. Το σημαντικό όμως φαίνεται να είναι ότι ο Τζάσπερ έφτασε αρχικά στη Σμύρνη, το μεγαλύτερο τότε εμπορικό κέντρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και μετά από είκοσι χρόνια εγκαταστάθηκε στη Κωνσταντινούπολη. «Από το εμπορικό σώμα μπορώ να καταγράψω τον πρώτο Άμποτ, τον πατέρα αυτής της μεγάλης πλέον φυλής στο Λεβάντε, που ήταν έμπορος στη Σμύρνη… για είκοσι χρόνια και στη συνέχεια έμπορος στην Κωνσταντινούπολη …για άλλα είκοσι χρόνια. Εκεί πεθαίνει, – και βρίσκεται θαμμένος στο αγγλικό νεκροταφείο στο Feri-keui… και όπου ο τάφος του φαίνεται ακόμα σε καλή κατάσταση. Είναι διακοσμημένος με οικόσημο και καταγράφει την γενεαλογία του, με όση αξιοπρέπεια μπορεί να δώσουν τα Λατινικά» (Clarke, (Henry) Hyde, ‘The history of the British colony at Smyrna’, Levant Herald, 1860)).

Μετρώντας προς τα πίσω από τον θάνατο του, η πληροφορία του Χάιντ μας δείχνει ότι ο Τζάσπερ έφτασε στη Σμύρνη νεότατος περί το 1680. Παντρεύεται εκεί, μάλλον Ρωμιά, και αποκτά το 1696 τουλάχιστον ένα γιο, τον Πήτερ. Περί το 1700 η οικογένεια μετακομίζει στη Κωνσταντινούπολη όπου διαμένει μέχρι τον θάνατο του το 1723. Ο Τζάσπερ θα γίνει έτσι ο γεννήτορας των Άμποτ της Ανατολής.

Ο Πήτερ (1696 – 1768) θα γίνει εξέχον μέλος της Levant Company και θα ασκήσει τα καθήκοντα του ταμία τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του. Μερικές πληροφορίες τον θέλουν να έχει δραστηριότητα και στην Άγκυρα. Θα αποκτήσει έντεκα παιδιά – τα τέσσερα θα πεθάνουν σε μικρή ηλικία, δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Τα επιζήσαντα επτά, με βάση μαρτυρίες της ίδιας της οικογένειας και άλλα διάσπαρτα κείμενα, παρουσιάζονται ως εξής:

Το γενεαλογικό δέντρο των Άμποτ: από το Γκρέτον στη Κωνσταντινούπολη

1. Ο Τζάσπερ θα παντρευτεί την Κυριακή (1744 – 1822), κόρη του ιερέα Αθανασίου στη Κωνσταντινούπολη. Ο πρωτότοκος γιος του, ο Χένρυ (Henry Alexius, 1764-1819) γράφει στο Ημερολόγιο του (το 1804) ότι γεννήθηκε στο Πέρα στις 16 Οκτωβρίου 1764 και ήταν τεσσάρων ετών όταν μετακόμισαν στην Άγκυρα με τα δυο μικρά του αδέλφια, τον William (1766-1852) και τον Peter (1767-1834). Η μετακόμιση λοιπόν έγινε το 1768, έτος του θανάτου του παππού Πήτερ. Ίσως τη χρονιά εκείνη να έγινε η μοιρασιά των οικογενειακών εμπορικών δραστηριοτήτων μεταξύ των πέντε αδελφών. Αυτό βέβαια ενισχύει την άποψη ότι η οικογένεια είχε προηγούμενη εμπορική δραστηριότητα εκεί. Στην Άγκυρα γεννιούνται και δύο κορίτσια, η Elizabeth (1769 – 1825) και η Mary (1771 – 1844) οι οποίες θα μας απασχολήσουν αργότερα όταν εγκατασταθούν στη Θεσσαλονίκη. Τα καλοκαίρια η οικογένεια τα περνά σε ένα εξοχικό λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη πόλη, στο Efset, «το οποίο αποτελούνταν από ένα πολύ κομψό σπίτι, εκτεταμένους κήπους, περιβόλια και αμπελώνες, με τα πιο εκλεκτά φρούτα της Ευρώπης και της Ασίας, έναν παράδεισο». Ο πατέρας του ήταν ένας “πολύ ευθύς, ευσυνείδητος και θρησκευόμενος άνθρωπος, ένας καλός μελετητής της κλασικής γραμματείας”. Το καλοκαίρι του 1774 όμως πεθαίνει σε ηλικία μόλις 43 ετών από δυσεντερία. Ένα τέταρτο μικρό αγοράκι δυο μηνών θα πεθάνει λίγες μέρες αργότερα. «Ο θείος μου Τζορτζ Άμποτ της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος ήταν ένας πολύ εύπορος άνθρωπος αλλά πολύ φιλάργυρος, έστειλε τους πράκτορες του να παραλάβουν τα υπάρχοντα και την οικογένεια δηλώνοντας στους άλλους αδερφούς του ότι ο εκεί οίκος θα έκλεινε». Οι θείοι συμφώνησαν να πάρουν από ένα αγόρι για να το μεγαλώσουν και να το εκπαιδεύσουν, αφήνοντας τα δύο κορίτσια στη φροντίδα της μητέρας. Ο Χένρυ και ο Ουίλιαμ πήγαν έτσι στο Χαλέπι της Συρίας, ο πρώτος στον έμπορο Ρόμπερτ και ο δεύτερος στον πρόξενο Τζον Τόμας. Ο μικρότερος Πήτερ έμεινε με τον Τζορτζ στη Κωνσταντινούπολη. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η χήρα Κυριακή με τα δυο μικρά κορίτσια θα έχουν την στήριξη του Βαρθολομαίου και θα τον συνοδέψουν στη Θεσσαλονίκη.

Με τον πρώιμο θάνατο του προξένου Τζον Τόμας το 1883, η χήρα με τα πέντε παιδιά και τον Ουίλιαμ θα μετακομίσουν από το Χαλέπι στο Λονδίνο. Περίπου την ίδια εποχή ο Χένρυ με την προτροπή του θείου του Ρόμπερτ θα μεταναστεύσει στη Καλκούτα της Ινδίας όπου θα παντρευτεί την Μάργκαρετ Γουέλς και θα αποκτήσουν επτά παιδιά εκ των οποίων τέσσερις γιοι θα γίνουν στρατιωτικοί (Augustus, Frederick, Sir James και Saunders Alexius) και θα φτάσουν μέχρι τον βαθμό του στρατηγού. Προς τιμήν μάλιστα του Sir James Abbott, η πόλη στην οποία υπηρέτησε ως διοικητής στο σημερινό Πακιστάν, θα ονομαστεί Abbottabad. Είναι η πόλη στην οποία θα εκτελεστεί το 2011 ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από την στρατιωτική ακαδημία. Ένα πέμπτος γιος (Keith Edward Abbott) θα γίνει διπλωμάτης και θα υπηρετήσει ως Πρόξενος της Αγγλίας στη Ταμπρίζ της Περσίας (1854 – 1857) και στην Οδησσό της Ρωσίας (1868 – 1873).

Ο τρίτος γιος του Τζάσπερ, ο Πήτερ (1767-1834), θα μεγαλώσει με τον “τσιγκούνη” θείο του Τζορτζ στη Κωνσταντινούπολη. Τον συναντάμε για πρώτη φορά το 1797 στο Λονδίνο, όταν έρχεται σε επαφή με τον πρέσβη των ΗΠΑ για να τον πείσει να αναπτύξουν το εμπόριο αποικιακών προϊόντων με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Αποφασίζεται μάλιστα η αποστολή του στην Ουάσινγκτον ώστε να συζητήσει το θέμα με τον Υπουργό των Εξωτερικών πλην όμως στο ταξίδι αιχμαλωτίζεται από το γαλλικό ναυτικό, είναι η περίοδος των ναπολεόντειων πολέμων (Ruth Kark, American Consuls in the Holy Land, 1994). Μετά τους πολέμους διορίζεται πρόξενος της Levant Company στη Βηρυτό και μετά τη διάλυση της εταιρείας το 1825 συνεχίζει τη θητεία του ως στέλεχος του Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office). Το 1831 στηρίζει ενεργά για πρόξενο των ΗΠΑ στη Βηρυτό τον ανιψιό του Τζάσπερ Σασώ (Jasper Chasseaud) από τη Θεσσαλονίκη (γιο της αδελφής του Μαίρης και του Πήτερ Σασώ), κάτι που επιτυγχάνει το 1833. Θα πεθάνει ένα χρόνο αργότερα και θα ενταφιαστεί στη Βηρυτό.

2. Ο Τζόν Τόμας (John Thomas 1733 – 1783). Θα παντρευτεί την Ελβετίδα Μαριάννα Γκόι (Marianne Goy, 1750 – 1816). Θα αναλάβει το εμπορικό κέντρο της Levant Company στο Χαλέπι της Συρίας όπου θα ονομαστεί Πρόξενος. Θα αποκτήσει τέσσερα αγόρια (Richard Robert, Peter, George Edward, John Thomas) και μια κόρη (Elizabeth Margaret) η οποία πέθανε μετά τη γέννα. Τα αγόρια θα μεγαλώσουν μαζί με τον ξάδελφο Ουίλιαμ. Μετά τον θάνατο του άντρα της η χήρα Μαριάννα με τα τέσσερα παιδιά της και τον ανιψιό Ουίλιαμ θα μετακομίσουν στο Λονδίνο. Τα παιδιά του, όπως και ο ανιψιός, θα βρουν τις τύχες τους στην Ινδία (Καλκούτα οι γιοι, Μαντράς ο ανιψιός). Ο Ουίλιαμ θα πλουτίσει στην Ινδία ιδρύοντας δυο εταιρείες ενώ θα θητεύσει και ως δήμαρχος του Μαντράς (σημερινό Τσενάι).

3. Για τον Βαρθολομαίο Έντουαρτ, τον ιδρυτή του κλάδου της Θεσσαλονίκης, θα αναφερθούμε εν εκτάσει στη συνέχεια.

4. Ο Τζορτζ (George Abbott 1736-1801), ο ‘εύπορος άνθρωπος αλλά πολύ φιλάργυρος’, θα παντρευτεί την Άννα Μαρτσελίνι (Anna Marcellini) από την Βενετία. Παντοδύναμος, δύστροπος και τσιγκούνης, θα αναλάβει ταμίας της Levant Company μετά τον θάνατο του πατέρα τους για μικρό χρονικό διάστημα. Όπως αναφέρει ο Άγγλος πρέσβης στη Κωνσταντινούπολη Τζον Μάρεϊ (John Murray), θα αποτελέσει με τον Βαρθολομαίο τον ένα πόλο σε ενδοοικογενειακή διένεξη λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του πατέρα τους εναντίον του πρωτότοκου Τζάσπερ χωρίς να είναι γνωστή η αιτία.

5. Ο Ρόμπερτ Πάτζετ (Robert Pageτ, 1738 – 1799) θα μεταβεί και αυτός στο Χαλέπι στον εκεί εμπορικό οίκο. Ανύπαντρος και αρκετά αδιάφορος με τη δουλειά, θα συμβουλέψει τον ανιψιό του Χένρυ που είχε υπό κηδεμονία να εγκαταλείψει το Χαλέπι, που μαστίζεται από αναδουλειές, και να στραφεί προς άλλες πιο δυναμικές περιοχές πράγμα που θα πράξει πηγαίνοντας στην Ινδία.

6. Η Μαρία Κανέλα (Maria Canella, ; – 1767) θα παντρευτεί τον Ρώσο ευγενή Αλεξέι Ομπρέσκοφ, πρέσβη (Resident) της Μεγάλης Αικατερίνης στη Κωνσταντινούπολη. Θα αποκτήσουν τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Ο Ομπρέσκοφ θα φυλακιστεί στο Επταπύργιο της Κωνσταντινούπολης με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου 1768 – 1774 με αφορμή την επέμβαση της Ρωσίας στη Πολωνία και στην οθωμανική Κριμαία των Τατάρων. Ο Άγγλος πρέσβης Τζον Μάρεϊ είχε αναγάγει την απελευθέρωση του Ρώσου πρέσβη σε θέμα γοήτρου για τη Γηραιά Αλβιώνα και τον ίδιο προσωπικά. Θα απελευθερωθεί τελικά από ενέργειες της ανταγωνίστριας Πρωσίας με την ενεργή ανάμιξη των δυο αδελφών Άμποτ της Κωνσταντινούπολης Τζορτζ και Βαρθολομαίου. Ο Μάρεϊ θα το θεωρήσει προδοσία και θα άρει την αγγλική προστασία από τον Βαρθολομαίο, όχι όμως από τον Τζορτζ ο οποίος έχει κορυφαία θέση και στήριξη στην Ανατολική Εταιρεία ως ταμίας της (Basil C. Gounaris, The Alexei Obrescoff Case, 2015).

7. Η Ντόροθυ Κλάρα (Dorothy Clara, ? – 1819) θα παντρευτεί τον αριστοκράτη Jean Godefroy Froding από τη Πετρούπολη, γραμματέα (chancellor) της ρωσικής πρεσβείας στη Κωνσταντινούπολη. Απέκτησαν δυο παιδιά, την Ελένη και τον Κωνσταντίνο.

Οι γιοι του Πήτερ ήταν απόλυτα συνδεδεμένοι με την Levant Company αποκτώντας ηγετικό ρόλο σε όλη την Ανατολή. Από τη σχέση τους με την εταιρεία αυτή αντλούν μεγάλη πολιτική επιρροή στην Υψηλή Πύλη και στο Λονδίνο, υπερισχύοντας ακόμη και του Άγγλου πρέσβη. Ας δούμε λοιπόν με δυο λόγια πως δημιουργήθηκε η εταιρεία αυτή πριν εξετάσουμε την μετακόμιση του Βαρθολομαίου στη Θεσσαλονίκη.

Η Ανατολική Εταιρεία – The Levant Company

Το ενδιαφέρον της Αγγλίας για εμπόριο με την ανατολική Μεσόγειο άρχισε πολύ αργά, τον 16ο αιώνα. Μέχρι τότε δεν υπήρχαν εμπορικές σχέσεις ούτε με το Βυζάντιο ούτε με τους Οθωμανούς.. Οι πρώτες λίγες επαφές γίνονται για αγορά γλυκού κρασιού στις αρχές του αιώνα χωρίς όμως διάρκεια. Τα πράγματα αλλάζουν όταν δυο Λονδρέζοι έμποροι, οι Όσμπορν και Στέιπερ, στέλνουν τον Ουίλιαμ Χάρνμπορν (William Harnborne) στη Κωνσταντινούπολη να εξετάσει τη δυνατότητα συμφωνίας για εμπορικές ανταλλαγές. Ο Χάρνμπορν καταφέρνει να πάρει τη σύμφωνη γνώμη του Σουλτάνου το 1581 παρά την αντίθεση τόσο των Γάλλων, που έχουν συμφωνία με τους Οθωμανούς από το 1535, όσο και των Βενετών. Η συμφωνία προβλέπει προνόμια και προστασία των Άγγλων εμπόρων όπως είχε συμφωνηθεί με τους Γάλλους, τις περίφημες διομολογήσεις (capitulations). Με τις διομολογήσεις συμπληρώθηκαν κατάλογοι τελωνειακών δασμών σε εισαγόμενα και εξαγόμενα εμπορεύματα ενώ δόθηκαν εγγυήσεις ότι δεν θα επιβληθούν άλλοι φόροι στους Άγγλους. Εξασφάλισαν επίσης την ελεύθερη κυκλοφορία των Άγγλων και των εμπορευμάτων τους χωρίς παρενόχληση, επέτρεπαν την επίλυση των διαφορών μεταξύ τους από τους δικούς τους Προξένους και όχι από οθωμανικά δικαστήρια και προέβλεπαν ότι οι υποθέσεις που αφορούσαν Άγγλους που υπάγονταν στο οθωμανικό δίκαιο θα έπρεπε να διεκπεραιώνονται στην Κωνσταντινούπολη και όχι από επαρχιακούς αξιωματούχους. Η Levant Company επέτρεπε στα μέλη της (Freemen) να λειτουργούν ανταγωνιστικά ως ανεξάρτητοι έμποροι με δικά τους κεφάλαια, σεβόμενοι τους γενικούς κανόνες και αρχές που περιγράφονταν στο καταστατικό της.

Η βασίλισσα Ελισάβετ ενδιαφέρθηκε έντονα αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να ξοδέψει χρήματα από το δημόσιο ταμείο για τους Άγγλους εμπόρους. Υπογράφει έτσι τον Σεπτέμβριο του 1581 μια Χάρτα που εισάγει μονοπώλιο και κανόνες λειτουργίας προς όφελος δώδεκα εμπόρων έναντι εκπροσώπησης από αυτούς, με τα έσοδα του μονοπωλίου, των συμφερόντων του Στέμματος. Οι επικεφαλής των εμπορικών οίκων στην Ανατολή (consuls) θα εκπροσωπούν έτσι με δικά τους χρήματα την βρετανική κυβέρνηση. Ιστορικά ίσως είναι η πρώτη μορφή Σύμπραξης Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Η συμφωνία τίθεται ουσιαστικά σε ισχύ το 1583, όταν ο Χάρνμπορν εφοδιασμένος με επιστολές της βασίλισσας Ελισάβετ εγκαθίσταται επισήμως στη Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο της χρονιάς αυτής. Είναι ο πρώτος διπλωματικός εκπρόσωπος της Ελισάβετ (πρέσβης) στην Οθωμανική αυτοκρατορία και ο πρώτος επικεφαλής της ομάδας των εμπόρων με άμεση προτεραιότητα να υπερνικήσει τις συνεχιζόμενες πιέσεις Γάλλων και Βενετών στον Σουλτάνο. Την ίδια χρονιά αρχίζει να οργανώνει την αναδυόμενη εταιρεία, ορίζοντας ‘προξένους’ σε Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Χαλέπι, Δαμασκό, Αμάν και τα επόμενα χρόνια σε Χίο, Πάτρα, Ζάκυνθο κλπ. Τα κέρδη ήταν μεγάλα, τα έξοδα επίσης. Εκτός από την πληρωμή του προσωπικού χρειαζόταν και ένα σημαντικό οικονομικό «φρεσκάρισμα» της εκτίμησης της εταιρείας προς τον Σουλτάνο, τον Βεζίρη, τους υψηλούς αξιωματούχους, δικαστές, τελωνειακούς κλπ.

Η οργάνωση θα πάρει την τελική μορφή εταιρείας με εσωτερικά όργανα την δεκαετία του 1590. Γίνονταν μέλη είτε γιατί ήταν παιδιά μέλους, είτε γιατί είχαν ολοκληρώσει εκπαίδευση σε ένα μέλος, είτε γιατί είχαν αγοράσει το δικαίωμα. Κάθε μέλος έδινε όρκο να μην στέλνει κανένα εμπόρευμα στην Ανατολή παρά μόνο για δικό του λογαριασμό και να μην το παραδίδει σε κανέναν άλλο εκτός από τους πράκτορες και τους παράγοντες της Εταιρείας. Η Εταιρεία είχε το δικαίωμα να φορολογεί το βρετανικό εμπόριο στην Ανατολή, επιβάλλοντας προξενικούς δασμούς, τέλη και πρόστιμα. Τα μέλη πλήρωναν στο Λονδίνο ποσοστό 2% επί της αξίας των συναλλαγών τους στην Ανατολή. Οι πράκτορες που στάλθηκαν στα οθωμανικά λιμάνια για να συνάψουν επιχειρηματικές δραστηριότητες, κατέβαλαν στους εκεί αντιπροσώπους της Εταιρείας άλλο ένα 2% επί της αξίας των εμπορευμάτων που πωλούνταν ή αγοράζονταν. Τα μέλη μπορούσαν να αποφύγουν τους κανόνες και να συνεργαστούν με μη μέλη και αλλοδαπούς, καταβάλλοντας πρόστιμο 20% επί της αξίας των συναλλαγών τους, πράγμα που ήταν πρακτικά απαγορευτικό. Οι πρόξενοι, αντιπρόξενοι, πράκτορες, ταμίες και οι γραμματείς, όλοι έμποροι καριέρας, αποτελούσαν τον διοικητικό μηχανισμό που έλεγχε την τήρηση των διομολογήσεων και εκπροσωπούσε την Εταιρεία και τα μέλη της στις οθωμανικές αρχές. Οι πρόξενοι ενεργούσαν ως δικαστές, προστάτες και σύμβουλοι, που ασκούσαν έλεγχο σε όλες τις εσωτερικές υποθέσεις των εμπορικών κέντρων. Ήταν υπεύθυνοι για τη τήρηση της τάξης μεταξύ των συμπατριωτών τους, και ρύθμιζαν τις μεταξύ τους διαφορές. Η διοίκηση της Εταιρείας – ο Διοικητής, ο Υποδιοικητής και ένα 18-μελές σώμα βοηθών – μαζί με τους εμπόρους (Freemen) αποτελούσαν το Γενικό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο είχε εκτεταμένες εκτελεστικές, νομοθετικές και δικαστικές εξουσίες και συνεδρίαζε τακτικά (Alfred Wood, A History of the Levant Company, 1935).

Το εμπόριο της Αγγλίας με την Οθωμανική αυτοκρατορία εκτοξεύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα ως αποτέλεσμα του λεγόμενου Κρητικού πολέμου μεταξύ Τούρκων και Βενετών. Τότε υπήρξε και η μεγαλύτερη ένταξη νέων μελών. Το Χαλέπι έφτασε να έχει 50 μέλη, η Σμύρνη 49. η Κωνσταντινούπολη 25. Ήταν η εποχή που το εμπόριο των Βενετών, και των συμμάχων τους Γάλλων, υποχώρησε ραγδαία λόγω του πολέμου με τους Οθωμανούς. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν που ο Τζάσπερ Άμποτ μετανάστευσε στην Ανατολή εκείνη την εποχή. Από τα τέλη του 18ου αιώνα όμως θα αρχίσει η μεγάλη πτώση που θα οδηγήσει στο τέλος της Levant Company το 1825.

Ο τρόπος γέννησης και λειτουργίας της εταιρείας εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα μέλη της είχαν μεγάλη δύναμη, τόσο οικονομική όσο και πολιτική. Ο όρος «λεβαντίνος» άρχισε να εκφράζει αυτή την πραγματικότητα, έναν δυτικό έμπορο εγκατεστημένο στην Ανατολή που υιοθετεί τον ανατολίτικο τρόπο ζωής και έχει ισχυρές οικονομικές και πολιτικές διασυνδέσεις. Οι Αμποτ της Κωνσταντινούπολης, ως εξέχοντα μέλη της Εταιρείας, είχαν λοιπόν ισχυρή πρόσβαση τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Υψηλή Πύλη.

ΙΙ, Από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη – The Branch of Salonica

Ο χρόνος και οι συνθήκες άφιξης

«Ο πρώτος Άμποτ που ήρθε στη Θεσσαλονίκη ήταν ο Βαρθολομαίος Έντουαρτ, ιδρυτής της English Levant Company. Όταν έφτασε στη πρωτεύουσα της Μακεδονίας το 1771, ο Βαρθολομαίος Έντουαρτ είχε μια Ελληνίδα σύζυγο από τη Σμύρνη με την οποία απέκτησε πολλά παιδιά τα οποία υπό την επιρροή της μητέρας τους έγιναν πραγματικοί λεβαντίνοι». Έτσι περιγράφει την έλευση του Βαρθολομαίου η Μερόπη Αναστασιάδου στο κλασικό πλέον βιβλίο της «Salonique, 1830-1912. Une ville ottomane à l’âge des Réformes». Η θέση αυτή αποτελεί την κυρίαρχη άποψη του περασμένου αιώνα μεταξύ των ιστορικών. Μια συμπληρωματική εκδοχή αναφέρει γάμο – σε Θεσσαλονίκη ή Άγκυρα – με την Σάρα Σασώ, χήρα του εμπόρου Γκαμπριέλ Σασώ (Gabriel Chasseaud). Σμύρνη; Άγκυρα; Κωνσταντινούπολη; Ένα πυκνό πέπλο κάλυπτε την αρχή από την οποία ξεκίνησε η εποποιία των Άμποτ στη Θεσσαλονίκη. Η παρούσα έρευνα νομίζω ότι δίνει μερικές απαντήσεις και μια πιο καθαρή εικόνα.

Πρώτα από όλα η Levant Company είχε παρουσία στη Θεσσαλονίκη με ένα μικρό γραφείο (τα λεγόμενα factory) από το 1715, όταν έφτασε εκεί από τη Σμύρνη ο έμπορας Richard Kemble ο οποίος ήταν και ο πρώτος πρόξενος της Αγγλίας εκεί. Το δεύτερο στοιχείο αφορά στη χρονιά έλευσης του Βαρθολομαίου στη Θεσσαλονίκη. Είναι αλήθεια ότι είχε σχεδιάσει και προετοιμαστεί να μετακομίσει από τη Κωνσταντινούπολη το 1771 αφού την άνοιξη της χρονιάς εκείνης υπέβαλε αίτηση για εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη. Αυτό όμως, τυπικά τουλάχιστον, δεν έγινε δυνατό λόγω της διένεξης με τον Άγγλο πρέσβη για την “προδοσία του” στην απελευθέρωση του γαμπρού του Αλεξέι Ομπρέσκοφ. Ο πρέσβης για να τον τιμωρήσει απέσυρε την βρετανική προστασία από τον Βαρθολομαίο και αρνήθηκε να υποβάλει στη Πύλη άδεια εγκατάστασης του στη Θεσσαλονίκη. Η Levant Company όμως τον είχε μέλος της το 1773 όπως δείχνει ο κατάλογος της (David Wilson, Admissions of Freemen and Grants of Liberty of Trade, 1695-1824, 2017). Μπορούσε με άλλα λόγια να ασκήσει εμπόριο με το όνομα του, όχι όμως στη Θεσσαλονίκη. Το πρόβλημα λύθηκε με τον απρόοπτο θάνατο του πρέσβη σε ταξίδι του στη Βενετία τον Αύγουστο του 1775 (Basil C. Gounaris…). Έτσι μπόρεσε να εγκατασταθεί επισήμως το 1776 στη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από έρευνα των αρχείων του γραφείου της Θεσσαλονίκης όπου φαίνεται καθαρά ότι η εκεί εμπορική δραστηριότητα του Βαρθολομαίου ξεκινά το 1777, με το εμπορικό πλοίο Resolution που του έφερε από το Λονδίνο 20 μπάλες βαμβακιού (D. Vlami, Entrepreneurship and relational capital in a levantine contex, 2009).

Το τρίτο στοιχείο αφορά στον γάμο του Βαρθολομαίου με τη χήρα Chasseaud. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να πούμε ότι δεν φαίνεται να υπήρχε έμπορος με αυτό το όνομα στη Θεσσαλονίκη πριν από την άφιξη του Βαρθολομαίου. Αντίθετα γνωρίζουμε ότι υπήρχε ο έμπορος Jean Baptiste Chasseaud, Γάλλος με ολλανδική προστασία, στη Κωνσταντινούπολη το πρώτο μισό του 18ου αιώνα καθώς και κάποιος Gaspard Chasseaud (David Wilson, Early Chasseauds in the Levant, 2011). O Ιsmael Kadi όμως στην έρευνα του «Ottoman and Dutch merchants in the 18th century» ανακάλυψε ότι τον Ιούνιο του 1759 εγκαταστάθηκε στην Άγκυρα ένας έμπορος ονόματι Γκαμπριέλ Σασώ (Gabriel Chasseaud) ο οποίος είναι ο άνθρωπος που μας ενδιαφέρει. Δεν αποκλείεται να ήταν όλοι συγγενείς μεταξύ τους. Ήταν μάλιστα η τελευταία εταιρεία υπό ολλανδική προστασία που εγκαταστάθηκε εκεί. Ο Γκαμπριέλ, γεννημένος το 1740, ήταν σε ηλικία γάμου όταν έφτασε στην Άγκυρα (19 ετών). Εκεί θα παντρευτεί τον επόμενο χρόνο τη μικρή και όμορφη Σάρα, κόρη του Ρωμιού Αναστασίου Ραζή και θα αποκτήσουν το 1761 ένα αγόρι, τον Πιέρ Σασώ (Pierre Philippe Chasseaud, 1761 – 1843) και λίγο αργότερα την Φιλίτσα Σασώ (Felicia). Όπως είδαμε, στην Άγκυρα εγκαθίσταται το 1768 και ο Τζάσπερ Άμποτ με την γυναίκα του Κυριακή και τα τρία αγόρια τους. Θα ήταν απίθανο οι οικογένειες δύο Ευρωπαίων εμπόρων με Ελληνίδες συζύγους να μη γνωρίστηκαν στον περιορισμένο ευρωπαϊκό κύκλο της Άγκυρας εκείνης της εποχής. Λογικά θα πρέπει και ο Βαρθολομαίος σε εμπορικά ταξίδια του εκεί να γνωρίστηκε με την οικογένεια Σασώ και συνεπώς με την όμορφη Σάρα. Ο Τζάσπερ Άμποτ είδαμε ότι πέθανε στην Άγκυρα το 1774 σε ηλικία 43 ετών. Εάν λοιπόν ο Βαρθολομαίος έφτασε στη Θεσσαλονίκη το 1776 έχοντας στο πλάι του τη Σάρα με τα δυο παιδιά της, τότε ο Γκαμπριέλ πρέπει να πέθανε πιο μπροστά. Εικάζουμε λοιπόν ότι ο Βαρθολομαίος παντρεύτηκε τη Σάρα μετά τον θάνατο του Γκαμπριέλ είτε στην Άγκυρα είτε – το πιθανότερο – στη Κωνσταντινούπολη πριν αναχωρήσουν όλοι μαζί με πλοίο για τη Θεσσαλονίκη. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Σάρα ήταν από την Άγκυρα, πράγμα που οδήγησε πολλούς να υποθέσουν ότι και ο Βαρθολομαίος ήταν από εκεί.

Κάτι τέτοιο αναφέρει και ο Χένρυ Χόλαντ (Henry Holland) στο βιβλίο του «Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia, 1815» ο οποίος επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη τέλη Νοεμβρίου του 1812. Γράφει χαρακτηριστικά : «οι οικογένειες των Φράγκων που κατοικούν εδώ και καιρό στο Λεβάντε, χάνουν σταδιακά τα πολλά τους εθνικά χαρακτηριστικά, καθώς ταυτίζονται περισσότερο με τις συνήθειες της χώρας στην οποία ζουν…Ένα τέτοιο εντυπωσιακό παράδειγμα έπεσε στην αντίληψή μου, με την οικογένεια του κυρίου Άμποτ (Βαρθολομαίου), Άγγλου εμπόρου της Θεσσαλονίκης. Η διαμονή του για περισσότερο από μισό αιώνα σε διάφορα μέρη της τουρκικής αυτοκρατορίας, έχει αφαιρέσει από τον κύριο Άμποτ οτιδήποτε αγγλικό, εκτός από το όνομά του και μια ατελή γνώση της γλώσσας. Φοράει ρούχα του τόπου, μιλά τα τουρκικά σχεδόν ως μητρική του γλώσσα και συνεργάζεται κυρίως με Τούρκους. Στη διάρκεια της μακράς διαμονής του στο εξωτερικό, τα σαράντα δύο χρόνια τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη και δεκατρία στο βόρειο τμήμα της Μικράς Ασίας. Παντρεύτηκε μια Ελληνίδα από εκεί και ο γιος του (ο Τζόρτζης), το μόνο άτομο στην οικογένεια που μιλά αγγλικά, είναι επίσης παντρεμένο με γυναίκα του ίδιου έθνους. Φάγαμε μία ή δύο φορές στο κ. Άμποτ κατά την παραμονή μας στη Θεσσαλονίκη. Οι χρήσεις του σπιτιού του διέφεραν ελάχιστα από αυτά της κοινής ελληνικής κοινωνίας και οι κυρίες της οικογένειας τηρούσαν σχολαστικά την ελληνική νηστεία, η περίοδος της οποίας είχε μόλις αρχίσει». Βέβαια ο Βαρθολομαίος ήταν γέννημα και θρέμμα της Ανατολής, δεν είχε έλθει δηλαδή στο Λεβάντε από την Αγγλία. Ίσως έγινε παρανόηση αυτών που του είπε ο Βαρθολομαίος όπως και τα σαράντα-δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία αντιστοιχούν στο χρόνο από την αίτηση που είχε υποβάλει για την ίδρυση της εταιρείας του εκεί. Αντίθετα τα δεκατρία χρόνια που είχε περάσει ο Βαρθολμαίος “στο βόρειο τμήμα της Μικράς Ασίας” ίσως σημαίνει ότι είχε συνοδεύσει τον πρωτότοκο αδελφό του Τζάσπερ στην Άγκυρα, πράγμα όμως που δεν προκύπτει από το ημερολόγιο του γιου του Τζάσπερ, Χένρυ. Οι κυρίες της οικογένειας είναι προφανώς η σύζυγος του Βαρθολομαίου, Σάρα, η σύζυγος του Τζόρτζη, Δόμνα, και η κόρη τους Σαρούλα.

Το σημαντικό βέβαια είναι ότι στα τέλη του 1770 υπάρχει στη Θεσσαλονίκη μια νέα οικογένεια με έναν σαρανταπεντάχρονο Βαρθολομαίο, μια τριανταπεντάχρονη Σάρα, και δυο εφήβους, τον Πιέρ και τη Φιλίτσα, που θα γίνουν η αφετηρία των Άμποτ της Θεσσαλονίκης.

Τα πρώτα παντρολογήματα στη Θεσσαλονίκη

Παράλληλα με τις οικονομικές δραστηριότητες ο Βαρθολομαίος θα τακτοποιήσει και τις οικογενειακές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. Πρώτα θα παντρέψει τη θετή του κόρη Φιλίτσα Σασώ, μετά την ανιψιά του Μαίρη Άμποτ με τον θετό του γιο Πιέρ/Πήτερ Σασώ και στη συνέχεια την έτερη ανιψιά Ελισάβετ Άμποτ. Θα ακολουθήσουν τα φυσικά του παιδιά που απέκτησε με τη Σάρα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1788 θα παντρέψει στο Ρετζίκι την θετή του κόρη Φιλίτσα Σασώ (Felicia Chasseaud) με τον πρόξενο της Βενετίας στη Θεσσαλονίκη κόμη Τζουζέπε Κοχ (Joseph (Giuseppe) de Coch) και θα αποκτήσουν έντεκα παιδιά, έξι αγόρια και πέντε κορίτσια. Ο Τζουζέπε Κοχ είχε διαδεχτεί στο προξενείο τον πατέρα του Πιέτρο Κοχ το 1786, ο οποίος είχε συνάψει πολύ φιλικές σχέσεις με τον Βαρθολομαίο. {Ο Βαρθολομαίος μάλιστα εξάσκησε και καθήκοντα αναπληρωτή προξένου της Βενετίας όταν ο Τζουζέπε αναχώρησε με άδεια στη Βενετία για ένα έτος το 1791 – 1792 – Σπ. Λάμπρος, Το εν Θεσσαλονίκη Βενετικόν Προξενείον, 1912}. Μετά τη πτώση της Βενετίας στον Ναπολέοντα, ο Κοχ έγινε πρόξενος της Αυστρίας. Ο Χένρυ Χόλαντ γράφει: «Ο κύριος Chassaud, ο οποίος είναι συγγενής του κ. Abbott και συνδέεται με το αγγλικό κατεστημένο στο Λεβάντε, μας γνώρισε τον αυστριακό πρόξενο, στο σπίτι του οποίου περάσαμε δύο πολύ ευχάριστες βραδιές. Η συντροφιά αποτελούνταν από Έλληνες, Γερμανούς, Άγγλους και λίγους Γάλλους. Οι κυρίες της οικογένειας του Προξένου, και η κυρία και η κόρη του κ. Chassaud ήταν οι μόνες γυναίκες. Ο Αυστριακός πρόξενος και ο κ. Chassaud είναι παντρεμένοι με αδερφές ελληνικής οικογένειας. Οι κόρες τους αποτελούν το πιο καλλιεργημένο κομμάτι της γυναικείας κοινωνίας στη Θεσσαλονίκη, και είναι περισσότερο επηρεασμένες από τα ελληνικά πρότυπα στη φορεσιά, στους τρόπους και στη γλώσσα τους». Στη πραγματικότητα βέβαια ο γυναίκα του προξένου Κοχ ήταν αδελφή του Πήτερ Σασώ.

Την επόμενη χρονιά ο Βαρθολομαίος θα παντρέψει τον θετό του γιο Πήτερ Σασώ (Peter Chasseaud, 1761-1843) με την ανιψιά του, και κόρη της Κυριακής Άμποτ, Μαίρη (1770-1844). Θα αποκτήσουν πολλά παιδιά μεταξύ των οποίων τον Τζάσπερ, τον Ουίλιαμ, τον Γκαμπριέλ (Gabriel Chasseaud, 1790-1864) και τον Χένρυ (Henry Chasseaud, 1796-1878). Η Ρουθ Καρκ, στο βιβλίο της «American Consuls in the Holy Land, 1994» θα γράψει για κάποιον Τζάσπερ Σασώ (Jasper Chasseaud) από τη Θεσσαλονίκη που γίνεται πρώτος πρόξενος των ΗΠΑ στη Βηρυτό το 1833 μετά από προσπάθειες του θείου του Πήτερ Άμποτ, προξένου της Αγγλίας: «A native of Salonika, Chasseaud was a succesful Beirut businessman, one of a group of local entrepreneurs who were instrumental in the gtowth of the city as an important commercial center of the eastern Mediterranean». Πρόκειται για τον Τζάσπερ, γιο του Πήτερ Σασώ και της Μαίρης Άμποτ, ο οποίος εμφανίζεται το 1817 ως μέλος στα κατάστιχα της Levant Company. Θα σταδιοδρομήσει ως έμπορος στη Βηρυτό και το 1833 θα γίνει ο πρώτος πρόξενος των ΗΠΑ. Θα αποκτήσει πολλά παιδιά εκ των οποίων ο George Washington Chasseaud θα γίνει διάσημος με το βιβλίο του για τους Δρούσους του Λιβάνου (The Druses of the Lebanon: Their Manners, Customs, and History. With a Translation of their Religious Code, 1855).

Στις 19 Απριλίου 1790 ο Βαρθολομαίος θα παντρέψει την άλλη ανιψιά του Ελισάβετ Άμποτ με τον Αντόνιο Γκλιούμπιχ (Antonio Gliubich, 1747-1798), Σαλονικιό με καταγωγή από τη Ραγούσα, υπό γαλλική προστασία. Το ζευγάρι θα αποκτήσει το 1792 τον Pierre που τον φωνάζουν Πετράκη (Petracchi). Ο Αντόνιο πεθαίνει πολύ νέος στο Ρετζίκι, το καλοκαιρινό προάστιο για τους πλούσιους εμπόρους της Θεσσαλονίκης και τους Ευρωπαίους διπλωμάτες, όπως γράφει ο τότε Γάλλος πρόξενος Εσπρί Κουζινερύ (Voyage dans la Macedoine, 1931). Η μητέρα του παντρεύεται ξανά πολύ γρήγορα έναν Γάλλο έμπορο, τον Φιλίπ Φουκιέ (Philibert Fouquier). Ο Πετράκης θα σταλεί στο Παρίσι, στο περίφημο λύκειο Louis le Grand που υπάρχει και σήμερα, όπου μελετά ανατολικές γλώσσες μεταξύ του 1803 και του 1808. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη εργάζεται ως συνέταιρος στην εμπορική εταιρεία του θετού πατέρα του και στις 19 Μαρτίου του 1812 παντρεύεται τη κόρη του Βαρθολομαίου και της Σάρας, την Μαρία Κανέλα Άμποτ (1785 – 1850) η οποία συμβαίνει να είναι και θεία του! Θα αποκτήσουν ένα αγόρι το οποίο δεν επιζεί και έξι κόρες. Ας σημειώσουμε ότι η τέταρτη κόρη Φανή Βιργινία Γκλιούμπιχ θα παντρευτεί τον Μανόλη Σαριδάκη από τη Κρήτη. Ο γιος τους Αντώνης (Antoine Saridaki) θα δουλέψει στην Οθωμανική Αυτοκρατορική Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη όπως και ο δικός του γιος Αλφόνσος σε διάφορα υποκαταστήματα της αυτοκρατορίας, αρχίζοντας από το Μοναστήρι και κλείνοντας τη καριέρα του στη Κωνσταντινούπολη ως διευθυντής.

Προηγουμένως όμως, στις 3 Φεβρουαρίου του 1802, ο Βαρθολομαίος θα παντρέψει την μικρή του κόρη Άννα (Annetta Abbott, 1789-1834) με τον Γάλλο έμπορο Αντουάν Παρσύ (Antoine Parsy, 1771-1833). Θα αποκτήσουν εννέα παιδιά, οκτώ κορίτσια και τελευταίο ένα αγόρι. Ενδιαφέρον έχει η προσπάθεια Γάλλων εμπόρων να απαλλαγούν από τη γαλλική προστασία την περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων, όταν η Μασσαλία ήταν αποκλεισμένη και είχαν αναδουλειές, αλλά και για να ξεφύγουν από τις ποινές που επέβαλε το δικό τους προξενείο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αντουάν Παρσύ, ο οποίος για να αποφύγει πρόστιμο που του είχε επιβάλει ο Γάλλος πρόξενος Κλεραμπώ (Clairambault), προσέφυγε στο σουηδικό προξενείο, στο οποίο πρόξενος ήταν τότε ο πεθερός του Βαρθολομαίος, και πήρε σουηδική προστασία. Όπως διαμαρτύρεται ο Γάλλος πρόξενος το 1806 σε έγγραφο προς τον Ταλεϋράνδο « (ο Παρσύ) μου έκανε γνωστό ότι είχε πλέον σουηδική προστασία με βούλα και του Σουλτάνου και συνεπώς δεν ήταν πια Γάλλος αλλά Σουηδός» ! (Mathieu Justin, Le consulat de France à Salonique 1781 – 1913, 2014).

Ο πρωτότοκος γιος του Βαρθολομαίου, ο Τζορτζ Φρέντερικ (George Frederick Abbott, 1776-1852) γνωστός ως Τζόρτζης, θα παντρευτεί τρεις φορές. Σε πρώτο γάμο θα πάρει (το αργότερο) το 1802 την Δόμνα Καυταντζόγλου. Η ημερομηνία συνάγεται από το γεγονός ότι η κόρη τους Σαρούλα παντρεύεται το 1819 σε ηλικία 17 ετών. Άρα γεννήθηκε το 1802. Η Δόμνα Καυταντζόγλου, τρίτη κόρη του πάμπλουτου Έλληνα της Θεσσαλονίκης, του «Μεγάλου Άρχοντα» Ιωάννη Γούτα Καυταντζόγλου έχει μεγάλη προίκα αλλά και μεγάλη κληρονομιά (αφίνω εις την θυγατέρα μου Αικατερίνην …γρόσια 150 χιλιάδας…εις την θυγατέρα μου Ελισάβετ γρόσια 150 χιλιάδας…και εις την θυγατέρα μου Δόμναν γρόσια 150 χιλιάδας…και το οσπίτιον οπού κατοικεί δια να είναι ίδιον της κτήμα χωρίς να την ενοχλήση ουδείς, 27/12/1815 – Τα κατά τον Πατριάρχην Κων/πόλεως Γρηγόριον τον Ε’, 1865). Σημειωτέον ότι και ο Βαρθολομαίος με την άφιξη του στη Θεσσαλονίκη θα μένει με ενοίκιο σε σπίτι του Καυταντζόγλου, σπίτι που αφήνει στη διαθήκη του στα τρία ορφανά παιδιά του μακαρίτη γιου του Μερκουρίου μαζί με 400 χιλιάδες γρόσια στο καθένα. Η Δόμνα λοιπόν κατοικεί με τον Τζόρτζη σε οίκημα του πατέρα της το οποίο θα κληρονομήσει στη συνέχεια ο Τζόρτζης από αυτήν. Θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά, την Καρολίνα – Σάρα γνωστή ως Σαρούλα, τον Τζον Νέλσον γνωστό ως Τζέκη, τον Ρόμπερτ γνωστό ως Μπάμπη και τον Αλφρέδο ο οποίος μάλλον πεθαίνει μικρός. Μετά τον θάνατο της Δόμνας (1819), ο Τζόρτζης παντρεύεται το 1823 την Ζορζέτα Τζουστινιάνι (Georgette Giustiniani ‘La Coconella’) μάλλον χωρίς να αποκτήσουν παιδιά. Μετά τον θάνατο και αυτής (1825), παντρεύεται την Ανέζα Φούντρια (Aneza Fundria) με την οποία αποκτά τουλάχιστον δύο παιδιά (Peter, 1830-1882 και Edward, 1835-1914). Από τον Τζόρτζη – εάν δεν υπάρχει άλλος αδελφός! – το όνομα Άμποτ θα παραμείνει στη Θεσσαλονίκη και θα γράψει νέες ιστορίες!

Το γενεαλογικό δέντρο της πρώτης γενιάς των Άμποτ στη Θεσσαλονίκη. Στην αριστερή κολόνα οι δύο ανιψιές του Βαρθολομαίου, παιδιά του αδελφού του Τζάσπερ και της Κυριακής Αθανασίου. Στη μεσαία κολόνα τα παιδιά του Γκαμπριέλ και της Σάρας Σασώ, θετά παιδιά του Βαρθολομαίου. Στη δεξιά κολόνα τα δικά του παιδιά με τη Σάρα Σασώ. Με κόκκινες γραμμές οι μεταξύ τους γάμοι.

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Βαρθολομαίου

Με την άφιξη του στη Θεσσαλονίκη ο Βαρθολομαίος άρχισε την εμπορική του δραστηριότητα (1777), μάλλον ως μεμονωμένος έμπορος. Αργότερα συνεχίζει ιδρύοντας κοινή εταιρεία με τον θετό του γιο Πήτερ, την B. E. Abbott & P. Chasseaud. Ο Πήτερ Σασώ φέρεται στα αρχεία της Levant Company ως μέλος της το 1788. Άρα η κοινή εταιρεία πρέπει να ιδρύθηκε τότε. Μια άλλη εταιρεία, η G. F. Abbott & Co, του γιου του Τζόρτζη, θα ιδρυθεί αργότερα με την ενηλικίωση του. Σ’ αυτήν συμμετέχουν, εκτός από τον Τζόρτζη και τον πατέρα του, ο πεθερός του Νάνος Καυταντζόγλου με 70.000 πιάστρα όπως και το άλλο εξέχον μέλος της ελληνικής κοινότητας, ο Θεόδωρος Χοϊδάς. Δεν υπήρχαν τότε τραπεζικοί οργανισμοί και η ίδρυση μιας εμπορικής εταιρείας προϋπέθετε κεφάλαιο είτε από κληρονομιά, είτε από προίκα, είτε από πίστωση συγγενών και φίλων οι οποίοι καρπώνονταν ετήσιο εισόδημα. Η καλή εξέλιξη της εταιρείας έφερνε συνήθως αύξηση κεφαλαίου με την συμμετοχή και άλλων επενδυτών συνήθως από την εμπορική κοινότητα. Ο διαχωρισμός μεταξύ ταμείου της εταιρείας και οικογενειακού ταμείου δεν ήταν πάντα σαφής, πράγμα που δημιουργούσε συχνά υποψίες, τριβές ακόμη και καταγγελίες για διασπάθιση χρημάτων μεταξύ των μετόχων.

Κάτι τέτοιο συνέβη και με την εταιρεία B. E. Abbott & P. Chasseaud. Το κεφάλαιο προερχόταν α) από πίστωση της Σάρας Σασώ – τα δύο τρίτα της οποίας είχαν γραφεί στο όνομα του συζύγου της Βαρθολομαίου και το ένα τρίτο στο όνομα του γιου της – β) από πίστωση του γιου τους Τζόρτζη, και γ) από πίστωση του Καυταντζόγλου. Το 1811, ο Πήτερ καταγγέλλει ότι ο ετεροθαλής αδελφός του χρέωσε την εταιρεία με 5.500 πιάστρα ενώ θα έπρεπε αυτά να χρεωθούν στον λογαριασμό του θετού του πατέρα ενώ δεν αναγνωρίζει ως έξοδα της εταιρείας ετήσια δαπάνη 3.500 πιάστρων για τη συντήρηση του οικογενειακού σπιτιού. Μετά τον θάνατο του Βαρθολομαίου το 1817 προέκυψε θέμα με τη μοιρασιά του ταμείου και των αποθεμάτων που βρίσκονταν στις αποθήκες. Ο Τζόρτζης διεκδικούσε την επιστροφή μιας πίστωσης 36.570 πιάστρων προς τον πατέρα του, η Ανέτα την επιστροφή της προίκας των 10.000 πιάστρων που είχε δανείσει στην εταιρεία ενώ η Μαρία Κανέλα ζήτησε την κατάθεση όλων των βιβλίων, λογαριασμών και παραστατικών της εταιρείας και των προσωπικών αρχείων του πατέρα της στο αγγλικό προξενείο για λογιστικό έλεγχο. Οι δυο αδελφές με άλλα λόγια δεν είχαν εμπιστοσύνη στον αδελφό Τζόρτζη ο οποίος ήταν ο εκτελεστής της διαθήκης. Παράλληλα έγινε έλεγχος των αποθεμάτων από ανεξάρτητη ομάδα από τον οποίο εξάγουμε ορισμένα στοιχεία για τον τύπο των εμπορικών δραστηριοτήτων του Βαρθολομαίου (Vlami D., Entrepreneurship and…).

Ο έλεγχος των βιβλίων έδειξε ότι το κεφάλαιο της εταιρείας ανερχόταν σε 222.893 πιάστρα από τα οποία τα 69.904 ήταν πίστωση της Σάρας Σασώ – Άμποτ – 46.943 στο όνομα του συζύγου της και 22.961 στο όνομα του γιου της – τα 36.570 ήταν πίστωση του γιου τους Τζόρτζη , τα 22.624 πίστωση του πεθερού Καυταντζόγλου, τα 10.000 πίστωση της Ανέτας (η προίκα της) και τα 9.450 του Γκαμπριέλ Σασώ, γιου του Πήτερ. Τα υπόλοιπα ποσά προέρχονταν από ελληνικές και εβραϊκές εμπορικές οικογένειες της πόλης.

Στην απογραφή των αποθεμάτων βρέθηκαν διάφορα υφάσματα, πήλινα σκεύη, ασημικά, πορσελάνες, ρούχα, πολυτελή και πολύτιμα αξεσουάρ σε δύο αποθήκες. Καταγράφηκαν επίσης πολλά μικρά αντικείμενα όπως 267 ζευγάρια βαμβακερές κάλτσες, 100 κομμάτια από υλικό επένδυσης ρούχων (φόδρες), 38 σάλια διαφόρων τύπων, βαμβακερά, μάλλινα και μεταξωτά ρούχα με μπορντούρες από μετάξι και σατέν, φόδρες και κρόσσια, 33 σαλατιέρες και 20 αλατιέρες από ασήμι, 263 ποτήρια διαφορετικών τύπων και σχεδίων, 132 επιτραπέζια μαχαίρια, 839 πιάτα που ανήκαν σε διαφορετικά πολύτιμα σετ δείπνου, 97 τόπια για κουρτίνες, 114 σετ τσαγιού πορσελάνης, 8 κιάλια και 20 γυναικεία και ανδρικά πολύτιμα γούνινα παλτά.

Η χρυσή περίοδος του εμπορίου στη Θεσσαλονίκη καταγράφεται κατά την διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων (1803 – 1815) όταν υπήρχε ναυτικός αποκλεισμός της Μασσαλίας. Τότε σημειώθηκε έκρηξη του εμπορίου με την Αγγλία η οποία ήλεγχε την Μεσόγειο. Με ενδιάμεσο σταθμό την Μάλτα, η Αγγλία εφοδίαζε μέσω Θεσσαλονίκης και χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Σύμφωνα με τον Άγγλο πρόξενο Σαρνώ (Francis Charnaud), αυτή η περίοδος ξεκίνησε το 1809 και κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου και λίγο μετά, όταν η αποκατάσταση της ειρήνης στην Ευρώπη έφερε πίσω πάλι την ηρεμία και την ασφάλεια στις μεσογειακές μεταφορές. Τόσο τα γαλλικά όσο και τα βρετανικά αρχεία της περιόδου δείχνουν ότι το 1812 ήταν η χρονιά κατά την οποία τόσο η αξία όσο και η ποσότητα των εμπορικών συναλλαγών στη Θεσσαλονίκη έφτασαν στο υψηλότερο σημείο τους. Οι εταιρείες Abbott & Chasseaud και G. F. Abbott & Co. εισήγαγαν από τη Βρετανία υφάσματα, βαμβακερά νήματα, ζάχαρη, πήλινα, ασημικά και άλλα βρετανικά και αποικιακά προϊόντα και εξήγαγαν καπνό, σφουγγάρια και δημητριακά. Συνεργάστηκαν στενά με βρετανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στη Μάλτα.

Πριν κλείσουμε την πορεία του Βαρθολομαίου, ας σημειώσουμε ότι είχε ονομαστεί υποπρόξενος της Σουηδίας το 1788, προσωρινός πρόξενος της Αγγλίας το 1790 – 1792, προσωρινός πρόξενος της Βενετίας 1791 – 1792, προσωρινός πρόξενος της Αγγλίας το 1803, υποπρόξενος της Δανίας και γενικός πρόξενος της Σουηδίας μέχρι τον θάνατο του.

Ο Τζόρτζης και οι απόγονοι του

Ι – Απόγονοι από Δόμνα Καυταντζόγλου

Ο Τζόρτζης είδαμε ότι ήταν ο μόνος απόγονος της οικογένειας που έφερε το όνομα Άμποτ μετά τον θάνατο του πατέρα του. Από αυτόν θα προέλθουν όλοι οι μετέπειτα Άμποτ της Θεσσαλονίκης. Σε πρώτο γάμο είδαμε ότι παντρεύτηκε την Δόμνα Καυταντζόγλου. Η Δόμνα θα του χαρίσει τέσσερα παιδιά αλλά θα πεθάνει το 1819, χρονιά που πεθαίνει και ο πατέρας της. Θα αφήσει μια τεράστια περιουσία στον Τζόρτζη, όπως τα 150 χιλιάδες γρόσια της δικής της κληρονομιάς και το σπίτι στο οποίο μένανε. Η επιθυμία του Καυταντζόγλου στη διαθήκη του 1815 ήταν οι δυο Έλληνες γαμπροί του, Χαρίσης και Σπανδωνής, να πάρουν και τον ‘Τζιωρτζάκη’ σε μια κοινή εμπορική ομάδα με τα εγγόνια: «Προς τούτοις παρακαλώ τους γαμβρούς μου – Γεώργιον και Σπανδονήν – μετά θάνατόν μου να συστήσουν συντροφίαν ομού με εγγόνια μου, βάζοντας τα εγγόνια μου καπιτάλια εις την συντροφίαν γρόσια 500 χιλιάδας​, βάζοντας και αυτοί (ανά) από γρόσια 300 χιλιάδας και προς τούτοις τους παρακαλώ, ει δυνατόν, να πάρουν και τον Τζιωρτζάκην εις αυτήν την συντροφίαν αν το κρίνουν εύλογον». Αυτό δεν έγινε δυνατόν μετά τον σκληρό πόλεμο που ξέσπασε μεταξύ των δύο Ελλήνων γαμπρών με αφορμή την πλουσιοπάροχη διαθήκη που τους άφησε ο πεθερός τους! Έτσι υποθέτουμε ότι ο ‘Τζιωρτζάκης’ συνέχισε με την εταιρεία του G. F. Abbott & Co στην οποία όπως αναφέραμε ο μακαρίτης πεθερός είχε επενδύσει 70 χιλιάδες γρόσια.

Ας εξετάσουμε τώρα με τη σειρά τα παιδιά του Τζόρτζη και της Δόμνας.

Η Σαρούλα ( Caroline “Sara” (Sarulla) Abbott, 1803 – ?) «το πιο όμορφο πλάσμα στη Θεσσαλονίκη» σύμφωνα με τον Γάλλο πρόξενο, θα παντρευτεί σε ηλικία 16/17 ετών, στις 2 Δεκεμβρίου του 1819, τον γιατρό της γαλλικής κοινότητας Φελίξ Λαφόν (François Paul Honoré “Félix” Lafont, 1792-1840). Μάρτυρες ο πρόξενος της Γαλλίας Μποτού (Charles Bοttu), ο Γάλλος έμπορος Ρεμπούλ (Jacques Reboul) και ο γραμματέας του αγγλικού προξενείου Τζέιμς Σαρνώ (James Charnaud) . Η Σαρούλα παντρεύτηκε στα τέλη της χρονιάς που πέθανε η μητέρα της και ο παππούς της. Ο Φελίξ, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, διαδέχτηκε τον επίσης γιατρό πατέρα του Γκαμπριέλ από τη πόλη Ταρμπ (Tarbes) της Γαλλίας. Θα αποκτήσουν δώδεκα παιδιά, έξι αγόρια και έξι κορίτσια από το 1820 μέχρι το 1840, χρονιά που πεθαίνει ο σύζυγος της (Dominique (Dorussa) Bienvenue, Marie Bienvenue, Gabriel Henry, Jean Paul, Véronique Adélaïde, Victoire Appolonie, Jean Leonidas, Albert Polydore, Félicie Louise Appoline Henriette, Sabine “Philippine”, Nestor Louis Philippe, Paul Félix). Η Σαρούλα θα παντρευτεί για δεύτερη φορά στις 15 Σεπτεμβρίου του 1845 τον Κάρολο Γκόϋ ή Γκουά (Charles Goy) από τη Γενεύη, έμπορο και πρόξενο των Χανσεατικών πόλεων. Αγνοούμε αν αυτός ο Goy είχε σχέση με την επίσης από Γενεύη Marianne Goy, σύζυγο του Τζον Τόμας. Το 1846 το όνομα της Σαρούλας εμφανίζεται σε πωλητήριο του τσιφλικιού Ρεσετνίκι, σημερινός Άγιος Πρόδρομος Χαλκιδικής, έναντι 36 χιλιάδων γροσίων (Η εκ των κατοίκων της πόλεως Θεσσαλονίκης συνοικίας Μάλτας γνωστής ταυτότητος Σαρούλα κόρη Τζιώρτζη…έχουσα δυνάμει ιερών επισήμων τίτλων υπό την άμεσον κατοχήν και κυριότητα αυτής, δύο διακεκριμένας οικίας (Πεϊζίκ) και κάτωθι αυτών δύο σταύλους (αχούρια) και ορισμένης εκτάσεως αυλήν, πεντήκοντα πέντε αγροτικά οικήματα, μίαν αχυρώνα, ένα υδρόμυλον και χιλίας διακοσίας ρίζας συκομωρέας κειμένας εντός της περιφερείας του ως ανωτέρω μνημονευομένου τσιφλικίου, ελεύθερα παντός βάρους και υποχρεώσεως, πωλεί ταύτα συνεταιρικώς και εξίσου εις τους ανωτέρω ειρημένους αγοραστάς αντί αξίας γροσίων τριάκοντα έξ χιλιάδων). Είναι η τελευταία γνωστή αναφορά που γνωρίζουμε για τη Σαρούλα Άμποτ – Λαφόν.

Για τον Τζέκη (John Nelson Abbott, 1804 – 1875), υπάρχουν αρκετές ιστορίες για τον άστατο και μυθικό του βίο αλλά ελάχιστα στοιχεία για την οικογένεια του. Οι επιστολές όμως του Άγγλου προξένου στη Θεσσαλονίκη Charles Blunt ρίχνουν λίγο φως στη προσωπική του ζωή. Ο Blunt ήταν πρόξενος από το 1835 έως το 1856 όταν και πήρε μετάθεση στη Σμύρνη. Οι επιστολές, οι οποίες φυλάσσονται στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, απευθύνονται στους ιεραρχικά ανώτερους του στη Κωνσταντινούπολη και μερικές φορές κατ’ ευθείαν στο Foreign Office στο Λονδίνο. Γρήγορα μετά την τοποθέτηση του στη Θεσσαλονίκη έρχεται σε αντιπαράθεση με τους αδελφούς Άμποτ, τον Τζέκη και τον Μπάμπη, τους οποίου θεωρεί ανήθικους και αγενείς. Τα δυο αδέλφια έχοντας ανατραφεί με τις πρακτικές της Levant Company, όταν ο λόγος τους υπερίσχυε σχεδόν πάντα και κατάφερναν να επιβάλουν την θέληση τους προσφεύγοντας είτε στη Πύλη είτε στο Λονδίνο με τα πανίσχυρα λεβαντίνικα δίκτυα, δεν μπορούσαν να συνηθίσουν στη νέα κατάσταση μετά τη διάλυση της Ανατολικής Εταιρείας το 1825. Συνέχιζαν έτσι να διαδίδουν ότι αυτοί ήταν τα πραγματικά αφεντικά και οι εκπρόσωποι της Αγγλίας στη Θεσσαλονίκη, ερεθίζοντας στο έπακρο τον Μπλαντ. Σε επιστολή στον γραμματέα της αγγλικής πρεσβείας στη Κωνσταντινούπολη Αλεξάντερ Πιζανί αναφέρει χαρακτηριστικά : «ένας Τούρκος αξιωματικός του ναυτικού μου είπε ότι ο John Abbott παρότρυνε τον Mehmed Ali Pasha να του εξασφαλίσει το παράσημο του Nishan-i Iftihar», προσθέτοντας ότι θα ντρεπόταν να φορά πλέον το δικό του Nishan, αν το έπαιρνε και ένας άνθρωπος σαν τον Άμποτ. Ρωτούσε λοιπόν αν μπορούσε να αποτραπεί αυτή η παρασημοφόρηση ώστε να μην υπονομευτεί περαιτέρω το δικό του κύρος! Το μετάλλιο Nishan (της Δόξας), θεσμοθετημένο το 1831, ήταν η μεγάλη αναγνώριση του οθωμανικού κράτους προς τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει ξένοι υπήκοοι.

Σε επιστολή του στον υποπρόξενο της Κωνσταντινούπολης Carlton Cumberbatch (στις 15/11/1848) αναφέρει ότι η σύζυγος του Τζέκη, με τον οποίο είχε παντρευτεί στο Λονδίνο, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία μετά από την αήθη συμπεριφορά προς αυτήν. Ήταν πια υποχρεωμένη να ζει με το πενιχρό ετήσιο ποσό των 500 γροσίων που της έδινε ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να της δίνει τα δεκαπλάσια λόγω της εξαιρετικής οικονομικής του κατάστασης. Χάρη στις πληροφορίες του Μπλαντ, για πρώτη φορά σήμερα είμαστε σε θέση να ταυτοποιήσουμε την καταγωγή της συζύγου του Τζέκη. Πρόκειται για την εβραϊκή οικογένεια του Βενιαμήν και της Ιουδήθ Άσερ (Benjamin και Judith Asher) που ζούσαν στο βορειοανατολικό Λονδίνο στην ενορία του Σόρεντιτς (Saint Leonard Shoreditch). Είχαν οκτώ παιδιά, τέσσερα κορίτσια και τέσσερα αγόρια. Η Λυδία Άσερ (Lydia Asher) ήταν δευτερότοκη και το μόνο παιδί που δεν παντρεύτηκε στη Μεγάλη Συναγωγή του Λονδίνου, στη πλατεία Τραφάλγκαρ, αλλά στο Χάμερσμιθ, μάλλον στο δημαρχείο. Ο γάμος έγινε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1826, όταν δηλαδή ο Τζέκης ήταν εικοσιδύο περίπου ετών. Ο πατέρας της ήταν κατασκευαστής ρολογιών και ίσως αυτό ήταν η αιτία γνωριμίας του με τον Τζόρτζη. Τα ρολόγια ήταν ένα εξαιρετικό είδος πολυτελείας την εποχή εκείνη με μεγάλη ζήτηση από τους πλέον εύπορους πολίτες. Η εταιρεία G. F. Abbott & Co πιθανώς εισήγαγε ρολόγια του Άσερ από το Λονδίνο.

Από τη διαθήκη του πατέρα της (θανών το 1832), η Λυδία κληρονόμησε μετοχές της Τράπεζας της Αγγλίας και από τη διαθήκη της μητέρας της μερίδιο από την σημαντική ακίνητη περιουσία της. Ο Τζέκης και η Λυδία θα αποκτήσουν το 1829 ένα γιο, τον John Nelson Abbott Junior, και το 1832 μια κόρη, της οποίας το όνομα αγνοείται. Ο Junior θα σταλεί για τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα (Βασιλικό Γυμνάσιο Αθηνών) από όπου θα αποφοιτήσει το 1849. Μετά θα συνεχίσει τις σπουδές του στο Trinity College του Πανεπιστημίου Cambridge και θα ασχοληθεί στη συνέχεια με τα χρηματιστηριακά. Θα παντρευτεί την Jessie Leisk Sutherland και θα αποκτήσουν τρεις κόρες (Jessie, Grace, Constance). Ας σημειώσουμε τέλος την έκδοση από τον Junior το 1849, αμέσως μετά την αποφοίτηση του από το Γυμνάσιο, του βιβλίου ‘Sketches of Modern Athens Describing Its Manners, Customs, and Laws’. Περιγράφει με τα μάτια ενός εφήβου την κατάσταση στην Ελλάδα και δίνει κάποιες βασικές πληροφορίες στον αγγλομαθή επισκέπτη.

Ο Μπλαντ μας πληροφορεί σε άλλη επιστολή της 19ης Δεκεμβρίου 1849 ότι ο Τζέκης περνά τον χρόνο του σε τέσσερα νοικοκυριά στα οποία έχει εγκαταστήσει από μια γυναίκα. Αυτό παραπέμπει στην ιστορία που διηγείται ο Α. Βακαλόπουλος (Ιστορικά στοιχεία για την οικογένεια Αββοτ της Θεσσαλονίκης στο έργο ‘Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι’, 1982). Άμεση επόμενη κίνηση φυσικά ήταν η ανάγνωση του έργου αυτού που εκδόθηκε το 1870. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ο Μανόλης που διηγείται την εμπειρία του στη δούλεψη του Τζέκη, τον οποίο αποκαλεί (Τζαρλς), περιγράφει καταστάσεις που ταιριάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα ιστορικά δεδομένα. Αναφέρει ότι ο Τζέκης «προτού να γίνη ακόμη μέγας και πολύς, είχε νυμφευθή μίαν αγγλίδα, από την οποίαν απέκτησε μίαν και μόνην θυγατέρα». Είδαμε βέβαια ότι είχε αποκτήσει και ένα μεγαλύτερο γιο ο οποίος όμως σπούδαζε στην Αθήνα. «Την θυγατέρα την εκράτησεν εις την οικίαν του και την ανέθρεψεν, αλλά την μητέρα την απέβαλε διότι, καθώς έλεγε, έκαμε λάθος εις τον γάμον του, ήθελε να νυμφευθή ελληνίδα και κατά λάθος του έπεσεν εις την τύχην αγγλίς. Δια να διορθώση το λάθος του, όταν επλούτισεν, εσυμφώνησε με πέντε ελληνίδας από πέντε διαφόρους πόλεις της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας να τας πάρει. Και έως ότου έλθη εκείνος ο καιρός έδωσεν εις πέντε διαφόρους συνοικίας της Θεσσαλονίκης από μίαν χωριστήν οικίαν με έπιπλα και υπηρετρίας εις κάθε μίαν, και επήγαινε πότε εις αυτήν πότε εις εκείνην να επαναλαμβάνη την υπόσχεσιν του». Σημειωτέον ότι ο Μανόλης κέρδισε την πλήρη εμπιστοσύνη του Τζέκη όταν τον πληροφόρησε ότι και ο διάκος του Δεσπότη επισκεπτόταν τις γυναίκες για να τις ευλογήσει. Ο Μπλαντ είναι ιδιαίτερα ανήσυχος για την ανατροφή της κόρης Άμποτ. Αναρωτιέται το 1849 «με ποια ηθικά εχέγγυα κάποιος που έχει συγχρόνως τέσσερις διαφορετικές γυναίκες και αρκετά παράνομα παιδιά όπως ο κύριος Άμποτ μπορεί να αναλάβει την εκπαίδευση μιας νεαρής δεσποινίδας 17 ετών». Ο πίνακας θανάτων του αγγλικού προξενείου μας πληροφορεί ότι η Λυδία Άμποτ απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1881 – 1885. Συνεπώς έζησε διαρκώς στη Θεσσαλονίκη. Παραδόξως, ο θάνατος του Τζέκη δεν υπάρχει στον κατάλογο αυτόν. Ίσως λοιπόν να έκλεισε τη ζωή του και αυτός στον Βόλο όπως ο αδελφός του Μπάμπης.

Ο Μπάμπης (Robert Abbott, 1806 – 1874 ) θα παντρευτεί την Αικατερίνη Ηρακλείδου η οποία είναι κόρη του λογιστή της κοινής εταιρείας που θα ιδρύσει με τον Τζέκη. Θα κλείσει τη ζωή του στο Βόλο στις 5 Φεβρουαρίου 1874, ένα χρόνο νωρίτερα από τον Τζέκη. Για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζουμε, οι Άμποτ είχαν σχέσεις με τον Βόλο όπου θα πάει και ο Τζέκης όπως θα δούμε στη συνέχεια. Θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά, τον Εδμόντο (Edmund, 1832-1884), τον Αλφρέδο (Alfred, 1836-1921), τον Ερρίκο (Henry Abbott, 1834-1876) και την Μαίρη (Mary Abbott, 1850 – 1942). Ο Μπάμπης βρίσκεται κι αυτός στο στόχαστρο του προξένου Μπλαντ. Τον κατηγορεί σε μια επιστολή ότι όχι μόνο έκρυβε έναν εγκληματία από τη σύλληψη, αλλά και όταν συνελήφθη, «ο κύριος Ρόμπερτ Άμποτ επενέβη στον πασά και τον απελευθέρωσε»! Για τα παιδιά του θα σημειώσουμε μόνο ότι ο Ερρίκος είναι ο πρόξενος της Γερμανίας που σφαγιάστηκε τον Μάιο του 1876 και η Μαίρη Άμποτ είναι η σύζυγος του Γάλλου προξένου Ζυλ Μουλέν που είχε την ίδια τύχη όπως έχουμε γράψει αναλυτικά αλλού.

Το πιο κάτω διάγραμμα δείχνει τα γνωστά παιδιά και εγγόνια του Τζόρτζη Άμποτ με την πρώτη σύζυγο (Δόμνα Καυταντζόγλου) και την τρίτη σύζυγο (Ανέζα Φούντρια). Η κόρη του Σαρούλα παντρεύτηκε τέλος του 1819, ο Τζέκης το 1826 και ο Μπάμπης περί το 1830 αν κρίνουμε από τον χρόνο γέννησης του πρώτου παιδιού του. Τότε περίπου παντρεύτηκε για τρίτη φορά και ο πατέρας του.

ΙΙ – Απόγονοι από Ανέζα Φούντρια

Για τον πρωτότοκο Πήτερ (1830 – 1882) υπάρχει στο διαδίκτυο η αναφορά ότι παντρεύτηκε μια Άννα Κονστούτσε Καλιπόλιτον με την οποία απέκτησε ένα διάσημο γιο στον οποίο έδωσε το όνομα του πατέρα του. Πρόκειται για τον συγγραφέα και πολεμικό ανταποκριτή Τζορτζ Φρέντερικ Άμποτ. Από το αρχείο της ‘Ομάδας Έρευνας για τη Παλιά Θεσσαλονίκη – ΟΕΠΘ’ μαθαίνουμε ότι ο Πήτερ ήταν γνωστός στη Θεσσαλονίκη ως Πετράκης Άμποτ και ότι ήταν αρχιτέκτονας. Παντρεύτηκε την δασκάλα Άννα Καλιπόλιταν, απόφοιτη του Αρσακείου Παρθεναγωγείου Αθηνών, η οποία δίδαξε στο Ελληνικό αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Θεσσαλονίκης. Ο Πετράκης Άμποτ είχε κάνει τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανέγερση της Κεντρικής Αστικής Σχολής της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Θεσσαλονίκης. Όπως γράφει η ‘ΟΕΠΘ’ το έργο δεν προχώρησε πιθανότατα για οικονομικούς λόγους. Το 1882 ο Πετράκης Άββοτ απεβίωσε κι όταν γύρω στο 1906 βρέθηκαν τα αναγκαία χρήματα την κατασκευή ανέλαβε ο Ξενοφώντας Παιονίδης (1863-1933) με τα εγκαίνια να γίνονται το 1908.

Ο γιος τους Τζορτζ Φρέντερικ (George Frederick Abbott, 28/10/1874 – 13/3/1947) σπούδασε στο κολέγιο Emmanuel College στο Cambridge και μετά την αποφοίτηση του εστάλη από το πανεπιστήμιο στη πατρίδα του, στη Θεσσαλονίκη, να κάνει μια λαογραφική μελέτη για τη Μακεδονία. Αφού γύρισε Σιδηρόκαστρο, Σέρρες, Μελένικο, Δράμα, Καβάλα και Άγιο Όρος έγινε ανταποκριτής εφημερίδων. Έργα του είναι Songs of Modern Greece (1900), Macedonian Folklore (1903), The Tale of a Tour in Macedonia (1903), Israel in Europe (1907), Greece in Evolution (1909), Turkey in Transition (1909), Greece and the Allies (1914–1922) κλπ. Παντρεύτηκε το 1911 την δυναμική φεμινίστρια Elizabeth Wilhelmina Hay Lamond (1884 – 1957) από το Dundee της Σκωτίας. Η Ελίζαμπεθ έκανε μεγάλη καμπάνια το 1916 για τη συλλογή χρημάτων υπέρ των Νοσοκομείων Σκωτσέζων Γυναικών (Scottish Women’s Hospitals) για τα οποία έχουμε γράψει εν εκτάσει εδώ. Απέκτησαν το 1911 ένα γιο, τον Jasper A. R. Abbott.

Ο δευτερότοκος Βαρθολομαίος Έντουαρτ (1835 – 1914) γίνεται αρχικά γνωστός από αίτημα που υποβάλλει το 1854 στην Επιτροπή Εμπορίου του Κογκρέσου των ΗΠΑ για πληρωμή των εξόδων του πατέρα του Τζόρτζη, τα σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του ως υποπρόξενου των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη για την περίοδο από τον Οκτώβριο 1843 έως τον θάνατο του τον Οκτώβριο του 1852. Από το έγγραφο αυτό μαθαίνουμε συνεπώς ότι ο Τζόρτζης διετέλεσε και υποπρόξενος των ΗΠΑ για εννέα χρόνια.

Αναφορά σε κάποιον Έντουαρτ Άμποτ από τη Θεσσαλονίκη κάνει και ο γνωστός μαρξιστής συγγραφέας Henry Mayers Hyndman στο βιβλίο του ‘The Record of an Adventurous Life’. Είχε γνωρίσει έναν Άμποτ στο Oxburgh Hall στο Norfolk όπου σπούδαζε στα μέσα της δεκαετίας του 1850: «Το κάπνισμα τσιγάρων, τώρα τόσο δημοφιλές, ήταν τότε σχεδόν άγνωστο, και ο Έντουαρτ Άμποτ από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος πάντα κάπνιζε τον καλύτερο τουρκικό καπνό που τύλιγε σε τσιγάρα, ήταν ο πρώτος θιασώτης αυτής της συνήθειας που συνάντησα».

Περίπου την ίδια εποχή, ο Αμερικανός συγγραφέας Herman Melville χρησιμοποίησε στη Θεσσαλονίκη ναυτικό πρακτορείο με το όνομα Άμποτ. Γράφει στο βιβλίο ‘Journal Of A Visit To Europe And The Levant 1856 -1857’ ότι τον Δεκέμβριο του 1856 «πήγαμε στους Άμποτ, τους πράκτορες του πλοίου. Ευγενική υποδοχή. Ένας από τους υπαλλήλους μας έκανε τον γύρο της πόληςWent to the Abbots, ship’s agents. Politely received. One of their employees took me a strole through the town». Ποιοί Άμποτ ήταν αυτοί; Μας το εξηγεί μια πληροφορία στο διαδίκτυο για ένα ναυτικό πρακτορείο στη Θεσσαλονίκη το 1872 μεταξύ του Βαρθολομαίου Έντουαρτ και κάποιου ονόματι Εμίρη ο οποίος είναι γραμμένος και στους ναυτικούς καταλόγους του Πειραιά (B.E. Abbott & Emiris Ship Brokers, Salonica). Άρα ο Έντουαρτ Άμποτ ασχολείται με τις ναυτικές ναυλώσεις. Το πράγμα όμως περιπλέκεται διότι ανακαλύπτουμε με έκπληξη στους καταλόγους των ναυτικών πρακτόρων του Lloyd’s του Λονδίνου και το όνομα του Τζέκη (!).

Συμπαιρένουμε λοιπόν ότι ο Τζέκης είχε επεκταθεί και στις ναυτιλιακές ναυλώσεις είτε μόνος είτε με τον ετεροθαλή αδελφό του. Μετά όμως τη διάρρηξη των σχέσεων με τον αδελφό του Μπάμπη και τη διάλυση της εταιρείας τους, ο Τζέκης φαίνεται να απομακρύνεται από την ενεργό οικονομική δράση.

Οι απόγονοι του Μπάμπη Άμποτ

Ο πρωτότοκος Εδμόνδος Άμποτ γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1832 και απεβίωσε στις 29 Οκτωβρίου 1884 όπως γράφει ο τάφος του στο κοιμητήριο Ευαγγελιστρίας. Δεν αναφέρονται ούτε σύζυγος ούτε τέκνα οπότε η πλέον ρεαλιστική υπόθεση είναι ότι υπήρξε άγαμος.

Ο Αλφρέδος Άμποτ γεννήθηκε το 1836 και απεβίωσε το 1921. Παντρεύτηκε την Φρόσω (Ευφροσύνη) Σοβατζόγλου (1863 – 1944) και απέκτησαν τρία παιδιά, τον Ροβέρτο Βαρθολομαίο (Robert Barthlomew), την Καιτη (Kate) και την Ολυμπία. Ο Ροβέρτος έγινε γνωστός από την απαγωγή του τον Μάρτιο του 1907 από μια ελληνο – αλβανική συμμορία και από το μεγάλο ύψος των λύτρων που ζήτησαν για την απελευθέρωση του. Ήταν δεκαεννιά χρονών όπως γράφει ο τύπος της εποχής, άρα γεννήθηκε το 1888. Παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Μωραϊτοπούλου (; – 1968) και απέκτησαν ένα γιο, τον Αλφρέδο (Alfred Abbott, 1933 – 2014). Για την Ολυμπία δεν έχουν βρεθεί στοιχεία. Η δευτερότοκη Καίτη παντρεύτηκε τον Ιταλό πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Ρομάνο Λόντι-Φε στις 18 Ιουλίου 1915. Απέκτησαν ένα γιο στη Θεσσαλονίκη, τον Μαουρίτσιο Λόντι-Φε (Mauricio Lodi-Fé, 1/6/1918 – 26/5/2015) ο οποίος έγινε ένας πολύ πετυχημένος παραγωγός κινηματογράφου στην Ιταλία με έργα όπως Σόδομα και Γόμορα, Μπεν Χουρ, Ελάτε να πάρετε τον καφέ σ’εμάς, Girl with a Suitcase, Ο κονφορμίστας, Ψωμί και Σοκολάτα, Un caso di coscienza κλπ.

Ο Ερρίκος Άμποτ (Henry Abbbott, 1842-1876) παντρεύτηκε το 1867 την Άννα Καραθεοδωρή, ετεροθαλή αδελφή του πρέσβη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στις Βρυξέλλες Στέφανου Καραθεοδωρή, πατέρα του μεγάλου μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή. Θα σφαγιαστεί με τον γαμπρό του Ζυλ Μουλέν το 1876 όπως έχουμε γράψει εν εκτάσει αλλού. Δεν θα αποκτήσουν τέκνα, Η χήρα Άννα θα πάρει σε δεύτερο γάμο στη Κωνσταντινούπολη τον Αλέξανδρο Μ. Αριστάρχη, υπάλληλο του διπλωματικού σώματος της Τουρκίας.

Η Μαίρη Άμποτ γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1850 στη Θεσσαλονίκη και πέθανε σε βαθιά γεράματα στις 11 Φεβρουαρίου 1942 στο Παρίσι. Στις 30 Απριλίου 1873 παντρεύτηκε τον Ζυλ Μουλέν και δυο χρόνια αργότερα,στις 2 Φεβρουαρίου 1875, απόκτησαν ένα αγοράκι, τον Λουδοβίκο (Ludovic Robert Etienne Moulin) γνωστό ως Λόη (Loys). Μετά τον θάνατο του συζύγου της θα εγκατασταθεί στο Παρίσι όπου στις 21 Μαρτίου 1888 παντρεύεται για δεύτερη φορά τον δικαστικό Ελισαίο Ποντρεμόλι (Elysée Hananel Pontremoli, 1858 – 1930), νεότερο της κατά οκτώ χρόνια χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

Ένα ερωτηματικό προκύπτει από αναφορά του αυστριακού προξένου Chiari προς τον υπουργό εξωτερικών Andrassy στην οποία αναφέρει ότι «ο κ. Περικλής Χατζηλαζάρου δεν έχει σχέση ούτε με τον κ. Μουλέν ούτε με τον κ. Άμποτ. Αλλά ο ξάδερφος του Περικλή Χατζηλαζάρου που ζει στο Βόλο (ήταν στο Βόλο κατά τη διάρκεια αυτού του επεισοδίου), είναι παντρεμένος με την αδερφή του κ. Ερρίκου Άμποτ, η οποία είναι επίσης αδερφή της κυρίας Μουλέν».

Γνωρίζουμε επίσης από τον Εδεσσαίο ιστορικό Ευστάθιο Στουγιαννάκη ότι ο Λάζαρος Χατζηλαζάρου, πρώτος ξάδελφος του Περικλή ο οποίος ζούσε στο Βόλο, ήταν παντρεμένος με μια Ελισάβετ Άμποτ. Ο αυστριακός πρόξενος συμπληρώνει λοιπόν ότι ήταν αδελφή του Ερρίκου και της Μαίρης Άμποτ. Σύμφωνα λοιπόν με τις δυο αυτές μαρτυρίες ο Μπάμπης πρέπει να είχε και άλλη κόρη που ονομαζόταν Ελισάβετ Άμποτ.

Οι οικονομικές δραστηριότητες των αδελφών Τζέκη και Μπάμπη

Η οικονομική κατάσταση της Θεσσαλονίκης την δεκαετία του 1820 δεν θυμίζει σε τίποτα την άνθιση των προηγουμένων χρόνων. Η σφαγές χιλιάδων Ελλήνων πολιτών μετά την έκρηξη της απελευθερωτικής επανάστασης του 1821 και η εγκατάλειψη της πόλης από αυτούς που είχαν τη δυνατότητα να σωθούν έφερε μια ξαφνική συρρίκνωση του πληθυσμού. «Οι σφαγές και οι εξορίες ρήμαξαν τις πιο εύπορες και πετυχημένες χριστιανικές οικογένειες. Ήταν ένα χτύπημα απ’ το οποίο δε συνήλθαν πλήρως για όλο τον υπόλοιπο αιώνα» (Mark Mazower, Θεσσαλονίκη Πόλη των Φαντασμάτων, 2006). Στις 6 Ιουνίου του 1822, σε αναφορά του, ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Μποτύ (François Bottu), αναλύει το σκεπτικό του νέου στρατιωτικού διοικητή της Θεσσαλονίκης Αμπού Λουμπούτ, του «ροπαλοφόρου», για την καταστολή της ελληνικής Επανάστασης: «Ο πασάς εφαρμόζει με επιμονή ένα σύστημα λεηλασίας των Ελλήνων – Ce Pacha poursuit avec persévérance à l’égard des Grecs son système de spoliation-. Γνωρίζει ότι η ξαφνική άνοδος του πλούτου και της εργατικότητάς τους, καθώς και η μεγάλη επιρροή που είχαν αποκτήσει στο εσωτερικό της Τουρκίας, τους είχε εμπνεύσει ως έθνος την ιδέα της απελευθέρωσής τους, και την ίδια στιγμή τους παρείχε τα μέσα και τη φιλοδοξία ώστε να την επιχειρήσουν. Με το να τους καταστρέψει, θέλει, λοιπόν, να σύρει πίσω την Ελλάδα στην υπακοή, που από εδώ και πέρα θα προσομοιάζει με δουλεία, και να της αποστερήσει για πάντα τους πόρους εκείνους που χρησιμοποίησαν με τόσο επικίνδυνο τρόπο εναντίον των Τούρκων. Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος των νέων φόρων που επιβάλλονται καθημερινά στις οικογένειες που διαθέτουν ακόμα πλούτο, και οι οποίοι προκαλούν απελπισία και φόβο στις ολιγάριθμες ελληνικές οικογένειες που ακόμα παραμένουν στη Θεσσαλονίκη και τις γύρω πόλεις».

Θα περάσουν πολλά χρόνια για να αλλάξει το θλιβερό αυτό σκηνικό. Οι οθωμανικές αρχές καταλαβαίνουν ότι οι καταστροφικές συνέπειες της σκληρής καταστολής πλήττουν όχι μόνο τους Έλληνες αλλά και τους Εβραίους όπως και τους Μουσουλμάνους της πόλης. Από το 1827 θα γίνει προσπάθεια αλλαγής της ακολουθούμενης πολιτικής. Η συμφωνία της Κωνσταντινούπολης του 1832 μεταξύ της ανεξάρτητης πλέον Ελλάδας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα πείσει πολλούς φυγάδες Θεσσαλονικείς να επιστρέψουν στη μισοάδεια από Έλληνες πόλη.

Οι Άμποτ, ως Άγγλοι υπήκοοι, αλλά και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι έμποροι και διπλωμάτες δεν θα κινδυνέψουν. Υπήρξαν βέβαια και εξαιρέσεις όπως ο στραγγαλισμός του υποπροξένου της Δανίας. Ο πασάς ρώτησε μετά τον Γάλλο πρόξενο αν ήξερε «τι είναι αυτός ο βασιλιάς της Δανίας και που βρίσκονται οι χώρες του» (c’était qui ce Roi de Danemark et où se trouvent ses états?). Όλοι όμως θα υποστούν τις οικονομικές συνέπειες της μεγάλης συρρίκνωσης. Ο Τζέκης και ο Μπάμπης θα προσπαθήσουν να βρουν τα δικά τους βήματα στη δύσκολη αυτή πραγματικότητα. Ίσως ο γάμος του πρώτου στο Λονδίνο το 1826 να ήταν μια τέτοια προσπάθεια. Η κατάσταση τους φαίνεται ότι παραμένει δύσκολη τουλάχιστον έως το 1835 αν πιστέψουμε τα λόγια του Γάλλου προξένου Γκυ (Pierre – François Guys) «Ο Τζον Νέλσον Άμποτ, Άγγλος, υποπρόξενος της Δανίας, έγινε αντικείμενο καταγγελιών και απέκτησε την αποστροφή όλων. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να μεταφέρει τη δουλειά του στον Βόλο. Άφησε τον αδερφό του Ρόμπερτ Άμποτ στη Θεσσαλονίκη, ελάχιστα καλύτερο από τον ίδιο, αλλά που ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τη γενική περιφρόνηση. Είναι Άγγλοι μόνο στο όνομά, γιατί γεννήθηκαν εδώ». Τα δυο αδέλφια λοιπόν συνεργάζονταν μεταξύ τους που σημαίνει ότι είχαν ήδη ιδρύσει την εταιρεία Abbott Brothers (Αφοί Άμποτ) η οποία έγινε πάμπλουτη και διάσημη με το εμπόριο των βδελλών. Αυτό επιβεβαιώνει μια πληροφορία ότι ίδρυσαν την Abbott Brothers (Αφοί Άμποτ) το Σεπτέμβριο του 1933.

Η πιο πάνω αναφορά του Γάλλου προξένου βεβαιώνει ότι τουλάχιστον μέχρι το 1835 η οικονομική κατάσταση των δυο αδελφών ήταν μέτρια έως κακή. Το χρυσοφόρο εμπόριο των βδελλών φαίνεται ότι ξεκίνησε να αποφέρει πλούτο προς τα τέλη της δεκαετίας του 1830. Αυτό διαφαίνεται από μια δικαστική απόφαση που βρέθηκε τελευταία σύμφωνα με την οποία ο Μπάμπης ζήτησε στις 15 Ιουνίου 1868 τη διάλυση της εταιρείας ‘Αφοί Άμποτ’. Κατήγγειλε ότι ο αδελφός του Τζέκης είχε τραβήξει από το κοινό ταμείο την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 1840 έως τον Ιούνιο 1868 ένα ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούνταν. Είχε δηλαδή εισπράξει περίπου τα τρία πέμπτα των κερδών ενώ το μερίδιο του ήταν 50%. Το επιπλέον ποσό ανερχόταν κατά τον Μπάμπη σε 2 εκατομμύρια γρόσια (!), ένα θηριώδες ποσό για την εποχή. Από τις αρχές του 1840 λοιπόν ο Τζέκης κατηγορείται ότι εισπράττει μεγαλύτερο μερίδιο κερδών από αυτό που του αναλογεί. Άρα υπάρχουν από τότε αρκετά κέρδη, τα οποία αξίζει να διεκδικηθούν. Το επιβεβαιώνει και ο τότε ταμίας της εταιρείας Ηρακλείδης – ότι δηλαδή υπήρχαν άξια λόγου κέρδη από την 1η Ιανουαρίου 1840. Η πληροφορία αυτή θα μας χρειαστεί αργότερα.

Abbott Brothers και οι χρυσοφόρες βδέλλες

Το εμπόριο της Abbott Brothers είχε πάρει μυθικές διαστάσεις προς το τέλος της δεκαετίας του 1840. Στοιχεία δείχνουν ότι με βάση το 1848 η αξία των εξαγωγών διπλασιάστηκε το 1849 και επταπλασιάστηκε το 1850 φτάνοντας το 1,78 εκατομμύρια γρόσια. Πρόκειται για νούμερα που δεν είχαν ξανακουστεί στις αγορές της Ανατολής. Άρχισαν έτσι να διαδίδονται πολλές ιστορίες για το πώς πλούτισε ο Τζέκης. Μια από αυτές έλεγε ότι ο Τζέκης έριξε σε ένα μεγάλο πηγάδι με βδέλλες έναν Εβραίο που είχε πάει να του τις δείξει. Ο Εβραίος πέθανε από τις βδέλλες και ο Τζέκης έγινε πλούσιος μετά πουλώντας τες. Φανταστική ιστορία βέβαια, αφενός γιατί υπήρχαν πολλά έλη γύρω από τη Θεσσαλονίκη με βδέλλες και, αφετέρου, γιατί το εμπόριο ήταν μονοπωλιακό, αποκλειστικό προνόμιο σε αυτόν που θα προσέφερε το υψηλότερο ετήσιο ποσό στον Σουλτάνο. Όπως γράφει το 1851 ο Γάλλος πρόξενος Γκρασσέ (Edouard Grasset) «το εμπόριο των βδελλών είναι μονοπώλιο. Τα αλιευτικά δικαιώματα αποκτώνται με δημοπρασία στην Κωνσταντινούπολη. Μια εταιρεία αγγλικής καταγωγής ήταν η πλειοδότρια για πολλά χρόνια, ελέγχοντας το μονοπώλιο, και έτσι έχτισε μια πολύ μεγάλη περιουσία. Εδώ, μεταπωλούν τις βδέλλες σε έναν Αυστριακό έμπορο, ο οποίος στη συνέχεια τις στέλνει στην Τεργέστη με δική του ευθύνη».

Ο Τζέκης και ο Μπάμπης είχαν βρει απλά τον τρόπο να κερδίζουν κάθε χρόνο την άδεια αυτή από το οθωμανικό δημόσιο. Είχαν μεγάλη επιρροή στις τουρκικές αρχές γιατί ήταν οι δανειστές των πασάδων και των μπέηδων της χώρας, όπως αναφέρει η Μ. Αναστασιάδου. Σίγουρα όμως μεγάλο ρόλο θα έπαιξε και το μπαχτσίσι, αυτός ο βασικός πυλώνας του οθωμανικού οικοδομήματος τον οποίο χρησιμοποιούσαν όλες οι επιτυχημένες εμπορικές εταιρείες, της Levant Company συμπεριλαμβανομένης.

Πως όμως σκέφτηκαν να αναπτύξουν το εμπόριο της βδέλλας το οποίο ήταν άγνωστο μέχρι τότε; Θα ανατρέξουμε πάλι στον Μανόλη της ‘Στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι’ ο οποίος έχει μια αληθοφανή εξήγηση. Μαντεύουμε ότι δούλευε για τον Τζέκη στα τέλη της δεκαετίας του 1840. Σύμφωνα λοιπόν με τον Μανόλη, ο Τζέκης είχε προσληφθεί από έναν Γάλλο ταξιδιώτη, μια και μιλούσε λίγα γαλλικά, να του δείξει τα έλη έξω από τη Θεσσαλονίκη στα οποία είχε βδέλλες. Έψαχνε βδέλλες για εξαγωγή στην Ευρώπη. Στο δρόμο ο Γάλλος του μίλησε για τη μεγάλη ζήτηση και τις πολύ υψηλές τιμές τους λόγω έλλειψης εκεί από την υπερβολική αλίευση των τελευταίων δεκαετιών. Ο Τζέκης δεν έχασε καιρό, πήγε γρήγορα στη Κωνσταντινούπολη και αγόρασε αποκλειστική άδεια εμπορίας για βδέλλες που μάλλον ήταν μέχρι τότε άγνωστο είδος για τους εκεί γραφειοκράτες. Επέστρεψε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη με την αποκλειστική άδεια στο χέρι ενώ ο Γάλλος έμπορος προσπαθούσε ακόμη να πείσει τον Γάλλο πρόξενο να αρχίσει τις απαραίτητες γραφειοκρατικές διαδικασίες για να πάρει άδεια εξαγωγής. Αληθινή ιστορία; Κάπως έτσι πάντως λέγεται ότι η Ελλάδα έγινε μεταπολεμικά πρώτη εξαγωγός χώρα σαλιγκαριών.

Η ιστορία όμως που είχε μείνει στη μνήμη των Θεσσαλονικέων ήταν η επίσκεψη του Σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ το 1658. Φιλοξενήθηκε στο μέγαρο του με τον γιο του Αμπντούλ Χαμίτ. Πασίγνωστη ιστορία με διαφορετικές εκδοχές που δεν χρειάζεται να ξαναειπωθεί εδώ. Δείχνει όμως την σπάταλη ζωή του Τζέκη. Αυτός ο σπάταλος βίος ήταν μάλλον και μια από τις αιτίες που οδήγησαν τον αδελφό και συνέταιρο Μπάμπη να ζητήσει την επιστροφή των υπερβολικών αναλήψεων που συστηματικά είχε κάνει από το κοινό ταμείο. Ο Μπάμπης κέρδισε όλες τις δίκες που κράτησαν από το 1868 μέχρι το 1874. Ίσως αυτό να ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τον Τζέκη, ο οποίος πέθανε στη φτώχεια τον επόμενο χρόνο. Ο νικητής Μπάμπης δεν πρόλαβε όμως να χαρεί πολύ τη νίκη του γιατί πέθανε την χρονιά της τελεσίδικης απόφασης. Μετά τη διάλυση της κοινής εταιρείας, ο Μπάμπης είχε ιδρύσει νέα εταιρεία με τα παιδιά του, με την επωνυμία R. Abbott & Co. Αυτό τουλάχιστον αναφέρει η εβδομαδιαία γαλλική επιθεώρηση L’ Illustration στο τεύχος της 27ης Μαίου 1876. Στην ανταπόκριση από τη Θεσσαλονίκη για την σφαγή των προξένων γράφει επιγραμματικά ότι ο Ερρίκος Άμποτ «ήταν ένας από τους μετόχους του οίκου R. Abbott & Cie η οποία είχε ιδρυθεί μετά τη διάλυση του οίκου ‘Αφοί Άμποτ’ »  (il était l’un des associés de la maison R. Abbott et Cie à Salonique, laquelle fut fondée après la dissolution de la maison Abbott frères).

Οι τάφοι των τριών παιδιών του Μπάμπη (Εδμόνδου, Αλφρέδου και Ερρίκου) στο κοιμητήριο Ευαγγελιστρίας. Ο ίδιος απεβίωσε στο Βόλο.

Το μέγαρο Άμποτ

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1839, στις 8 το βράδυ, ξεσπά μια βίαιη πυρκαγιά στη συνοικία των προξενείων και των εμπορικών οίκων, στον Φρακομαχαλά. Ο Vattier de Bourville επικεφαλής προσωρινά του γαλλικού προξενείου αναφέρει στις 11 Σεπτεμβρίου στο Υπουργείο Εξωτερικών ότι «σε ελάχιστο χρόνο, η συνοικία των Φράγκων έπιασε όλη φωτιά. Το προξενείο της Γαλλίας κάηκε ολοσχερώς : η οικία του προξένου, οι αποθήκες, τα αρχεία της γραμματείας. Τα προξενεία της Νάπολης, της Πρωσίας, του Βελγίου, της Ισπανίας, της Αμερικής, της Αγγλίας, της Σαρδηνίας και της Ελλάδας κάηκαν επίσης όπως και η εκκλησία των Λαζαριστών». Και σε άλλο μήνυμα της 30ης Σεπτεμβρίου συμπληρώνει: «η πυρκαγιά επιβράδυνε πολύ το εμπόριο της πόλης γιατί πολλοί εύποροι έμποροι είναι τώρα ολοκληρωτικά κατεστραμμένοι».

Η πυρκαγιά του 1839 λάβωσε θανάσιμα αρκετούς εμπόρους. Οι περισσότεροι έκαναν όμως μια μεγάλη προσπάθεια να ξαναστήσουν και πάλι τις δουλειές τους χτίζοντας νέες κατοικίες με τις αναγκαίες αποθήκες που συνήθως καταλάμβαναν το ισόγειο. Γνωρίζουμε ότι και οι Άμποτ έχτισαν το 1840 το νέο τους μέγαρο. Και μάλιστα σε χρόνο ρεκόρ, ένα κτήριο που ξεχώριζε σε όλη τη περιοχή. Είναι άραγε σύμπτωση; είναι τυχαίο ότι έχτισαν και αυτοί τότε το μέγαρο; Πιστεύω πως όχι. Στη πυρκαγιά πρέπει να κάηκε και το σπίτι όπου στεγαζόταν μέχρι τότε η οικογένεια του Τζόρτζη. Πρέπει να βρισκόταν δίπλα στο γαλλικό προξενείο και στη καθολική εκκλησία των Λαζαριστών. Η κατασκευή όμως ενός τόσο μεγάλου μεγάρου σε λιγότερο από ένα χρόνο δεν ήταν εύκολη υπόθεση και κυρίως ήταν πολύ ακριβή. Ο πατήρ Τζόρτζης μάλλον θα έχασε και την εμπορική πραμάτεια στο παλιό σπίτι. Ήταν λαβωμένος οικονομικά. Όχι όμως και τα παιδιά, Τζέκης και Μπάμπης. Όπως είδαμε, το εμπόριο της βδέλλας είχε αρχίσει να αποφέρει μεγάλα κέρδη από το 1940. Και οι βδέλλες δεν στοιβάζονταν σε αποθηκευτικούς χώρους αλλά βρίσκονταν σε πηγάδια εκτός Θεσσαλονίκης. Άρα τα δυο αδέλφια δεν πρέπει να επλήγησαν ιδιαίτερα από τη πυρκαγιά. Παραδοσιακά λέγεται ότι το σπίτι ανήκε στον Τζέκη. Δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να αγόρασε τα μερίδια των άλλων μελών της οικογένειας. Το 1858, στην επίσκεψη του σουλτάνου συμπεριφέρεται πάντως ως ιδιοκτήτης του μεγάρου.

Το 1864 έρχεται η Οθωμανική τράπεζα και εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη. Φαίνεται ότι εγκαθίσταται στο κτήριο αυτό χωρίς να είναι σαφές εάν το αγοράζει ή το νοικιάζει. Στα κεντρικά της τράπεζας δεν έχουν βρεθεί συμβόλαια αγοραπωλησίας όπως συμβαίνει με τα άλλα υποκαταστήματα. Η εγκατάσταση όμως της πρώτης τράπεζας στη Θεσσαλονίκη υποθέτουμε ότι δεν θα χρειαζόταν μεγάλους χώρους όπως συνέβη αργότερα προς το τέλος του αιώνα. Μερικά γραφεία στο ισόγειο θα ήταν αρκετά τα πρώτα χρόνια. Δεν θα ήταν ασύμβατη δηλαδή μια συγκατοίκηση μέρους της οικογένειας και της τράπεζας στην πολύ μεγάλη οικοδομή, ιδιαίτερα αν έμενε εκεί μόνο ο Τζέκης. Γνωρίζουμε ότι ο Μπάμπης απεβίωσε το 1874 στο Βόλο και ο Τζέκης το 1875, κρίνοντας από την ημερομηνία της διαθήκης του που βρίσκεται στα εθνικά αρχεία της Αγγλίας και από δημοσιεύματα του ευρωπαϊκού τύπου που τον χαρακτηρίζουν το 1876 ως μακαρίτη. Ποιος έμενε λοιπόν από την οικογένεια στο μέγαρο αυτό μετά την αποχώρηση των δύο αδελφών; Την απάντηση νομίζω τη βρίσκουμε σε ανταπόκριση της γαλλικής εβδομαδιαίας επιθεώρησης L’ Illustration με την ευκαιρία του φόνου των δύο προξένων. Εκεί υπάρχει ένα απλό σκαρίφημα της οικίας του Ερρίκου Άμποτ που ήταν και το προξενείο της άρτι γεννηθείσας Γερμανίας του Μπίσμαρκ. Τα δύο κτήρια μοιάζουν πάρα πολύ.

Αριστερά το σκαρίφημα της οικίας Άμποτ που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 1776 και δεξιά φωτογραφία της Οθωμανικής Τράπεζας πριν την ανατίναξη από τους Βουλγάρους το 1903.

Στο κτήριο έγιναν εργασίες και προσαρμογές το 1890 για την πιο άρτια λειτουργία του ως τραπεζικός χώρος με την αύξηση του κύκλου εργασιών. Σύμφωνα λοιπόν με την αλυσίδα των γεγονότων της οικογένειας, το οικοδόμημα αυτό πρέπει να χτίστηκε στο οικόπεδο όπου βρισκόταν, πριν από τη πυρκαγιά του 1839, η ιδιοκτησία του Ιωάννη Γούτα Καυταντζόγλου. Μια ιδιοκτησία που κληρονομήθηκε από τη κόρη του Δόμνα και στη συνέχεια από τον Τζόρτζη Άμποτ. Το σημερινό κτήριο, στο οποίο στεγάζεται το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης επί της οδού Φράγκων, είναι νέα οικοδομή που χτίστηκε μετά την ανατίναξη της προηγούμενης από τους Βούλγαρους τρομοκράτες το 1903, τους επονομαζόμενους “βαρκάρηδες της Θεσσαλονίκης”. Βρίσκεται κοντά στη καθολική εκκλησία Θεσσαλονίκης, την παλιά εκκλησία των Λαζαριστών, η οποία ξαναχτίστηκε σε σχέδια του Ποζέλι τη δεκαετία του 1890.

Αντί επιλόγου

Η οικογένεια Άμποτ είναι από τις λίγες οικογένειες που κέντρισαν το ενδιαφέρον και την φαντασία στην καθ’ ημάς ανατολή. Αυτά που κατάφεραν ήταν εκπληκτικά. Από ένα χωριό του Northampton ξαπλώθηκαν σε όλα τα εμπορικά κέντρα της ανατολικής Μεσογείου και απέκτησαν χαρακτηριστικά θρύλου. Μια οικογένεια που συνέδεσε στενά το όνομα της με την Θεσσαλονίκη. Μένουν όμως ακόμη πολλά κενά. Ο κατάλογος του αγγλικού προξενείου με τους θανόντες Άμποτ στη Θεσσαλονίκη αναφέρει ονόματα όπως Arthur Abbott (1855-1859), Eucharis Euridiki Abbott (1860-1865), William Abbott (1901-1905), Henry C. Abbott (1911-1915) αλλά και Adolphus Abbott. Ας ευχηθούμε κάποιος στο μέλλον να προσπαθήσει να συμπληρώσει το οικογενειακό πάζλ γιατί αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της πόλης.

ΤΟΙΣ ΚΡΑΤΑΙΟΤΑΤΟΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣΙ

Δεκαοκτώ μήνες μετά την άφιξη του στο Παρίσι, ο Εδεσσαίος λόγιος Μηνάς Μινωίδης μαθαίνει τα νέα για την εξέγερση στην Ελλάδα. Ο ενθουσιασμός του είναι μεγάλος. Στις Σέρρες, όταν διηύθυνε την Ελληνική Σχολή, είχε υποφέρει από την αγριότητα του Γιουσούφ πασά. Αυτός φαίνεται ότι ήταν η αιτία να χάσει ένα αγαπητό του πρόσωπο αλλά και ο λόγος της απόφασης του να ξενιτευτεί. Οι δυο μαθητές του, Ιωάννης και Χριστόδουλος Χατζηπέτρου, αδέλφια της γυναίκας του Ανδρέα Οικονόμου, συμμαθητή του στο Ελληνομουσείο των Βοδενών, θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Ο πρώτος θα γίνει υπαρχηγός του Εμμανουήλ Παπά και θα συμμετάσχει στην επανάσταση της Χαλκιδικής. Στην αγκαλιά του θα ξεψυχήσει ο Σερραίος ήρωας στο καΐκι που τους μετέφερε από τη Χαλκιδική στην Ύδρα. Ο δεύτερος θα σχηματίσει το δικό του σώμα από τετρακόσια παλικάρια, θα συμμετάσχει στην έξοδο του Μεσολογγίου και θα τελειώσει τη ζωή του με τον βαθμό του στρατηγού. Ο ενθουσιασμός του Μηνωίδη για την εξέγερση θα φέρει όμως και τα πρώτα σύννεφα στη φιλική του σχέση με τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος ήταν πιο συγκρατημένος πιστεύοντας ότι δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για την έναρξη της επανάστασης.

Την εποχή εκείνη το ζήτημα που κυριαρχούσε στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες ήταν η κατάπνιξη των φιλελεύθερων και εθνεγερτικών κινημάτων. Λίγα μόλις χρόνια μετά το Βατερλό, η Ευρώπη γνώριζε τοπικές εξεγέρσεις που ήταν αγκάθια στα μοναρχικά καθεστώτα, μικρές βόμβες στα θεμέλια των υπεραιωνόβιων αυτοκρατοριών. Η πενταμερής Ιερά Συμμαχία, με πυρήνα τη καθολική Αυστρία, την προτεσταντική Πρωσία και την ορθόδοξη Ρωσία, είχε σαν κύριο δόγμα τη διατήρηση της μονολιθικής απολυταρχικής τάξης η οποία είχε πληγωθεί από τη Γαλλική Επανάσταση και τις νέες ιδέες που διέδωσε. Οι τρεις αυτοί εκφραστές των χριστιανικών δογμάτων μαζί με τα δυο άλλα μέλη, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, κρατούσαν τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή σκηνή με ιθύνοντα νου τον αυστριακό υπουργό των εξωτερικών Μέτερνιχ. Τον Ιανουάριο του 1821 και τα πέντε μέλη είχαν συναντηθεί στο Λάιμπαχ (Laibach) της Αυστρίας, τη σημερινή Λουμπλιάνα της Σλοβενίας, για να συζητήσουν το θέμα των εξεγέρσεων στη Νάπολη και στο Πεδεμόντιο της Ιταλίας. Το συνέδριο εκείνο διήρκεσε από τις 26 Ιανουαρίου μέχρι τις 12 Μαΐου. Εκεί πληροφορήθηκαν την εξέγερση του Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας στις 22 Φεβρουαρίου, κάτι που αναστάτωσε τον αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλέξανδρο, όπως και τη κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου στην Ελλάδα. Τα νέα πήγαιναν ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη γραμμή που είχαν χαράξει. Οι καγκελαρίες ήταν φυσικά όλες αντίθετες.

Ήταν η στιγμή που ο Μινωίδης αποφάσισε να απλώσει στο χαρτί το πάθος του για την ελληνική ανεξαρτησία, γράφοντας ένα φλογερό κείμενο προς τους Ευρωπαίους βασιλείς και τις καγκελαρίες τους. Οι Νεοέλληνες που πήραν τα όπλα για την ανεξαρτησία τους ήταν τέκνα μιας μεγάλης πολιτισμικής κληρονομιάς που θαύμαζε η Δύση. Το κείμενο, γραμμένο στην αρχαία ελληνική που γνώριζαν όχι μόνο οι ελληνιστές αλλά και πολλοί διπλωμάτες στις διάφορες ευρωπαϊκές καγκελαρίες, είχε το στόχο αυτό. Να συνδέσει τον αγώνα που μόλις άρχιζε με μια μεγάλη ιστορική παράδοση που ξεκινούσε από την αρχαιότητα και έφτανε στις μέρες εκείνες με τη γλώσσα του ευαγγελίου και των κειμένων της χριστιανικής θρησκείας. Για τη μεγαλύτερη διάχυση του στο ευρωπαϊκό κοινό μεταφράστηκε μετά και στη γαλλική που ήταν τότε η πλέον διαδεδομένη γλώσσα στη Γηραιά Ήπειρο. Τι επίπτωση θα είχε όμως το κείμενο ενός νιόφερτου στο Παρίσι ; ενός αγνώστου μεταξύ αγνώστων ; Το κείμενο έπρεπε να φέρει τη σφραγίδα των αγωνιζομένων στην Ελλάδα, αυτών που έχυναν το αίμα τους για την ανεξαρτησία, των ανθρώπων που η σπαρακτική φωνή είχε περισσότερες πιθανότητες να λυγίσει τη κυνική γλώσσα των ανθρώπων του Μέτερνιχ. Αντί υπογραφής τέλειωνε με τη φράση: Ἐν Ἑλλάδι ΑΩΚΑ’, Μαΐου ΚΗ’ (Ελλάδα 1821, Μαΐου 28).

Το κείμενο αυτό αναζωπύρωσε τον φιλελληνισμό στην Ευρώπη με αρκετά άλλα υποστηρικτικά άρθρα να βλέπουν το φως τα επόμενα χρόνια του αγώνα. Αρκετά σημεία του κρατούν μια εκπληκτική διαχρονικότητα. Θα μπορούσαν να μας διδάξουν ακόμη και σήμερα αφού βιώνουμε παρόμοιες καταστάσεις με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Με την ανάρτηση αυτή ας αποτίσουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον Μηνά Μινωίδη!

Σημείωση: Δεν γνωρίζω το κείμενο αυτό να έχει ξαναδημοσιευτεί στην Ελλάδα. Η έρευνα μου δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Αποφάσισα λοιπόν να το ψηφιοποιήσω κρατώντας κατά δύναμη την ορθογραφία και το πολυτονικό σύστημα του πρωτότυπου – πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο για κάποιον που γράφει σε λατινικό πληκτρολόγιο (AZERTY). Ελπίζω να τύχω της επιείκειας των αναγνωστών για τα λάθη που ίσως έχουν παρεισφρήσει. Η απόδοση στα νεοελληνικά θα γίνει εν καιρώ!

ΚΡΑΤΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΤΟΤΑΤΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΣ

1. Οἷα μέν οἱ παντλήμονες Ἕλληνες δεινά πεπόνθαμεν ὑπό τῶν ἀδικωτάτων καί τυραννικωτάτων Ὀθωμανῶν, οὔθ’ ὑμᾶς λέληθεν, οὔτε τῶν πάντων τήν εὔδαιμον’ Εὐρώπην oικoύντων οὐδένα. Πολλοί γάρ τῶν Εὐρωπαίων εἶδον τε, καί ὡς οἷον τ’ αὑτοῖς ἦν ἐξετραγῴδησαν, Ξυγγραφῇ δηλώσαντες ἕκαστοι, ἡλίκα τά πρός ἡμᾶς τῶν τυράννων τούτων ἐκ πολλοῦ τοῦ χρόνου ἀδικήματα. Οἷα δέ τά ὑπ’ αὑτῶν ἤδη καθ’ ἡμῶν τολμώμενα, λόγῳ μέν ἐξαγγεῖλαι ἀδύνατον, ἀκούσαντι δ’ ἄν ἄπιστα εἷναι δόξειε. Προσήκει οὖν Ὑμῖν τῆς ἐν Εὐρώπη εἰρήνης κηδομένοις , οὐχ ᾖττον δέ καί ὑπέρ τῆς Ἱερωτάτης αὑτῆς Θρησκείας, τῆς οὕτως ἀσεβῶς ὑπό τῶν ἐξωλεστάτων τούτων καταφρονουμένης, καί τῆς ὑμετέρας αὑτῆς εὐδοξίας, ἦς παρά πᾶσι τετυχήκατε τοῖς τήν ὑφήλιον oικoύσι, μή παριδεῖν τούς ταλαιπώρους ἡμᾶς Ἕλληνας ἀδίκως ἀπολλυμένους ὑπό τῶν βαρβάρων τούτων. Σχέτλιον γάρ ἐφ’ Ὑμῶν κραταιῶς βασιλευόντων, Ἕλληνας ὄντας ἀπολωλέναι ἄρδην, ὧν ἐχρῆν φείσασθαι , τό, τε τοῖς Ἑλλάδος ὄνομα σεβομένους, καί τῶν ἐκ τῆς σοφίας τῶν προγόνων ἡμῶν ἀγαθῶν ὑμῖν αὑτοῖς έγγινομένων μνημονεύοντας. Οὐ δε γάρ ἀδίκων, ὡς ἄν τις φαίη ὀρεγόμενοι, εἰς τοῦτ’ ἀνάγκης κατέστημεν, ὥστε θανεῖν μᾶλλον ἔν ὅπλοις προαιρεῖσθαι, ἤ ζῆν βίον ἀβίωτον, ἀλλά τά αἴσχιστα πάσχοντες ὑπ’ αὑτῶν· οἵπερ εἰς τοσοῦτον τυραννίας προκεχωρήκασιν, ὥστ’ ἀπογνωσθέντας ἠνάγκασαν καθάπαξ ἀποθανεῖν μᾶλλον ἑλέσθαι, ἤ καθ’ ἡμέραν ὑπ’ αὑτῶν θανατουμένους ἡμᾷς αὑτούς ὁρᾶν.

2. Εἰ μέν οὖν περί ὧν πάσχομεν, καί τῆς βοηθείας, ἦς παρ’ Ὑμῶν δεόμεθα τυχεῖν, προύκειθ’ ἡμῖν ἁπλῶς εἰπεῖν, Ὑμῖν τ’ ἄν ἦν πρεπωδέστατον, καί ἡμῖν ἐν τῷ παρόντι ἀναγκαιότατον, ἁπλήν τήν ἡμῶν δέησιν ἐκθεῖσιν, οὐδέ ἄλλων προσδεῖσθαι λόγων, τῶν θ’ ὅσων οἰκτρῶς πάσχομεν ἱκανῶν ἄν εἰς τό ὑμᾶς πεῖσαι πρός βοήθειαν ἡμῶν ὄντων. Ἐπεί δέ τισιν, ὑφ’ ὧν οὐδέ προσεδόκησεν ἄν τις τοιαῦτα πάσχων ἀντιλέγεσθαι, ὁμοθρήσκων ἡμῖν ὄντων, τό ἐγχείρημα ἡμῶν ἄλλην τινά γνώμην ἐνέβαλεν, ὡς ἐν δίκη κινδυνεύοιμεν, ἐξοπλιζόμενοι κατά τῶν ἡμῶν κρατούντων, πειρατέον διά βραχέων αὑτούς θ’ ὑπομνῆσαι τῶν ὅσα πάσχομεν, καί πρός ὑμᾶς φανερώτερα τά καθ’ ἡμῶν τῶν τυράννων τούτων ἀδικήματα καταστῆσαι. Ἐντεῦθεν γάρ οἰόμεθα τό, θ’ ἡμῶν ἄν ἔργον δειχθῆναι εὐσεβέστατον, καί τήν παρ’ Ὑμῶν βοήθειαν ἡμῖν ἀναγκαιοτάτην, καί λόγῳ δικαιοτάτῳ γεννησομένην· τάχα δε καί οἱ ἡμῖν ἀντιλέγοντες ἐν ἐπιγνώσει τῆς σφῶν αὑτῶν εὐδαιμονίας γενόμενοι, ἄδικα ἡμᾶς πάσχειν φήσουσι, καί ἑαυτούς νομιοῦσιν εὐδαίμονας, ὡς τό εἱκός, ὑφ’ Ὑμῶν νομιμώτατα βασιλευόμενοι. Καί πρός Θεοῦ, ἀνάσχεσθε ἡμῶν ελεεινολογούντων, καί διηγουμένων ἀληθέστατα!

3. Συμπάντων γάρ τῶν τυραννίδα τινά ὁπωσδήποτε κτησαμένων, ἐπισκοπῶν, ὅσα ἕξ ἀρχῆς ἕς γ’ ἐφ’ ἡμᾶς διεσώθη σοφοῖς ἀνδράσιν ἱστορημένα, οὐδένα τις ἄν εὕροι, οὔτ’ άδικώτερα , οὔτε βιαιότερα τῶν τυράννων τούτων διαπραξάμενον. Τῶν μέν γάρ ἄλλων ἤρκεσεν ἀντῶ ἐν τυραννίας εἶδος καταστήσαντα, πρός καί ὅ ἅν ἕκαστος ἐπιρρεπής ὤν, τό εὔδαιμον ἑαυτῷ ὁρίσαιτο, κατ’ ἐκεῖνο καί τούς ὑπό χεῖρα βιάζεσθαι. Οὗτοι δε ἅπαν εἶδος τυραννίας συμπαραλαβόντες, καί ὅ, τι περ ἄδικον, ἀνόσιον, στυγητόν παρ’ ἑκάστῳ τῶν ἐθνῶν ἐνομίζετο εἰς ἔν ἑνώσαντες, τοιαύτην ἑαυτοῖς τήν τυραννίδα κατέστησαν, οἵαν οὑκ ἄν τις έχoι οὔτε λόγῳ ὁρίσασθαι, οὔτε νῷ φαντασθῆναι. Ἶνα γοῦν τ’ ἄλλα παρῶμεν, ὅσ’ ἀπανθρώπως οὗτοι καθ’ ἡμῶν, τετολμήκασιν, ἐξ ἀνατολῆς εἰς Εὐρώπην ὁρμώμενοι, ὑφ’ οὐδενός μέν ἀδικηθέντες, τύραννοι δε βουλόμενοι τῆς οἰκουμένης ἀπᾴσῃς γενέσθαι, φθάσαντες εἰς Κωνςαντινούπολιν, καί ταύτης φεῦ, Κύριοι γενόμενοι, συνθήκας πρός τόν τότε πατριαρχεύοντα ἐπεποίηντο, πρός ἅς ἐχρῆν ἡμᾶς τε τούς ὑπό χεῖρα ἤδη γεγονότας βιοτεύειν, καί αὑτούς πολιτεύεσθαι· καί τοι καί ταύτας ὡς αὑτοῖς ἐδόκει ἀρίστας εἷναι πρός τό τυραννεῖν γεγεννημένας, ἡμῖν δ’ ἀδικωτάτας καί αφορητοτάτας, ἀλλ’ οὖν γεγεννημένας ἤδη, ἡμῶν τοῖς πᾶσιν ἀμηχανόντων. Ἅς δή συνθήκας φαμέν, αὐτίκ’ ἔπειτα ἀθετήσαντες, πρός ἅπαν εἶδος κακουργίας ἐτράπησαν, κυρίους σφᾶς αὑτούς καταστήσαντες τῶν τε κτημάτων ἡμῶν, καί τῶν φιλτάτων, καί αὐτῆς ἡμῶν τῆς ζωῆς· καί ἡμᾶς τούς ἀπίστους (οὕτω γάρ τούς Χριστιανούς καλοῦσιν) ἐπ’ αὑτῷ τούτῳ ἐν κόσμῳ φῦναι ἐκήρυττον, ἐφ’ ὦ ταῖς ἐκείνων δουλεύειν θελήσεσι, καί ταῖς ἐπιθυμίαις ὑπηρετεῖν. Ἡμεῖς δε ἁπάντων, ὅσα τε θεῖοι νόμοι καί αὐτοί οἱ τῶν ἀνθρώπων, ἑκάστῳ πρός τό ζῆν δεδώκασι, περιῃρημένοι, γυναῖκας τε ὁρῶντες ὑβριζομένας, καί παῖδας τούς ἡμῶν ἁρπαζομένους ὑπό τῶν τυράννων, καί ἡμᾶς αὑτούς ὁσημέραι ἀκρίτως ἀπολλυμένους, οὐδ’ ἀπαλλαγήν τινα τῶν δεινῶν πόθεν ἐννοοῦντες, τούς ἀποιχομένους ἐμακαρίζομεν, ὡς ἀπαλλαττομένους ἤδη τῶν δεινῶν, ἑαυτούς ἀθλίως ζῶντας ταλανίζοντες. Tηλικούτων δ’ ὄντων τῶν καθ’ ἡμῶν ἀδικημάτων, διετελοῦμεν βιοτεύοντες βίον παραδοξολογώτατον, καί τῶν ἀλόγων αὑτῶν ζῴων τάχ ἀθλιώτερον. Ταύτᾳ μέν γάρ καίπερ λόγου αμοιρήσαντα, ἀλλά γε τῆ φύσει αὑτῇ ἀγόμενα, περί συντηρήσεως ἑαυτῶν τε καί τῶν γεννημάτων φροντίζει​· καί εἰ τις τῶν νεοττών πτηνοῦ τινος ἐφάψαιτο, κατίδοι ἄν τήν τέξασαν ἐξαγριουμένην, καί ἐπεγειρομένην κατά τοῦ τολμήσαντος, ἵνα τοῖς αὑτῆς τέκνοις ἐπαμύνῃ. Καί εἴπερ αὑτά καταδιώκεται, τῆ φυγή σῴζεσθαι ἀναγκαζόμενα, τῆς καθ’ αὑτά δυνάμεως μή ἐξικνουμένης τῆς τῶν διωκόντων πρός ἀνθίστασιν· ἡμῖν δ’ οὐδέ τοῦτ’ ἐξῆν ποιεῖν, εἰ καί νόμῳ φύσεως ὑπαγορευόμενον. Τό γάρ μή παραδοῦναι αὑτοῖς τά φίλτατα ὅ,τι ἀν εἵη βουλομένοις χρήσασθαι, ἀνταρσίας ἐκρίνετο, καί τό τῇ φυγῇ ἐκ πόλεως εἰς πόλιν σωθῆναι βούλεσθαι, ἔργον ἐπαναστάσεως. Πολλοῦ γε καί δεῖ παισί, καί φίλοις, καί γείτοσιν ἐπαμῦναι, δεινά πάσχουσι. Τηνικαῦτα γάρ ἁπάντων αἰκισμῶν, καί ἁπασῶν βασάνων, καί μυρίων ἄν θανάτων ἦμεν ἄξιοι, ὡς τά ἐκείνων δῆθεν δικαιώματ’ ἀφαιρεῖσθαι βουλόμενοι. Εἶτα, ὧ πρός Θεοῦ, ἔστι τις ἀνθρώπων τοιαῦτα πάσχων, ὅς οὑκ ἄν έλoιτο καθάπαξ μαχόμενος ἀποθανεῖν, ἀντί τοῦ καθ’ ἡμέραν θανάτου; ἤ φήσειεν ἄν τίς ἡμᾶς δικαίως κινδυνεύειν, τοσαῦτα δεινά ὑπ’ αὐτῶν πάσχοντας, καί μή τῆς παρ’ Ὑμῶν βοηθείας δικαίως τυχεῖν; εἰ μέν οὖν τό ὑπέρ τηλικούτων ἀδικημάτων ἐξοπλίζεσθαι ἄδικον, οὐχ ὁρῶμεν, ὁποῖον ἀν εἵη τό δικαίως τοῖς ἀδικοῦσιν ἐπεξιέναι. Φέρε γάρ εἴτις σε παΐδα, ἤ γυναίκ’ αφέλουτ’, ἄρ’ ἀν ἀνάσχοιο ταῦθ’ὑπ’ ἐκείνου πάσχων; τι φαμέν, γυναῖκα, ἤ παῖδα; μικρόν τε ἀργυρίου, εἴ τις βουληθείη σε ἀδίκως ἀφελέσθαι, αὐτίκα δή μάλα ἀγανακτήσας, καί δίκας ἀπῄτεις παρά τοῦ τολμήσαντος, εἰς δικαστήρια ἰών, εἰς βουλάς, πρός αὑτόν ἄν τόν βασιλέα τά σά δεινά ἐβούλου ποιῆσαι δῆλα, πανταχόθεν ζητῶν τόν σε ἠδικηκότα τιμωρήσασθαι. Μή οὖν ἐπί σμικροτάτοις ἀδικήμασιν αὑτός ἀγανακτῶν, ἐπί τοῖς μεγίστοις ἡμᾶς μή ἀγανακτεῖν θέλε. Ἀναισθησίας τοῦτο γε, καί πόρρω που ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀναλγήτους ἡμᾶς εἶναι καί απαροργίστους. Μή δε τό ἔργον ἡμῶν ὡς ἄδικον διάβαλε. Τῶν αὐτῶν γάρ τοῖς ἄλλους ἀνθρώποις ἐκ φύσεως τετυχήκαμεν, καί ἡμεῖς. Μηδέ βούλου, ὅσα μέν παρ’ ὑμῖν τοῖς Εὐρωπαίοις, μικρά γε καθ’ αὑτά ἀδικήματ’ ὄντα, τιμωρίας τῆς μεγίστης κρίνεσθαι ἄξια, ἅ δ’ ἡμεῖς ἀδικούμεθα, τηλικαῦτα ὄντα, λέγειν δικαίως ἀδικεῖσθαι· ἀλλ’ εἴτις σοι λόγων πειθώ, ταύτῃ χρῷ σύν ἡμῖν ἱκετεύων, καί δεόμενος, καί πείθων τούς εὐσεβάτους βασιλεῖς, ἵνα ἡμῖν τήν ταχίστην βοηθήσωσι.

4. Τοιαύταις μέν οὖν, αἷς εἴπομεν ταῖς συμφοραῖς χρώμενοι, οὐδέν ἐτολμῶμεν ἐπιχειρεῖν κατά τῶν ἀπίστων τούτων τυράννων, ἀλλ’ ἐξ ὕψους περιεμένομεν βοήθειαν τινα, εἴπως τό θεῖον ἐπινεύσειε ταῖς ΤΩΝ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ καρδίαις, οἴκτῳ καμφθέντων ἐπί τῇ ἡμῶν συμφορᾷ, ἵνα ἐκ τῆς δεινῆς ταύτης αἰχμαλωσίας ῥύσωνται· ὀψέ δ’ ἡμῖν ποθ’ ὑποφανῆναι τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἐλπίς τις ἔδοξε, τῆς Ἱεράς καί Σεμνοτάτης τῶν τῆς Εὐρώπης ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΤΑΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ συνελεύσεως ἐν τῇ φιλανθρωποτάτῃ Γερμανίᾳ γενομένης. ᾨήθημεν γάρ τοῖς ΓΑΛΗΝΟΤΑΤΟΙΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣΙ μελήσειν τι τῶν ἡμετέρων συμφορῶν· εἰς ὅ οἱ μέν πρός ναούς, οἱ δε πρός θείους βωμούς ἔτρεχον, καί ηὔχοντο, ἵν’ ἀποβαίη ἀληθῆ, ὅσα ἕκαστοι διελογίζοντο. Οἱ δε καί ταῖς ἱεραῖς καί προφητικαῖς βίβλοις ἐνέκυπτον, ἐκεῖθεν κατιδεῖν τι ἀγωνιζόμενοι, εἴπερ ὁ καιρός οὗτος εἵη, καθ’ ὅν ἔδει τῶν συμφορῶν ἡμᾶς ἀπαλλαγῆναι. Ἀλλ’ οὐ ταῦθ’ ὥσπερ ᾠήθημεν ἀπέβη· καί πάλιν ἐν αἰχμαλωσίᾳ ήμεϊς, καί πάλιν ἐν δεινοῖς· καί εἴπερ τά δεινά ἔστη ἐνταῦθα, φορητά τις ἅν ἔφη εἷναι καίπερ ὄντ’ ἀφόρητα. Ὁρᾶτε, πρός Θεοῦ, ήλίκα τά παρόντα, ἐφ’ οἷς, οὑκ ἔστιν ὅστις σαρκίνην ἔχων καρδίαν, ούκ ἄν ἐθρήνησεν!

5. Ὁ γάρ ἐν Ἰωαννίνοις ἡγεμών, καταδιωκόμενος ὑπό τοῦ πρωτίστου τυράννου, τούς ὑπ’ αὑτοῦ Ἕλληνας ἐπί τά ὅπλα παρεκάλει, αὑτόν εἷναι λέγων τόν καιρόν τοῦ αὑτούς τῶν δεινῶν ἀπαλλαγῆναι, εἰ μόνον ἐκείνῳ κινδυνεύοντι ἐθελήσειεν βοηθῆσαι. Ταύτης δε τῆς ἐν Ἠπείρῳ ταραχῆς ἀκούσας ὁ Πρίγκιψ Ὑψηλάντης, ἀνήρ τε φιλόπατρις, καί εἰδώς ἄλλως τούς ὁμογενεῖς αὑτῷ ἐλεεινά πάσχοντας, μικρά τοῦ ἐν Ῥωσία ἀξιώματος, οὗ ἠξίωτο φροντίσας τότε, ἔρχεται τοῖς ὁμογενέσιν ἐθελοντής συγκινδυνεύσων, εἴπερ οὗτοι ἐθελήσουσιν αὑτῷ ἀκολουθῆσαι. Οὕτω δή εἰς Δακίαν εἰσβάλλει σύν Ἕλλησι τισιν, οὕς ἐν Ῥωσία περιπολουμένους εὗρεν· ὀλίγων μέν τινων αὑτῷ τῶν ἐκ τῆς Ἑλλάδος συμφρονησάντων, τῶν δέ πλείστων ἡσυχαζόντων φεῦ· ἀπώλετο γάρ ἄν ὁ κάκιστος τῶν τυράννων, εἴπερ σύμπαντες τότε συνεξανίσταντο, ἀπαρασκεύαστος ληφθείς. Τούτων δ’ ὁ τύραννος ἀκούσας, καί συκοφάνταις ὑπαχθείς, κοινήν εἶναι τοῖς Ἕλλησι τήν κίνησιν ἐκ συνωμοσίας, λέγουσιν, ἐπιτίθεται τοῖς Πελοποννησίοις, πόλεις ἐμπιπρῶν, ἀνθρώπους φονεύων, καί πᾶν δεινόν αὑτούς ἐργαζόμενος, Οἱ δε τοιαῦτα πάσχοντες, ούκ εἶχον ὅπως σωθῶσιν, ἤ λαβόντες τά ὅπλα ἀποθανεῖν. Τούτων δε ταῦτα πασχόντων, ἀγριώτερος ἑαυτοῦ ὁ τύραννος γενόμενος, τόν τε παναγιώτατον ἡμῶν Πατριάρχην, καί τήν περί αὑτόν ἱεράν Σύνοδον καταδικάζει θανάτῳ ασχημονεστάτω· ἐφ’ οἷς καταδικαζομένοις κἄν τά ἀναίσθητα αὑτά ὄντα ἤλγησαν, καί φωνήν ἀφιέντα διέρρηξεν, ἐπιμαρτυρόμενα, οἷα οἱ παντλήμονες οὗτοι καί ἱεροί ἄνδρες δεινά πάθοιεν, μήτοι γε δή ἄνθρωπος αἰσθήσεως καί λόγου τυχών, ὁρῶν αὑτούς ἐξ αὑτοῦ τοῦ θείου ναοῦ ἑλκομένους, καί τήν ἐπί θανάτῳ ἀγομένους οἰκτρότατα. Ἡμέρα δ’ ἦν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, ὅτ’ ἐκεῖνοι ταῦτ’ ἔπασχον. Ἡνίκα ὑμεῖς ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΤΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ, καί ὁ ὑφ’ ὑμῶν σύμπας χριστώνυμος λαός τῆς Εὐρώπης ἐπανηγυρίζετ’ εὐφραινόμενοι, τότ’ ἐκείνοις ἐν τῷ θείῳ ναῷ πανηγυρίζουσιν, ἐξαίφνης ἐπιτίθενται οἱ βάρβαροι σύν κραυγῇ, καί θορύβῳ· τούς μέν τῶν χριστιανῶν φονεύσαντες, τούς πλείστους δε τρώσαντες, τούτους συλλαμβάνουσι, καί απάγχoυσι. Καί οὐ ταῦτα μέν ἐν Κωνσταντινουπόλει μόνον τά δεῖν’ ἐπράττετο, αἱ δ’ ἄλλαι πόλεις τῆς Ἑλλάδος ἐν ἡσυχίᾳ ἦσαν, ἀλλά πανταχοῦ τά δεινά, φόνος ἱερέων, καί Ἀρχιερέων καί τῶν προκρίτων ἑκάστης πόλεως, ἐμπρησμοί τῶν θείων ἁπάντων ναῶν, πυρπολήσεις οἰκιῶν, καί ἄλλα μυρία, ὅσα ἰδών μέν ἄν τις ἐξεπλάγη, καί ἔφριξε, λόγῳ δε παραστῆσαι ἀδύνατον. Οἱ οὖν οὕτω δεινῶς θανατούμενοι, καί ἐξ ἀπογνώσεως λαβόντες τά ὅπλα, φήσειεν ἄν τις ὀρθῶς, ὅτι δικαίως πάσχoιεν, ἤ ἀδίκως σωθῆναι βούλoιντο; Ἐχρῆν οὖν φέρειν; ἀλλ’ ἀφόρητα παντί ἁνθρώπῳ τά δεινά. Ἐχρῆν νη δία γε ἐᾶν αὑτούς θανατοῦσθαι οἰκτρῶς; ἀλλ’ ἀδύνατον ἦν ἐκτός τῆς ζῳώδους φύσεως γενέσθαι, καί ἀναισθήτους ἡμᾶς εἷναι. Μή οὖν πρός θεοῖ, ΘΕΙΟΤΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ, μή τούς καθ’ ἡμῶν ταῦτα λέγοντας, ἀληθῶς λέγειν οἴεσθαι, μηδέ τῆς παρ’ ὑμῶν βοηθείας ἡμᾶς ἀπαξιοῦτε.

6. Καί μήν οὐδέ πρός ἐκεῖνον τόν ἄφυκτον αὑτῶν λόγον δυσχερές ἀπαντῆσαι, ὡς νομίμῳ βασιλεῖ ἐπεξήλθομεν, ὑπήκοοι αὑτοῦ ὄντες. Οὐ γάρ καί ταῦτα πράττων τούς αὑτοῦ ὑπηκόους βασιλεύς, ἀλλά τυράννων τυραννικώτατος. Ὁ γάρ βασιλεύς, βάσις καί θέμεθλος ἔθνους τινός καί ὤν, καί λεγόμενος , ἀεί τό συμφέρον, καί εὔδαιμον τοῖς ὑπηκόοις διώκει, ὡς τῶν αξυμφόρων ἐκείνοις καί ἐπιβλαβῶν, καί αὑτοῦ τούτου καθαπτομένων. Ἐς ὅ καί φύλαξ τῶν κειμένων νόμων καθέστηκε, καί πρός πᾶν οἱονδήποτε νεωτερισμόν ἐπαγρυπνεῖ, ὅπως οἱ βασιλευόμενοι μηδέν ἄδικον ὑπό κακούργων τινῶν πάσχωσι. Καί μάρτυρες σαφέστατοι, Ὑμεῖς αὐτοί οἱ θειότατοι τῆς Εὐρώπης βασιλεῖς· οἵ πρόνοιαν τῆς εὐδαιμονίας τῶν ὑφ’ ἡμᾶς λαῶν ποιούμενοι, ἅπαντας τούς κακουργοῦντας τι πρός τά καλῶς καθεστῶτα πειδεύετε, ὡς φθοράν τοῦ λαοῦ τά τοιάδε τῶν ἐπιχειρημάτων ὑπάρχοντα· καί τῆς οἰκοδομῆς οὕτω κινδυνευούσης, ἀνάγκη καί τά τῆς βάσεως αὑτῇ συγκινδυνεύειν. Οὗτος δέ οὐ τήν αὑτήν οὔθ’ ὑμῖν, οὔτε τοῖς ὑμετέροις προγόνοις ὁμοίαν ἔσχε γνώμην, ἀλλά τοσοῦτον διαφέρουσαν, ὅσον οὐρανός ἄπεστι γέης. Εἶτα πῶς, εύφημ’ ἄν τίς λέγοι περί τῶν ἀληθῶς βασιλέων, προσειπών βασιλέα, τόν τῆ φθορᾷ τῶν ἰδίων ὑπηκόων τό εὔδαιμον αὑτῷ ὁριζόμενον; τόν μηδένα νόμον ἔχοντα, μηδέ δυνάμενον ἔχειν; αὐτίκα καί γάρ καταστήσας τήν αὑτοῦ ἀρχήν, έχρήσαθ’ ἡμῖν ὅ,τι περ αὑτῷ εἵη βουλομένῳ, συνθήκας ἀθετῶν, ἁρπάζων, καί περιαιρῶν τάς οὐσίας, ὑβρίζων περί τά φίλτατα , φονεύων ἀπανθρώπως, καί πάντα ποιῶν ἡμᾶς, ὅσα ἡ βάρβαρος αὑτοῦ γνώμη, καί ἄπληστος ἐπιθυμία, αὑτῷ μέν ὡς ήδέα ὑπετίθετο, ἡμῖν δ’ όλεθριώτατα ὄντα; Ὅτι τῶν ἀδυνάτων ἦν τούς αὑτούς ἡμῖν τε κακείνω συμφέρειν νόμους, ἀντικειμένης τῆς αὐτοῦ θρησκείας πρός τήν ἡμῶν τῶν χριστιανῶν. Τῶν γάρ θρησκευτικῶν αὑτοῦ νόμων, τῶν αὑτῶν καί πολιτικῶν ὄντων, οὑκ έβούλετ’ ἄλλως τούς ὑπό χεῖρα πολιτεύεσθαι, ἤ πρός ἐκείνους. Τί φαμέν πρός ἐκείνους; εἵη γάρ ἄν ἴσως οὐ τοσαῦτα καί τηλικαῦτα τά δεινά. Τῶν δε θρησκειῶν τοσούτῳ διισταμένων ἀλλήλων, οὐχ ὡς ἀνθρώπους ἡμᾶς, ἀλλ’ ὡς κύνας ἐθεώρουν. Διό καί ἑκάστη ἐπιθυμία, νόμος ἦν ἤδη κεκυρωμένος, ὅσατε καθ’ ἡμῶν ἐβούλοντο πρᾶξαι, τοσοῦτοι νόμοι ταῦτα ἦσαν· ὥστ’ ἀνάγκη ἦν, ἤτοι τά αἴσχιστα πάσχειν, ἤ ομοθρησκείν ἐκείνῳ· ὅπερ δή πλεῖστοι τῶν τήν Ἀσίαν oικoύντων χριστιανῶν πεπόνθασι, παντοίως αἰκισθέντες. Τελευταῖον δέ, καί πρός ὅν τάς συνθήκας περί τοῦ γένους ἡμῶν ἐπεποίηντο, καί πρώτιστον τῆς ἡμῶν θρησκείας ἐθεώρουν, καί κεφαλήν τοῦ γένους αὐτοί ἐκεῖνοι ἐκάλουν οἱ τύραννοι, τοῦτον ἀπανθρώπως ἀπέκτειναν αἰσχίστῳ θανάτῳ. Εἰ τοίνυν ὁ τοιοῦτος δίκαιος κληθῆναι βασιλεύς, ἡμεῖς μέν οὐχ ὁρῶμεν, ἕτερος δέ τις τυραννικώτατον καί ἐξωλέστατον εἰπών, οὑκ ἄν ἁμάρτοι· καί γε εἰκότως. Τό γάρ τυραννεῖν παντί νόμῳ ἀντιβέβηκεν· ἕς ὅ οὐδέ τύραννον νόμιμον ἄν τις εἰπών, ὀρθῶς προσείπoι· οὐ δε γάρ φονεύς, οὐδέ κλέπτης, οὐδέ ὁ ἀδίκως τι τόν ἄλλον ἀφαιρούμενος, νόμιμος ἀν κληθείη· καί ταῦτα τῶν ὑπ’ αὑτῶν ἀδικημάτων μικρῶν καί ἁπλῶν ὄντων, καί ἐν μέρει θεωρουμένων. Τυράννου δ’ ἀδικήματα, καί μεγάλα, καί πολύπλοκα, καί πρός ὅλον ἔθνος ἐν γένει. Ἐντεῦθεν δέ ῥᾴστ’ ἄν τις κατίδοι, ἡλίκης ἀτοπίας ἔχεται, ὅπερ τινές ἡμῶν κατηγοροῦσιν, ὅτι τό ἡμέτερον ἔργον οὐδέν διενήνoχε τῶν , ὅσα τινές ἐπιχειρῆσαν ποιεῖν, στασιάζοντες πρός νομιμωτάτους, καί εὐσεβάστους βασιλεῖς.

7. Οἱ πλεῖστοι γάρ τῶν ἐν ταῖς εὐνομουμέναις πολιτείαις διατίθενται τόν εἰρημένον τρόπον, ἤτοι περί τινος ὁιουδήποτε κέρδους, καί ὑπολαμβανομένης τιμῆς, ἤ καί περί ἄλλων τινῶν, ὅσα πέφυκεν, οὐ λόγῳ δικαίῳ παροξύνειν τό ἑκάστου φιλότιμον. Τό μέντοι ἔργον τό ἡμέτερον, οὑκ ἄν τις νοῦν ἔχων εἴποι τοιοῦτον εἷναι, ἐκ πολλοῦ μέν τοῦ χρόνου τυραννουμένων, καί τά δεινά ὁσημέραι καθορώντων ἐπαύξοντα, καί οὐ κτήματα, οὐδέ φίλτατα μόνον ἀφαιρουμένων, ἀλλά καί περί τῇ ζωῇ ἡμῶν δεδιότων, μή ἐν αὑταῖς ταῖς τῶν πόλεων ἀγυιαῖς περιπατοῦντας ἐπεξελθών πόθεν τῶν τυράννων τις ἡμᾶς διαχρήσεται· οὐ γάρ ὁ καλούμενος αὑτός τύραννος, ἤ οἱ κατά πόλεις ὑπ’ αὑτοῦ ἕκαστοι πεμπόμενοι ἡγεμόνες, ἐτυράννουν μόνον. Εἵη γάρ ἀν εἴπερ οὐ τηλικοῦτον τό δεινόν, καίπερ ὅν δεινόν, ἀλλά καί αὑτά τά τούτων ἀνδράποδα τυραννικώτατοι δεσπόται ἐγίνοντο, καί κύριοι τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἐπεί οὐδέ τό κτεῖναί τινας τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν ἐν ἐγκλήματι παρ’ αὑτούς καθέστηκεν, εἰ καί μηδέν ἀδικήσαντας. Τό γάρ ἄπιστον τινα φονεῦσαι, ὡς ἀν αὐτοί φαῖεν οἱ τύραννοι, ἴσα τῷ κύνα τινά κτεῖναι παρ’ αὐτοῖς νομίζεται· ἀλλά τό ἀνθίστασθαι τῷ φονεύoντι, τό, εἰ δυνατόν, ὑπεκφυγεῖν τόν φονέα, καί σωθῆναι, ταῦτ’ ἦν παράνομα, ταῦτα τοσαῦται κλοπαί, ταῦτ’ ἀδικήματα τῆς ἐσχάτης τιμωρίας ἄξια. Tούς τοίνυν οὕτω δεινῶς τυραννουμένους, καί διά τῶν ὅπλων βουλομένοις σωθῆναι, παρεικάσειεν ἄντις ὀρθῶς τοῖς ἐν ταῖς εὐνομουμέναις πολιτείαις στασιάζουσι; καί μήν οὐδέ νομίμῳ βασιλεῖ ὄντι ἐπεξήλθομεν. Τοῖς μέν γάρ Ὀθωμανοῖς εἵη ἄν νόμιμος βασιλεύς, ὡς τοῖς αὑτοῖς νόμοις τούτῳ κἀκεῖνοις πρός τό τυραννεῖν ἡμᾶς χρωμένοις, ἡμῖν δ’ ἐστί τύραννος αφορητότατος, καί ἐξωλέστατος. Σκέψασθε δή ὦ ΚΡΑΤΙΣΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ, ἡλίκα πάσχοντες κατ’ αὐτῶν ἐξοπλιζόμεθα, καί λογίσασθε, εἴπερ ἀληθῆ, ὅσα καθ’ ἡμῶν πρός ὑμᾶς διαβάλλουσιν, οἱ τοῖς μηδέν μέν δεινόν πάσχoυσι, μηδέ ἤθη, μηδέ γλῶτταν, μηδέ θρησκείαν, μηδέ νόμους τοῦ πολιτεύεσθαι ἔχουσι διαφέροντας, ὅμως δ’ ἐπιτιθεμένοις τοῖς νομιμωτάτοις αὑτῶν βασιλεῦσι, τό πρός τούς καθεστῶτας νόμους ζῆν, δουλείαν εἷναι κακῶς οἰομένοις, δέον τοὐναντίον φρονεῖν, καί νομίζειν ἀσφάλειαν καί σωτηρίαν τῶν πολιτῶν, τό πρός τήν πολιτείαν ζῆν· λογίσασθε, φαμέν, εἴπερ ἀληθῆ λέγουσιν , οἱ τοῖς τοιούτοις ἡμᾶς παραβάλλοντες, καί εἴπερ οὑκ ἐνδίκῃ βουλόμεθα τηλικαύτης τυραννίδος ἑαυτούς ἐξελέσθαι, καί σύν ὑμῖν βοηθήσασι τούς ἀσεβεῖς τιμωρήσασθαι· εἰ γάρ δυνάμει καί οὐ δικαιοτάτῳ λόγῳ ἡμῶν κεκρατήκασι, δίκαιον τούτους καθαιρεθῆναι τούς τυράννους. Διόπερ καί τό ἡμέτερον ἔργον εἰς ταὐτό τετύχηκε τῷ ὑμετέρῳ θείῳ φρονήματι, οἵπερ οὐ βούλεσθε τόν ἄρχοντα ἄδικον εἶναι καί ἄνομον. Οἱ δε τά τοιαῦθ’ ἡμῶν κατηγοροῦντες, οὑκ ὀρθῶς λογίζονται. Ἐοίκασι δε τοῖς τά αἴσχιστα ἡμᾶς πάσχειν βουλομένοις, καί ταῦτα μηδέν δεινόν ὑφ’ ἡμῶν παθόντες, δέον ἡμῖν συνηγορεῖν. ᾨόμεθα γάρ ἡμεῖς μηδένα εἷναι τόν, οἷς αἰτοῦμεν, ἀντιλέγοντα. Μᾶλλον δ’ ἕξ ἀνάγκης κινηθεῖσι κατά τῶν ἀνόμων τυράννων, ἅπαντας ἄν τούς χριστιανούς τῆς Εὐρώπης, συγκινηθῆναι ἡμῖν βοηθήσοντας, οὐχί δ’ ὡς ἄδικα πραττόντων κατηγορήσαντας. Ὅπερ οὔτε δίκαιον μά δι’, οὔτ’ εὐσεβές, τό θέλειν ἡμᾶς Ἕλληνας καί χριστιανούς ὄντας ἀπολέσαι, τῶν δέ βαρβάρων καί ἀνομωτάτων ἐθνῶν προΐστασθαι. Οὐδέ γάρ μικρά τά δεινά αἱ τοιαῦται κατηγορίαι ἡμῖν ἐνεποίησαν· ἅπερ δή σαφῶς ἐκ τῶν δε ἀν γνοίητε.

8. Ὁ Πρίγκιψ Ὑψηλάντης βουλόμενος καταστρατηγῆσαι τούς ὁμογενεῖς Ἕλληνας, καί προθυμοτέρους πρός ἐπίθεσιν καταστῆσαι, ἐν τῇ αὑτοῦ προκηρύξει προσέθηκε καί τό «ἄλλη τις δύναμις ὑπερτέρα τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν υπερασπίσεται​” σοφῶς καί στρατηγικῶς ταῦτα προσθείς. Οὔτε γάρ ὁ τύραννος ἡμῶν μικρός, καί ἡμᾶς αὐτούς ἐγίνωσκεν ἐκ πολλοῦ τοῦ χρόνου ἐπτοημένους, καί ὡς οὑκ ἦν ἄλλως ἐν ἑαυτοῖς γενέσθαι, καί γενναῖόν τι φρόνημα λαβεῖν κατά τῶν ἡμᾶς ἰσχυρῶς τυραννούντων. Ἔνθα δή καί προθύμως οἱ πλεῖστοι πρός ἐπίθεσιν παρεσκευάζοντο. Ὡς δέ τό βασιλικόν ἐκεῖνο θέσπισμα διεκηρύχθη, τό μηδεμίαν τόν Πρίγκιπα Ὑψηλάντην βοήθειαν προσδοκᾶν, καί τό τόλμημ’ αὐτοῦ εὐηθείας καί αὐθαδείας εἶναι, ἅπαντες οἱ Ἕλληνες ἀθυμίᾳ συσχεθέντες, ὤκνουν τῇ ἐπιχειρήσει. Τότε δή ὁ τύραννος αὐτίκ’ ἐξαγριωθείς, φόνου τάς Ἑλληνίδας τῶν πόλεων ἐνέπλησεν. Εἰ δέ τό ψήφισμα τοῦτο οὑκ ἄν τότ’ ἐγένετο, δίκην ἄν ὁ τύραννος ἤδη ἐδεδώκει, οὐδέ τοσοῦτος λαός ἀπώλετ’ ἀν ἴσως, ἁπανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος τῆς ἐπιχειρήσεως γενομένης, ἀλλά καί ὁ Ὑψηλάντης αὐτός μετά πλειόνων ἐπολέμει τοῖς τυράννους, καί ἐν εὐρυχώρῳ τῷ πεδίῳ , οὐχί δ’ ἐξ ὀρέων. Ἀλλά ταῦτα μέν οὕτω γεγεννημένα, ούκ ἔνι ἄλλως γε νῦν γενέσθαι. Ἔστι δ’ οὖν τήν τῶν τυράννων καθ’ ἡμῶν ὁρμήν ἀναχαιτίσαι, κηδομένοις ὑμῖν τῶν ἔτι περιόντων, καί μήπω ὑπ’ αὐτῶν ἀπολωλότων, διά τῆς πρός ἡμᾶς βοηθείας, ἧσπερ ἡμεῖς τε δίκαιοι ἐσμέν τυχεῖν, καί ὑμεῖς ἡμῖν πέμψαι.

9. Ἐβουλόμεθα δ’ ἡμεῖς, εἰ καί μηδέν δεινόν ἕτερον ἐπάσχομεν ὑπό τῶν τυράννων τούτων, καί μή προῄρουν θ’ οὗτοι σύμπαντας ἡμᾶς ἀπολέσαι, μέγιστον δεινόν ὑμᾶς ὑπολαμβάνειν, τό δουλεύειν ἡμᾶς τυραννικωτάτοις καί ἀνομωτάτοις δεσπόταις. Ἴστε γάρ δήπου, ὅτι διά τούς ἡμετέρους προγόνους ἡ Εὐρώπη εὐνομουμένη, καί εὐδαίμων απεκατέστη. Ἐξ ἐκείνων καί γάρ σοφία, ἐπιστῆμαι τε καί τέχναι προελθοῦσαι, τό εὐδαιμόνως ζῆν τοῖς ἐν Εὐρώπῃ παρεσκεύασαν. Μή τοίνυν δι’ οὕς τῆς εὐδαιμονίας τετυχήκατε, τούτων τούς ἀπογόνους ἀνέχεσθε ὑπό βαρβάρων ἀπόλλυσθαι, καί μηδέ μικρᾶς βοηθείας αὐτούς αξιoύν. ‘Eώμεν λέγειν, ὅσον οἱ ἡμέτεροι πρόγονοι συνεισήνεγκαν ταύτῃ τῆ Ἱερωτάτῃ θρησκείᾳ, δι’ ἦς καί τά δίκαια παρά πᾶσι τοῖς ταύτῃ συστοιχοῦσιν ἀσφαλέστερα καθίσταται, καί τά ἑκάστῳ ἐμπεδοῦται καθήκοντα, καί ὁ ἀνθρώπινος βίος εἰς τό εἰρηνικώτερον μεταρρυθμίζεται.

10. Ἀλλ’ εἰ καί μηδέν ἄντις ἔχοι τοιοῦτον τι εἰπεῖν προσγεγενῆσθαι ὑμῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων προγόνων, διά δέ γε τό ὁμοθρήσκους ἡμᾶς ὑμῖν εἶναι, ἐχρῆν σῶσαι. Τό γάρ τῶν οἰκείων καί τῶν ἰδίων προνοεῖσθαι, νόμῳ τῷ θείῳ ὑμῖν ἐντέλλεται, διαρρήδην τοῦ Παύλου βοῶντος « δεῖ τούς πιστούς τῶν οἰκείων, καί τῶν ἰδίων προνοεῖσθαι». Τί γάρ μᾶλλον οἰκειότητος, καί ταὐτότητος παραστατικόν, ἤ τό τῶν αὐτῶν θείων χαρίτων ἐξίσου μετέχειν; τι δ’ ἄλλο πέφυκε τοσοῦτον συνδέειν τούς ἀνθρώπους, ὅσον τό ὁμόπιστον; δεῖ οὖν τοῖς θείοις νόμοις πειθομένους, πρός βοήθειαν ἡμῶν σπεῦσαι, μηδέ τῶν ὑμετέρων προγόνων χείρους φανῆναι, οἵπερ πολλάκις ἡμᾶς ἠβουλήθησαν σῶσαι, καίτοι οὐδέ τηλικαύτην δύναμιν ὁμοῦ ἔχοντες σύμπαντες, ἡλίκην ἕκαστος ὑμῶν χωρίς ἤδη ἔχετε, καί τοῦ τυράννου πολλῷ προέχοντος , ἀλλ’ ὅμως, οὑκ ὤκνησαν τῆς τοῦ τυράννου δυνάμεως πεῖραν λαβεῖν, καί εἵπου δυνηθεῖεν τῆς δεινῆς αἰχμαλωσίας ἡμᾶς ἐξελεῖν. ᾬοντο γάρ δεῖ ὑπέρ τῶν οἰκείων κινδυνεύειν μᾶλλον, τοῖς θείοις νόμοις πειθόμενοι, ἤ τούτους προέσθαι ἀπολωλέναι, τῶν θείων ὀλιγωροῦντες. Τοιαύτην γνώμην ἔσχον, ὦ ΚΡΑΤΙΣΤΕ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ, ἅπαντες οἱ σοί πρόγονοι· ὁμοίαν καί παραπλησίαν τούτοις εἶχε καί ὁ Ἥρως ἐκεῖνος Ιωσήφ, οὗ σύ διάδοχος εἷ, ὦ ΓΑΛΗΝΟΤΑΤΕ ΦΡΑΝΓΚΙΣΚΕ. Ταὐτά τούτοις ἐφρόνει καί ὁ μέγας Λουδοβίκος ὁ ιδ’, οὖ τόν θρόνον σύ διεδέξω, ὦ ΠΡΑΟΤΑΤΕ ΛΟΥΔΟΒΙΚΕ ΙΗ’. Καίτοι Γ’ ἐκεῖνοι οὐχ ἱεράν τινα πρός ἀλλήλους εἶχον συμμαχίαν, πρός τήν τῆς Εὐρώπης ἀφορῶσαν εὐδαιμονίαν, οὔθ’ ὁ τύραννος ἤν ἡμῖν τοσοῦτον βαρύς καί ἀφόρητος, ὅσον ἐν τούτοις τοῖς χρόνοις, ἀλλ’ οὐ δίκαιον ἔκρινον ἡμᾶς τυραννεῖσθαι, τῶν λοιπῶν χριστιανῶν ἐν εὐνομίᾳ πολιτευομένων. Ἡμεῖς δέ συνδεδεμένοι ἀλλήλοις ὅντες, καί τηλικαύτην δύναμιν ἔχοντες, ἡλίκην οὐδείς πρό ἡμῶν, καί τάαἴσχισταὁρῶντες ἡμᾶς πάσχοντας, οὐ σώσετε; ὁρᾶτε δή, ὦ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΙ καί ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΤΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ , ὡς εἴπερ ἡμᾶς κινδυνεύοντας ἐάσετε, τοῖς τυράννοις ἔσεσθε καθ’ ἡμῶν βεβoηθηκότες, κἄν αὐτοῖς ἔργῳ μή βοηθήσητε.”Ιστε γάρ τό πλῆθος ὅσον τοῦ ἀσεβάστου τούτου ἐν τῇ Ἀσίᾳ ἔθνους· ἐκεῖθεν δέ συλλέξας ἄπειρον τινα στρατόν, ἐπ’ ἀδείας ἐφ’ ἡμᾶς βαδιεῖται ὁ τύραννος, καί σύμπαντας ἀπολέσαι βουλήσεται. Καί οὑκ αὐτός ἔσται ὁ ἀπολέσων, ἀλλά καί ὁ δυνάμενος μέν αὐτόν κωλῦσαι, μή κωλύσας δέ. Εἶτα τοῦτ’ ἀναμενεῖτε, ὦ ΧΡΙΣΤΙΑNIKΩΤΑΤΟΙ. ΒΑΣΙΛΕΙΣ, βουλήσεσθε ἡμᾶς ἀπολωλέναι; ἀλλ’ ἐῶμεν λέγειν, ὁποία πότ’ ἄν ἔσοιτ’ ἐντεῦθεν ἡ ὑμετέρα παρά τοῖς ἐπιγινομένοις δόξα, σκέψασθε δέ, οἶα τά ἐντεῦθεν ἐκβησόμενα. Εἰ μέν γάρ ἐάσετε τούς τυράννους ἐξαφανίσαι (ὅ μή γένοιτο), ἡμᾶς τῆς Ἑλλάδος, αὐτίκα τούς ἐκ τῆς Ἀσίας ὀθωμανούς μετοικήσουσιν εἰς τήν Ἑλλάδα πλείστους ὅσους οἱ τύραννοι, καί ἕξετεὁμόρους ὀλέθρους ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Οὐ γάρ παμπληθεῖς ἐσόμενοι βουλήσονται εἰρήνην σχήσειν πρός Θ’ ὑμᾶς, καί πρός τούς ὑμετέρους ἀπογόνους, ὅπου γε καί πρότερον ἠγωνίσθησαν πολλάκις καί τά λοιπά τῆς Εὐρώπης ἐπιδραμεῖν. Καί εἰ μή ὁ θεός αὑτούς τότ’ ἐκώλυσεν, ἐδεδούλωτ’ ἄν πάλαι ὑπ’ αὐτῶν ἅπασα ἡ Εὐρώπη. Οὐδ’ ἄδηλον δ’ ὑμῖν, ὡς πολύν χρόνον ἔσχον κατακρατήσαντες τήν Ἱσπανίαν, ὡς καί εἰς τό κέντρον τῆς Γαλλίας προυχώρησαν, καί αὑτήν τήν Γερμανίαν ἐδῄωσαν, ἀφικόμενοι δις μέχρι καί αὐτῆς τῆς Βιέννης. Φύσει γάρ τό βάρβαρον ἀδικίᾳ καί πλεονεξίᾳ χαίρει. Εἰ δε καί ἐξουσίαν προσπεριβάλλεται, οὐδένα όρoν τίθεται τῶν ἀδικημάτων. Ἐάν δ’ ἡμᾶς σώσητε, καί βοηθήσητε συγκαθαιροῦντες ἡμῖν τόν τύραννον, οὐδέν τοιοῦτον δεινόν δέος ἔσται παθεῖν τούς ὑμετέρους ἀπογόνους, ἡμῶν τῶν αὐτοῖς ὁμόρων ὁμοθρήσκων ὄντων, καί τά μέγιστα ὑφ’ ὑμῶν εὐεργετηθέντων. Μάλιστα δέ καί πρόβλημα τούς Ἕλληνας ἡμᾶς ἕξουσι πρός τούς ἐκ τῆς Ἀσίας βαρβάρους, οἵπερ ἐκ τοσούτων αἰώνων οὐδέποτ’ ἐπαύσαντο καταδoυλoύμενοι τήν Εὐρώπην. Δεῖ οὖν τά μέλλοντα προορᾶν, καί τούς ὑμετέρους ἀπογόνους μή ἐᾶν διακινδυνεύειν, εἰδότας τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων τό ἄστατον, καί εὐμετάβολον.

11. Εἰ δέ τις οἴεται ταῖς πρός αὐτούς συνθήκαις τά τῶν ὑμετέρων ἀπογόνων ἀσφαλῶς ἕξειν, οὐ σώφρονι λογισμῷ ὁ τοιοῦτος χρῆται. Καί γάρ οὐδέποτε τό βάρβαρον οἶδε συνθήκας φυλάττειν ὅθ’ ἑαυτόν οἴεται τῶν ὁμόρων προέχειν. Μυρίας γάρ ὅσας συνθήκας ἐπεποίητο πρός τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμῶν βασιλεῖς, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδεμιᾷ ἔμενε μή παραβεβασμένῃ, ὅθ’ἐώρα τούτους ἔχοντας ἀδυνάτως, καί ἐπί ταῖς τυχούσαις αἰτίαις, ἄχρις οὗ καί τήν βασιλείαν αὑτῶν, καί ἡμᾶς, καί σφᾶς αὐτούς ἀπώλεσαν οἱ ἡμέτεροι χρηστοί βασιλεῖς , οἰόμενοι τά πρός τούς βαρβάρους πιστῶς ἔχειν. Καί οὐδέν θαυμαστόν, εἰ βάρβαροι καί ἀσεβεῖς ὄντες τάς συνθήκας ἠθέτουν, θαυμαστόν δ’ ὅτι οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει βασιλεῖς οὐδόλως ἐννοῆσαν, ὡς τά τῶν ἀσεβῶν καί βαρβάρων ἀείποτ’ ἄπιστα εἶναι συμβαίνει. Ὅ γάρ παρ’ ἡμῖν εὐσεβές καί ὅσιον, τοῦτο παρ’ αὐτοῖς ἄδικον καί ἀσεβές. Τοιούτων δ’ ὄντων τῶν παρ’ ἑκατέροις ἐναντίων φρονημάτων, πῶς ἄντις συνθήκην, ἤ εἰρήνην, ἤ ὁποίανδήποτε συμμαχίαν τήν πρός αὐτούς καλῶς ἕξειν φήσειεν; ἤ οὐ τά τοιαῦτα πιστά οἱ ἡμέτεροι βασιλεῖς οἰηθέντες ἀπώλοντο; εἰ δέ ταῦτ’ ἄπιστα ἐκεῖνοι ἡγοῦντο, τάχα ἀν αὐτοίτ’ ἐσῴζοντο, καί ἡμεῖς τοσοῦτον χρόνον οὐ διακινδυνεύομεν. Καί εἴπερ τότ’ αὑτούς ἀπώλεσε τοῦτο, ἀτοπώτατον ἀν εἵη νομίζειν τῶν εἰσέπειτα πραγμάτων σωτήριον. Τά γάρ προϋπάρξαντα, ὁποία πότ’ ἄν ᾖ ταύτᾳ, τήν τῶν μελλόντων διάγνωσιν τoιάνδε ἤ τoίανδε, τοῖς ὀρθῶς βουλευομένοις παρέχεται. Διό δεῖ τό πόρρω ἐγγύς ποιεῖν, ἀσφαλῶς περί τῶν ὑμετέρων βουλευομένους πραγμάτων καί ἡμῖν τήν ταχίστην βοηθεῖν.

12. Ἀλλά νη δία γε φήσειεν ἀντίς ἴσως, ὡς εἰρήνην πρός ὑμᾶς ἄγουσιν ἤδη, καί οὐ δεῖ ταύτην λύειν ἐπ’ οὐδεμιᾷ αἰτίᾳ. Θαυμάζομεν δ’ ἡμεῖς, ὦ ΠΡΑΟΤΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ, εἰ πλεονέκτης φύσει, καί βάρβαρος ἀνήρ ἕλοιτ’ εἰρήνην πρός ὑμᾶς ἄγειν, δυνάμενος ἀδικεῖν καί πλεονεκτεῖν, Οὐ γάρ αὐτός πρός Ὑμᾶς εἰρήνειν ἄγει, ἀλλ’ Ὑμεῖς πρός αὐτόν. Εἰ γάρ οὗτος, ἤν περ πρότερον, καί νῦν εἶχε δύναμιν, οὑκ ἄν ἡσυχίαν ἦγε, κατεδῄου δ’ ἐπιτρέχων ἅπασαν τήν Εὐρώπην; ὀρῶν μέν τοι τήν αὑτοῦ ἀσθένειαν, ἐπάναγκες ἡσυχάζει. “Ἔπειτα δε, οὐχ ἡμεῖς αἴτιοι τοῦ τήν πρός αὑτόν λυθῆναι εἰρήνην, ἀλλ’ αὑτός ἐκεῖνος, περί τε τά θεία ἀσεβῶν, καί περί ἡμᾶς αὑτούς ὑβρίζων , τῆς ἱεράς καί θείας θρησκείας περιφωνῶν. Οὐχ ἥκιστα δ’ ἀντίς ἐκεῖνον είπoι λύειν τήν εἰρήνην, καί διά τόν τοσοῦτον φόνον τῶν ὁμοπίστων χριστιανῶν. Ἤ τίν’ ἄλλην ταύτης μείζω αἰτίαν ζητήσειεν ἀντίς καί δικαιοτέραν, καί εὐσεβεστέραν, ὀρῶν τούς θείους ναούς, τούς μέν καιομένους, τούς δε χριστιανῶν αἵματι περιρρεομένους, γυναῖκας δέ καί παρθένους, καί βρέφη σφαζομένας, αἵ περ μήτ’ ἠδίκησάν ποτε τόν τύραννον, μήθ’ ὅπλα λαβεῖν δύνανται; εἰ οὖν ἡμᾶς τούς ἐνόπλους ἐφόνευε, δίκαιον ἄν ἦν καί τόθ’ ὑμᾶς ἀγανακτῆσαι, καί δίκην παρ’ αὐτοῦ αἰτεῖν, διά τό ὑπέρ τῆς ζωῆς ἡμῶν τῶν ὅπλων ἔχεσθαι, μήτοιγε δή διά τόν τῶν ἀθῳοτάτων θάνατον, καί διά τήν πρός τά θεία ὀλιγωρίαν. Ἤ πηνίκα, ὦ πρός θεοῦ, πηνίκα δόξειεν ἄν τις μᾶλλον εὐσεβεῖν, μᾶλλον τῶν θείων φροντίζειν, οὐχί δ’ ὅτε τούς περί τά θεία τιμωρεῖται ἀσεβοῦντας; πηνίκα καί ἄν τις ὀφθείη φιλάνθρωπος ὤν, οὐχί δ’ ὅτε τοῖς τούς ἀθῴους φονεύουσιν ἐπεξέρχεται; καί μήν ὁ Μωυσῆς ἐκεῖνος ἰδών Αἰγύπτιόν τινα τῶν ὁμοθρήσκων Ἑβραῖον τύπτοντα, τόν ὑβριστήν πατάξας, δίκαια καί εὐσεβῆ ποιῶν νενόμισται. Δικαιότερα δ’ ἄν καί εὐσεβέστερα ποιεῖν Ὑμεῖς δόξετε, εἴπερ βουλήσεσθε σύν ἡμῖν πατάξαι, οὐ τύπτοντας, ἀλλά τούς ὁμοθρήσκους Ὑμῖν φονεύοντας, τούς πυρπολοῦντας τούς θείους ναούς, καί τά ἅγια τοῖς ποσί καταπατοῦντας. Ὁρᾶτε γάρ δή, μή βουλόμενοι τήν πρός τούς ἀσεβεῖς λῦσαι εἰρήνην (φεῦ ἡλίκα τά δεινά, καί ἄλλως οὑκ ἀκίνδυνα λέγειν ἡμᾶς ἀναγκάζει, ἐκτός εἴπερ ἦμεν κινδύνων) μή λάθητε λύοντες τήν πρός τό θεῖον εἰρήνην. Δεῖ γάρ τούς εὐσεβεῖς τούς περί τά θεῖα ὀνειδισμούς οἰκείους λογιζομένους , ἐπεξιέναι τοῖς ὀνειδίζουσιν.

13. Ἄριστα δ’ ἄν ἐποιεῖτε, εἰ καί μηδέν ἀσεβές, μηδέ τοσοῦτον φόνον ποιοῦντα, Ὑμεῖς αὐτοί τήν πρός τόν τύραννον εἰρήνην ἑλύετε. Τέρας γάρ τυραννίας καί ἀνομίας ἔστιν, οὐχί δε βασιλεύς. Τί δέ κοινόν βασιλεῦσι νομιμωτάτοις καί εὐσεβεστάτοις πρός τύραννον ἀνομώτατον καί ἀσεβέστατον; ἡμεῖς μέν μά δίαγ’ οὐδέν οἰόμεθα· δοκεῖ δ’ ἡμῖν τό θεῖον τουτί ὄνομα βασιλεῦσι πρέπον, οἷοι περ Ὑμεῖς ἔστε , βλασφημεῖσθαι τά μέγιστα, ἀνόμῳ τινί παρ’ ἀξίαν ἐπιλεγόμενον. Μή οὖν ἀνέχεσθε ὁμόθρονον ἐν Εὐρώπῃ ἔχειν τοῦτον τόν ὀλεσίμβροτον· δι’ ὄν ἡ οἰκουμένη μιασμάτων πεπλήρωται, δι’ ὅν τοσοῦτοι φόνοι ἄθεσμοι, καί ὅλον τό τῶν Ἑλλήνων γένος κινδυνεύει ἀπόλλυσθαι, ἀλλ’ ἡμῖν βοηθεῖτε αὑτόν συγκαθαιρησόμενοι. Τούτου δε καθαιρεθέντος, ἔσται ἡμῖν βασιλεύς, ὅς ἀν δόξῃ εὐσεβέστατος ὤν, καί ἐννομώτατος· οἵτε νόμοι καθ’ οὕς δεήσει ἡμᾶς πολιτεύεσθαι, οὕτω τεθήσονται, ὥστε ταὐτά συνοίσοντα καί βλάψοντα ἡμῖν τε καί ὑμῖν εἶναι. Οὐδέ γάρ ἀληθές ἔστιν, ὅπερ τινές λέγουσιν, οὑκ ὀρθῶς λογιζόμενοι, ὅτι τούτου τυραννεύοντος, τά τῆς Εὐρώπης ἐν ἰσορροπίᾳ καθέστηκεν, ἄλλως δ’ ἀντίρροπα ταῦτ’ ἔσται. Ὅτῳ μέν δή ταῦτα τεκμαίρονται, ἡμῖν γε ἄδηλον. Δῆλον δ’ ὅτι εὐνομουμένου βασιλέως ὄντος, τά τῆς ἰσορροπίας μᾶλλον ἔσται βάσιμα, ἤ τούτου τυραννεύοντος. Τόν μέν γάρ μηδένα νόμον ἔχοντα, τοῖς πᾶσι συνέβαινε δυσμενῆ εἶναι, καί τήν πρός αὐτόν πᾶσαν κοινωνίαν τῆς βελτίστης ἐξίστασθαι τάξεως. Ἡμῶν δ’ ἐννόμων ἐσομένων, καί ταὐτά συμφέροντα ὑμῖν τό καί ἡμῖν ὑπαγορευόντων, ἅπαν τοὐναντίον ἔσται, καί ταῦθ’ ὑπό πάντων ὑμῶν εὐεργετηθέντων. Ἀλλά περί μέν τούτων πόλλ’ ἔχοντες εἰπεῖν, ὅμως παραλείπομεν, μηδόλως ἀληθῆ ὑπολαμβάνοντες τά περί τῆς ἰσορροπίας καί ἀντιρροπίας ὑπ’ ἐνίων λεγόμενα, ἐξαιτούμεθα δέ τήν παρ’ ὑμῶν βοήθειαν, καί δικαιότατα, καί εὐσεβέστατα, ἐξ ὧν εἰρήκαμεν, γεννησομένην.

14. Λογίσασθε δή, ὦ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ , ὡς οὔτε μεγάλην ταύτην αἰτοῦμεν, καί ῥᾴστην ἐκ τοῦ παραχρῆμ’ ἄν ἡμῖν πεμφθῆναι. Οὐδέ γάρ μεγάλης ταύτης δεόμεθα ἐν τῷ παρόντι, καί ἡ τοῦ τυράννου δύναμις τοσοῦτον παρ’ ἑαυτῆς ἀσθενής ἔστιν, ὅσον δέει συσχεθέντος, ὑφ’ ἡμῶν μόνον ἐν κινδύνῳ καθέστηκεν. Οὐδέ γάρ ἄλλο ὁ τῶν ἀθῳοτάτων πολύς οὗτος φόνος, ἤ ἀσθένεια ἄντικρυς, καί τελεία ἀπόγνωσις τοῦ μή δύνασθαι τούς ἐν ὅπλοις ἡμᾶς βλάψαι. Ὁ μέν γάρ τόν δῆθεν αἴτιον δυνάμενος τιμωρήσασθαι, οὐδέποτε κατεδέξαιτ’ ἄν τούς ἀναιτίους φονεύειν· ὁ δ’ ἀπογνούς ἑαυτόν, ἅπαν τό προστυχόν διαφθείρων, oίεται δίκας λαμβάνειν. Εἰ τοίνυν μικράν τινα πέμψετε βοήθειαν, ἅλις ἔσται ἡμῶν πρός τε τήν τῶν τυράννων καθαίρεσιν, καί πρός τήν τῶν φιλτάτων ἡμῶν σωτηρίαν. Τάχα δ’ ὁ τύραννος ἀκούσας Ὑμῶν ἑτοίμων πρός βοήθειαν ὄντων, αὐτίκ’ εἰς Ἀσίαν oιχήσεται, τήν Θ’ Ἑλλάδα καταλιπών ἀμαχητί, καί τά φίλταθ’ ἡμῶν ζῶντα, δέει τῆς τῶν βοηθησόντων ἡμῖν παρουσίας, καί τοῦ μή αὑτόν , μηδ’ ἐν τῆ Ἀσία ἐάσετε μένειν. Εἰ δε γε μή βουλήσεται, ἀλλά κάκις’ ἔσται ἀπολούμενος τήν ταχίστην, τῶν Ἑλλήνων, τότε εὐθυμοτέρως πολεμησόντων, καί οὐχ ὑπέρ τοῦ σωθῆναι, καί σῶσαι τά φίλτατ’ ἐσομένου τοῦ πολέμου, ἀλλά καί περί τοῦ τιμωρήσασθαι τούς τυράννους, δι’ ὅσα δεινά ἡμᾶς πεποιήκασι. Μηδ’ ὑπολαμβάνετε, ὦ ΚΡΑΤΑΙΟΤΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ, τῶν πραγμάτων εἰς ταύτην ἀφιγμένων τήν ἀκμήν, ἐνέσται τοῦ λοιποῦ τούς τε κακίστους τυράννους, καί ἡμᾶς τούς Ἕλληνας ἐν τῆ Ἑλλάδι κατοικεῖν. Ἀνάγκη γάρ πᾶσα, ἤτοι ἡμᾶς ἀπολωλέναι (ὅπερ ἀπεύχεσθαι δίκαιον), ἤ τούς τυράννους ἀποδράντας ἐκ τῆς Ἑλλάδος σωθῆναι. Εiδέ γε μή βουλήσονται ὑφ’ ὑμῶν καί ἡμῶν παθεῖν αὑτούς τά κάκιστα. Δεῖ δέ τήν ταχίστην ἡμῖν βοηθεῖν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, καί ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, καί μικρᾶς Ἀσίας ἀναμεμιγμένων τοῖς τυράννοις χριστιανῶν, ἔτι ζώντων. Μή προλαβόντες οἱ ἐξωλέστατοι καί τούτους οἰκτρῶς ἀπολέσωσι.

15. Σκέψασθε δή, ὦ ΚΡΑΤΙΣΤΟΙ τῆς Εὐρώπης ΒΑΣΙΛΕΙΣ, καί σύγε, ὦ ΕΥΔΑΙΜΟΝ καί ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΓΓΛΙΑ, δι’ ὀλίγης τῆς πρός ἡμᾶς βοηθείας, ἡλίκην παρά πᾶσιν ἀνθρώποις δόξαν κτήσεσθε· περί ἦς σπουδαστέον μᾶλλον ἕς δύναμιν, ἤ περί οίουδήποθ’ ἑτέρου τῶν καλουμένων ἀγαθῶν. Τί γάρ ἄλλο δόξῃ ἀγαθῇ ἐφάμιλλον; ποία δε μείζων ἑτέρα δόξα τοῦ τῶν θείων πραγμάτων φροντίζειν, καί τοῦ σωτῆρας καί εὐεργέτας κινδυνευόντων γενέσθαι; τό μέν γάρ τόν οὐρανόν πρός εὐλογίαν ὑμῶν ἐπινεύσει, τό δε τῶν θείων προσωνυμιῶν ὑμᾶς ἀξιώσει. Ὅπερ οἱ ὑμέτεροι ἐγνωκότες πρόγονοι, καί τοι τῆς ἐπιχειρήσεως μειζόνων δαπανημάτων ἀπαιτούσης, οὐδ’ ἐκτός, οὔσης κινδύνων, καί ἐπ’ ἀδήλοις τοῖς ἐκ ταύτης έσομένοις, ᾤοντο δεῖν ὅμως πάντα φέρειν καί πόνον, καί κίνδυνον, ὑπέρ τῆς ἀγαθῆς ταύτης καί θείας δόξης· μή οὖν ὑμεῖς γε τούτων ἀπόγονοι ὄντες, καί πλεῖστα καί κάλλιστα ἐκείνων εἰργασμένοι ἔργα, ἐλλείπειν εἰς τοῦθ’ ὅπερ ἐκεῖνοι περί πλείστων ἐποιοῦντο βούλεσθε! Μηδέ ἀκινδύνως τε καί δι’ ὀλίγης τῆς πρός ἡμᾶς βοηθείας ἕς τό τέλειον τῆς μεγίστης εὐκλείας, καί δόξης μή τυγχάνειν. Ἐν δεῖ γάρ αὐτῇ τοῦ καί τήν Ἑλλάδα εὐδαίμονα καταστῆσαι, καί τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐῷμεν λέγειν τούς ἐν Ἀφρικῇ, καί ἐν ἀπᾶσα τῆ Ἀσίᾳ ἀπανθρώπως κτεινομένους ὑπό τῶν τυράννων τούτων, σῶσαι ἤ πότε πρός Θεοῦ, τούτους βοηθήσετε, ὦ ΘΕΙΟΤΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ; ὅτε νη δία σύμπαντες φονευθήσονται, τότε βούλεσθε τούς ἀπανθρώπους φονεῖς τιμωρήσασθαι; ἀλλά τίς Ὑμῖν τόθ’ ὁμολογήσει χάριτας; οὐ τοσοῦτον δι’ ἡμᾶς τούς ἐν ὅπλοις ἀναγκαία ἡ παρ’ Ὑμῶν βοήθεια· ἡμεῖς γάρ μαχόμενοι ἀνδρείως ἀποθανούμεθα, εὗ εἰδότες, ὡς οὐδείς οὕτως ἔνδοξος θάνατος, οὐδέ μνημεῖον λαμπρότερον τοῦ ὑπέρ πίστεως, καί πατρίδος, καί φιλτάτων, καί ἐλευθερίας ἀποθνῄσκειν ἀλλ’ ὑπέρ τῶν τάς αὑτάς τοῖς ὀλέθροις τυράννοις οἰκούντων πόλεις· οἵπερ τά ὅπλα περιῃρημένοι, καί μηδεμίαν καταφυγήν ἔχοντες, ἐλεεινῶς θανατωθήσονται. Ἴστε γάρ ἀκούσαντες τήν τῶν τυράννων ἀγριότητα, καί θηριωδίαν, ἐξ’ ὧν οἱ σεβάσμιοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, ὁ Πατριάρχης, φαμέν, καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς, καί τοσοῦτος λαός ἔπαθον ἐλεεινότατα. Νομίσατε πρός θεοῦ, αὑταῖς γε ταῖς διανοίαις, ἐπεί παρόντες οὑκ ἦτε, ὁρᾶν τούς θείους τούτους ἄνδρας, τούς μηδέν τι ἀδικήσαντας, ἀπό τοῦ θείου ναοῦ ἀποσπωμένους, καί ἐλεεινῶς σύν αὑταῖς ταῖς ἱεραῖς ἐσθῆσιν ἑλκομένους, παιομένους, ὑβριζομένους, καί μόλις πρός οὐρανόν τά ὄμματα αἴροντας, μάρτυρ’ αὑτόν ἐπικαλουμένους, οἷα πάσχουσιν ἀδίκως, καί οὕτως ἐλεεινῶς ἀπαγχομένους! Νομίσατε βλέπειν τόν θεῖον ναόν αἵματι χριστιανῶν περιρρεόμενον, τούς μέν ἐκεῖσε ἀσπαίροντας, τούς δ’ ὧδ ‘ ἐκπνέοντας, αἵματι ἀποπνιγομένους, ἄλλους δ’ ἀλλαχοῦ σφαττομένους, ὡς ἀρνία ἄκακα, μήθ’ ἑαυτοῖς έπαμύναι, μήτ’ ἐκ φυγεῖν τούς ὠμούς τυράννους ἔχοντας. Τούτων τῶν ἀπανθρώπων πράξεων τῶν ὑπό τῶν τυράννων ἐνθυμηθέντες, βοηθήσατε ἡμῖν τήν ταχίστην, ὦ ΚΡΑΤΙΣΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ. Τούτους τιμωρήσασθε ὑπέρ τῶν ἀθῳοτάτων, ὑπέρ τῶν ἀδυνάτων, καί ἐλεεινῶς κτεινομένων, ὑπέρ τῆς ἱερωτάτης αὑτῆς θρησκείας, καί ὑπέρ τῆς Ὑμετέρας ἀγαθῆς δόξης!

Ἐν Ἑλλάδι ΑΩΚΑ’, Μαΐου ΚΗ’

Τάφος του Αριστοτέλη: μια μαρτυρία ηλικίας 700 ετών

Πριν από δέκα περίπου μέρες πληροφορηθήκαμε από τον ημερήσιο τύπο την ανακάλυψη του τάφου του Σταγειρίτη φιλοσόφου. “Κινητά ευρήματα, κεραμική, περισσότερα από πενήντα νομίσματα χρονολογούν τάφο και βωμό στους χρόνους περίπου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιος όμως ήταν ο ένοικός του; Γραμματειακές πηγές δίνουν τη ζητούμενη απάντηση, με κυριότερες το χειρόγραφο αρ. 257 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης και μία αραβική βιογραφία του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με αυτές, μετά τον θάνατό του στη Χαλκίδα (322 π.Χ) οι Σταγειρίτες μετέφεραν την τέφρα του με χάλκινη υδρία, την έθαψαν σε μεγάλο υπέργειο τάφο μέσα στην πόλη τους, δίπλα στον οποίο έστησαν και βωμό, σε έναν τόπο που τον ονόμασαν «Αριστοτέλειον» και στον οποίο συνεδρίαζε στο εξής η Βουλή. Προς τιμήν του καθιέρωσαν μεγάλες ετήσιες γιορτές και αγώνες, τα «Αριστοτέλεια»”. Και ο αρχαιολόγος των Σταγείρων Κώστας Σισμανίδης επισημαίνει: “όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σωζόμενο αψιδωτό κτίσμα ήταν ο τάφος-ηρώο του Αριστοτέλη» (Καθημερινή)”.

Το αψιδωτό ταφικό μνημείο όπως είναι σήμερα

Ταφος Αριστοτέλη

Στην πρόσφατη ανακάλυψη των γραμματειακών πηγών στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας ίσως θάπρεπε να προστεθεί και μια άλλη που χρονολογείται από το 1356 μ.Χ. Πρόκειτα για το βιβλίο των ταξιδιών του Ζαν ντε Μαντβίλ (Jean de Mandeville) ή πιο σωστά του Άγγλου ιππότη John de Mandeville που αν και Αγγλος αριστοκράτης είχε γαλλικό όνομα και έγραφε στα γαλλικά. Το βιβλίο του (Livre des voyages de Jean de Mandeville) είχε γίνει μπεστ-σέλλερ για σχεδόν τέσσερις αιώνες στην Ευρώπη. Είχε μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και το χρησιμοποιούσαν οι τότε θαλασσοπόροι μεταξύ των οποίων και ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Η αρχή του βιβλίου του Ζαν ντε Μαντβίλ γραμμένο σε παλιά γαλλικά γοτθικής γραφής. Το βιβλίο σώζεται σε περίπου 250 χειρόγραφα δώδεκα διαφορετικών γλωσσών.

Jean de Mandeville.resized

Ο Ζαν ντε Μαντβίλ ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους τη δεκαετία του 1330. Στο τρίτο κεφάλαιο που τιτλοφορείται “Περί της Κωνσταντινουπόλεως και της Πίστης των Ελλήνων” αφού εξηγεί ότι ο Έλληνας αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης εξουσιάζει πολλούς λαούς που μιλάν διαφορετικές γλώσσες υπογραμμίζει ότι ελέγχει επίσης την Θράκη και την Μακεδονία. Στη τελευταία αναφέρει ότι “γεννήθηκε ο Αριστοτέλης σε πόλη που ονομάζεται Στάγειρα κοντά στη πόλη (εννοεί περιοχή) της Θράκης. Στα Στάγειρα αναπαύεται σήμερα ο Αριστοτέλης. Υπάρχει και ένας βωμός πάνω στο τάφο του. Οι άνθρωποι εκεί κάνουν μεγάλες γιορτές προς τιμήν του κάθε χρόνο σαν να ήταν άγιος. Και στον βωμό γίνονται τα συμβούλια και οι συναθροίσεις των κατοίκων που ελπίζουν ότι με τη φώτιση του Θεού και του Αριστοτέλη θα παίρνουν καλύτερες αποφάσεις”. Είναι ίσως η παλαιότερη μαρτυρία για τις γιορτές που γίνονταν στο ταφικό μνημείο του Αριστοτέλη στα Στάγειρα την εποχή που τα επισκέφτηκε ο Αγγλος περιηγητής.

Ισως να εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι κάτοικοι των Σταγείρων γιόρταζαν τον 14ο αιώνα τον Αριστοτέλη σαν άγιο της χριστιανικής θρησκείας. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Στη μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος στο παρεκκλήσι της Πορταΐτισσας με την περίφημη εικόνα της Θεοτόκου, υπάρχουν εικόνες με τους αρχαίους σοφούς όπως Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σόλωνα κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και στην Έδεσσα στο εκκλησάκι της ΑγίαςΥπαπαντής δίπλα στον Ι.Ν. της Αγίας Σκέπης στη γειτονιά μου στο Βαρόσι.

Βόστρος, η έλλιμνος νήσος

Μια από τις πιο όμορφες λίμνες της χώρας μας, η Βεγορίτιδα, βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την Έδεσσα. Εκτός από την ομορφιά η λίμνη έχει και μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα: την σημαντική διακύμανση της στάθμης του νερού. Από την δεκαετία του 1950 όμως με την μεγάλη επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα η τάση της στάθμης έγινε δυστυχώς μονοσήμαντη, φθίνουσα. Το ευχάριστο γεγονός της σταδιακής αύξησης του όγκου της τα τελευταία χρόνια ας ελπίσουμε ότι θα σημάνει αντιστροφή της τάσης των τελευταίων δεκαετιών (η εξέλιξη της στάθμης στο τέλος του σημειώματος).

Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι μετρήσεις της στάθμης είχαν ακρίβεια με την χρήση ειδικών οργάνων όμως παλαιότερα η μέθοδος μέτρησης ήταν εμπειρική, κοινώς με το μάτι. Σημείο αναφοράς αποτελούσε το νησί στη μέση της λίμνης, η Βόστρος, η κατά τον ιστορικό του 13ου αιώνα Γεώργιο Παχυμέρη – στο έργο του για τον Μιχαήλ Παλαιολόγο – έλλιμνος νήσος: ¨χειροῦται δὲ καὶ Καστορίαν καὶ Πελαγονίαν καὶ Δεύρας, Τζέρνικόν τε καὶ Διάβολιν καὶ τὴν Πρίλαπον, Βοδεεινά τε καὶ Βόστρον, ἔλλιμνον νῆσον, Πέτραν, Πρέσπαν τε καὶ Στερίδολα καὶ Ἀχρίδαν¨. Αυτά αναφέρει σαν εισαγωγή στη γνωστή μάχη της Πελαγονίας. Ο μετέπειτα λοιπόν αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος κατέλαβε μαζί με τα Βοδενά και την Βόστρο, το νησί μέσα στη λίμνη. Άρα υπήρχε κάστρο, φρούριο με οικισμό, στο νησάκι της λίμνης. Ήταν στρατηγικό σημείο που έλεγχε την διάβαση από την Κάτω στην Άνω Μακεδονία. Η Βόστρος, που έχει σήμερα ένα τζαμί με μιναρέ στη κορυφή του, άλλοτε γινόταν ύψωμα δίπλα στην ακτή και άλλοτε νησί που χρειαζόταν βάρκα για να το προσεγγίσει κανείς, ανάλογα με το ύψος του νερού. Η άνοδος της στάθμης μερικές φορές γινόταν απότομα και έπιανε απροετοίμαστους τους περιοίκους. Κάτι τέτοιο συνέβη και πριν από έναν αιώνα ακριβώς, το καλοκαίρι του 1916, σκεπάζοντας με νερό τις γραμμές του τρένου. Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες άρχισαν να δουλεύουν νύχτα – μέρα για να μετατοπίσουν τη σιδηροδρομική γραμμή ψηλότερα. Ο σιδηρόδρομος, ο οποίος είχε κατασκευαστεί το 1894, ήταν απόλυτα αναγκαίος για τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων που είχαν αρχίσει να έρχονται από την Θεσσαλονίκη για την προετοιμαζόμενη επίθεση της Αντάντ τον Αύγουστο. Λέγεται μάλιστα ότι η 4η ρωσική ταξιαρχία του στρατηγού Λεόντιεφ που είχε στρατοπεδεύσει κοντά στο ύψωμα με το τζαμί τα μάζεψε άρον άρον και στρατοπέδευσε ψηλότερα. Η σιδηροδρομική γραμμή που κατασκευάστηκε την περίοδο 1891 – 94 ήταν σίγουρα χαμηλά γιατί και η στάθμη της λίμνης ήταν τότε χαμηλότερα.

Τι γνωρίζουμε όμως για τα διαρκώς μεταβαλλόμενα ύψη του νερού της λίμνης; Πηγή είναι όπως πάντα η παρατηρητικότητα των περιηγητών των περασμένων αιώνων. Όπως έγραψε ο Παχυμέρης στα μέσα του 13ου αιώνα (1258-59), η στάθμη του νερού ήταν αρκετά υψηλή έτσι ώστε το ύψωμα με το τζαμί να είναι νησί, η έλλιμνος νήσος. Τρεισήμισυ αιώνες αργότερα έχουμε τον πρώτο δυτικό να περνά από την περιοχή. Προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση την Έδεσσα και τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη ήταν ο βάιλος (πρέσβης) της Βενετίας Λορέντσο Μπερνάρδο (Lorenzo Bernardo) την Κυριακή 26 Μαΐου του 1591 δηλ. πριν από 425 χρόνια ακριβώς. Κατεβαίνοντας από τα στενά της Κέλλης προς την Άρνισσα ο γραμματέας του Καβάτσα αναφέρει: “Από ψηλά είδαμε πρώτα τη λίμνη Σαριγκιόλ, λέξη τουρκική που σημαίνει κίτρινη λίμνη, και μετά τη λίμνη του Οστρόβου. Δίπλα στη λίμνη που έχει αρκετό μήκος βρίσκεται το ομώνυμο χωριό. Στο μέσο του χωριού υπάρχει ένα μικρό απότομο ύψωμα στη κορυφή του οποίου έχει κτισθεί ένα τζαμί που θα μπορούσε να μετασχηματισθεί σε ασφαλέστατο φρούριο γιατί ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης”. Ερμηνεύοντας το απόσπασμα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ύψωμα που είχε ήδη τζαμί βρισκόταν πάνω στην ακτή, ίσως σαν χερσόνησος, δίπλα στο χωριό. Για να βρίσκεται το χωριό τόσο κοντά στη λίμνη θα πρέπει οι τότε διακυμάνσεις της να ήτανε μικρότερες. Άρα σε τρεις και μισό αιώνες, η στάθμη του νερού είχε ελαττωθεί με αποτέλεσμα το νησί να είχε μετατραπεί σε μικρή χερσόνησο. Κάπως έτσι θα πρέπει να βρήκαν το τοπίο και οι Οθωμανοί στα τέλη του 14ου αιώνα όταν κυρίευσαν την περιοχή για να χτίσουν το τζαμί – και το κοιμητήριο τους – στο ύψωμα.

Επόμενος γνωστός περιηγητής ήταν ο Βρετανός γιατρός Εντουαρτ Μπράουν (Edward Browne) που πέρασε προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση τη Λάρισσα το καλοκαίρι του 1669. Κατεβαίνοντας τις πλαγιές του Καρά Ντουρού προς το Ξυνό Νερό παρατηρεί από ψηλά στα αριστερά του τη Βεγορίτιδα καθώς επίσης και τη λίμνη των Πετρών. Δεν αναφέρει τίποτα για νησί ή τζαμί με μιναρέ. Ίσως αυτό να οφείλεται στη μεγάλη απόσταση του από τη λίμνη. Αναφέρει απλά μια ιστορία που άκουσε για την δημιουργία της Βεγορίτιδας. Ο συνταγματάρχης Ουίλιαμ Ληκ (William Martin-Leake) διασχίζοντας την Εορδαία το 1806 θα αναφερθεί κι αυτός στη λίμνη χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στα χαρακτηριστικά της. Τον ενδιέφεραν κυρίως οι αρχαίες επιγραφές και η ταυτοποίηση αρχαίων πόλεων και τοποθεσιών. Τον Σεπτέμβριο του 1848 όμως θα διανυκτερεύσει εκεί ο ζωγράφος Εντουαρτ Ληρ (Edward Lear) και θα απαθανατίσει το τοπίο. Στο σχέδιο του φαίνεται καθαρά το νησάκι σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την ακτή. Με τους πρόχειρους υπολογισμούς που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, η στάθμη τότε θα πρέπει να έφτανε τα 538 μέτρα από την επιφάνεια της θαλάσσης.

Το νησί με τον μιναρέ στο μέσο της Βεγορίτιδας όπως το απαθανάτισε ο Ληρ στις 15 Σεπτεμβρίου του 1848

Ostrovo 15 Sept 1848.resized

Το 1848 το χωριό είχε ήδη μεταφερθεί κοντά στο λόφο. Ξεκινώντας από τα παράκτια πεδινά ανηφόριζε ψηλότερα στο λόφο όπου βρίσκεται και σήμερα.

Ostrovo 16 Sept 1848.resized

Αρκετοί είναι οι ταξιδιώτες που περνούν από την περιοχή το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Τους αναφέρει με μεγάλη λεπτομέρεια η Μάργκαρετ Χάσλακ (Margaret Hasluck) σε μια συγκριτική μελέτη που δημοσίευσε το 1936. Οι κάτοικοι της Άρνισσας διηγούνταν στους περιηγητές ότι πριν από χρόνια η λίμνη είχε πλημμυρίσει το χωριό. Ήταν δηλαδή ακόμη ψηλότερα από ότι στον πίνακα του Ληρ. Το μεγάλο ύψος είχε “εγγραφεί” στη συλλογική μνήμη μέσα από συγκεκριμένες ιστορίες. Έτσι για ένα γάμο εκείνης της περιόδου χρειάστηκε να μεταφέρουν τη νύφη με βάρκα γιατί ο δρόμος του σπιτιού της στην Άρνισσα είχε πλημμυρίσει και ήταν αδύνατο το πέρασμα ακόμη και πάνω σε άλογο. Το νερό είχε φτάσει σχεδόν στο σημερινό δρόμο προς Κέλλη. Επίσης στο απέναντι χωριό, στον Άγιο Παντελεήμονα, το νερό είχε κατακλύσει αποθήκες με βαρέλια κρασιού προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Τέτοια φαινόμενα δεν συνέβησαν μετέπειτα, ήταν μοναδικά. Η εποχή αυτή προσδιορίζεται στα χρόνια 1858-60. Ο Άγγλος περιηγητής Χένρυ Τόζερ (Henry Tozer) θα περάσει από εκεί τέλη Αυγούστου του 1861 προερχόμενος από Έδεσσα στο δρόμο προς Μοναστήρι. Ας ακούσουμε την μαρτυρία του: “Η λίμνη του Οστρόβου έχει περί τα δέκα μίλια μήκος και δυο πλάτος με κατεύθυνση βορρά-νότου ανάμεσα σε βουνά με ένα από αυτά να έχει στη κορυφή του χιόνια… Κοιτάζοντας από το χωριό που βρίσκεται στην βόρεια ακτή αυτό που τραβά αμέσως την προσοχή είναι ένα τζαμί που αναδύεται από τη λίμνη με τον μιναρέ σε απόσταση περίπου μισού μιλίου (800 μέτρων) από την ακτή. Ρωτήσαμε τους χωρικούς την ιστορία του κτίσματος αυτού και μας είπαν ότι είναι το απομεινάρι από μια πόλη που έφτανε παλιότερα μέχρι την ακτή”. Το καλοκαίρι του 1861 λοιπόν η “έλλιμνος νήσος”  είχε σκεπαστεί από το νερό με εξαίρεση το τζαμί με τον μιναρέ που είναι κτισμένο στο ψηλότερο σημείο. Επιβεβαιώνονται έτσι αφηγήσεις που λέγανε ότι το νερό λίγα χρόνια νωρίτερα είχε καλύψει και το τζαμί μέχρι τα ξύλινα δοκάρια της σκεπής. Και ο Τόζερ συνεχίζει: “το 1859 η λίμνη ανέβηκε αρκετά πόδια ψηλότερα αλλά ευτυχώς είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Τα σημάδια της μεγάλης πλημμύρας ήταν εμφανή στις βόρειες ακτές της λίμνης”. Το ύψος του νερού υπολογίζεται ότι έφτασε τότε τα 545 – 548 μέτρα. Ήταν το μέγιστο ύψος της λίμνης. Ακολούθησε μετά μια πτωτική διακύμανση της στάθμης. Ο Σπιρίδων Γκόπσεβιτς, Σερβο-Αυστριακός στη καταγωγή αλλά Σέρβος εθνικιστής στην υπηρεσία του υπουργείου εξωτερικών της Σερβίας εκείνη την εποχή, θα περάσει από την Άρνισσα το 1888 (Makedonien und Alt-Serbien, Wien 1889): “Κατεβήκαμε (με τα άλογα από την Κέλλη) στη πεδιάδα δίπλα στη βόρεια όχθη της λίμνης. Το ταξίδι ήταν πολύ ευχάριστο και η θέα θαυμάσια, βλέπαμε τις απότομες ανατολικές και δυτικές πλαγιές των λόφων που έπεφταν απότομα στη λίμνη. Κοντά στη βόρεια ακτή είδαμε ένα μικρό νησί με ένα τζαμί”. Παρά τη μείωση της στάθμης της λίμνης το νησί δεν είχε ενωθεί ακόμη με τη βόρεια ακτή. Τη λίμνη με το νησί θα τα αποτυπώσει σαν μια κόκκινη κουκκίδα σε ένα χάρτη που έφτιαξε με την ευκαιρία του ταξιδιού του.

Ostrovo Lake 1888

Η στάθμη της λίμνης θα συνεχίσει μειούμενη για να φτάσει το 1900 στο ελάχιστο ύψος των 520 μέτρων. Μετά ξανάρχισε μια αυξομειούμενη ανοδική πορεία μέχρι την επέμβαση της ΔΕΗ τη δεκαετία του 1950 οπότε παρατηρείται μια βίαιη ταπείνωση της στάθμης.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε από φωτογραφίες της εποχής την εξέλιξη του φυσικού φαινομένου στα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Το 1916 η στάθμη της λίμνης θα ανέβει ξαφνικά κατά 6-7 μέτρα αναγκάζοντας τους Γάλλους να μετατοπίσουν βορειότερα την σιδηροδρομική γραμμή. Οι δυο επόμενες φωτογραφίες είναι από το τέλος εκείνης της χρονιάς.

Αρνισσα 16-17

Την περίοδο 1919-20 η άνοδος συνεχίστηκε με αποτέλεσμα και η δεύτερη σιδηροδρομική γραμμή να βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι επόμενες δυο φωτογραφίες δείχνουν την ίδια περιοχή της Άρνισσας. Αριστερά είναι μια φωτογραφία του 1919 τραβηγμένη από τον παραλιακό δρόμο και δεξιά του 1920 τραβηγμένη ψηλά από το λόφο. Οι λεύκες που βλέπουμε αριστερά στη πρώτη φωτογραφία προσδιορίζουν την δεύτερη γραμμή του τρένου, αυτή που κατασκεύασαν οι Γάλλοι το 1916. Στη δεξιά φωτογραφία ξαναβλέπουμε από ψηλά τις λεύκες της δεύτερης σιδηροδρομικής γραμμής καθώς επίσης αριστερότερα μέσα στη λίμνη τα ίχνη της πρώτης σιδηροδρομικής γραμμής του 1894. Η έλλιμνος νήσος με το τζαμί είναι βαθιά μέσα στη λίμνη. Το ύψος της λίμνης την χρονιά εκείνη υπολογίστηκε στα 538 μέτρα. Το τοπίο της δεξιάς φωτογραφίας είναι όμοιο με αυτό που είδε ο Ληρ εβδομήντα χρόνια νωρίτερα.

1919-1920.resized

Το 1926 αρχίζει δειλά η υποχώρηση των νερών από το υψηλό επίπεδο των 538 μέτρων προς τα 535 μέτρα. Η “έλλιμνος νήσος” ζει και βασιλεύει (αριστερή φωτογραφία) ενώ εμφανίζονται και οι κορμοί από τις λεύκες που είχαν κοπεί το 1916 με την πρώτη απότομη άνοδο του νερού (δεξιά φωτογραφία).

1926-27

Τι γίνεται όμως με τις σιδηροδρομικές γραμμές; Στην αριστερή φωτογραφία του 1923 ο παλιός σταθμός και η παλιά γραμμή βρίσκονται μέσα στο νερό. Η δεύτερη γραμμή που κατασκευάστηκε από τους Γάλλους φαίνεται στα αριστερά της φωτογραφίας. Στη δεξιά φωτογραφία του 1934 βλέπουμε τη τρίτη σιδηροδρομική γραμμή που κατασκευάστηκε ψηλότερα το 1923-26 από τους ελληνικούς σιδηροδρόμους. Η παλιά χάραξη της δεύτερης γραμμής φαίνεται χαμηλότερα.

1923-1934

Στα τέλη του 1934 η λίμνη υποχώρησε σημαντικά αλλά η έλλιμνος νήσος με το τζαμί υπερασπίζεται σθεναρά την νησιωτική της υπόσταση.

Ostrovo island 1934

Οι απότομες διακυμάνσεις του ύψους της λίμνης δεν ήταν δυνατόν να μη γεννήσουν μύθους στον τοπικό πληθυσμό. Ένας μύθος έλεγε ότι παλιά δεν υπήρχε λίμνη και ότι έξω από την Άρνισσα είχε μια μεγάλη κρήνη που τροφοδοτούσε με πολύ νερό όλη την περιοχή. Ένα βράδυ όμως η τελευταία γυναίκα που πήγε να πάρει νερό ξέχασε να κλείσει τη βρύση. Την άλλη μέρα όταν ξύπνησαν οι χωριανοί είδαν με έκπληξη να έχει σχηματιστεί μια λίμνη δίπλα στο χωριό τους. Ο Εντουαρτ Μπράουν το 1669 άκουσε μιαν άλλη ιστορία. Οι κάτοικοι κάνοντας κάτι δουλειές στη πλαγιά του λόφου μετακίνησαν κάτι μεγάλες πέτρες. Ξαφνικά τα υπόγεια νερά βρήκαν διέξοδο και αναπήδησαν από το βουνό σχηματίζοντας τη λίμνη. Ο Τόζερ παραλληλίζει το φαινόμενο των διακυμάνσεων με αυτό των λιμνών Φεναιού και Στυμφαλίας στη Πελοπόννησο που περικλείονται επίσης από βουνά.

Και η εξήγηση του φαινομένου; Σύμφωνα με μια θεωρία η λίμνη των Πετρών που βρίσκεται δίπλα αλλά ψηλότερα επικοινωνεί με τη Βεγορίτιδα με υπόγειες καταβόθρες που συνήθως είναι φραγμένες από πέτρες, χώμα και άμμο. Όταν η στάθμη στη λίμνη Πετρών αυξάνεται λόγω πολλών βροχών και κυρίως χιονοπτώσεων, η πίεση του νερού στις καταβόθρες μεγαλώνει με αποτέλεσμα να δημιουργείται άνοιγμα που επιτρέπει τη ροή του νερού από αυτήν προς τη Βεγορίτιδα. Έτσι ίσως εξηγείται η απότομη αύξηση της στάθμης της τελευταίας το 1916. Κάτι ανάλογο εικάζεται ότι συμβαίνει και μεταξύ της Βεγορίτιδας και της λίμνης των Βρυττών – Νησίου – Άγρα που βρίσκεται ακόμη πιο χαμηλά. Οι πηγές των Βρυττών που χύνονται στην ομώνυμη λίμνη φαίνεται ότι προέρχονται από νερά της Βεγορίτιδας. Γενικότερα, οι λίμνες της υδρολογικής λεκάνης που σχηματίζεται ανάμεσα στα όρη Βέρνο, Βόρα, Άσκιο και Βέρμιο και που περιλαμβάνει τις πέντε λίμνες Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη, Πετρών, Βεγορίτιδα και Βρυττών – Νησίου – Άγρα, φαίνεται ότι επικοινωνούν υπογείως. Η αυξανόμενη πίεση από μεγάλο ύψος βροχών και χιονιού στις λίμνες που βρίσκονται ψηλότερα καθορίζει τον όγκο νερού που μεταφέρεται υπογείως προς τις λίμνες που είναι χαμηλότερα. Η Βεγορίτιδα, που βρίσκεται χαμηλότερα από τις τρεις πρώτες, παίζει τον ρόλο του ρυθμιστή ολόκληρης της λεκάνης με αποτέλεσμα να υφίσταται και τις πιο έντονες διακυμάνσεις. Μόνη διέξοδος είναι η μεταφορά προς την χαμηλότερη λίμνη Βρυττών – Νησίου – Άγρα και από εκεί στην Έδεσσα όπου σχηματίζονται οι ωραιότατοι καταρράκτες!

Τον ιστορικό Τίτο Λίβιο που έζησε στο μεταίχμιο της παλιάς με την νέα εποχή (59πΧ – 17μΧ) δεν τον απασχολούσε βέβαια η στάθμη της λίμνης. Απλά αναφέρει ότι ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Περσέας, όταν έμαθε ότι οι Ρωμαίοι προετοιμάζονται να εκστρατεύσουν εναντίον της Μακεδονίας, άρχισε να συγκεντρώνει το στρατό του στρατοπεδεύοντας στη λίμνη Βεγορίτιδα (lacus Begorrites). Από εκεί ξεκίνησε προς την Θεσσαλία για να συναντήσει τους Ρωμαίους του στρατηγού  Αιμίλιου Παύλου στη τελευταία και μοιραία του μάχη η οποία τελικά έλαβε χώρα στη Πύδνα. Είναι ο πρώτος αρχαίος συγγραφέας που αναφέρει τη λίμνη με το όνομα της. Εδώ ίσως θα πρέπει να θυμίσουμε ότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής το 1891 – 1894, μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν τον σταθμό της Βεύης, ανακαλύφτηκε ένας οδοδείκτης με την επιγραφή ¨Εγ Βοκερίας στάδιοι εκατόν¨. Επρόκειτο για μακεδονικό οδοδείκτη της βασιλικής οδού πριν την κατασκευή της Εγνατίας από τους Ρωμαίους. Πόλη με το όνομα Βοκερία δεν έχει ανακαλυφτεί ακόμη. Αν όμως βρισκόταν προς νότο, τότε θα πρέπει να γειτνίαζε με τη λίμνη, ίσως στη περιοχή του σημερινού χωριού Φαράγγι. Μερικοί υποστηρίζουν ότι η λέξη Βεγορίτις είναι λανθασμένη γραφή από τον Τίτο Λίβιο της λέξης Βοκερίτις. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς για τις λέξεις Βόστρος και Όστροβο, το όνομα που είχε η λίμνη κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου.

Τελευταίο ερώτημα είναι πότε χτίστηκε το τζαμί πάνω στη νήσο. Οι παλιοί Τούρκοι κάτοικοι της Άρνισσας λέγανε ότι κτίστηκε την περίοδο 1512-20 κατά την βασιλεία του Σελίμ του Σκληρού, πρώτου Χαλίφη του Ισλάμ και πατέρα του Μωάμεθ του Μεγαλοπρεπούς. Η Χάσλακ απορρίπτει αυτή την εκδοχή και εκτιμά ότι κτίστηκε ενάμισυ αιώνα αργότερα. Η μαρτυρία του Καβάτσα, γραμματέα του βενετού μπαϊλου Μπερνάρδο όμως που το είδε το 1591 να δεσπόζει ψηλά στο απότομα ύψωμα συνηγορεί υπέρ της άποψης των ντόπιων μουσουλμάνων. Η Χάσλακ βέβαια δεν γνώριζε αυτή τη μαρτυρία.

Θα δούμε άραγε στο μέλλον ξανά την “έλλιμνον νήσον” σαν παραγματικό νησί; Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει το ύψος της λίμνης να ξεπεράσει τα 528 μέτρα δηλαδή τουλάχιστον 10 μέτρα ψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Μοιάζει απίθανο έως αδύνατο. Για αυτό ας αρκεστούμε προς το παρόν να θαυμάζουμε τον πίνακα του Ληρ στέλνοντάς του νοερά ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Η “έλλιμνος νήσος” όπως είναι σήμερα στον κόκκινο κύκλο

Η Έλλιμνος Νήσος σήμερα

Μικρή προσθήκη (3/6/2016) που διευκολύνει την ανάγνωση του κειμένου: διακύμανση των τελευταίων 120 χρόνων από υδρολογική μελέτη του 2006 με απλή σημείωση της σημερινής στάθμης των 518 μέτρων.

Διακυμανση του τελευταιου αιωνα

Ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Έδεσσα

Παλιότερα οι χτύποι του ρολογιού της πόλης μας ακολουθούσαν σε κάθε βήμα: πότε να ανοίξουν τα μαγαζιά οι μαγαζάτορες, πότε να πάνε σχολείο τα παιδιά, πότε να γυρίσουμε σπίτι γιατί ήτανε αργά. Συχνά μερικοί με το πρώτο άκουσμα του χτύπου σταματούσαν τις δουλειές τους ενώ άλλοι κοντοστέκονταν στο δρόμο για να ακούσουν και να μετρήσουν τους χτύπους του. Κι αυτό που περιμέναμε πως και πως πιτσιρικάδες, ήταν να σημάνει πέντε η ώρα για να τρέξουμε στην αλάνα της γειτονιάς για το απογευματινό παιχνίδι τα καλοκαίρια. Το ρολόι τότε ήταν ορατό από σχεδόν όλη τη πόλη. Αλλά και από τα μέρη που δεν το έβλεπαν, το άκουγαν. Ηταν μέρος της καθημερινότητάς μας. Ηταν μέρος της ζωής μας.

Ο πύργος του ρολογιού όπως δέσποζε στη πόλη την δεκαετία του ’60

edessa-clock tower

Η πόλη ζούσε στο ρυθμό των χτύπων του κι όλοι το καμαρώναμε. Με την συνεχή αύξηση του ύψους των κτιρίων όμως ο πύργος άρχισε να μη γίνεται ορατός από πολλά μέρη της πόλης και σήμερα έχει σχεδόν χαθεί πίσω από απρόσωπες πολυκατοικίες. Συγχρόνως ο πολλαπλασιασμός των ρολογιών χειρός και πιο πρόσφατα η έλευση των κινητών τηλεφώνων το έκαναν αχρείαστο. Κανείς πια δεν στρέφει τα μάτια του να δει την ώρα κι ούτε μπορεί να καμαρώσει την όμορφη εξαγωνική κορμοστασιά του. Ετσι σταμάτησαν και οι συντηρήσεις του και στέκεται σήμερα βουβός, αναπολώντας ίσως τα περασμένα μεγαλεία. Χτίστηκε το 1906-7 από καλό αρχιμάστορα που άφησε τ’όνομα του στην εντοιχισμένη πλάκα της βόρειας πλευράς (Κωνσταντίνος Ζήσης). Πως νάταν όμως παλιότερα η ζωή χωρίς ρολόι; Ισως τότε η ανατολή και η δύση του ηλίου καθώς και το ύψος του από τον ορίζοντα να αρκούσαν. Θα ήταν μια αποδεκτή απάντηση αν δεν γνωρίζαμε ότι γειτονικές πόλεις όπως τα Γιαννιτσά, η Βέροια και η Φλώρινα είχαν πύργους ρολογιών από πολύ παλιά. Δεν αναφερόμαστε στη Νάουσα που το ρολόϊ της είναι μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερο απ το δικό μας και καμωμένο από τα ίδια μαστόρια. Στα Γιαννιτσά π.χ. ο Σερίφ Αχμέτ, απόγονος του μεγάλου κατακτητή Γαζί Εβρενός, έχτισε τον πύργο του ρολογιού το 1753-4 ενώ στις Σέρρες και στη Δράμα είχαν πύργους ρολογιών πριν κι από το 1700. Αυτές οι σκέψεις με έκαναν να αναζητήσω αναφορά σε περιγραφές περιηγητών των περασμένων αιώνων για πύργο ρολογιού. Και η έρευνα αυτή έφερε γρήγορα καρπούς. Ο νεαρός Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που επισκέφτηκε την Eδεσσα το φθινόπωρο του 1855 γράφει στην έκθεσή του: “Βλέπουμε και σήμερα, δίπλα στο ρολόϊ, την κρήνη του καθρέφτη για την οποία μιλά ο Ληκ (Leake). Η σαρκοφάγος με την εγγραφή που χρησιμεύει σαν δεξαμενή είναι πάντα στην ίδια θέση, μόνο που το νερό δεν τρέχει πια”. Συνεπώς το 1855 υπήρχε στην Εδεσσα ρολόϊ. Επόμενη αναζήτηση φυσικά στο βιβλίο του Λήκ που επισκέφτηκε την Έδεσσα το Νοέμβριο του 1806. Εκεί διαβάζουμε ότι η πόλη “έχει 1500 τουρκικά και 500 ελληνικά σπίτια αλλά πολλά τουρκικά σπίτια ενοικιάζονται από Ελληνες. Η αγορά είναι μεγάλη και με αφθονία αγαθών. Υπάρχουν πέντε ή εξι τζαμιά και ένας ψηλός πύργος με ένα ρολόϊ, αλλά το ωραιότερο κτίριο, κυρίως από απόψεως θέσεως είναι το παλάτι του Μητροπολίτη δίπλα ακριβώς στη μητροπολιτική εκκλησία”. Αρα πύργος ρολογιού υπήρχε στην Έδεσσα και το 1806. Ο Κουζινερύ που επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη πόλη το 1776 δεν αναφέρει ούτε μιναρέδες ούτε ρολόγια. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν τα αρχαία νομίσματα. Αλλωστε και στην επίσκεψή του στα Γιαννιτσά, επιστρέφοντας από Εδεσσα για Θεσσαλονίκη, δεν αναφέρει την ύπαρξη ρολογιού παρόλο που αυτό στεκόταν πανύψηλο λιγότερο από εκατό μέτρα πιο πέρα από το μαυσωλείο του Εβρενός το οποίο και επισκέφτηκε. Ούτε και ο διάδοχος του Εσπρί Κουζινερύ (Cousinéry) στο γαλλικό προξενείο, ο Φελίξ Μπωζούρ (Beaujour), αναφέρει τίποτα σχετικό μια και κάτι τέτοια ήταν επίσης εκτός των ενδιαφερόντων του. Πότε λοιπόν θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Εδεσσα; Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Γιαννιτσά απέκτησαν ρολόϊ το 1754 θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι και η Εδεσσα απέκτησε πύργο ρολογιού την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Από την Εδεσσα όπως και από τα Γιαννιτσά περνούσε η Εγνατία οδός και ένα ρολόϊ θα ήταν χρήσιμο, όχι μόνο για χριστιανούς και μουσουλμάνους κατοίκους, αλλά και για τους ταξιδιώτες. Το δεύτερο ερώτημα είναι τι μορφή να είχε. Το πιο λογικό θα ήταν να μοιάζει με τους πύργους των διπλανών πόλεων όπως των Γιαννιτσών, της Βέροιας και της Φλώρινας. Το ρολόϊ των Γιαννιτσών ορθώνει και σήμερα την κορμοστασιά του και μάλιστα ανακαινισμένο. Οι πύργοι της Φλώρινας και της Βέροιας όμως κατεδαφίστηκαν από τις δημοτικές αρχές τους – χωρίς να γνωρίζει κανείς τους λόγους των κατεδαφίσεων – , ο πρώτος το 1927 και ο δεύτερος το 1930. Ευτυχώς όμως υπάρχουν παλιές φωτογραφίες τους.

Ο πύργος ρολογιού των Γιαννιτσών, αριστερά όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα και δεξιά όπως είναι σήμερα μετά την ανακαίνιση.

Πυργος Γιαννιτσών

Οι πύργοι της Βέροιας (αριστερά) και της Φλώρινας (δεξιά) όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα

Βεροια-Φλωρινα

Παρατηρούμε ότι και οι τρείς πύργοι έχουν μιαν αυστηρή τετράγωνη γραμμή και παρόμοιες οροφές με μεταλικό (μάλλον μολύβδινο) στέγαστρο στο εσωτερικό του οποίου βρισκόταν το καμπανάκι που σήμαινε τις ώρες. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο πύργος των Γιαννιτσών είναι εξ ολοκλήρου από πέτρα ενώ σ’αυτούς της Βέροιας και της Φλώρινας το επάνω μέρος του πύργου είναι ξύλινο. Και οι τρεις πύργοι είχαν ένα ύψος μικρότερο ή ίσο με 25 μέτρα γιατί δεν επιτρεπόταν να είναι ψηλότεροι από τους μιναρέδες των τζαμιών. Κάπως έτσι θάπρεπε να ήταν και ο πύργος του εδεσσαϊκού ρολογιού. Το ερώτημα αν ήταν όλος από πέτρα ή όχι δεν θα μπορούσε να απαντηθεί χωρίς κάποια φωτογραφία ή ένα σχέδιο. Αυτό σήμανε την αναζήτηση πιθανού σχεδίου. Και εδώ σταθήκαμε τυχεροί. Ο Βρετανός ζωγράφος Εντουαρτ Λήρ (Edward Lear) πέρασε από την Εδεσσα τον Σεπεμβριο του 1848 και για καλή μας τύχη απαθανάτισε και την κεντρική πλατεία στην οποία προβάλλει με μεγαλοπρέπεια ο τότε πύργος του ρολογιού.

Η κεντρική πλατεία της Έδεσσας τον Σεπτέμβριο 1848 κατά Εντουαρτ Ληρ. Δεσπόζει πανέμορφος ο πρώτος Πύργος Ρολογιού της πόλης και λίγο πιο πίσω ο μιναρές του τζαμιού Χουνκιάρ (σημερινή αίθουσα του συλλόγου ο Μέγας Αλέξανδρος)

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Ο πύργος ήταν τετράγωνος με ελαφρά πιο φαρδιά τη βάση από την κορυφή. Ενα μεγάλο μέρος του ήταν ξύλινο, σαφώς μεγαλύτερο από ότι στις περιπτώσεις της Βέροιας και της Φλώρινας. Αυτό τον έκανε πιο γραφικό αλλά ταυτόχρονα και πιο ευάλωτο σε περίπτωση φωτιάς. Ηταν κτισμένος στην ίδια θέση με τον σημερινό ρολόι πλάϊ στο Χουνκιάρ τζαμί, τη σημερινή αίθουσα του Μ. Αλεξάνδρου. Το όμορφο σχέδιο του Λήρ μας δίνει και μερικά άλλα στοιχεία. Την πλατεία διέτρεχε ένα ρυάκι που ερχόταν από βόρεια ίσως από την κρήνη στην οποία αναφέρονται τόσο ο Ντελακουλόνς όσο και ο Ληκ. Μια πρόχειρη γεφυρούλα από σανίδες επιτρέπει στο κόσμο να περνά πάνω από το ρυάκι ενώ προς το κέντρο το νερό λίμναζε κάτι που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τα παπάκια. Η ύπαρξή των τελευταίων μας κάνει να σκεφτούμε ότι η λιμνούλα είχε ένα πιο μόνιμο χαρακτήρα. Στη πλατεία οι Εδεσσαίοι συζητούν όρθιοι αλλά και ψωνίζουν από τους εμπόρους και αγωγιάτες που έφεραν εμπορεύματα με τα ζώα τους. Στο βάθος βλέπουμε τα απαραίτητα καφενεία ενώ δεξιά ανηφορίζει ο δρόμος, η σημερινή οδός Μοναστηρίου. Ηταν 15 Σεπτεμβρίου του 1848. Είναι άγνωστο πότε και πως καταστράφηκε αυτός ο πύργος. Θα πρέπει πάντως να συνέβη μετά το 1855 ίσως απο φωτιά που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τα παλαιότερα χρόνια.

Προσθήκη 05-01-2017
Μια πιο προσεκτική παρατήρηση δύο παλιών φωτογραφιών μας επέτρεψε να διακρίνουμε τον παλιό πύργο όπως ήταν στην πραγματικότητα. Η πρώτη φωτογραφία ελήφθη από τον Αρμένιο φωτογράφο Πωλ Ζέπτζι (Paul Zepdji) που είχε το εργαστήριο του στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζέπτζι τράβηξε πολλές φωτογραφίες το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Σ’αυτόν οφείλουμε την σειρά φωτογραφιών της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου και των διαφόρων σταθμών που κατασκευάστηκαν τότε. Αριστερά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του που ελήφθη από τον λόφο πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό (Καραμάν). Πρέπει να είναι του Ιουνίου 1894 όταν δηλ. πρωτοπέρασε το τρένο από την Εδεσσα. Στα δεξιά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του 1905/06 τραβηγμένη από τον Γάλλο φωτογράφο Βαν ντεν Μπρούλ (Alfred Van den Brule) λίγο πριν το κτίσιμο του νέου ρολογιού. Ο Γάλλος ελληνιστής και φωτογράφος περιηγήθηκε την Ελλάδα τα έτη 1905 – 1907 και στο τέλος του ταξιδιού του εξέδωσε το βιβλιο ‘Η Ελληνική Ανατολή’ (L’Orient Hellène) από όπου και η φωτογραφία. Και στις δυο φωτογραφίες φαίνεται καθαρά ο παλιός πργος του ρολογιού.

Λεπτομέρειες δυο φωτογραφιών, αριστερά του Ζέπτζι και δεξιά του Βαν ντεν Μπρουλ. Στη φωτογραφία του Ζέπτζι φαίνεται στο βάθος και ο μιναρές του τζαμιού Γαζί που βρισκόταν στα σημερινά δικαστήρια.

tzami-and-watch-tower3

Συμπαιρένουμε συνεπώς ότι το παλιό ρολόϊ δεν είχε καταστραφεί όπως υποθέσαμε αρχικά. Έστεκε εκεί και λειτουργούσε μέχρι το κτίσιμο του καινούργιου πύργου.Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να καινοτομίσουν κτίζοντας ένα νέο πύργο με ωροδείκτες αυτή τη φορά έτσι ώστε να είναι ορατή η ώρα κάθε στιγμή από όλη τη πόλη. Για την καλύτερη ορατότητα της ώρας επελέχθη το εξαγωνικό σχήμα με έξι καδράν που ήταν ορατά από παντού. Με σημερινές αναλογίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι το νέο ρολόϊ συνδύαζε τον ήχο και την εικόνα (κάτι σαν ήχος και φως).

Η πιο παλιά φωτογραφία με το καινούργιο ρολόϊ είναι του 1910 και δείχνει το νέο φρεσκοκτισμένο πύργο δίπλα στο Χουνκιάρ τζαμί. Παρατηρούμε ότι το τζαμί είχε δυο παρόμοιες εισόδους μια (αριστερά) προς τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου και μιαν άλλη προς την οδό Πέλλης.

Το νέο κομψό ρολόϊ και το όμορφο κτίσμα του τζαμιού Χουνκιάρ.

hounkiar-tzami

(Τέλος προσθήκης)

Ας δούμε όμως τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της κεντρικής (πάλαι ποτέ) πλατείας στο πέρασμα των αιώνων.

18ος και 19ος αιώνας: έτσι θα πρέπει να ήταν η μορφή της πλατείας από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Χειμώνας 1916-17: ποζάρουν στο μέσο της πλατείας δυο Αυστραλέζες: η γιατρός και επικεφαλής του νοσοκομείου εκστρατείας των εθελοντριών Σκωτσέζων στην Αρνισσα Αγκνες Μπένετ με την οδηγό της Μαίρη Μπέτφορντ (εδώ εδώ κι εδώ – και στα αγγλικά εδώ κι εδώ). Το ρυάκι διασχίζει ακόμη τη πλατεία αλλά είναι πολύ μικρότερο. Οι τρύπες στο έδαφος είναι μάλλον η προεργασία γα την τοποθέτηση των πασσάλων της ξύλινης κουπαστής.

Agnes Benett Kentriki Plateia

Τέλη 1917, το ρυάκι έχει εξαφανιστεί ενώ έχει τοποθετηθεί η κουπαστή για να ακουμπάνε και να ξεκουράζονται οι πεζοί

1Kentriki Plateia.resized

Δεκαετία του 1920: ο μιναρές βρίσκεται ακόμη στη θέση του και βλέπουμε αριστερά τις πρώτες κολόνες του ηλεκτρικού ρεύματος. Η ξύλινη κουπαστή έχει αφαιρεθεί.

Πλατεία Ελευθερίας 1918

Σήμερα, το ρολόι εχει χαθεί πίσω από τις πολυκατοικίες και η πλατεία έχει μεταμορφωθεί σε ένα απλό κι απρόσωπο σταυροδρόμι

Πλατεία Ελευθερίας σήμερα.resized