Έδεσσα – Αιγές: η εκπληκτική επιβίωση ενός μύθου

“Και ο Κάρανος με ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων, προσταγμένος από τον χρησμό να πάει να εγκατασταθεί στη Μακεδονία έφτασε στην Ημαθία. Κυρίευσε εκεί την Έδεσσα περνώντας απαρατήρητος από τους κατοίκους της πόλης χάρις σε μια δυνατή μπόρα, με ομίχλη και πυκνή βροχή. Μπροστά του έτρεχαν γίδες που η κακοκαιρία τις έσπρωχνε προς την πόλη και ενθυμούμενος τον χρησμό που έλεγε ότι “θα βασιλέψει εκεί που θα τον οδηγήσουν οι γίδες” διάλεξε την πόλη αυτή για έδρα του βασιλείου του. Από τότε σε κάθε εκστρατεία έβαζε να προπορεύονται του στρατού γίδες για να έχει την ίδια επιτυχία όπως στη πρώτη του κατάκτηση. Σαν ενθύμιο αυτού του περιστατικού ονόμασε Αιγές την Έδεσσα και το λαό της Αιγεάτες”(1).

Για σχεδόν δεκαοκτώ αιώνες αυτό το κείμενο του Ιουστίνου θα γίνει το ευαγγέλιο λογίων, ιστορικών, αρχαιολόγων και άλλων επαϊόντων όταν προσέγγιζαν το θέμα της τοποθεσίας των Αιγών. Περαστικοί και επισκέπτες, περνώντας από την Έδεσσα δεν θα λησμονούν να αναφέρουν ότι εδώ ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Ήταν πίστη ακράδαντη, θεμελιωμένη στην παραπάνω ρήση. Μερικοί προσπάθησαν να ανακαλύψουν τους βασιλικούς τάφους διατρέχοντας την αρχαία πόλη στο Λόγγο καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο πάνω στο πλάτωμα της αρχαίας ακρόπολης, όπου σήμερα κείται η σύγχρονη πόλη. Μάταια όμως. Με τα ευρήματα των ανασκαφών στη Βεργίνα το 1976 από τον Μανόλη Ανδρόνικο, εδώ δηλαδή και σαράντα χρόνια, το θέμα θα λυθεί τελεσίδικα. Πρόκειται ίσως για την πλάνη, τον μύθο, που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Αυτό ίσως τον κάνει ξεχωριστό, ίσως μοναδικό. Αλήθεια πώς έγινε να περάσουν τόσοι αιώνες χωρίς να ξεσκεπαστεί το πέπλο που έκρυβε την αλήθεια; Ήταν ένα ερώτημα που με απασχολούσε αρκετό καρό. Σ αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουν να δώσουν απάντηση οι επόμενες γραμμές βασιζόμενες σε κείμενα εποχής.

Ποιός ήταν ο Ιουστίνος που βρίσκεται στην αρχή αυτής της μεγάλης πλάνης; Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Δεν γνωρίζουμε ούτε πού, ούτε πότε γεννήθηκε. Από τα ιστορικά γεγονότα που εξιστορεί υπολογίζεται ότι έζησε κάπου μεταξύ του 2ου και του 3ου αιώνα μ. Χ. Ήταν Ρωμαίος και έγραψε “εις λατινίδα φωνήν”. Το μόνο του σύγγραμα είναι η επιτομή, δηλ. η σύνοψη σε ένα τόμο, της μη σωζόμενης μεγάλης και πολύτομης “Παγκόσμιας Ιστορίας των Λαών” του Ρωμαίου ιστορικού Πομπηίου Τρόγου. Ο τελευταίος έζησε στα χρόνια του Οκταβιανού Αυγούστου και του Τιβερίου, στο πέρασμα δηλαδή από την παλιά στη νέα εποχή, στα χρόνια του Ιησού. Στην ιστορία του είχε τεράστιο αφιέρωμα στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στον πατέρα του Αλεξάνδρου Φίλιππο, σ’ αυτόν που έβαλε τις βάσεις του μακεδονικού μεγαλείου. Γι’ αυτό και το έργο του έγινε γνωστό και σαν “Φιλιππικές Ιστορίες”. Άλλωστε μόλις τότε ο Οκταβιανός έδωσε τέλος στη τελευταία κραταιά μακεδονική δυναστεία, κατακτώντας την Αίγυπτο και οδηγώντας σε αυτοκτονία τη τελευταία των Λαγιδών, Κλεοπάτρα. Ο Ιουστίνος λοιπόν απλά σμίκρυνε το μεγάλο έργο του Τρόγου γράφοντας μια σύνοψη. Σύνοψη που σίγουρα ήταν πιο εύκολο να αναπαραχθεί, πιο εύκολο να μεταφερθεί και πιο εύκολο να διαβαστεί από τους λατινόφωνους πολίτες της Ρωμαϊκης Αυτοκρατορίας. Έφερε τον τίτλο “Epitoma historiarum Philippicarum Pompei Trogi” (Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου).

Για το έργο του Ιουστίνου υπήρχαν από παλιά ενστάσεις. Ενστάσεις για παραλείψεις και για αρκετά λάθη. Εντυπωσιάζει για παράδειγμα η κρίση ενός Έλληνα μεταφραστή του λατινικού κειμένου, του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη, που προειδοποιεί τον αναγνώστη στον πρόλογο της έκδοσης του 1817 με τα εξής λόγια: “…θαϊδής τί άκαιρα και ανιστόρητα παραπηδήματα, τί δηλαδή αποτομαίς και κολοβώσεις έκαμε ο λεγόμενος επιτομεύς, ο οποίος την έκαμε, ως γραμματικός, δια να κάμη επίδειξιν των λογοτορνευμάτων του. Πλην και ούτω εις την από το ναυάγιον πτωχείαν μας, είναι και αυτό το βιβλίον αξιόλογον και περισπούδαστον, επειδή παίρνομεν δι αυτού μίαν έννοιαν της ιστορίας του Τρόγου”!

Η Επιτομή είχε εξαιρετική διάδοση στη Δύση. Γραμμένη στα λατινικά, την γλώσσα των λογίων του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι εκδόσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Είχε γίνει το δημοφιλές εγχειρίδιο της ιστορίας για αιώνες. Εκδόσεις του έχουμε το 1470 στη Βενετία, το 1472 στη Ρώμη, το 1474 στο Μιλάνο, το 1522 πάλι στη Βενετία, το 1588 στο Παρίσι, το 1606 στο Λέιντεν, το 1668 στην Ουτρέχτη ενώ αργότερα οι εκδόσεις και οι μεταφράσεις πολλαπλασιάζονται σε όλη την Ευρώπη. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι λόγιοι της εποχής που επισκέπτονται την Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους την ιστορία του Ιουστίνου. Αλλά και στην Ελλάδα η πρώτη γνωστή μετάφραση γίνεται ήδη το 1686 (Βιβλίον ιστορικόν καλούμενον Ιουστίνος / Μεταφρασθέν εκ της λατινίδος φωνής εις απλήν φράσιν παρά Ιωάννου Μάκολα του Αθηναίου. Ενετίησιν: Παρά Μιχαήλ Αγγέλω τω Βαρβωνίω, αχπς’ (1686) μηνί Φεβρουαρίω). Η δεύτερη έκδοση θα γίνει το 1817 στη Λειψία “τω υψηλοτάτω και ευσεβεστάτω ηγεμόνι κ.κ. Ιωάννη Καραντζιά” σε μετάφραση του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη. Έτσι και οι Έλληνες λόγιοι θα γνωρίσουν από πολύ νωρίς την Επιτομή του Ιουστίνου.

Το εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης της Επιτομής του Ιουστίνου, το 1686, μεταφρασμένο από τον Ιωάννη Μάκολα.

Ιουστίνος 1686

Το εξώφυλλο της δεύτερης μετάφρασης “εις αιολοδωρικήν” της Επιτομής του Ιουστίνου από τον Δανιήλ Φιλιππίδη με το ψευδώνυμο “αποπειρογράφος της Ρουμουνίας”. Ο Φιλιππίδης είχε ήδη γράψει τα βιβλία “Απόπειρα Αναλύσεως του Νοουμένου” και “Ιστορία και Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας” εξ ού και το ψευδώνυμο. Αγνοούσε την προγενέστερη μετάφραση του Μάκολα και είχε την εντύπωση ότι η δική του μετάφραση ήταν η πρώτη στη κοινή ελληνική.

Επιτομή Φιλιππίδη

Με το κείμενο του Ιουστίνου η Έδεσσα θα γίνει παγκοσμίως γνωστή σαν η πόλη που μετονόμασε ο Κάρανος σε Αιγές. Όποιος ήθελε να βρει την πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου δεν είχε παρά να ψάξει για την Έδεσσα. Και επειδή το τοπωνύμιο αυτό είχε χαθεί με το πέρασμα των αιώνων, ο Γάλλος θεολόγος Μισέλ Λεκιέν στο βιβλίο του για την Χριστιανική Ανατολή (Michel Lequien, Oriens christianus, Παρίσι, 1740) θα παρουσιάσει κείμενο του πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθου που μιλά για τον μητροπολίτη “Εδέσσης, ήτις τανιώ Βόδενα, ή Βόδυνα λέγεται”. Αυτός ήταν ο κρίκος που έλειπε για τη γνωστή πια τριπλέτα Έδεσσα – Αιγές – Βοδενά. Τα Βοδενά λοιπόν ήταν η αρχαία Έδεσσα η οποία σύμφωνα με τον Ιουστίνο συνέπιπτε με τις αρχαίες Αιγές. Έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος ομοφωνίας μεταξύ των λογίων της Δύσης για την τοποθεσία των Αιγών. Ομοφωνία όμως με μια εξαίρεση. Κάποιος Θεόφιλος Φρειδερίκος Τάφελ (Theophilus Fridericus Tafel), καθηγητής του πανεπιστημίου του Τούμπιγκεν (Tübingen) και μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας της Φρανκφούρτης, τόλμησε να εκφράσει μια διαφορετική, μια αιρετική άποψη. Στο βιβλίο του για την ρωμαϊκή στρατιωτική οδό Εγνατία (De Via Militari Romanorum Egnatia) που εκδόθηκε το 1842 διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές δεν ταυτίζονταν με την Έδεσσα. Χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω τον μύθο με τις γίδες διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές ήταν μια άλλη πόλη. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω; Όχι ακριβώς. Το θέμα συζητήθηκε ευρέως στην εποχή του. Φαίνεται όμως ότι απορρίφθηκε η άποψη του. Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε πώς έγινε η απόρριψη αυτή. Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει ένας νεαρός Γάλλος ελληνιστής ο οποίος θα προσπαθήσει να συνοψίσει τα επιχειρήματα εναντίον της άποψης του Γερμανού καθηγητή.

Ο Αλφρέντ Ντελακουλόνς (Alfred Delacoulonches) ήταν ένας νεαρός και ταλαντούχος ελληνιστής που είχε διαβάσει διεξοδικά τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Διπλωματούχος της περίφημης Ecole Normale του Παρισιού έφτασε την δεκαετία του 1850 μαζί με τον συμμαθητή του Λεόν Εζέ (Léon Heuzey) στη Γαλλική Σχολή Αθηνών. Μαζί ξεκινούν τον Σεπτέμβριο του 1855 ένα διερευνητικό ταξίδι στη Μακεδονία, τότε υπό οθωμανικό ζυγό, ακολουθώντας τα βήματα του Γάλλου προξένου Εσπρί Κουζινερύ. Τα αποτελέσματα αυτού του ταξιδιού ο Ντελακουλόνς θα τα δημοσιεύσει το 1859 στο Παρίσι (Memoire sur le berceau de la Puissance Macédonienne, 1859). Πρώτος σταθμός του ταξιδιού ήταν φυσικά οι αρχαίες Αιγές, τα τότε Βοδενά. Η ομορφιά του τοπίου τον μαγεύει από την πρώτη στιγμή. “Φανταστείτε ένα τεράστιο ημικυκλικό πλάτωμα ύψους 120 με 150 πόδια που κόβεται σαν μαχαίρι στις τρεις του πλευρές ενώ έχει για πλάτη τα δυο βουνά (σημ. Βέρμιο και Βόρρα) οι πλαγιές των οποίων αφήνουν ένα πέρασμα στα νερά των λιμνών (σημ. εννοεί τις λίμνες Άγρα και Βεγορίτιδα)”… “Η Ακρόπολη των Αθηνών είναι ο πιο όμορφος βράχος του κόσμου αλλά το πιο υπέροχο πλάτωμα που φιλοξενεί πόλη είναι ίσως αυτό των Βοδενών”. Μπροστά μάλιστα στους καταρράκτες, όπως ο συνταγματάρχης Λήκ το 1806 (William Martin Leake, Travels in Northern Greece), θα αναφωνήσει τους στίχους του Ορατίου…

Με γοητεύουν λιγότερο η Λακεδαίμονα
και οι εύφορες πεδιάδες της Λάρισσας
από ότι οι πηγές του Άλμπουλα, ο γρήγορος χείμαρρος Άνιο
τα δάση του Τίβολι και οι κήποι με τα φρούτα
που διασχίζονται από δροσερά ρυάκια (2)

..καθρεφτίζοντας φυσικά στους τρεις τελευταίους στίχους τα νερά της Έδεσσας.

Σχεδόν ερωτευμένος με το τοπίο θα γράψει κατηγορηματικά: “σ’ αυτόν τον τόπο ήταν κάποτε η αρχαία Έδεσσα, η πόλη του Καράνου, η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό”. Με τη δύναμη της γνώσης των ελάχιστων που έχουν επισκεφτεί την τοποθεσία δεν χάνει την ευκαιρία να αναφερθεί “στο σημαντικό ερώτημα που έθεσε τελευταία η γερμανική κριτική: Έδεσσα και Αιγές ήταν μία και αυτή πόλη; ή καλύτερα η Έδεσσα ήταν οι Αιγές στην οποία ενταφιάζονταν οι βασιλείς της Μακεδονίας;” Αναφέρεται φυσικά στη “μελέτη για την Via Egnatia στην οποία ο κ. Τάφελ δίνει αρνητική απάντηση”. Μεθοδικά θα συνοψίσει τα επιχειρήματα του Τάφελ και θα προσπαθήσει να τα αντικρούσει ένα προς ένα. Το κείμενο του σίγουρα αντικατοπτρίζει τον ακαδημαϊκό διάλογο που έφερε στο προσκήνιο η έκδοση του βιβλίου του Τάφελ.

Το πρώτο επιχείρημα του Γερμανού καθηγητή είναι η διάκριση που κάνει ο γεωγράφος Πτολεμαίος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών όταν αναφέρεται στις πόλεις της Ημαθίας: “Ημαθίας: Τύρισσα…..Αίδεσσα, Βέρροια, Αιγαία, Πέλλα”. Δίδει μάλιστα τα γεωγραφικά στίγματα της Έδεσσας και των Αιγών σε αντίθετες κατευθύνσεις από την Βέροια. Η Έδεσσα βόρεια και οι Αιγές νότια της Βέροιας.

Οι συντεταγμενες πόλεων της Ημαθίας όπως εμφανίζονται στη Γεωγραφία του Πτολεμαίου από την έκδοση του C. F. A. Nobbe της Λειψίας το 1843

Screenshot from 2017-05-24 19-22-46

Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει ότι ο Πτολεμαίος διακρίνει δυο διαφορετικές πόλεις, την Αίδεσσα (Έδεσσα) και την Αιγαία αλλά τονίζει: “Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η πόλη Αιγαία ήταν πράγματι ο τόπος ταφής των Μακεδόνων βασιλέων. Και μόνο η ορθογραφία μας οδηγεί σε αντίθετη σκέψη. Βρίσκουμε στα κείμενα τους τύπους Αιγαί, Αιγείων, Αιγέων, Αιγοίς, Αιγέας αλλά πουθενά Αιγαία. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι η Αιγαία δεν έχει καμιά σχέση με τις Αιγές….Ίσως να πρόκειται για την Αιγανέη γειτονική πόλη της Βέροιας”. Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι η διαφορά γραφής στην περίπτωση της Έδεσσας δεν ενοχλεί τον νεαρό ελληνιστή ενώ θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τη γραφή Αιγαία (με αι) αντί Αιγέα (με ε). Θα δούμε στη συνέχεια ότι και ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την ίδια ορθογραφία με τον Πτολεμαίο. Ας σημειωθεί ότι οι διαφορές γραφής ονομάτων δεν ήταν τόσο σπάνιο φαινόμενο παλιότερα. Οι αντιγραφείς των αρχαίων κειμένων ήταν συχνά η αιτία των διαφορών στη γραφή. Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι οι ιδέες του Πτολεμαίου είχαν περάσει στους χαρτογράφους της Αναγέννησης αλλά δεν τους δόθηκε η προσήκουσα σημασία. Έτσι για παράδειγμα σε χάρτη του Γερμανού γεωγράφου Γιόχαν Λάουρενμπεργκ (Johann Laurenberg) που εκδόθηκε το 1661 (Graecia antiqua, Amsterdam, 1661) οι θέσεις Έδεσσας, Βέροιας και Αιγών είναι διακριτές, όπως και στον Πτολεμαίο, και δίδονται τα στίγματα με την ακριβή σειρά: η Έδεσσα βορειότερα της Βέροιας και οι Αιγές νοτιότερα.

Ο  χάρτης του Λάουρενμπεργκ του 1661 διακρίνει καθαρά τις διαφορετικές τοποθεσίες των πόλεων Έδεσσας, Βέροιας και Αιγέας (Αιγών). Ο χάρτης αυτός πέρασε απαρατήρητος από τους επαΐοντες των τριών επόμενων αιώνων!

LAURENBERG, Johann Macedonia 1661

Το δεύτερο στοιχείο κατά τον Τάφελ είναι η διάκριση που κάνει ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών σε δυο διαφορετικά βιβλία της Ιστορίας του. Στο μεν τέταρτο βιβλίο (4 10) αναφέρει τις Αιγές πρώτη μεταξύ των πόλεων της Μακεδονίας ενώ στο έκτο βιβλίο (6 34), όπου μιλά για την ιδιοφυή ιδέα των Ελλήνων να χωρίσουν τη γη σε γεωγραφικές παραλλήλους στις ζώνες των οποίων ανήκουν πόλεις “που έχουν την ίδια διάρκεια νύχτας και μέρας”, αναφέρει την Έδεσσα στην 5ο παράλληλο. Η απάντηση του Ντελακουλόνς είναι ότι ο Πλίνιος δεν αναφέρει και τις δυο πόλεις ταυτόχρονα στα δυο βιβλία. Την πρώτη φορά αναφέρει τις Αιγές αλλά όχι την Έδεσσα ενώ την δεύτερη φορά αναφέρει την Έδεσσα αλλά όχι τις Αιγές. Άρα μιλά πάντα για την ίδια πόλη: την πρώτη φορά με το νέο όνομα Αιγές στο 4ο βιβλίο και τη δεύτερη φορά με το παλιό στο 6ο βιβλίο.

Το τρίτο επιχείρημα αφορά την “Περί Φυτών Ιστορία” όπου ο Θεόφραστος περιγράφει ένα περίεργο φυσικό φαινόμενο: “διό ενιαχού τα νέφη τοις πνεύμασιν υπενεναντίας φέρεται, καθάπερ περί Αιγειάς της Μακεδονίας, βορέου πνέοντος προς βορέαν” (VI. 8, 12) δηλαδή σε μερικούς τόπους τα σύννεφα έχουν αντίθετη φορά από τους ανέμους όπως στις Αιγές όπου όταν πνέει βόρειος άνεμος τα σύννεφα πηγαίνουν βόρεια. Αυτό το φαινόμενο συνδέεται φυσικά με την διαφορετική φορά των ανέμων ανάλογα με το ύψος και συμβαίνει συχνά σε μέρη όπου η αύρα της θάλασσας έχει διαφορετική κατεύθυνση από τους ανέμους που πνέουν σε μεγαλύτερα ύψη. Ο Ντελακουλόνς όμως απαντά ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε άρα και στο υψηλό οροπέδιο της Έδεσσας και συνεπώς το σημείο αυτό είναι άνευ σημασίας.

Το τέταρτο επιχείρημα του Τάφελ προέρχεται από τους Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου όπου αναφέρονται ξεχωριστά οι πόλεις Έδεσσα και Αιγές. Στο έργο του “Δημήτριος” (ο Πολιορκητής) ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όταν ο Δημήτριος αρρώστησε, ο Πύρρος βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί ξαφνικά στη Μακεδονία και να φτάσει μέχρι την Έδεσσα (3). Στο έργο “Πύρρος” επαναλαμβάνει την ξαφνική κάθοδο του Μολοσσού βασιλιά χωρίς αντίσταση μέχρι την Έδεσσα όταν είχε αρρωστήσει ο Δημήτριος με κίνδυνο να πάρει ακόμη και την βασιλεία (4). Στην Έδεσσα επίσης είχε στρατοπεδεύσει ο Πύρρος όταν έμαθε ότι ο Λυσίμαχος, μετά την νίκη του επί του Δημητρίου, ερχόταν εναντίον του από τη Συρία και φοβισμένος έφυγε με τον στρατό του (5). Αντίθετα στο κεφάλαιο 26 αναφέρεται για πρώτη φορά στις Αιγές, πόλιν Αιγαίων, όπως την ονομάζει. Αφού ο Πύρρος νίκησε τον γιό του Δημητρίου, Αντίγονο Γονατά, άρχισε να καταλαμβάνει τη μια πόλη μετά την άλλη. Κατέλαβε και τις Αιγές, φερόμενος άγρια στους κατοίκους της και εγκατέστησε φρουρά από Γαλάτες μισθοφόρους. Οι τελευταίοι, άνθρωποι πρωτοφανούς απληστίας, άρχισαν να σκάβουν τους τάφους των βασιλέων, λεηλάτησαν τους θησαυρούς και διέπραξαν ιεροσυλία διασκορπίζοντας τα οστά τους (6). Γιατί λοιπόν ο Πλούταρχος αναφέρεται με δυο ξεχωριστές ονομασίες και μάλιστα στο ίδιο κείμενο (Πύρρος) αν πρόκειται για την ίδια πόλη; Το ερώτημα το αντιπαρέρχεται ο Ντελακουλόνς δίνοντας την βολική απάντηση ότι δηλαδή άλλοτε ο Πλούταρχος αναφέρει την Έδεσσα με το παλιό της όνομα και άλλοτε με το νέο! Και όμως η ανάγνωση του κειμένου δίνει καταφανώς δίκιο στον Γερμανό καθηγητή. Ο Πύρρος είχε καταλάβει δυο φορές την Έδεσσα, τη δεύτερη μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την εγκαταλείψει οικειοθελώς όταν έφτασε ο Λυσίμαχος από τη Συρία. Ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε άσχημα στους Εδεσσαίους. Ποιος ο λόγος λοιπόν να φερθεί σκληρότατα στους κατοίκους της ίδιας πόλης όταν την κατέλαβε για τρίτη φορά; Προφανώς επρόκειτο για άλλη πόλη, τις Αιγές όπως και την ονομάζει ο Πλούταρχος. Η απάντηση του Ντελακουλόνς ότι τυχαία ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ονομασία στερείται κάθε λογικής.

Το τελευταίο επιχείρημα του Τάφελ είναι ότι δεν έχουν βρεθεί βασιλικοί τάφοι στην Έδεσσα. Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει στο σημείο αυτό ότι παρά τις έρευνες πολλών ημερών δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τους περίφημους τάφους για τους οποίους μιλούν ο αρχαίοι ιστορικοί. “Θα το πω ευθέως” αναφέρει στην έκθεση του. “Δεν σταθήκαμε πιο τυχεροί από άλλους επισκέπτες και δεν βρήκαμε τίποτα που θα μπορούσε να ρίξει φως σε σχέση με τους βασιλικούς τάφους”. Έχει όμως έτοιμη τη δικαιολογία: “αυτοί οι τάφοι όμως είχαν λεηλατηθεί τόσες φορές, και μόλις 50 χρόνια από τον θάνατο του Αλεξάνδρου, που θα έπρεπε να εκπλαγούμε αν βρίσκαμε και το παραμικρό ίχνος”.

Ικανοποιημένος από την “αποδόμηση” των επιχειρημάτων του Τάφελ ο Ντελακουλόνς καταλήγει: “Αυτές οι παρατηρήσεις μας οδηγούν στη κοινή μας πεποίθηση. Στην Έδεσσα πρέπει να τοποθετήσουμε τον ιερό τόπο της μακεδονικής βασιλείας. Έδεσσα και Αιγές δεν είναι παρά μία και μόνο πόλη”!

Η εμμονή του νεαρού Γάλλου ελληνιστή που κλείνει τα μάτια μπροστά στο προφανές μας εντυπωσιάζει. Η ρήση του Ιουστίνου είχε δημιουργήσει σχεδόν θρησκευτική πίστη που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει. Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ντελακουλόνς. Η συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών είχε την ίδια αντίδραση.

Ο συνάδελφος, φίλος και συνοδοιπόρος του Ντελακουλόνς, Εζέ, θα βρεθεί στο χωριό Παλατίτσα, στις αρχαίες Αιγές, δυό φορές. Παρακινούμενος από την ανάγνωση του “Ταξιδιού στη Μακεδονία” του Γάλλου προξένου Κουζινερύ θα επισκεφτεί τον χώρο που είχε υποδείξει το 1776 στον Κουζινερύ ο Μπεκέλας της Βεροίας, ο προπάππος του Δημητρίου Βικέλα. Για την τοποθεσία “Παλάτια” είχε γράψει πρώτος ο γεωγράφος και επίσκοπος Ναυπάκτου Μελέτιος, στη Γεωγραφία του. Κατά τον Μελέτιο στη θέση εκείνη βρισκόταν η αρχαία Πέλλα. Όπως όμως είχε παρατηρήσει ο Μπεκέλας, σε ερώτηση του Κουζινερύ, η θέση Παλάτια δεν βρισκόταν κοντά στα Γιαννιτσά όπως έγραφε ο Μελέτιος αλλά νότια του Αλιάκμονα στις πλαγιές των Πιερίων, ένα μέρος με πολλές αρχαιότητες. Δεν είχε καμιά σχέση με την Πέλλα. Ο Εζέ, μετά την πρώτη επίσκεψη εκεί το 1855 όπου διαπίστωσε την ύπαρξη αρχαίων, θα οργανώσει ειδική αποστολή το 1861 χρηματοδοτούμενη από τον Γάλλο αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ’. Εξετάζοντας τα αρχαία, ψηλά στο πλάτωμα όπου είχε ανεγερθεί στα βυζαντινά χρόνια η εκκλησία της Αγίας Τριάδος, θα καταλάβει ότι δεν πρόκειται για ένα κοινό κτήριο ή ναό όπως ο Παρθενώνας αλλά για παλάτι πρωτοφανών για την αρχαιότητα διαστάσεων, σύμβολο πολιτικής επιρροής και ισχύος. Ήταν παλάτι Μακεδόνων βασιλέων. Έκπληκτος από τα ευρήματα θα σπάσει το κεφάλι του να βρει την πόλη που κρυβόταν πίσω από τα σημαντικά ερείπια. Θα εξετάσει όλα τα ενδεχόμενα. Μήπως είναι η πόλη Ουάλλαι (Βάλλες) του γεωγράφου Πτολεμαίου; Αλλά πρόκειται για ύστερο ρωμαϊκό τοπωνύμιο, άρα απορρίπτεται. Μήπως είναι η πόλη Φυλακαί που δεν έχει βρεθεί ακόμη; Αλλά η θέση δεν ταιριάζει με τους αρχαίους χάρτες του Πτολεμαίου. Παρατηρεί όμως ότι μια πόλη ταιριάζει με τους χάρτες. Είναι “ένα μέρος που ο Πτολεμαίος ονομάζει Αιγαία πλην όμως οι σύγχρονοι γεωγράφοι την τοποθετούν οι μεν στις Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας που είναι η Έδεσσα, οι δε στο Αιγίνιο ή στην Αιγανέη της Εορδαίας που είναι και το πιθανότερο. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι η Αιγαία βρίσκεται στην Ημαθία” (Mission de Macédoine, 1876). Η τύφλωση που έχει επιφέρει το κείμενο του Ιουστίνου είναι άνευ προηγουμένου! Τελικά θα την αναφέρει στο κείμενο του απλά Αρχαία Πόλη, πόλη χωρίς όνομα.

Αριστερά το τοπογραφικό του Εζέ του 1861 και δεξιά σημερινός χάρτης των Αιγών.      (1) το Παλάτι, όπου υπήρχε ο Ι.Ν. της Αγίας Τριάδος (2) η Νεκρόπολη – που ο Εζέ ονομάζει αρχαία πόλη, (3) η Μεγάλη Τούμπα όπως την ονομάζει ο Εζέ όπου βρέθηκε ο τάφος του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο, (4) οι μεγάλες τεχνητές τούμπες και (5) το χωριό Παλατίτσα.

Screenshot from 2017-04-11 07-52-26.resized

Το Παλάτι όπως το σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Ντομέ (Daumet), μέλος της αποστολής Εζέ του 1861, με βάση τις διαστάσεις του οικοδομήματος

Screenshot from 2017-04-11 07-59-42

Θα περάσει ένας αιώνας πριν το θέμα ανακύψει ξανά. Θα το επαναφέρει η Ελληνίδα Φανούλα Παπάζογλου η οποία το 1957 θα υποστηρίξει ότι είναι λάθος η ταύτιση των Αιγών με την Έδεσσα. Στις γνωστές θέσεις του Πτολεμαίου, του Πλινίου και του Πλουτάρχου θα προσθέσει και δυο επιγραφές του 3ου π. Χ αιώνα που αναφέρουν “Μακεδών εξ Εδέσσης” και “Μακεδών εξ Αιγεών”. Μετά τον Γερμανό Τάφελ θα είναι η πρώτη φορά που κάποιος άλλος θα αποδείξει με επιχειρήματα την μεγάλη πλάνη. Παρόλα αυτά θα πρέπει να φτάσει το 1972, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος Χάμοντ (N. G. L. Hammond, A History of Macedonia, Oxford, 1972) θα συμπλεύσει με την άποψη αυτή. Και φυσικά το τέλος του λάθους θα φέρει ο καθηγητής Ανδρόνικος το 1976 ο οποίος θα δείξει πόσο δίκιο είχε ο γεωγράφος Πτολεμαίος και πόσο άδικο ο Ιουστίνος!

Κλείνοντας θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η, μακροβιότερη ίσως, ιστορική πλάνη έγινε δυνατή λόγω της απώλειας σημαντικών έργων της αρχαιότητας για την Μακεδονία. Από το κεφάλαιο του 7ου βιβλίου του Στράβωνα που αφορούσε την Μακεδονία έχουν σωθεί ελάχιστα τμήματα. Πιο άτυχοι είμαστε με τα γραπτά των Μακεδόνων ιστορικών. Τόσο οι μακεδονικές ιστορίες (Μακεδονικαί Ιστορίαι) του Μαρσύα Φιλιππέως, όσο και η Ιστορία του, συμμαθητή και φίλου του Αλεξάνδρου, Μαρσύα Πελλαίου καθώς και τα “Μακεδονικά Πάτρια” του Θεαγένη έχουν δυστυχώς χαθεί. Έτσι όλα τα βλέμματα στάθηκαν στην σύνοψη του Ιουστίνου. Κι ενώ ο συνδυασμός παραγράφων άλλων αρχαίων κειμένων, όπως του Πλουτάρχου, οδηγούσε λογικά στην αποκάλυψη της αλήθειας αιώνες νωρίτερα, χρειάστηκε η αρχαιολογική σκαπάνη να λύσει, σαν άλλο γόρδιο δεσμό, το μεγάλο γρίφο της τοποθεσίας των Αιγών. Ίσως όμως να ήταν έτσι καλύτερα. Γιατί γνωρίζουμε τί συνέβαινε όταν δυτικοί αρχαιολάτρες ανακάλυπταν αρχαία στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα! Σήμερα δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε στο Λούβρο για να θαυμάσουμε τα αριστουργήματα της αρχαίας μακεδονικής τέχνης που βρέθηκαν – και συνεχίζουν να ανευρίσκονται – στις Αιγές. Μια επίσκεψη στη Βεργίνα αρκεί.

(1) Απόσπασμα από την έκδοση “ex officina plantiniana raphelengii” του 1606 στο Λέιντεν (Leiden) της Ολλανδίας. H Έδεσσα γράφεται στο κείμενο Aedessa (Αίδεσσα).

Screenshot from 2017-04-22 12-14-45

“Sed et Caramus cum magna multitudine Graecorum, sedes in Macedonia responso oraculi jussus quaerere, cum in Emathiam venisset, urbem Aedessam, non sentienti bus oppidanis propter imbrium et nebulae magnitudinem, gregem caprarum imbrem fugientium secutus, occupavit; revocatusque in memoriam oraculi, quo jussus erat ducibus capris imperium quaerere, regni sedem statuit, religioseque postea observavit, quocunque agmen moveret, ante signa easdem capras habere, coeptorum duces habi turus, quas regni habuerat auctores. Urbem Aedessam ob memoriam muneris Aegeas, populum Aegeadas vocavit”.  (Iustini Liber VII)

(2) Nee me tam patiens Lacedaemon,
Nee tam Larissae percussil campus opimae,
Quam domus Albuneae resonantis
Et praeceps Anio, el Tiburni Iucus et uda
Mobilibus pomaria rivis
(Oratio I carm: VII)

(3) “ ὁ δ᾽οὖν Δημήτριος ἐπισφαλέστατα νοσήσας ἐν Πέλλῃ μικροῦ τότε Μακεδονίαν ἀπέβαλε, καταδραμόντος ὀξέως Πύρρου καὶ μέχρις Ἐδέσσης προελθόντος” (Πλουτάρχου Δημήτριος 43)

(4) “ὀλίγῳ δὲ ὕστερον πυθόμενος νοσεῖν τὸν Δημήτριον ἐπισφαλῶς ἐνέβαλε μὲν ἐξαίφνης εἰς Μακεδονίαν ὡς ἐπιδρομήν τινα καὶ λεηλασίαν ποιησόμενος, παρ᾽ ὀλίγον δὲ ἦλθε πάντων ὁμοῦ κρατῆσαι καὶ λαβεῖν ἀμαχεὶ τὴν βασιλείαν, ἐλάσας ἄχρι Ἐδέσσης μηδενὸς ἀμυνομένου” (Πλουτάρχου Πύρρος, 10 1-2)

(5) “τέλος δὲ Δημητρίου καταπολεμηθέντος ἐν Συρίᾳ Λυσίμαχος ἐπ᾽ ἀδείας γενόμενος καὶ σχολάζων εὐθὺς ἐπὶ τὸν Πύρρον ὥρμησε καθημένου περὶ τὴν Ἔδεσσαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 12 5-6)

(6) “μετὰ τὴν μάχην δὲ εὐθὺς ἀνελάμβανε τὰς πόλεις, τῶν δὲ Αἰγαίων κρατήσας τά τε ἄλλα χαλεπῶς ἐχρήσατο τοῖς ἀνθρώποις, καὶ φρουρὰν Γαλατικὴν ἐν τῇ πόλει κατέλιπε τῶν μετ᾽ αὐτοῦ στρατευομένων, οἱ δὲ Γαλάται γένος ἀπληστότατον χρημάτων ὄντες ἐπέθεντο τῶν βασιλέων αὐτόθι κεκηδευμένων τοὺς τάφους ὀρύττειν, καὶ τὰ μὲν χρήματα διήρπασαν, τὰ δὲ ὀστᾶ πρὸς ὕβριν διέρριψαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 26)

Τάφος του Αριστοτέλη: μια μαρτυρία ηλικίας 700 ετών

Πριν από δέκα περίπου μέρες πληροφορηθήκαμε από τον ημερήσιο τύπο την ανακάλυψη του τάφου του Σταγειρίτη φιλοσόφου. “Κινητά ευρήματα, κεραμική, περισσότερα από πενήντα νομίσματα χρονολογούν τάφο και βωμό στους χρόνους περίπου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιος όμως ήταν ο ένοικός του; Γραμματειακές πηγές δίνουν τη ζητούμενη απάντηση, με κυριότερες το χειρόγραφο αρ. 257 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης και μία αραβική βιογραφία του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με αυτές, μετά τον θάνατό του στη Χαλκίδα (322 π.Χ) οι Σταγειρίτες μετέφεραν την τέφρα του με χάλκινη υδρία, την έθαψαν σε μεγάλο υπέργειο τάφο μέσα στην πόλη τους, δίπλα στον οποίο έστησαν και βωμό, σε έναν τόπο που τον ονόμασαν «Αριστοτέλειον» και στον οποίο συνεδρίαζε στο εξής η Βουλή. Προς τιμήν του καθιέρωσαν μεγάλες ετήσιες γιορτές και αγώνες, τα «Αριστοτέλεια»”. Και ο αρχαιολόγος των Σταγείρων Κώστας Σισμανίδης επισημαίνει: “όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σωζόμενο αψιδωτό κτίσμα ήταν ο τάφος-ηρώο του Αριστοτέλη» (Καθημερινή)”.

Το αψιδωτό ταφικό μνημείο όπως είναι σήμερα

Ταφος Αριστοτέλη

Στην πρόσφατη ανακάλυψη των γραμματειακών πηγών στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας ίσως θάπρεπε να προστεθεί και μια άλλη που χρονολογείται από το 1356 μ.Χ. Πρόκειτα για το βιβλίο των ταξιδιών του Ζαν ντε Μαντβίλ (Jean de Mandeville) ή πιο σωστά του Άγγλου ιππότη John de Mandeville που αν και Αγγλος αριστοκράτης είχε γαλλικό όνομα και έγραφε στα γαλλικά. Το βιβλίο του (Livre des voyages de Jean de Mandeville) είχε γίνει μπεστ-σέλλερ για σχεδόν τέσσερις αιώνες στην Ευρώπη. Είχε μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και το χρησιμοποιούσαν οι τότε θαλασσοπόροι μεταξύ των οποίων και ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Η αρχή του βιβλίου του Ζαν ντε Μαντβίλ γραμμένο σε παλιά γαλλικά γοτθικής γραφής. Το βιβλίο σώζεται σε περίπου 250 χειρόγραφα δώδεκα διαφορετικών γλωσσών.

Jean de Mandeville.resized

Ο Ζαν ντε Μαντβίλ ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους τη δεκαετία του 1330. Στο τρίτο κεφάλαιο που τιτλοφορείται “Περί της Κωνσταντινουπόλεως και της Πίστης των Ελλήνων” αφού εξηγεί ότι ο Έλληνας αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης εξουσιάζει πολλούς λαούς που μιλάν διαφορετικές γλώσσες υπογραμμίζει ότι ελέγχει επίσης την Θράκη και την Μακεδονία. Στη τελευταία αναφέρει ότι “γεννήθηκε ο Αριστοτέλης σε πόλη που ονομάζεται Στάγειρα κοντά στη πόλη (εννοεί περιοχή) της Θράκης. Στα Στάγειρα αναπαύεται σήμερα ο Αριστοτέλης. Υπάρχει και ένας βωμός πάνω στο τάφο του. Οι άνθρωποι εκεί κάνουν μεγάλες γιορτές προς τιμήν του κάθε χρόνο σαν να ήταν άγιος. Και στον βωμό γίνονται τα συμβούλια και οι συναθροίσεις των κατοίκων που ελπίζουν ότι με τη φώτιση του Θεού και του Αριστοτέλη θα παίρνουν καλύτερες αποφάσεις”. Είναι ίσως η παλαιότερη μαρτυρία για τις γιορτές που γίνονταν στο ταφικό μνημείο του Αριστοτέλη στα Στάγειρα την εποχή που τα επισκέφτηκε ο Αγγλος περιηγητής.

Ισως να εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι κάτοικοι των Σταγείρων γιόρταζαν τον 14ο αιώνα τον Αριστοτέλη σαν άγιο της χριστιανικής θρησκείας. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Στη μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος στο παρεκκλήσι της Πορταΐτισσας με την περίφημη εικόνα της Θεοτόκου, υπάρχουν εικόνες με τους αρχαίους σοφούς όπως Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σόλωνα κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και στην Έδεσσα στο εκκλησάκι της ΑγίαςΥπαπαντής δίπλα στον Ι.Ν. της Αγίας Σκέπης στη γειτονιά μου στο Βαρόσι.

Η έλλιμνος νήσος

Μια από τις πιο όμορφες λίμνες της χώρας μας, η Βεγορίτιδα, βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την Έδεσσα. Εκτός από την ομορφιά η λίμνη έχει και μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα: την σημαντική διακύμανση της στάθμης του νερού. Από την δεκαετία του 1950 όμως με την μεγάλη επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα η τάση της στάθμης έγινε δυστυχώς μονοσήμαντη, φθίνουσα. Το ευχάριστο γεγονός της σταδιακής αύξησης του όγκου της τα τελευταία χρόνια ας ελπίσουμε ότι θα σημάνει αντιστροφή της τάσης των τελευταίων δεκαετιών (η εξέλιξη της στάθμης στο τέλος του σημειώματος).

Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι μετρήσεις της στάθμης είχαν ακρίβεια με την χρήση ειδικών οργάνων όμως παλαιότερα η μέθοδος μέτρησης ήταν εμπειρική, κοινώς με το μάτι. Σημείο αναφοράς αποτελούσε το νησί, το όστροβο, η κατά τον ιστορικό του 13ου αιώνα Γεώργιο Παχυμέρη “έλλιμνος νήσος” δηλαδή το νησί που βρισκόταν μέσα στη λίμνη. Το νησί, που έχει ένα τζαμί στη κορυφή του, άλλοτε γινόταν βράχος δίπλα στην ακτή και άλλοτε ήταν πραγματικό νησί που χρειαζόταν βάρκα για να το προσεγγίσει κανείς. Η άνοδος της στάθμης μερικές φορές γινόταν απότομα και έπιανε απροετοίμαστους τους περίοικους. Κάτι τέτοιο συνέβη και πριν από έναν αιώνα ακριβώς, το καλοκαίρι του 1916, σκεπάζοντας με νερό τις γραμμές του τρένου. Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες άρχισαν να δουλεύουν νύχτα-μέρα για να μετατοπίσουν τη σιδηροδρομική γραμμή ψηλότερα. Ο σιδηρόδρομος ήταν απόλυτα αναγκαίος για τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων που είχαν αρχίσει να έρχονται από την Θεσσαλονίκη για την προετοιμαζόμενη καλοκαιρινή επίθεση της Αντάντ. Λέγεται μάλιστα ότι οι Ρώσοι που είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στο ύψωμα με το τζαμί τα μάζεψαν άρον άρον και στρατοπέδευσαν ψηλότερα.

Τι γνωρίζουμε λοιπόν για αυτά τα εμπειρικά εκτιμημένα όρια μεταβολής της στάθμης του νερού της λίμνης; Η πηγή είναι όπως πάντα η παρατηρητικότητα των περιηγητών των περασμένων αιώνων. Ο πρώτος γνωστός δυτικός που περνά από την περιοχή, προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση την Έδεσσα και τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη είναι ο βάιλος (πρέσβης) της Βενετίας Λορέντσο Μπερνάρδο (Lorenzo Bernardo) την Κυριακή 26 Μαΐου του 1591 δηλ. πριν από 425 χρόνια ακριβώς. Κατεβαίνοντας από τα στενά της Κέλλης προς την Άρνισσα αναφέρει: “Από ψηλά είδαμε πρώτα τη λίμνη Σαριγκιόλ, λέξη τουρκική που σημαίνει κίτρινη λίμνη, και μετά τη λίμνη του Οστρόβου. Δίπλα στη λίμνη που έχει αρκετό μήκος βρίσκεται το ομώνυμο χωριό. Στο μέσο του χωριού υπάρχει άνα μικρό απότομο ύψωμα στη κορυφή του οποίου έχει κτισθεί ένα τζαμί που θα μπορούσε να μετασχηματισθεί σε ασφαλέστατο φρούριο γιατί ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης”. Ερμηνεύοντας τα λόγια του βάιλου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ύψωμα που είχε ήδη τζαμί βρισκόταν πάνω στην ακτή, ίσως σαν χερσόνησος, και είχε δίπλα το χωριό. Για να βρίσκεται το χωριό τόσο κοντά στη λίμνη θα πρέπει οι τότε διακυμάνσεις της να ήτανε μικρότερες. Επόμενος γνωστός περιηγητής ήταν ο Βρετανός γιατρός Εντουαρτ Μπράουν (Edward Browne) που πέρασε προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση τη Λάρισσα το καλοκαίρι του 1669. Κατεβαίνοντας τις πλαγιές του Καρά Ντουρού προς το Ξυνό Νερό παρατηρεί από ψηλά στα αριστερά του τη Βεγορίτιδα καθώς επίσης και τη λίμνη των Πετρών. Δεν αναφέρει τίποτα για νησί ή τζαμί με μιναρέ. Ισως αυτό να οφείλεται στη μεγάλη απόσταση του από τη λίμνη. Αναφέρει απλά μια ιστορία που άκουσε για την δημιουργία της Βεγορίτιδας. Ο συνταγματάρχης Ουίλιαμ Ληκ (William Martin-Leake) διασχίζοντας την Εορδαία το 1806 θα αναφερθεί κι αυτός στη λίμνη χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στα χαρακτηριστικά της. Τον ενδιέφεραν κυρίως οι αρχαίες επιγραφές και η ταυτοποίηση αρχαίων πόλεων και τοποθεσιών. Τον Σεπτέμβριο του 1848 όμως θα διανυκτερεύσει εκεί ο ζωγράφος Εντουαρτ Ληρ (Edward Lear) και θα απαθανατίσει το τοπίο. Στο σχέδιο του φαίνεται καθαρά το νησάκι σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την ακτή. Εκτιμάται ότι η στάθμη τότε θα πρέπει να έφτανε τα 538 μέτρα.

Το νησί με τον μιναρέ στο μέσο της Βεγορίτιδας όπως το απαθανάτισε ο Ληρ στις 15 Σεπτεμβρίου του 1848

Ostrovo 15 Sept 1848.resized

Το 1848 το χωριό είχε ήδη μεταφερθεί κοντά στο λόφο. Ξεκινώντας από τα πεδινά ανηφόριζε ψηλότερα στο λόφο όπου βρίσκεται και σήμερα.

Ostrovo 16 Sept 1848.resized

Αρκετοί είναι οι ταξιδιώτες που περνούν από την περιοχή το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Τους αναφέρει με μεγάλη λεπτομέρεια η Μάργκαρετ Χάσλακ (Margaret Hasluck) σε μια συγκριτική μελέτη που δημοσίευσε το 1936. Οι κάτοικοι της Άρνισσας διηγούνταν στους περιηγητές ότι πριν από χρόνια η λίμνη είχε πλημμυρίσει το χωριό. Ηταν δηλαδή ακόμη ψηλότερα από ότι στον πίνακα του Ληρ. Το μεγάλο ύψος είχε “εγγραφεί” στη συλλογική μνήμη μέσα από συγκεκριμένες ιστορίες. Ετσι για ένα γάμο εκείνης της περιόδου χρειάστηκε να μεταφέρουν τη νύφη με βάρκα γιατί ο δρόμος του σπιτιού της στην Άρνισσα είχε πλημμυρίσει και ήταν αδύνατο το πέρασμα ακόμη και πάνω σε άλογο. Το νερό είχε φτάσει σχεδόν στο δρόμο προς Κέλλη και Μοναστήρι. Επίσης στο απέναντι χωριό, τον Αγιο Παντελεήμονα, το νερό είχε κατακλύσει αποθήκες με βαρέλια κρασιού προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Τέτοια φαινόμενα δεν συνέβησαν μετέπειτα, ήταν μοναδικά. Η εποχή αυτή προσδιορίζεται στα χρόνια 1858-60. Ο Άγγλος περιηγητής Χένρυ Τόζερ (Henry Tozer) θα περάσει από εκεί τέλη Αυγούστου του 1861 προερχόμενος από Έδεσσα στο δρόμο προς Μοναστήρι. Ας ακούσουμε την μαρτυρία του: “Η λίμνη του Οστρόβου έχει περί τα δέκα μίλια μήκος και δυο πλάτος με κατεύθυνση βορρά-νότου ανάμεσα σε βουνά με ένα από αυτά να έχει στη κορυφή του χιόνια… Κοιτάζοντας από το χωριό που βρίσκεται στην βόρεια ακτή αυτό που τραβά αμέσως την προσοχή είναι ένα τζαμί που αναδύεται από τη λίμνη με τον μιναρέ σε απόσταση περίπου μισού μιλίου από την ακτή. Ρωτήσαμε τους χωρικούς την ιστορία του κτίσματος αυτού και μας είπαν ότι είναι το απομεινάρι από μια πόλη που έφτανε παλιότερα μέχρι την ακτή”. Το καλοκαίρι του 1861 λοιπόν η “έλλιμνος νήσος” δεν φαινόταν καν με εξαίρεση το τζαμί με τον μιναρέ που είναι κτισμένο στο υψηλότερο σημείο του νησιού. Επιβεβαιώνονται έτσι αφηγήσεις που λέγανε ότι το νερό λίγα χρόνια νωρίτερα είχε καλύψει και το τζαμί μέχρι τα ξύλινα δοκάρια της σκεπής. Και ο Τόζερ συνεχίζει: “το 1859 η λίμνη ανέβηκε αρκετά πόδια ψηλότερα αλλά ευτυχώς είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Τα σημάδια της μεγάλης πλημμύρας ήταν εμφανή στις βόρειες ακτές της λίμνης”. Το ύψος του νερού υπολογίζεται ότι έφτασε τότε τα 545 – 548 μέτρα. Ηταν το μέγιστο ύψος της λίμνης. Ακολούθησε μετά μια πτωτική διακύμανση της στάθμης. Ο Σπιρίδων Γκόπσεβιτς, Σερβο-Αυστριακός στη καταγωγή αλλά Σέρβος εθνικιστής στην υπηρεσία του υπουργείου εξωτερικών της Σερβίας εκείνη την εποχή, θα περάσει από την Άρνισσα το 1888 (Makedonien und Alt-Serbien, Wien 1889): “Κατεβήκαμε (με τα άλογα από την Κέλλη) στη πεδιάδα δίπλα στη βόρεια όχθη της λίμνης. Το ταξίδι ήταν πολύ ευχάριστο και η θέα θαυμάσια, βλέπαμε τις απότομες ανατολικές και δυτικές πλαγιές των λόφων που έπεφταν απότομα στη λίμνη. Κοντά στη βόρεια ακτή είδαμε ένα μικρό νησί με ένα τζαμί”. Παρά τη μείωση της στάθμης της λίμνης το νησί δεν είχε ενωθεί με τη βόρεια ακτή το 1888 ενώ το τζαμί φαίνεται ότι βρισκόταν ακόμη ολάκερο με τον μιναρέ στη κορυφή του. Τη λίμνη με το νησί θα τα αποτυπώσει σε ένα χάρτη που έφτιαξε με την ευκαιρία του ταξιδιού του.

Ostrovo Lake 1888

Η στάθμη της λίμνης θα φτάσει το 1900 στο ελάχιστο ύψος των 525 μέτρων. Μετά ξανάρχισε μια αυξομειούμενη άνοδική πορεία μέχρι την επέμβαση της ΔΕΗ τη δεκαετία του 1950 οπότε παρατηρείται μια βίαιη ταπείνωση της λίμνης.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε από φωτογραφίες της εποχής την εξέλιξη του φυσικού φαινομένου στα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Σε φωτογραφία του 1909 το νησάκι φαίνεται να συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας χερσονήσου. Εκτιμάται ότι το ύψος τότε ήταν περίπου 520-525 μέτρα. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1916 η στάθμη της λίμνης θα ανέβει ξαφνικά κατά 6-7 μέτρα αναγκάζοντας τους Γάλλους να μετατοπίσουν βορειότερα την σιδηροδρομική γραμμή. Οι δυο επόμενες φωτογραφίες είναι από το τέλος εκείνης της χρονιάς.

Αρνισσα 16-17

Την περίοδο 1919-20 η άνοδος συνεχίστηκε με αποτέλεσμα και η δεύτερη σιδηροδρομική γραμμή να βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι επόμενες δυο φωτογραφίες δείχνουν την ίδια περιοχή της Άρνισσας. Αριστερά είναι μια φωτογραφία του 1919 τραβηγμένη από τον παραλιακό δρόμο και δεξιά του 1920 τραβηγμένη ψηλά από το λόφο. Οι λεύκες που βλέπουμε αριστερά στη πρώτη φωτογραφία προσδιορίζουν την δεύτερη γραμμή του τρένου. Στη δεξιά φωτογραφία ξαναβλέπουμε στο κέντρο τις λεύκες της δεύτερης σιδηροδρομικής γραμμής καθώς επίσης αροστερότερα μέσα στη λίμνη τα ίχνη της πρώτης σιδηροδρομικής γραμμής. Η έλλιμνος νήσος με το τζαμί είναι βαθειά μέσα στη λίμνη. Το ύψος της λίμνης την χρονιά εκείνη υπολογίστηκε στα 538 μέτρα. Το τοπίο της δεξιάς φωτογραφίας είναι όμοιο με αυτό που είδε ο Ληρ εβδομήντα χρόνια νωρίτερα.

1919-1920.resized

Το 1926 αρχίζει δειλά η υποχώρηση των νερών από το υψηλό επίπεδο των 538 μέτρων προς τα 535 μέτρα. Η “έλλιμνος νήσος” ζει και βασιλεύει (αριστερή φωτογραφία) ενώ εμφανίζονται και οι κορμοί από τις λεύκες που είχαν κοπεί το 1916 με την πρώτη απότομη άνοδο του νερού (δεξιά φωτογραφία).

1926-27

Τι γίνεται όμως με τις σιδηροδρομικές γραμμές; Στην αριστερή φωτογραφία του 1923 ο παλιός σταθμός και η παλιά γραμμή βρίσκονται μέσα στο νερό. Η δεύτερη γραμμή που κατασκευάστηκε από τους Γάλλους φαίνεται στα αριστερά της φωτογραφίας. Στη δεξιά φωτογραφία του 1934 βλέπουμε τη τρίτη σιδηροδρομική γραμμή που κατασκευάστηκε ψηλότερα το 1923-26 από τους ελληνικούς σιδηροδρόμους. Η παλιά χάραξη της δεύτερης γραμμής φαίνεται χαμηλότερα.

1923-1934

Στα τέλη του 1934 η λίμνη υποχώρησε σημαντικά αλλά η έλλιμνος νήσος με το τζαμί υπερασπίζεται σθεναρά την νησιωτική της υπόσταση.

Ostrovo island 1934

Οι απότομες διακυμάνσεις του ύψους της λίμνης δεν ήταν δυνατόν να μη γεννήσουν μύθους στον τοπικό πληθυσμό. Ενας μύθος έλεγε ότι παλιά δεν υπήρχε λίμνη και ότι έξω από την Αρνισσα είχε μια μεγάλη κρήνη που τροφοδοτούσε με πολύ νερό όλη την περιοχή. Ενα βράδυ όμως η τελευταία γυναίκα που πήγε να πάρει νερό ξέχασε να κλείσει τη βρύση. Την άλλη μέρα όταν ξύπνησαν οι χωριανοί είδαν με έκπληξη να έχει σχηματιστεί μια λίμνη δίπλα στο χωριό τους. Ο Εντουαρτ Μπράουν το 1669 άκουσε μιαν άλλη ιστορία. Οι κάτοικοι κάνοντας κάτι δουλειές στη πλαγιά του λόφου μετακίνησαν κάτι μεγάλες πέτρες. Ξαφνικά τα υπόγεια νερά βρήκαν διέξοδο και αναπήδησαν από το βουνό σχηματίζοντας τη λίμνη. Ο Τόζερ παραλληλίζει το φαινόμενο των διακυμάνσεων με αυτό των λιμνών Φεναιού και Στυμφαλίας στη Πελοπόννησο που περικλείονται επίσης από βουνά. Τον ιστορικό Τίτο Λίβιο που έζησε στο μεταίχμιο της παλιάς με την νέα εποχή (59πΧ – 17μΧ) δεν τον απασχολούν βέβαι αυτά. Απλά μας λέει ότι ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Περσέας, όταν έμαθε ότι οι Ρωμαίοι προετοιμάζονται να εκστρατεύσουν από νότια εναντίον της Μακεδονίας, άρχισε να συγκεντρώνει το στρατό του στρατοπεδεύοντας στη λίμνη Βεγορρίτιδα (lacus Begorrites). Από εκεί ξεκίνησε προς την Θεσσαλία για να συναντήσει τους Ρωμαίους στη τελευταία και μοιραία του μάχη.

Τελευταίο ερώτημα είναι πότε χτίστηκε το τζαμί. Οι παλιοί Τούρκοι κάτοικοι της Άρνισσας λέγανε ότι κτίστηκε την περίοδο 1512-20 κατά την βασιλεία του Σελίμ του Σκληρού, πρώτου Χαλίφη του Ισλάμ και πατέρα του Μωάμεθ του Μεγαλοπρεπούς. Η Χάσλακ απορρίπτει αυτή την εκδοχή και εκτιμά ότι κτίστηκε ενάμισυ αιώνα αργότερα. Η μαρτυρία του Ενετού Μπερνάρδο όμως που το είδε το 1591 να δεσπόζει ψηλά στο απότομα ύψωμα συνηγορεί υπερ της άποψης των ντόπιων μουσουλμάνων. Η Χάσλακ βέβαια δεν γνώριζε αυτή τη μαρτυρία.

Θα δούμε άραγε στο μέλλον ξανά την “έλλιμνον νήσον” σαν παραγματικό νησί; Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει το ύψος της λίμνης να ξεπεράσει τα 528 μέτρα δηλαδή τουλάχιστον 10 μέτρα ψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Μοιάζει απίθανο έως αδύνατο. Εαν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, και έως τότε, ας αρκεστούμε να θαυμάζουμε τον πίνακα του Ληρ στέλνοντάς του νοερά ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Η “έλλιμνος νήσος” όπως είναι σήμερα

Η Έλλιμνος Νήσος σήμερα

Μικρή προσθήκη (3/6/2016) που διευκολύνει την ανάγνωση του κειμένου: διακύμανση των τελευταίων 120 χρόνων από υδρολογική μελέτη του 2006 με απλή σημείωση της σημερινής στάθμης των 518 μέτρων.

Διακυμανση του τελευταιου αιωνα

Ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Έδεσσα

Παλιότερα οι χτύποι του ρολογιού της πόλης μας ακολουθούσαν σε κάθε βήμα: πότε να ανοίξουν τα μαγαζιά οι μαγαζάτορες, πότε να πάνε σχολείο τα παιδιά, πότε να γυρίσουμε σπίτι γιατί ήτανε αργά. Συχνά μερικοί με το πρώτο άκουσμα του χτύπου σταματούσαν τις δουλειές τους ενώ άλλοι κοντοστέκονταν στο δρόμο για να ακούσουν και να μετρήσουν τους χτύπους του. Κι αυτό που περιμέναμε πως και πως πιτσιρικάδες, ήταν να σημάνει πέντε η ώρα για να τρέξουμε στην αλάνα της γειτονιάς για το απογευματινό παιχνίδι τα καλοκαίρια. Το ρολόι τότε ήταν ορατό από σχεδόν όλη τη πόλη. Αλλά και από τα μέρη που δεν το έβλεπαν, το άκουγαν. Ηταν μέρος της καθημερινότητάς μας. Ηταν μέρος της ζωής μας.

Ο πύργος του ρολογιού όπως δέσποζε στη πόλη την δεκαετία του ’60

edessa-clock tower

Η πόλη ζούσε στο ρυθμό των χτύπων του κι όλοι το καμαρώναμε. Με την συνεχή αύξηση του ύψους των κτιρίων όμως ο πύργος άρχισε να μη γίνεται ορατός από πολλά μέρη της πόλης και σήμερα έχει σχεδόν χαθεί πίσω από απρόσωπες πολυκατοικίες. Συγχρόνως ο πολλαπλασιασμός των ρολογιών χειρός και πιο πρόσφατα η έλευση των κινητών τηλεφώνων το έκαναν αχρείαστο. Κανείς πια δεν στρέφει τα μάτια του να δει την ώρα κι ούτε μπορεί να καμαρώσει την όμορφη εξαγωνική κορμοστασιά του. Ετσι σταμάτησαν και οι συντηρήσεις του και στέκεται σήμερα βουβός, αναπολώντας ίσως τα περασμένα μεγαλεία. Χτίστηκε το 1906-7 από καλό αρχιμάστορα που άφησε τ’όνομα του στην εντοιχισμένη πλάκα της βόρειας πλευράς (Κωνσταντίνος Ζήσης). Πως νάταν όμως παλιότερα η ζωή χωρίς ρολόι; Ισως τότε η ανατολή και η δύση του ηλίου καθώς και το ύψος του από τον ορίζοντα να αρκούσαν. Θα ήταν μια αποδεκτή απάντηση αν δεν γνωρίζαμε ότι γειτονικές πόλεις όπως τα Γιαννιτσά, η Βέροια και η Φλώρινα είχαν πύργους ρολογιών από πολύ παλιά. Δεν αναφερόμαστε στη Νάουσα που το ρολόϊ της είναι μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερο απ το δικό μας και καμωμένο από τα ίδια μαστόρια. Στα Γιαννιτσά π.χ. ο Σερίφ Αχμέτ, απόγονος του μεγάλου κατακτητή Γαζί Εβρενός, έχτισε τον πύργο του ρολογιού το 1753-4 ενώ στις Σέρρες και στη Δράμα είχαν πύργους ρολογιών πριν κι από το 1700. Αυτές οι σκέψεις με έκαναν να αναζητήσω αναφορά σε περιγραφές περιηγητών των περασμένων αιώνων για πύργο ρολογιού. Και η έρευνα αυτή έφερε γρήγορα καρπούς. Ο νεαρός Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που επισκέφτηκε την Eδεσσα το φθινόπωρο του 1855 γράφει στην έκθεσή του: “Βλέπουμε και σήμερα, δίπλα στο ρολόϊ, την κρήνη του καθρέφτη για την οποία μιλά ο Ληκ (Leake). Η σαρκοφάγος με την εγγραφή που χρησιμεύει σαν δεξαμενή είναι πάντα στην ίδια θέση, μόνο που το νερό δεν τρέχει πια”. Συνεπώς το 1855 υπήρχε στην Εδεσσα ρολόϊ. Επόμενη αναζήτηση φυσικά στο βιβλίο του Λήκ που επισκέφτηκε την Έδεσσα το Νοέμβριο του 1806. Εκεί διαβάζουμε ότι η πόλη “έχει 1500 τουρκικά και 500 ελληνικά σπίτια αλλά πολλά τουρκικά σπίτια ενοικιάζονται από Ελληνες. Η αγορά είναι μεγάλη και με αφθονία αγαθών. Υπάρχουν πέντε ή εξι τζαμιά και ένας ψηλός πύργος με ένα ρολόϊ, αλλά το ωραιότερο κτίριο, κυρίως από απόψεως θέσεως είναι το παλάτι του Μητροπολίτη δίπλα ακριβώς στη μητροπολιτική εκκλησία”. Αρα πύργος ρολογιού υπήρχε στην Έδεσσα και το 1806. Ο Κουζινερύ που επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη πόλη το 1776 δεν αναφέρει ούτε μιναρέδες ούτε ρολόγια. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν τα αρχαία νομίσματα. Αλλωστε και στην επίσκεψή του στα Γιαννιτσά, επιστρέφοντας από Εδεσσα για Θεσσαλονίκη, δεν αναφέρει την ύπαρξη ρολογιού παρόλο που αυτό στεκόταν πανύψηλο λιγότερο από εκατό μέτρα πιο πέρα από το μαυσωλείο του Εβρενός το οποίο και επισκέφτηκε. Ούτε και ο διάδοχος του Εσπρί Κουζινερύ (Cousinéry) στο γαλλικό προξενείο, ο Φελίξ Μπωζούρ (Beaujour), αναφέρει τίποτα σχετικό μια και κάτι τέτοια ήταν επίσης εκτός των ενδιαφερόντων του. Πότε λοιπόν θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Εδεσσα; Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Γιαννιτσά απέκτησαν ρολόϊ το 1754 θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι και η Εδεσσα απέκτησε πύργο ρολογιού την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Από την Εδεσσα όπως και από τα Γιαννιτσά περνούσε η Εγνατία οδός και ένα ρολόϊ θα ήταν χρήσιμο, όχι μόνο για χριστιανούς και μουσουλμάνους κατοίκους, αλλά και για τους ταξιδιώτες. Το δεύτερο ερώτημα είναι τι μορφή να είχε. Το πιο λογικό θα ήταν να μοιάζει με τους πύργους των διπλανών πόλεων όπως των Γιαννιτσών, της Βέροιας και της Φλώρινας. Το ρολόϊ των Γιαννιτσών ορθώνει και σήμερα την κορμοστασιά του και μάλιστα ανακαινισμένο. Οι πύργοι της Φλώρινας και της Βέροιας όμως κατεδαφίστηκαν από τις δημοτικές αρχές τους – χωρίς να γνωρίζει κανείς τους λόγους των κατεδαφίσεων – , ο πρώτος το 1927 και ο δεύτερος το 1930. Ευτυχώς όμως υπάρχουν παλιές φωτογραφίες τους.

Ο πύργος ρολογιού των Γιαννιτσών, αριστερά όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα και δεξιά όπως είναι σήμερα μετά την ανακαίνιση.

Πυργος Γιαννιτσών

Οι πύργοι της Βέροιας (αριστερά) και της Φλώρινας (δεξιά) όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα

Βεροια-Φλωρινα

Παρατηρούμε ότι και οι τρείς πύργοι έχουν μιαν αυστηρή τετράγωνη γραμμή και παρόμοιες οροφές με μεταλικό (μάλλον μολύβδινο) στέγαστρο στο εσωτερικό του οποίου βρισκόταν το καμπανάκι που σήμαινε τις ώρες. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο πύργος των Γιαννιτσών είναι εξ ολοκλήρου από πέτρα ενώ σ’αυτούς της Βέροιας και της Φλώρινας το επάνω μέρος του πύργου είναι ξύλινο. Και οι τρεις πύργοι είχαν ένα ύψος μικρότερο ή ίσο με 25 μέτρα γιατί δεν επιτρεπόταν να είναι ψηλότεροι από τους μιναρέδες των τζαμιών. Κάπως έτσι θάπρεπε να ήταν και ο πύργος του εδεσσαϊκού ρολογιού. Το ερώτημα αν ήταν όλος από πέτρα ή όχι δεν θα μπορούσε να απαντηθεί χωρίς κάποια φωτογραφία ή ένα σχέδιο. Αυτό σήμανε την αναζήτηση πιθανού σχεδίου. Και εδώ σταθήκαμε τυχεροί. Ο Βρετανός ζωγράφος Εντουαρτ Λήρ (Edward Lear) πέρασε από την Εδεσσα τον Σεπεμβριο του 1848 και για καλή μας τύχη απαθανάτισε και την κεντρική πλατεία στην οποία προβάλλει με μεγαλοπρέπεια ο τότε πύργος του ρολογιού.

Η κεντρική πλατεία της Έδεσσας τον Σεπτέμβριο 1848 κατά Εντουαρτ Ληρ. Δεσπόζει πανέμορφος ο πρώτος Πύργος Ρολογιού της πόλης και λίγο πιο πίσω ο μιναρές του τζαμιού Χουνκιάρ (σημερινή αίθουσα του συλλόγου ο Μέγας Αλέξανδρος)

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Ο πύργος ήταν τετράγωνος με ελαφρά πιο φαρδιά τη βάση από την κορυφή. Ενα μεγάλο μέρος του ήταν ξύλινο, σαφώς μεγαλύτερο από ότι στις περιπτώσεις της Βέροιας και της Φλώρινας. Αυτό τον έκανε πιο γραφικό αλλά ταυτόχρονα και πιο ευάλωτο σε περίπτωση φωτιάς. Ηταν κτισμένος στην ίδια θέση με τον σημερινό ρολόι πλάϊ στο Χουνκιάρ τζαμί, τη σημερινή αίθουσα του Μ. Αλεξάνδρου. Το όμορφο σχέδιο του Λήρ μας δίνει και μερικά άλλα στοιχεία. Την πλατεία διέτρεχε ένα ρυάκι που ερχόταν από βόρεια ίσως από την κρήνη στην οποία αναφέρονται τόσο ο Ντελακουλόνς όσο και ο Ληκ. Μια πρόχειρη γεφυρούλα από σανίδες επιτρέπει στο κόσμο να περνά πάνω από το ρυάκι ενώ προς το κέντρο το νερό λίμναζε κάτι που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τα παπάκια. Η ύπαρξή των τελευταίων μας κάνει να σκεφτούμε ότι η λιμνούλα είχε ένα πιο μόνιμο χαρακτήρα. Στη πλατεία οι Εδεσσαίοι συζητούν όρθιοι αλλά και ψωνίζουν από τους εμπόρους και αγωγιάτες που έφεραν εμπορεύματα με τα ζώα τους. Στο βάθος βλέπουμε τα απαραίτητα καφενεία ενώ δεξιά ανηφορίζει ο δρόμος, η σημερινή οδός Μοναστηρίου. Ηταν 15 Σεπτεμβρίου του 1848. Είναι άγνωστο πότε και πως καταστράφηκε αυτός ο πύργος. Θα πρέπει πάντως να συνέβη μετά το 1855 ίσως απο φωτιά που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τα παλαιότερα χρόνια.

Προσθήκη 05-01-2017
Μια πιο προσεκτική παρατήρηση δύο παλιών φωτογραφιών μας επέτρεψε να διακρίνουμε τον παλιό πύργο όπως ήταν στην πραγματικότητα. Η πρώτη φωτογραφία ελήφθη από τον Αρμένιο φωτογράφο Πωλ Ζέπτζι (Paul Zepdji) που είχε το εργαστήριο του στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζέπτζι τράβηξε πολλές φωτογραφίες το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Σ’αυτόν οφείλουμε την σειρά φωτογραφιών της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου και των διαφόρων σταθμών που κατασκευάστηκαν τότε. Αριστερά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του που ελήφθη από τον λόφο πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό (Καραμάν). Πρέπει να είναι του Ιουνίου 1894 όταν δηλ. πρωτοπέρασε το τρένο από την Εδεσσα. Στα δεξιά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του 1905/06 τραβηγμένη από τον Γάλλο φωτογράφο Βαν ντεν Μπρούλ (Alfred Van den Brule) λίγο πριν το κτίσιμο του νέου ρολογιού. Ο Γάλλος ελληνιστής και φωτογράφος περιηγήθηκε την Ελλάδα τα έτη 1905 – 1907 και στο τέλος του ταξιδιού του εξέδωσε το βιβλιο ‘Η Ελληνική Ανατολή’ (L’Orient Hellène) από όπου και η φωτογραφία. Και στις δυο φωτογραφίες φαίνεται καθαρά ο παλιός πργος του ρολογιού.

Λεπτομέρειες δυο φωτογραφιών, αριστερά του Ζέπτζι και δεξιά του Βαν ντεν Μπρουλ. Στη φωτογραφία του Ζέπτζι φαίνεται στο βάθος και ο μιναρές του τζαμιού Γαζί που βρισκόταν στα σημερινά δικαστήρια.

tzami-and-watch-tower3

Συμπαιρένουμε συνεπώς ότι το παλιό ρολόϊ δεν είχε καταστραφεί όπως υποθέσαμε αρχικά. Έστεκε εκεί και λειτουργούσε μέχρι το κτίσιμο του καινούργιου πύργου.Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να καινοτομίσουν κτίζοντας ένα νέο πύργο με ωροδείκτες αυτή τη φορά έτσι ώστε να είναι ορατή η ώρα κάθε στιγμή από όλη τη πόλη. Για την καλύτερη ορατότητα της ώρας επελέχθη το εξαγωνικό σχήμα με έξι καδράν που ήταν ορατά από παντού. Με σημερινές αναλογίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι το νέο ρολόϊ συνδύαζε τον ήχο και την εικόνα (κάτι σαν ήχος και φως).

Η πιο παλιά φωτογραφία με το καινούργιο ρολόϊ είναι του 1910 και δείχνει το νέο φρεσκοκτισμένο πύργο δίπλα στο Χουνκιάρ τζαμί. Παρατηρούμε ότι το τζαμί είχε δυο παρόμοιες εισόδους μια (αριστερά) προς τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου και μιαν άλλη προς την οδό Πέλλης.

Το νέο κομψό ρολόϊ και το όμορφο κτίσμα του τζαμιού Χουνκιάρ.

hounkiar-tzami

(Τέλος προσθήκης)

Ας δούμε όμως τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της κεντρικής (πάλαι ποτέ) πλατείας στο πέρασμα των αιώνων.

18ος και 19ος αιώνας: έτσι θα πρέπει να ήταν η μορφή της πλατείας από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Χειμώνας 1916-17: ποζάρουν στο μέσο της πλατείας δυο Αυστραλέζες: η γιατρός και επικεφαλής του νοσοκομείου εκστρατείας των εθελοντριών Σκωτσέζων στην Αρνισσα Αγκνες Μπένετ με την οδηγό της Μαίρη Μπέτφορντ (εδώ εδώ κι εδώ – και στα αγγλικά εδώ κι εδώ). Το ρυάκι διασχίζει ακόμη τη πλατεία αλλά είναι πολύ μικρότερο. Οι τρύπες στο έδαφος είναι μάλλον η προεργασία γα την τοποθέτηση των πασσάλων της ξύλινης κουπαστής.

Agnes Benett Kentriki Plateia

Τέλη 1917, το ρυάκι έχει εξαφανιστεί ενώ έχει τοποθετηθεί η κουπαστή για να ακουμπάνε και να ξεκουράζονται οι πεζοί

1Kentriki Plateia.resized

Δεκαετία του 1920: ο μιναρές βρίσκεται ακόμη στη θέση του και βλέπουμε αριστερά τις πρώτες κολόνες του ηλεκτρικού ρεύματος. Η ξύλινη κουπαστή έχει αφαιρεθεί.

Πλατεία Ελευθερίας 1918

Σήμερα, το ρολόι εχει χαθεί πίσω από τις πολυκατοικίες και η πλατεία έχει μεταμορφωθεί σε ένα απλό κι απρόσωπο σταυροδρόμι

Πλατεία Ελευθερίας σήμερα.resized