Έδεσσα – Αιγές: η εκπληκτική επιβίωση ενός μύθου

“Και ο Κάρανος με ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων, προσταγμένος από τον χρησμό να πάει να εγκατασταθεί στη Μακεδονία έφτασε στην Ημαθία. Κυρίευσε εκεί την Έδεσσα περνώντας απαρατήρητος από τους κατοίκους της πόλης χάρις σε μια δυνατή μπόρα, με ομίχλη και πυκνή βροχή. Μπροστά του έτρεχαν γίδες που η κακοκαιρία τις έσπρωχνε προς την πόλη και ενθυμούμενος τον χρησμό που έλεγε ότι “θα βασιλέψει εκεί που θα τον οδηγήσουν οι γίδες” διάλεξε την πόλη αυτή για έδρα του βασιλείου του. Από τότε σε κάθε εκστρατεία έβαζε να προπορεύονται του στρατού γίδες για να έχει την ίδια επιτυχία όπως στη πρώτη του κατάκτηση. Σαν ενθύμιο αυτού του περιστατικού ονόμασε Αιγές την Έδεσσα και το λαό της Αιγεάτες”(1).

Για σχεδόν δεκαοκτώ αιώνες αυτό το κείμενο του Ιουστίνου θα γίνει το ευαγγέλιο λογίων, ιστορικών, αρχαιολόγων και άλλων επαϊόντων όταν προσέγγιζαν το θέμα της τοποθεσίας των Αιγών. Περαστικοί και επισκέπτες, περνώντας από την Έδεσσα δεν θα λησμονούν να αναφέρουν ότι εδώ ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Ήταν πίστη ακράδαντη, θεμελιωμένη στην παραπάνω ρήση. Μερικοί προσπάθησαν να ανακαλύψουν τους βασιλικούς τάφους διατρέχοντας την αρχαία πόλη στο Λόγγο καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο πάνω στο πλάτωμα της αρχαίας ακρόπολης, όπου σήμερα κείται η σύγχρονη πόλη. Μάταια όμως. Με τα ευρήματα των ανασκαφών στη Βεργίνα το 1976 από τον Μανόλη Ανδρόνικο, εδώ δηλαδή και σαράντα χρόνια, το θέμα θα λυθεί τελεσίδικα. Πρόκειται ίσως για την πλάνη, τον μύθο, που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Αυτό ίσως τον κάνει ξεχωριστό, ίσως μοναδικό. Αλήθεια πώς έγινε να περάσουν τόσοι αιώνες χωρίς να ξεσκεπαστεί το πέπλο που έκρυβε την αλήθεια; Ήταν ένα ερώτημα που με απασχολούσε αρκετό καρό. Σ αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουν να δώσουν απάντηση οι επόμενες γραμμές βασιζόμενες σε κείμενα εποχής.

Ποιός ήταν ο Ιουστίνος που βρίσκεται στην αρχή αυτής της μεγάλης πλάνης; Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Δεν γνωρίζουμε ούτε πού, ούτε πότε γεννήθηκε. Από τα ιστορικά γεγονότα που εξιστορεί υπολογίζεται ότι έζησε κάπου μεταξύ του 2ου και του 3ου αιώνα μ. Χ. Ήταν Ρωμαίος και έγραψε “εις λατινίδα φωνήν”. Το μόνο του σύγγραμα είναι η επιτομή, δηλ. η σύνοψη σε ένα τόμο, της μη σωζόμενης μεγάλης και πολύτομης “Παγκόσμιας Ιστορίας των Λαών” του Ρωμαίου ιστορικού Πομπηίου Τρόγου. Ο τελευταίος έζησε στα χρόνια του Οκταβιανού Αυγούστου και του Τιβερίου, στο πέρασμα δηλαδή από την παλιά στη νέα εποχή, στα χρόνια του Ιησού. Στην ιστορία του είχε τεράστιο αφιέρωμα στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στον πατέρα του Αλεξάνδρου Φίλιππο, σ’ αυτόν που έβαλε τις βάσεις του μακεδονικού μεγαλείου. Γι’ αυτό και το έργο του έγινε γνωστό και σαν “Φιλιππικές Ιστορίες”. Άλλωστε μόλις τότε ο Οκταβιανός έδωσε τέλος στη τελευταία κραταιά μακεδονική δυναστεία, κατακτώντας την Αίγυπτο και οδηγώντας σε αυτοκτονία τη τελευταία των Λαγιδών, Κλεοπάτρα. Ο Ιουστίνος λοιπόν απλά σμίκρυνε το μεγάλο έργο του Τρόγου γράφοντας μια σύνοψη. Σύνοψη που σίγουρα ήταν πιο εύκολο να αναπαραχθεί, πιο εύκολο να μεταφερθεί και πιο εύκολο να διαβαστεί από τους λατινόφωνους πολίτες της Ρωμαϊκης Αυτοκρατορίας. Έφερε τον τίτλο “Epitoma historiarum Philippicarum Pompei Trogi” (Επιτομή των Φιλιππικών Ιστοριών του Πομπηίου Τρόγου).

Για το έργο του Ιουστίνου υπήρχαν από παλιά ενστάσεις. Ενστάσεις για παραλείψεις και για αρκετά λάθη. Εντυπωσιάζει για παράδειγμα η κρίση ενός Έλληνα μεταφραστή του λατινικού κειμένου, του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη, που προειδοποιεί τον αναγνώστη στον πρόλογο της έκδοσης του 1817 με τα εξής λόγια: “…θαϊδής τί άκαιρα και ανιστόρητα παραπηδήματα, τί δηλαδή αποτομαίς και κολοβώσεις έκαμε ο λεγόμενος επιτομεύς, ο οποίος την έκαμε, ως γραμματικός, δια να κάμη επίδειξιν των λογοτορνευμάτων του. Πλην και ούτω εις την από το ναυάγιον πτωχείαν μας, είναι και αυτό το βιβλίον αξιόλογον και περισπούδαστον, επειδή παίρνομεν δι αυτού μίαν έννοιαν της ιστορίας του Τρόγου”!

Η Επιτομή είχε εξαιρετική διάδοση στη Δύση. Γραμμένη στα λατινικά, την γλώσσα των λογίων του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι εκδόσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Είχε γίνει το δημοφιλές εγχειρίδιο της ιστορίας για αιώνες. Εκδόσεις του έχουμε το 1470 στη Βενετία, το 1472 στη Ρώμη, το 1474 στο Μιλάνο, το 1522 πάλι στη Βενετία, το 1588 στο Παρίσι, το 1606 στο Λέιντεν, το 1668 στην Ουτρέχτη ενώ αργότερα οι εκδόσεις και οι μεταφράσεις πολλαπλασιάζονται σε όλη την Ευρώπη. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι λόγιοι της εποχής που επισκέπτονται την Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους την ιστορία του Ιουστίνου. Αλλά και στην Ελλάδα η πρώτη γνωστή μετάφραση γίνεται ήδη το 1686 (Βιβλίον ιστορικόν καλούμενον Ιουστίνος / Μεταφρασθέν εκ της λατινίδος φωνής εις απλήν φράσιν παρά Ιωάννου Μάκολα του Αθηναίου. Ενετίησιν: Παρά Μιχαήλ Αγγέλω τω Βαρβωνίω, αχπς’ (1686) μηνί Φεβρουαρίω). Η δεύτερη έκδοση θα γίνει το 1817 στη Λειψία “τω υψηλοτάτω και ευσεβεστάτω ηγεμόνι κ.κ. Ιωάννη Καραντζιά” σε μετάφραση του λόγιου Δανιήλ Φιλιππίδη. Έτσι και οι Έλληνες λόγιοι θα γνωρίσουν από πολύ νωρίς την Επιτομή του Ιουστίνου.

Το εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης της Επιτομής του Ιουστίνου, το 1686, μεταφρασμένο από τον Ιωάννη Μάκολα.

Ιουστίνος 1686

Το εξώφυλλο της δεύτερης μετάφρασης “εις αιολοδωρικήν” της Επιτομής του Ιουστίνου από τον Δανιήλ Φιλιππίδη με το ψευδώνυμο “αποπειρογράφος της Ρουμουνίας”. Ο Φιλιππίδης είχε ήδη γράψει τα βιβλία “Απόπειρα Αναλύσεως του Νοουμένου” και “Ιστορία και Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας” εξ ού και το ψευδώνυμο. Αγνοούσε την προγενέστερη μετάφραση του Μάκολα και είχε την εντύπωση ότι η δική του μετάφραση ήταν η πρώτη στη κοινή ελληνική.

Επιτομή Φιλιππίδη

Με το κείμενο του Ιουστίνου η Έδεσσα θα γίνει παγκοσμίως γνωστή σαν η πόλη που μετονόμασε ο Κάρανος σε Αιγές. Όποιος ήθελε να βρει την πρώτη πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου δεν είχε παρά να ψάξει για την Έδεσσα. Και επειδή το τοπωνύμιο αυτό είχε χαθεί με το πέρασμα των αιώνων, ο Γάλλος θεολόγος Μισέλ Λεκιέν στο βιβλίο του για την Χριστιανική Ανατολή (Michel Lequien, Oriens christianus, Παρίσι, 1740) θα παρουσιάσει κείμενο του πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθου που μιλά για τον μητροπολίτη “Εδέσσης, ήτις τανιώ Βόδενα, ή Βόδυνα λέγεται”. Αυτός ήταν ο κρίκος που έλειπε για τη γνωστή πια τριπλέτα Έδεσσα – Αιγές – Βοδενά. Τα Βοδενά λοιπόν ήταν η αρχαία Έδεσσα η οποία σύμφωνα με τον Ιουστίνο συνέπιπτε με τις αρχαίες Αιγές. Έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος ομοφωνίας μεταξύ των λογίων της Δύσης για την τοποθεσία των Αιγών. Ομοφωνία όμως με μια εξαίρεση. Κάποιος Θεόφιλος Φρειδερίκος Τάφελ (Theophilus Fridericus Tafel), καθηγητής του πανεπιστημίου του Τούμπιγκεν (Tübingen) και μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας της Φρανκφούρτης, τόλμησε να εκφράσει μια διαφορετική, μια αιρετική άποψη. Στο βιβλίο του για την ρωμαϊκή στρατιωτική οδό Εγνατία (De Via Militari Romanorum Egnatia) που εκδόθηκε το 1842 διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές δεν ταυτίζονταν με την Έδεσσα. Χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω τον μύθο με τις γίδες διατύπωσε την άποψη ότι οι Αιγές ήταν μια άλλη πόλη. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω; Όχι ακριβώς. Το θέμα συζητήθηκε ευρέως στην εποχή του. Φαίνεται όμως ότι απορρίφθηκε η άποψη του. Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε πώς έγινε η απόρριψη αυτή. Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει ένας νεαρός Γάλλος ελληνιστής ο οποίος θα προσπαθήσει να συνοψίσει τα επιχειρήματα εναντίον της άποψης του Γερμανού καθηγητή.

Ο Αλφρέντ Ντελακουλόνς (Alfred Delacoulonches) ήταν ένας νεαρός και ταλαντούχος ελληνιστής που είχε διαβάσει διεξοδικά τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Διπλωματούχος της περίφημης Ecole Normale του Παρισιού έφτασε την δεκαετία του 1850 μαζί με τον συμμαθητή του Λεόν Εζέ (Léon Heuzey) στη Γαλλική Σχολή Αθηνών. Μαζί ξεκινούν τον Σεπτέμβριο του 1855 ένα διερευνητικό ταξίδι στη Μακεδονία, τότε υπό οθωμανικό ζυγό, ακολουθώντας τα βήματα του Γάλλου προξένου Εσπρί Κουζινερύ. Τα αποτελέσματα αυτού του ταξιδιού ο Ντελακουλόνς θα τα δημοσιεύσει το 1859 στο Παρίσι (Memoire sur le berceau de la Puissance Macédonienne, 1859). Πρώτος σταθμός του ταξιδιού ήταν φυσικά οι αρχαίες Αιγές, τα τότε Βοδενά. Η ομορφιά του τοπίου τον μαγεύει από την πρώτη στιγμή. “Φανταστείτε ένα τεράστιο ημικυκλικό πλάτωμα ύψους 120 με 150 πόδια που κόβεται σαν μαχαίρι στις τρεις του πλευρές ενώ έχει για πλάτη τα δυο βουνά (σημ. Βέρμιο και Βόρρα) οι πλαγιές των οποίων αφήνουν ένα πέρασμα στα νερά των λιμνών (σημ. εννοεί τις λίμνες Άγρα και Βεγορίτιδα)”… “Η Ακρόπολη των Αθηνών είναι ο πιο όμορφος βράχος του κόσμου αλλά το πιο υπέροχο πλάτωμα που φιλοξενεί πόλη είναι ίσως αυτό των Βοδενών”. Μπροστά μάλιστα στους καταρράκτες, όπως ο συνταγματάρχης Λήκ το 1806 (William Martin Leake, Travels in Northern Greece), θα αναφωνήσει τους στίχους του Ορατίου…

Με γοητεύουν λιγότερο η Λακεδαίμονα
και οι εύφορες πεδιάδες της Λάρισσας
από ότι οι πηγές του Άλμπουλα, ο γρήγορος χείμαρρος Άνιο
τα δάση του Τίβολι και οι κήποι με τα φρούτα
που διασχίζονται από δροσερά ρυάκια (2)

..καθρεφτίζοντας φυσικά στους τρεις τελευταίους στίχους τα νερά της Έδεσσας.

Σχεδόν ερωτευμένος με το τοπίο θα γράψει κατηγορηματικά: “σ’ αυτόν τον τόπο ήταν κάποτε η αρχαία Έδεσσα, η πόλη του Καράνου, η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό”. Με τη δύναμη της γνώσης των ελάχιστων που έχουν επισκεφτεί την τοποθεσία δεν χάνει την ευκαιρία να αναφερθεί “στο σημαντικό ερώτημα που έθεσε τελευταία η γερμανική κριτική: Έδεσσα και Αιγές ήταν μία και αυτή πόλη; ή καλύτερα η Έδεσσα ήταν οι Αιγές στην οποία ενταφιάζονταν οι βασιλείς της Μακεδονίας;” Αναφέρεται φυσικά στη “μελέτη για την Via Egnatia στην οποία ο κ. Τάφελ δίνει αρνητική απάντηση”. Μεθοδικά θα συνοψίσει τα επιχειρήματα του Τάφελ και θα προσπαθήσει να τα αντικρούσει ένα προς ένα. Το κείμενο του σίγουρα αντικατοπτρίζει τον ακαδημαϊκό διάλογο που έφερε στο προσκήνιο η έκδοση του βιβλίου του Τάφελ.

Το πρώτο επιχείρημα του Γερμανού καθηγητή είναι η διάκριση που κάνει ο γεωγράφος Πτολεμαίος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών όταν αναφέρεται στις πόλεις της Ημαθίας: “Ημαθίας: Τύρισσα…..Αίδεσσα, Βέρροια, Αιγαία, Πέλλα”. Δίδει μάλιστα τα γεωγραφικά στίγματα της Έδεσσας και των Αιγών σε αντίθετες κατευθύνσεις από την Βέροια. Η Έδεσσα βόρεια και οι Αιγές νότια της Βέροιας. Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει ότι ο Πτολεμαίος διακρίνει δυο διαφορετικές πόλεις, την Αίδεσσα (Έδεσσα) και την Αιγαία αλλά τονίζει: “Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η πόλη Αιγαία ήταν πράγματι ο τόπος ταφής των Μακεδόνων βασιλέων. Και μόνο η ορθογραφία μας οδηγεί σε αντίθετη σκέψη. Βρίσκουμε στα κείμενα τους τύπους Αιγαί, Αιγείων, Αιγέων, Αιγοίς, Αιγέας αλλά πουθενά Αιγαία. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι η Αιγαία δεν έχει καμιά σχέση με τις Αιγές….Ίσως να πρόκειται για την Αιγανέη γειτονική πόλη της Βέροιας”. Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι η διαφορά γραφής στην περίπτωση της Έδεσσας δεν ενοχλεί τον νεαρό ελληνιστή ενώ θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τη γραφή Αιγαία (με αι) αντί Αιγέα (με έψιλον). Θα δούμε στη συνέχεια ότι και ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την ίδια ορθογραφία με τον Πτολεμαίο. Πάντως τα ορθογραφικά λάθη ή οι διαφορές γραφής ονομάτων ήταν συχνό φαινόμενο παλιότερα. Οι αντιγραφείς των αρχαίων κειμένων ήταν συχνά η μεγάλη αιτία των ανορθογραφιών ή διαφορών στη γραφή κυρίων ονομάτων.

Το δεύτερο στοιχείο κατά τον Τάφελ είναι η διάκριση που κάνει ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος μεταξύ Έδεσσας και Αιγών σε δυο διαφορετικά βιβλία της Ιστορίας του. Στο μεν τέταρτο βιβλίο (4 10) αναφέρει τις Αιγές πρώτη μεταξύ των πόλεων της Μακεδονίας ενώ στο έκτο βιβλίο (6 34), όπου μιλά για την ιδιοφυή ιδέα των Ελλήνων να χωρίσουν τη γη σε γεωγραφικές παραλλήλους στις ζώνες των οποίων ανήκουν πόλεις “που έχουν την ίδια διάρκεια νύχτας και μέρας”, αναφέρει την Έδεσσα στην 5ο παράλληλο. Η απάντηση του Ντελακουλόνς είναι ότι ο Πλίνιος δεν αναφέρει και τις δυο πόλεις ταυτόχρονα στα δυο βιβλία. Την πρώτη φορά αναφέρει τις Αιγές αλλά όχι την Έδεσσα ενώ την δεύτερη φορά αναφέρει την Έδεσσα αλλά όχι τις Αιγές. Άρα μιλά πάντα για την ίδια πόλη: την πρώτη φορά με το νέο όνομα Αιγές στο 4ο βιβλίο και τη δεύτερη φορά με το παλιό στο 6ο βιβλίο.

Το τρίτο επιχείρημα αφορά την “Περί Φυτών Ιστορία” όπου ο Θεόφραστος περιγράφει ένα περίεργο φυσικό φαινόμενο: “διό ενιαχού τα νέφη τοις πνεύμασιν υπενεναντίας φέρεται, καθάπερ περί Αιγειάς της Μακεδονίας, βορέου πνέοντος προς βορέαν” (VI. 8, 12) δηλαδή σε μερικούς τόπους τα σύννεφα έχουν αντίθετη φορά από τους ανέμους όπως στις Αιγές όπου όταν πνέει βόρειος άνεμος τα σύννεφα πηγαίνουν βόρεια. Αυτό το φαινόμενο συνδέεται φυσικά με την διαφορετική φορά των ανέμων ανάλογα με το ύψος και συμβαίνει συχνά σε μέρη όπου η αύρα της θάλασσας έχει διαφορετική κατεύθυνση από τους ανέμους που πνέουν σε μεγαλύτερα ύψη. Ο Ντελακουλόνς όμως απαντά ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε άρα και στο υψηλό οροπέδιο της Έδεσσας και συνεπώς το σημείο αυτό είναι άνευ σημασίας.

Το τέταρτο επιχείρημα του Τάφελ προέρχεται από τους Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου όπου αναφέρονται ξεχωριστά οι πόλεις Έδεσσα και Αιγές. Στο έργο του “Δημήτριος” (ο Πολιορκητής) ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όταν ο Δημήτριος αρρώστησε, ο Πύρρος βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί ξαφνικά στη Μακεδονία και να φτάσει μέχρι την Έδεσσα (3). Στο έργο “Πύρρος” επαναλαμβάνει την ξαφνική κάθοδο του Μολοσσού βασιλιά χωρίς αντίσταση μέχρι την Έδεσσα όταν είχε αρρωστήσει ο Δημήτριος με κίνδυνο να πάρει ακόμη και την βασιλεία (4). Στην Έδεσσα επίσης είχε στρατοπεδεύσει ο Πύρρος όταν έμαθε ότι ο Λυσίμαχος, μετά την νίκη του επί του Δημητρίου, ερχόταν εναντίον του από τη Συρία και φοβισμένος έφυγε με τον στρατό του (5). Αντίθετα στο κεφάλαιο 26 αναφέρεται για πρώτη φορά στις Αιγές, πόλιν Αιγαίων, όπως την ονομάζει. Αφού ο Πύρρος νίκησε τον γιό του Δημητρίου, Αντίγονο Γονατά, άρχισε να καταλαμβάνει τη μια πόλη μετά την άλλη. Κατέλαβε και τις Αιγές, φερόμενος άγρια στους κατοίκους της και εγκατέστησε φρουρά από Γαλάτες μισθοφόρους. Οι τελευταίοι, άνθρωποι πρωτοφανούς απληστίας, άρχισαν να σκάβουν τους τάφους των βασιλέων, λεηλάτησαν τους θησαυρούς και διέπραξαν ιεροσυλία διασκορπίζοντας τα οστά τους (6). Γιατί λοιπόν ο Πλούταρχος αναφέρεται με δυο ξεχωριστές ονομασίες και μάλιστα στο ίδιο κείμενο (Πύρρος) αν πρόκειται για την ίδια πόλη; Το ερώτημα το αντιπαρέρχεται ο Ντελακουλόνς δίνοντας την βολική απάντηση ότι δηλαδή άλλοτε ο Πλούταρχος αναφέρει την Έδεσσα με το παλιό της όνομα και άλλοτε με το νέο! Και όμως η ανάγνωση του κειμένου δίνει καταφανώς δίκιο στον Γερμανό καθηγητή. Ο Πύρρος είχε καταλάβει δυο φορές την Έδεσσα, τη δεύτερη μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την εγκαταλείψει οικειοθελώς όταν έφτασε ο Λυσίμαχος από τη Συρία. Ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε άσχημα στους Εδεσσαίους. Ποιος ο λόγος λοιπόν να φερθεί σκληρότατα στους κατοίκους της ίδιας πόλης όταν την κατέλαβε για τρίτη φορά; Προφανώς επρόκειτο για άλλη πόλη, τις Αιγές όπως και την ονομάζει ο Πλούταρχος. Η απάντηση του Ντελακουλόνς ότι τυχαία ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ονομασία στερείται κάθε λογικής.

Το τελευταίο επιχείρημα του Τάφελ είναι ότι δεν έχουν βρεθεί βασιλικοί τάφοι στην Έδεσσα. Ο Ντελακουλόνς αναγνωρίζει στο σημείο αυτό ότι παρά τις έρευνες πολλών ημερών δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τους περίφημους τάφους για τους οποίους μιλούν ο αρχαίοι ιστορικοί. “Θα το πω ευθέως” αναφέρει στην έκθεση του. “Δεν σταθήκαμε πιο τυχεροί από άλλους επισκέπτες και δεν βρήκαμε τίποτα που θα μπορούσε να ρίξει φως σε σχέση με τους βασιλικούς τάφους”. Έχει όμως έτοιμη τη δικαιολογία: “αυτοί οι τάφοι όμως είχαν λεηλατηθεί τόσες φορές, και μόλις 50 χρόνια από τον θάνατο του Αλεξάνδρου, που θα έπρεπε να εκπλαγούμε αν βρίσκαμε και το παραμικρό ίχνος”.

Ικανοποιημένος από την “αποδόμηση” των επιχειρημάτων του Τάφελ ο Ντελακουλόνς καταλήγει: “Αυτές οι παρατηρήσεις μας οδηγούν στη κοινή μας πεποίθηση. Στην Έδεσσα πρέπει να τοποθετήσουμε τον ιερό τόπο της μακεδονικής βασιλείας. Έδεσσα και Αιγές δεν είναι παρά μία και μόνο πόλη”!

Η εμμονή του νεαρού Γάλλου ελληνιστή που κλείνει τα μάτια μπροστά στο προφανές μας εντυπωσιάζει. Η ρήση του Ιουστίνου είχε δημιουργήσει σχεδόν θρησκευτική πίστη που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει. Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ντελακουλόνς. Η συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών είχε την ίδια αντίδραση.

Ο συνάδελφος, φίλος και συνοδοιπόρος του Ντελακουλόνς, Εζέ, θα βρεθεί στο χωριό Παλατίτσα, στις αρχαίες Αιγές, δυό φορές. Παρακινούμενος από την ανάγνωση του “Ταξιδιού στη Μακεδονία” του Γάλλου προξένου Κουζινερύ θα επισκεφτεί τον χώρο που είχε υποδείξει το 1776 στον Κουζινερύ ο Μπεκέλας της Βεροίας, ο προπάππος του Δημητρίου Βικέλα. Για την τοποθεσία “Παλάτια” είχε γράψει πρώτος ο γεωγράφος και επίσκοπος Ναυπάκτου Μελέτιος, στη Γεωγραφία του. Κατά τον Μελέτιο στη θέση εκείνη βρισκόταν η αρχαία Πέλλα. Όπως όμως είχε παρατηρήσει ο Μπεκέλας, σε ερώτηση του Κουζινερύ, η θέση Παλάτια δεν βρισκόταν κοντά στα Γιαννιτσά όπως έγραφε ο Μελέτιος αλλά νότια του Αλιάκμονα στις πλαγιές των Πιερίων, ένα μέρος με πολλές αρχαιότητες. Δεν είχε καμιά σχέση με την Πέλλα. Ο Εζέ, μετά την πρώτη επίσκεψη εκεί το 1855 όπου διαπίστωσε την ύπαρξη αρχαίων, θα οργανώσει ειδική αποστολή το 1861 χρηματοδοτούμενη από τον Γάλλο αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ’. Εξετάζοντας τα αρχαία, ψηλά στο πλάτωμα όπου είχε ανεγερθεί στα βυζαντινά χρόνια η εκκλησία της Αγίας Τριάδος, θα καταλάβει ότι δεν πρόκειται για ένα κοινό κτήριο ή ναό όπως ο Παρθενώνας αλλά για παλάτι πρωτοφανών για την αρχαιότητα διαστάσεων, σύμβολο πολιτικής επιρροής και ισχύος. Ήταν παλάτι Μακεδόνων βασιλέων. Έκπληκτος από τα ευρήματα θα σπάσει το κεφάλι του να βρει την πόλη που κρυβόταν πίσω από τα σημαντικά ερείπια. Θα εξετάσει όλα τα ενδεχόμενα. Μήπως είναι η πόλη Ουάλλαι (Βάλλες) του γεωγράφου Πτολεμαίου; Αλλά πρόκειται για ύστερο ρωμαϊκό τοπωνύμιο, άρα απορρίπτεται. Μήπως είναι η πόλη Φυλακαί που δεν έχει βρεθεί ακόμη; Αλλά η θέση δεν ταιριάζει με τους αρχαίους χάρτες του Πτολεμαίου. Παρατηρεί όμως ότι μια πόλη ταιριάζει με τους χάρτες. Είναι “ένα μέρος που ο Πτολεμαίος ονομάζει Αιγαία πλην όμως οι σύγχρονοι γεωγράφοι την τοποθετούν οι μεν στις Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας που είναι η Έδεσσα, οι δε στο Αιγίνιο ή στην Αιγανέη της Εορδαίας που είναι και το πιθανότερο. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι η Αιγαία βρίσκεται στην Ημαθία” (Mission de Macédoine, 1876). Η τύφλωση που έχει επιφέρει το κείμενο του Ιουστίνου είναι άνευ προηγουμένου! Τελικά θα την αναφέρει στο κείμενο του απλά Αρχαία Πόλη, πόλη χωρίς όνομα.

Αριστερά το τοπογραφικό του Εζέ του 1861 και δεξιά σημερινός χάρτης των Αιγών.      (1) το Παλάτι, όπου υπήρχε ο Ι.Ν. της Αγίας Τριάδος (2) η Νεκρόπολη – που ο Εζέ ονομάζει αρχαία πόλη, (3) η Μεγάλη Τούμπα όπως την ονομάζει ο Εζέ όπου βρέθηκε ο τάφος του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο, (4) οι μεγάλες τεχνητές τούμπες και (5) το χωριό Παλατίτσα.

Screenshot from 2017-04-11 07-52-26.resized

Το Παλάτι όπως το σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Ντομέ (Daumet), μέλος της αποστολής Εζέ του 1861, με βάση τις διαστάσεις του οικοδομήματος

Screenshot from 2017-04-11 07-59-42

Θα περάσει ένας αιώνας πριν το θέμα ανακύψει ξανά. Θα το επαναφέρει η Ελληνίδα Φανούλα Παπάζογλου η οποία το 1957 θα υποστηρίξει ότι είναι λάθος η ταύτιση των Αιγών με την Έδεσσα. Στις γνωστές θέσεις του Πτολεμαίου, του Πλινίου και του Πλουτάρχου θα προσθέσει και δυο επιγραφές του 3ου π. Χ αιώνα που αναφέρουν “Μακεδών εξ Εδέσσης” και “Μακεδών εξ Αιγεών”. Μετά τον Γερμανό Τάφελ θα είναι η πρώτη φορά που κάποιος άλλος θα αποδείξει με επιχειρήματα την μεγάλη πλάνη. Παρόλα αυτά θα πρέπει να φτάσει το 1972, χρονιά κατά την οποία ο μεγάλος Χάμοντ (N. G. L. Hammond, A History of Macedonia, Oxford, 1972) θα συμπλεύσει με την άποψη αυτή. Και φυσικά το τέλος του λάθους θα φέρει ο καθηγητής Ανδρόνικος το 1976 ο οποίος θα δείξει πόσο δίκιο είχε ο γεωγράφος Πτολεμαίος και πόσο άδικο ο Ιουστίνος!

Κλείνοντας θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η, μακροβιότερη ίσως, ιστορική πλάνη έγινε δυνατή λόγω της απώλειας σημαντικών έργων της αρχαιότητας για την Μακεδονία. Από το κεφάλαιο του 7ου βιβλίου του Στράβωνα που αφορούσε την Μακεδονία έχουν σωθεί ελάχιστα τμήματα. Πιο άτυχοι είμαστε με τα γραπτά των Μακεδόνων ιστορικών. Τόσο οι μακεδονικές ιστορίες (Μακεδονικαί Ιστορίαι) του Μαρσύα Φιλιππέως, όσο και η Ιστορία του, συμμαθητή και φίλου του Αλεξάνδρου, Μαρσύα Πελλαίου καθώς και τα “Μακεδονικά Πάτρια” του Θεαγένη έχουν δυστυχώς χαθεί. Έτσι όλα τα βλέμματα στάθηκαν στην σύνοψη του Ιουστίνου. Κι ενώ ο συνδυασμός παραγράφων άλλων αρχαίων κειμένων, όπως του Πλουτάρχου, οδηγούσε λογικά στην αποκάλυψη της αλήθειας αιώνες νωρίτερα, χρειάστηκε η αρχαιολογική σκαπάνη να λύσει, σαν άλλο γόρδιο δεσμό, το μεγάλο γρίφο της τοποθεσίας των Αιγών. Ίσως όμως να ήταν έτσι καλύτερα. Γιατί γνωρίζουμε τί συνέβαινε όταν δυτικοί αρχαιολάτρες ανακάλυπταν αρχαία στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα! Σήμερα δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε στο Λούβρο για να θαυμάσουμε τα αριστουργήματα της αρχαίας μακεδονικής τέχνης που βρέθηκαν – και συνεχίζουν να ανευρίσκονται – στις Αιγές. Μια επίσκεψη στη Βεργίνα αρκεί.

(1) Απόσπασμα από την έκδοση “ex officina plantiniana raphelengii” του 1606 στο Λέιντεν (Leiden) της Ολλανδίας. H Έδεσσα γράφεται στο κείμενο Aedessa.

Screenshot from 2017-04-22 12-14-45

“Sed et Caramus cum magna multitudine Graecorum, sedes in Macedonia responso oraculi jussus quaerere, cum in Emathiam venisset, urbem Aedessam, non sentienti bus oppidanis propter imbrium et nebulae magnitudinem, gregem caprarum imbrem fugientium secutus, occupavit; revocatusque in memoriam oraculi, quo jussus erat ducibus capris imperium quaerere, regni sedem statuit, religioseque postea observavit, quocunque agmen moveret, ante signa easdem capras habere, coeptorum duces habi turus, quas regni habuerat auctores. Urbem Aedessam ob memoriam muneris Aegeas, populum Aegeadas vocavit”.  (Iustino Liber VII)

(2) Nee me tam patiens Lacedaemon,
Nee tam Larissae percussil campus opimae,
Quam domus Albuneae resonantis
Et praeceps Anio, el Tiburni Iucus et uda
Mobilibus pomaria rivis
(Oratio I carm: VII)

(3) “ ὁ δ᾽οὖν Δημήτριος ἐπισφαλέστατα νοσήσας ἐν Πέλλῃ μικροῦ τότε Μακεδονίαν ἀπέβαλε, καταδραμόντος ὀξέως Πύρρου καὶ μέχρις Ἐδέσσης προελθόντος” (Πλουτάρχου Δημήτριος 43)

(4) “ὀλίγῳ δὲ ὕστερον πυθόμενος νοσεῖν τὸν Δημήτριον ἐπισφαλῶς ἐνέβαλε μὲν ἐξαίφνης εἰς Μακεδονίαν ὡς ἐπιδρομήν τινα καὶ λεηλασίαν ποιησόμενος, παρ᾽ ὀλίγον δὲ ἦλθε πάντων ὁμοῦ κρατῆσαι καὶ λαβεῖν ἀμαχεὶ τὴν βασιλείαν, ἐλάσας ἄχρι Ἐδέσσης μηδενὸς ἀμυνομένου” (Πλουτάρχου Πύρρος, 10 1-2)

(5) “τέλος δὲ Δημητρίου καταπολεμηθέντος ἐν Συρίᾳ Λυσίμαχος ἐπ᾽ ἀδείας γενόμενος καὶ σχολάζων εὐθὺς ἐπὶ τὸν Πύρρον ὥρμησε καθημένου περὶ τὴν Ἔδεσσαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 12 5-6)

(6) “μετὰ τὴν μάχην δὲ εὐθὺς ἀνελάμβανε τὰς πόλεις, τῶν δὲ Αἰγαίων κρατήσας τά τε ἄλλα χαλεπῶς ἐχρήσατο τοῖς ἀνθρώποις, καὶ φρουρὰν Γαλατικὴν ἐν τῇ πόλει κατέλιπε τῶν μετ᾽ αὐτοῦ στρατευομένων, οἱ δὲ Γαλάται γένος ἀπληστότατον χρημάτων ὄντες ἐπέθεντο τῶν βασιλέων αὐτόθι κεκηδευμένων τοὺς τάφους ὀρύττειν, καὶ τὰ μὲν χρήματα διήρπασαν, τὰ δὲ ὀστᾶ πρὸς ὕβριν διέρριψαν” (Πλουτάρχου Πύρρος 26)

Στα βήματα ενός πρέσβη της Βενετίας το 1591

Ο πρώτος δυτικός επισκέπτης που πέρασε κατά την οθωμανική περίοδο από τα μέρη μας ήταν ο Ενετός βάιλος (πρέσβης) Λορέντζο Μπερνάρντο (Lorenzo Bernardo) τον Μάιο του 1591. Ο Μπερνάρντο δεν έκανε ταξίδι αναψυχής ούτε ενδιαφερόταν για αρχαιότητες. Τα ταξίδια στην Ανατολή την περίοδο εκείνη ήταν είτε συνδεδεμένα με τους Αγίους Τόπους, είχαν δηλαδή προσκυνηματικό χαρακτήρα, είτε είχαν καθαρά στρατιωτικό και πολιτικό σκοπό. Στη προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για μια ειδική μυστική αποστολή. Το Συμβούλιο των Δέκα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, το ισχυρό εκτελεστικό και δικαστικό σώμα της Βενετίας, είχε λάβει πληροφορίες στις 19 Απριλίου του 1591 ότι ο πρεσβευτής της στη Κωνσταντινούπολη, Ιερώνυμος Λιπομάνο (Girolamo Lippomano), είχε δώσει μυστικές πληροφορίες που αφορούσαν τον ενετικό στόλο και τον τρόπο κατασκευής των πλοίων στον ανταγωνιστή τους βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο ΙΙ. Την επόμενη μέρα το Συμβούλιο έκρινε ότι επρόκειτο για υψίστη προδοσία και αποφάσισε τη σύλληψη και θανάτωση του. Υποψιάζονταν όμως ότι σε περίπτωση που πληροφορούνταν την ποινή, ο Λιπομάνο θα προσπαθούσε να διαφύγει ή να θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις Βενετίας-Οθωμανικής αυτοκρατορίας γιατί είχε αναπτύξει αρκετά στενή φιλία με τον μεγάλο βεζίρη (κάτι σαν πρωθυπουργό του σουλτάνου) Σινάν πασά. Για το λόγο αυτό ανατέθηκε σε έναν έκτακτο απεσταλμένο, τον Λορέντζο Μπερνάρντο που γνώριζε καλά τους κύκλους στη Κωνσταντινο-ύπολη καθότι είχε διατελέσει βάιλος εκεί λίγα χρόνια νωρίτερα (1584-87), να πάει κρυφά να τον συλλάβει και να τον στείλει πίσω στη Βενετία. Ο Μπερνάρντο, συνοδευόμενος από τον γραμματέα του Γκαμπριέλε Καβάτσα (Gabriele Cavazza) και έναν άλλο αξιουματούχο, ξεκίνησε την μυστική του αποστολή στις 26 Απριλίου 1591 μπαρκάροντας με γαλέρα από την Βενετία. Δεν αποβιβάστηκε για λόγους μυστικότητας στη Ραγούσα (Ντουμπρόβνικ) όπως συνηθιζόταν για την γρήγορη διαδρομή Ραγούσα – Σκόπια – Σόφια – Αδριανούπολη – Κωνσταντινούπολη αλλά κατέβηκε νοτιότερα στο Κάταρο (Cattaro σημερινό Κότορ) του Μαυροβουνίου. Ο Καβάτσα κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού που μας είναι σήμερα πολύτιμο γιατί οι περιγραφές της διαδρομής θεωρούνται πολύ ακριβείς. Όπως αναφέρει στην αρχή του ημερολογίου, το γεγονός ότι πήραν μια σπάνια, λιγότερο ασφαλή και άγνωστη τότε διαδρομή τον έκανε να κρατήσει σημειώσεις που θα ήταν χρήσιμες σε επόμενους ταξιδιώτες οι οποίοι θα έπαιρναν τον ίδιο δρόμο. Ετσι ακολούθησαν την οδό που περνούσε από Τίρανα, Ελμπασάν και Μοναστήρι. Από εκεί αντί να πάνε μέσω Σκοπίων που ήταν πιο ασφαλής διαδρομή αλλά τέσσερις μέρες μακρύτερη, ο πρεσβευτής αποφάσισε να πάρει το δρόμο της Θεσσαλονίκης που τους επέτρεπε να διατηρήσουν καλύτερα την μυστικότητα του ταξιδιού. Έτσι πέρασαν και από την Έδεσσα! (La strada per Ducagini non esser sicura per la sollevazione degli Albanesi… Proponeva la strada di Elbassan … La strada per Uscopia sarebbe più sicura e più facile, ma quattro giornate più lunga… Questa deliberazione di tener lo viaggio per la via di Elbassan e Salonichi, insolita ad ambasciadori e baili, mi fece resolvere di scrivere quest’ itinerario).

Το ημερολόγιο του Καβάτσα δημοσιεύτηκε το 1886 – πολύ αργά για να χρησιμεύσει σε άλλους ταξιδιώτες – από τον οίκο των αδελφών Visentini «Viaggio di un ambasciatore veneziano da Venezia a Constantinopoli nel 1591». Στα ελληνικά έχουμε την τύχη να το διαβάζουμε από τη μετάφραση του 1943 που έκανε ο λόγιος και ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Μέρτζιος. Ο τελευταίος, όντας κάτοικος Βενετίας, είχε τη δυνατότητα να συγκρίνει το βιβλίο του 1886 με το πρωτότυπο χειρόγραφο που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία και να προβεί σε σημαντικές διορθώσεις. Με το κείμενο αυτό θα ακολουθήσουμε τα βήματα του Βενετού πρέσβη από το Μοναστήρι έως τα Γιαννιτσά προσπαθώντας συγχρόνως να λύσουμε ορισμένους γρίφους του κειμένου.

Εχοντας ναυλώσει καραβάνι με 40 άλογα , φτάνουν την Πέμπτη 23 Μαΐου στο Μοναστήρι όπου τους περιποιείται ο ραββίνος Σαμουήλ Ναχμίας. Αφού ξεκουράζονται και αλλάζουν άλογα ξεκινούν το Σάββατο 25 Μαϊου για την Έδεσσα.
Ο Καβάτσα γράφει στο ημερολόγιο (όπως το μετέφρασε ο Κ. Μέρτζιος):

Εξελθόντες του Μοναστηρίου ωδεύσαμεν επί δύο και ημίσειαν ώρας δια μέσου εκτεταμένης πεδιάδος, ομαλής και ευφόρου, πέριξ της οποίας είναι αρκετά χωριά. Κατόπιν εισήλθομεν εις άλλην πεδιάδα η οποία είναι κατά τι ανώμαλος και έχει διαφόρους λόφους, φαίνεται άγονος και πετρώδης εις πολλά μέρη και ονομάζεται πεδιάς του Calassi προς διάκρισιν από την του Μοναστηρίου. Εις το Fluribelli δεν ευρίσκεται ούτε ψωμί, ούτε κρασί, ούτε υπάρχει καρβασαράς (σημ. καραβαν-σεράι)”….Την Κυριακή 26 Μαΐου ξεκίνησαν μιαν ώρα μετά την ανατολή. “Περάσαμε από το χωριό Gornichiecca και ανερχόμενοι επί των λόφων διεκρίναμεν την πεδιάδα του Μοναστηρίου, την οποίαν αφήσαμεν δεξιά, ίνα συντομεύσωμεν την πορείαν. Ανεκαλύψαμεν έφιπποι πρώτον την λίμνην Σαριγκιόλ, λέξις τουρκική που εις την ημετέραν σημαίνει “λίμνη κίτρινη” και ολίγον κατόπιν την λίμνην της Όστροβας όπου επίσης είναι καδής (σημ ιεροδικαστής). Η Όστροβα είναι χωριό παρά την λίμνην η οποία έχει αρκετόν μήκος αλλ’είναι σχήματος στενού και με πολλάς στροφάς γύρω των λόφων. Εις το μέσον του χωριού της Όστροβας υπάρχει έν μικρόν ύψωμα απόκρημνον και επί της κορυφής του έχει κτισθή ένα τζαμί, που θα ημπορούσε να μετασχηματισθή εις φρούριον ασφαλέστατον, διότι ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει και ένα νησάκι με σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”.

Η περιγραφή του Καβάτσα καλεί σε αποκωδικοποίηση των τοπωνυμίων που αναφέρει. Ένας ξένος ταξιδιώτης ήταν πολύ δύσκολο να συγκρατήσει τα ακριβή και δύσκολα ονόματα των τοποθεσιών που περνούσαν. Σαν πεδιάδα Καλασί (Calassi), συνεχόμενη της πεδιάδας Μοναστηρίου, θα πρέπει να ονομάζει την περιοχή στην οποία ο ποταμός Εριγώνας ενώ κατεβαίνει προς νότο από Περλεπέ γυρίζει απότομα προς βορρά για να χυθεί αργότερα στον Αξιό κοντά στους αρχαίους Στόβους. Ο Εριγώνας στα τουρκικά ονομαζόταν Καρασού, δηλαδή Μαυρονέρι, και φαίνεται ότι ο Καβάτσα το συγκράτησε σαν Καλασί. Επόμενο ερωτηματικό αφορά το τοπωνύμιο Φλούρμπελι (Fluribelli). Εκεί έκαναν την πρώτη διανυκτέρευση και το γεγονός ότι δεν βρήκαν ούτε ψωμί, ούτε κρασί σημαίνει ότι ήταν ένα πολύ μικρό χωριό. Ως γνωστόν τέτοιο ιταλογενές τοπωνύμιο δεν υπάρχει στην περιοχή. Η αναζήτηση σε παλιούς χάρτες μας κάνει να πιστεύουμε ότι πρόκειται για τη Μελίτη η οποία ονομαζόταν τότε στα τουρκικά Τούρμπελι. Αυτή η άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι είχαν πάρει έντονα ανατολική κατεύθυνση περνώντας κοντά από τη στροφή του Εριγώνα που βρίσκεται λίγο βορειότερα απο τη Μελίτη. Το επόμενο χωριό το αποκαλεί Γκορνιτσιέκα (Gornichiecca) και πρόκειται φυσικά για τη Κέλλη που τότε ονομαζόταν Γκορνίτσεβο. Η διαδρομή μέσω Μελίτη ήταν πράγματι πρωτοφανής γιατί δεν αντιστοιχεί σε καμιά από τις γνωστές οδούς που υπήρχαν στη περιοχή. Είχε όμως το πλεονέκτημα να “κόβει” δρόμο αφού δεν πήγαν στη Κέλλη μέσω Βεύης κάνοντας μεγαλύτερο γύρο, ούτε ακολούθησαν τον δρόμο νοτίως της λίμνης Βεγορίτιδας από όπου σήμερα εικάζεται ότι περνούσε η Εγνατία οδός.

Η διαδρομή του βάιλου Μπερνάρντο και της συνοδείας του από Μοναστήρι στην Έδεσσα

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%81-%ce%b5%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1-resized

Στη συνέχεια αναφέρει ότι το χωριό Όστροβα (Άρνισσα) ήταν χτισμένο γύρω από το ύψωμα στην κορυφή του οποίου στέκει ακόμη και σήμερα η βάση του τζαμιού με τον μιναρέ. Είναι μια σημαντική πληροφορία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Πρώτον, μαθαίνουμε ότι το τζαμί ήταν ήδη κτισμένο το 1591. Αυτό ενισχύει την προφορική παράδοση στη περιοχή ότι το τζαμί έχει ανεγερθεί στις αρχές του 16ου αιώνα, κατά την βασιλεία του σουλτάνου Σελίμ του Σκληρού, του πρώτου Οθωμανού χαλίφη του Ισλάμ (1512-1520), και καταρρίπτει φυσικά τις επικρατούσες απόψεις ότι είναι πολύ νεώτερο. Ενδιαφέρον έχει και η πληροφορία ότι το νησάκι δίπλα στο ακρωτήρι (το Σουτ Μπουρούν) από τη μεριά της Περαίας ήταν ορατό και μάλιστα είχε “σκιερά δένδρα και ωραίαν θέαν”. Αμφιβάλλουμε βέβαια αν ο Καβάτσα είχε χρόνο να επισκεφθεί το νησάκι και να θαυμάσει την ωραία θέα. Το γεγονός όμως ότι είχε μεγάλα (σκιερά) δένδρα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σαν νησάκι (εξείχε δηλαδή της στάθμης της λίμνης) για μεγάλο χρονικό διάστημα πράγμα απαραίτητο για να μεγαλώσουν τα δέντρα. Έχει ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε με βάση αυτές τις πληροφορίες το ύψος της στάθμης της λίμνης στα τέλη του 16ου αιώνα. Γνωρίζουμε σήμερα ότι με στάθμη κάτω από τα 510 μέτρα η ξηρά ενώνεται με το νησάκι μετατρέποντας το σε προέκταση του ακρωτηρίου Σουτ Μπουρούν (φωτό 1). Αντίθετα πάνω από τα 530 μέτρα το νησάκι εξαφανίζεται κάτω από τα νερά (φωτό 2) ενώ το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται στο περίφημο νησί, το Όστροβο (φωτό 3). Μεταξύ περίπου 510 και 530 μέτρων το ύψωμα με τον μιναρέ γίνεται ένας παραλίμνιος βράχος ενώ απέναντι του προβάλλει το νησάκι από το νερό. Αυτό το θέαμα πρέπει να είδε ο Καβάτσα πριν από 426 χρόνια όταν πέρασε από εκεί. Το γεγονός μάλιστα ότι το χωριό ήταν χτισμένο δίπλα στο ύψωμα με το τζαμί και ότι το νησάκι είχε μεγάλα δένδρα μας ωθεί στο συμπέρασμα ότι η στάθμη της λίμνης είχε σταθεροποιηθεί σ’εκείνο το ύψος (φωτό 4) για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Φωτό 1: το νησάκι μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη της λίμνης πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα (2005)

peninsula-islet

Φωτό 2: το νησάκι σκεπάζεται από το νερό όταν η στάθμη της λίμνης ανεβαίνει πάνω από τα 530 μέτρα. Το νησάκι θα βρισκόταν πίσω ακριβώς από τον νεροκουβαλητή της Άρνισσας (IWM 1917-18)

%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%b2%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%b7%cf%82

Φωτό 3: το ύψωμα με τον μιναρέ μετατρέπεται σε νησί (το όστροβο) όταν η στάθμη του νερού ξεπερνά τα 530 μέτρα, ενώ το νησάκι απέναντι εξαφανίζεται μέσα στο νερό (αρχείο ΕΛΙΑ, 1926)

ostrovo-1926

Φωτό 4: Δορυφορική φωτογραφία (Google) της λίμνης στα σημερινά (515 – 518 μέτρα) επίπεδα
A: το νησί δηλ. το ύψωμα με το τζαμί το οποίο γίνεται πράγματι νησί όταν ανεβαίνει η στάθμη της λίμνης πάνω από τα 530 μέτρα.
Β: το νησάκι το οποίο σκεπάζεται από τα νερά όταν η στάθμη ξεπερνά τα 530 μέτρα ενώ μετατρέπεται σε προέκταση του ακρωτηρίου όταν η στάθμη πέφτει κάτω από τα 510 μέτρα.

%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b9-%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b1%ce%ba%ce%b9-resized

Ας συνεχίσουμε όμως το ταξίδι του Ενετού πρέσβη προς την Έδεσσα.

Ολίγον μετά την Όστροβαν ευρίσκεται ένα χωριό επάνω εις λόφον και εκεί πλησίον εγευματίσαμεν, ανευρόντες μίαν βρύσιν. Μετά το γεύμα εξηκολουθήσαμεν την πορείαν ανάμεσα από λόφους δενδρώδεις και κατόπιν εισήλθαμεν εις εν δάσος πυκνόν και εκτεταμένον, μέρος πολύ επικίνδυνον, διότι εδώ συνήθως ενεδρεύουν διάφοροι κακοποιοί. Μόλις εφθάσαμεν εκεί, εμάθομεν ότι την προτεραίαν είχον φονεύσει ένα Τούρκον, ο οποίος είχε σταλή από τον κύριον του ίνα αγοράση φορέματα γαμήλια. Μας έδειξαν μάλιστα και το αίμα εις το μέρος ακριβώς όπου ο δυστυχής εδολοφονήθη. Δι αυτόν τον λόγον η αυτού εξοχότης διέταξε την συνοδείαν να βαδίζη ηνωμένη και να έχη και τα όπλα έτοιμα δια κάθε ενδεχόμενον”.

Το καραβάνι προσπέρασε την Άρνισσα και πλησίασαν σε ένα χωριό “εις λόφον” κοντά στο οποίο βρήκαν μια βρύση και γευμάτισαν. Στον δρόμο προς Έδεσσα μετά την Άρνισσα ένα χωριό που ταιριάζει με την περιγραφή είναι το χωριό Δροσιά. Μετά συνέχισαν περνώντας από τα στενά Μουχαρέμ Χάνι με κατεύθυνση τον Άγρα. Στα στενά μας πληροφορεί ότι ενέδρευαν κακοποιοί και μάλιστα είχαν σκοτώσει έναν Τούρκο την προηγούμενη μέρα που προφανώς θα πήγαινε με αρκετά λεφτά στην Έδεσσα για να αγοράσει γαμήλια δώρα. Είναι γεγονός ότι για πολλούς αιώνες κακοποιοί και κλέφτες παραμόνευαν σε κλεισούρες και στενά στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής επικράτειας για να ληστέψουν τους περαστικούς. Οι αλλοδαποί πλούσιοι επισκέπτες μάλιστα αποτελούσαν ιδιαίτερα προσφιλή στόχο γιατί, αφού ληστεύονταν, πιάνονταν και όμηροι για να απελευθερωθούν μόνο μετά την πληρωμή πολλών λύτρων. Για τον λόγο αυτό ταξίδευαν συνήθως σε μεγάλα καραβάνια υπό την προστασία καλά πληρωμένων ενόπλων γενιτσάρων.

Εξελθόντες του δάσους, διήλθομεν τον ποταμόν Βόδαν, επί μιας ξυλίνης γεφύρας και δια μέσου μιας στενωπού, ένθεν και ένθεν της οποίας υπάρχουν απόκρημνοι βράχοι. Τόπος όμοιος με το Faragno που συναντά κανείς μεταβαίνων από τα Χανιά εις τα Σφακιά. Ανέβημεν είτα απί λόφου καταφύτου και γεμάτου από νερά και κήπους και εφθάσαμεν εις την πόλιν των Βοδενών η οποία ευρίσκεται απί της κορυφής του λόφου και κατελύσαμεν εις το καρβασαράν, αρκετά ακατάλληλον, αλλ’εύρομεν ψωμί και κρασί. Εις Βοδενά εδρεύει Καδής. Δια μέσου της πόλεως τρέχουν πολλά νερά και είναι πολλαί κρήναι και πολλοί κήποι”.

Ο δρόμος από Άγρα προς Έδεσσα όπως τον αποτύπωσε ο Έντουαρτ Λήρ το 1848, δυόμισι αιώνες μετά την διάβαση των Μπερνάρντο και Καβάτσα. Δίνει την εντύπωση μιας σκαμμένης στο βράχο διάβασης.

vogdena-15-sept-1848-2-resized

Στη περιοχή του σημερινού χωριού Άγρα πέρασαν μέσω μιας ξύλινης γέφυρας από την δεξιά στην αριστερή όχθη του Εδεσσαίου ποταμού. Αυτός θα ήταν τότε ο κανονικός δρόμος προς Έδεσσα. Η διαδρομή από το μέρος όπου γευμάτισαν μέχρι την Έδεσσα θα πρέπει να ήταν η χάραξη της αρχαίας Εγνατίας οδού, και μετά τον Άγρα θα ακολουθούσε την αριστερή όχθη του ποταμού και όχι την δεξιά από όπου πηγαίνει σήμερα ο αυτοκινητόδρομος. Σημειώνουμε επίσης ότι παραδόξως δεν αναφέρει ύπαρξη χωριού εκεί. Αντίθετα εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από το απόκρημνο τοπίο που το συγκρίνει με το φαράγγι ανάμεσα σε Χανιά και Σφακιά! Τον δρόμο αυτό διάβηκε και ο Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς το 1855 και δίνει την ίδια περίπου περιγραφή, δηλαδή σαν σκαμμένου στο βράχο δρόμου. Ο Καβάτσα δυστυχώς δεν αναφέρει τίποτα το σημαντικό για την Έδεσσα παρά μόνο ότι έχει την έδρα του ένας ιεροδικαστής και ότι την διατρέχουν πολλά νερά, έχει πολλές βρύσες ενώ είναι γεμάτη με κήπους. Σημειώνει όμως ότι είχε καραβάν-σεράι όπως και στο Μοναστήρι. Η φράση μάλιστα “εις το καρβασαράν” υποδηλώνει λογικά ότι υπήρχε ένα μόνο καραβαν-σεράι. Για τα καραβαν-σεράγια μας πληροφορεί ένας άλλος περιηγητής της εποχής εκείνης, ο Γάλλος φυσιοδίφης του 16ου αιώνα Πιέρ Μπελόν (Pierre Belon – Observations de plusieurs singularitez, Paris 1553). Ο Μπελόν, που ταξίδεψε μεταξύ άλλων σε Χαλικιδική, Θεσσαλονίκη και ανατολική Μακεδονία μισό περίπου αιώνα πριν από τον Μπερνάρντο, έγραψε ότι δεν υπήρχαν ξενοδοχεία στη Τουρκία αλλά έβρισκε κανείς ξενώνες. Αναφέρει το παράδειγμα του Ιμπραΐμ πασά στη Καβάλα ο οποίος είχε κτίσει ένα οίκημα που οι Τούρκοι αποκαλούσαν καραβαν-σεράι. Εκεί γίνονταν δεχτοί για διανυκτέρευση όλοι οι ταξιδιώτες ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Αποτελούνταν από άδεια δωμάτια στα οποία οι περαστικοί έστρωναν τις δικές τους κουβέρτες και σεντόνια ενώ τους προσφέρονταν συνήθως τραχανάς, πλιγούρι ή ρύζι σε πιάτα που έφερναν μαζί τους (εξ ου μάλλον και η στρατιωτική καραβάνα). Όλα ήταν δωρεάν. Καραβάν-σεράγια έχτιζαν συνήθως πλούσιοι Οθωμανοί σαν πράξη αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας ελπίζοντας σε μετά θάνατον ουράνια ανταπόδοση. Είχαν συνήθως δίπλα λουτρά και τζαμί για την κάθαρση του σώματος και τον εξαγνισμό της ψυχής των μουσουλμάνων. Κατασκευάζονταν κοντά σε κύριους οδικούς άξονες ή δίπλα σε εμπορικές συνοικίες και στο εσωτερικό τους γίνονταν συχνά αγοραπωλησίες και εμπορικές πράξεις. Με βάση τα στοιχεία του Μπελόν αλλά και τα ιστορικά στοιχεία της πόλης, το καραβαν-σεράι που αναφέρει ο Καβάτσα λογικά θα πρέπει να ήταν κοντά στο Χουνκιάρ τζαμί, που σήμερα ανήκει στον φιλοπρόοδο σύλλογο “ο Μέγας Αλέξανδρος”. Το Χουνκιάρ τζαμί εκτιμάται ότι ήταν το πρώτο τζαμί που είχε κτιστεί στη πόλη μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς. Βρισκόταν κοντά στην αγορά αλλά και δίπλα στην κεντρική οδό που οδηγούσε προς τον Άγρα ενώ τα άλλα γνωστά τζαμιά ήταν διεσπαρμένα στις τουρκικές γειτονιές.

Το Χουνκιάρ τζαμί τρεις περίπου αιώνες αργότερα, στις αρχές του 20ού αιώνα με τον φρεσκοχτισμένο νέο πύργου ρολογιού. Λογικά το καραβάν-σεράι θα ήταν κτισμένο κοντά στο τζαμί.

%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%ba%ce%b9%ce%ac%cf%81-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%bc%ce%af-resized

Την Δευτέρα 27 Μαΐου ξεκίνησαν δυό ώρες μετά την ανατολή για τα Γιαννιτσά.

Κατελθόντες τον κατάφυτον λόφον και βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου εισήλθομεν εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza. Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος· ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου. Εν τούτοις είναι τόπος αφρούρητος και εγκαταλελειμμένος, αλλά φαίνεται ότι πρόκειται περί αρχαίων ερειπίων…Περάσαμεν ακολούθως από το χωριό Chielticchi και οδεύοντες πάντοτε δια μέσου ομαλής πεδιάδος διεκρίναμεν από το εν και από το άλλο μέρος ταύτης χωριά με σπίτια σκαπασμένα με κεραμίδια. Τα μέρη αυτά είναι πολύ εύφορα και κατάσπαρτα. Προχωρούντες προς την Θεσσαλονίκην, συνηντήσαμεν δύο καραβάνια καμήλων και κατόπιν δύο κάρρα με μίαν τούρκισσαν, η οποία με την συνοδείαν της ήρχετο από το Γενιτζέ και επήγαινεν ως νύμφη εις τα Βοδενά· μετ’αυτής ήσαν και λίγοι Τούρκοι υπηρέται έφιπποι που την συνώδευον. Μεταξύ δε αυτών και ένας εξωμότης εκ Chioggia ο οποίος ήτο απί ενός ωραίου και με καλήν σκευήν ίππου και εφαίνετο ωσάν να ήτο αυτός ο αρχηγός της ακολουθίας. Ούτος μας ηρώτησε δια έναν εκλαμπρότατον Thiepolo ως και δια έναν εκλαμπρότατον Giacomo Contarini και κατόπιν ευγενώς μας είπεν ότι, αν ευρίσκετο εις το Γενιτζέ, όπου είχομεν σκοπόν να διανυκτερεύσωμεν, θα μας περιεποιείτο και θα μας εξεύρισκε και κατάλυμα. Την 19ην ώραν, οδεύοντες πάντοτε δια μέσου πεδιάδος, εφθάσαμεν εις το Γενιτζέ, έδραν καδή κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά. Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν. Κατελύσαμεν εις ένα καρβασαράν όχι κατάλληλον. Είναι πόλις πλουσία και ευρήκαμε ψωμί και κρασί. Μας είπαν ότι εδώ οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς μετά την 24ην ώραν (δηλ. μετά τη δύση του ηλίου). Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα, και κατ’αυτόν τον τρόπον είναι όλα τα κάρρα που είδομεν από εδώ έως την Θεσσαλονίκην, και σύρονται από βουβάλια”.

Η πορεία που ακολούθησαν για να βγουν από την Έδεσσα δεν περιγράφεται με σαφήνεια. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι ο Καβάτσα αναφέρει πως η Έδεσσα βρίσκεται πάνω σε έναν λόφο τότε η φράση “βαδίζοντες πλησίον βουνού που είναι αντικρύ του λόφου τούτου” μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βγήκαν από την πόλη από ανατολάς και προχώρησαν έχοντας τον Εδεσσαίο ποταμό στα δεξιά τους και τη λοφοσειρά, “το βουνό”, από όπου περνά σήμερα η σιδηροδρομική γραμμή στα αριστερά τους. Είναι δύσκολο να φανταστούμε την τότε τοπογραφία του ανατολικού άκρου της πόλης διότι η κατασκευή του εργοστασίου Άνω Εστία και λίγο πιο μακριά η κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών αλλοίωσαν τις ανατολικές προσβάσεις προς τον Λόγγο. Πολλοί θεωρούν ότι από εκεί περνούσε η Εγνατία οδός. Όταν οι ταξιδιώτες φτάνουν στο σημερινό Μαυροβούνι ατενίζουν την απέραντη πεδιάδα “ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Η λέξη βαρδαρόνας προέρχεται από τον ποταμό Βαρδάρη που χύνει τα νερά του στην άκρη της πεδιάδας αυτής, στον Θερμαϊκό κόλπο. Είναι τουρκικής προέλευσης. Όπως μας πληροφορεί ο Παύλος Καλλιγάς (Μελέται Βυζαντινής Ιστορίας, 1856) “ο Αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) μετώκησεν εις τας εκβολάς του Αξιού 14 χιλιάδας Τούρκων, εξ ών ο μεν Αξιός ωνομάσθη Βαρδάριος, ούτοι δε Βαρδαριώται, ενωρίς εκχριστιανισθέντες και ίδιον έχοντες επίσκοπον Βαρδαριστών ήτοι Τούρκων”. Την ίδια εξήγηση δίνει και ο Γάλλος Πουκβίλ (Pouqueville, Voyage de la Grèce, 1826) σημειώνοντας όμως ότι οι μέτοικοι είχαν περσική καταγωγή (Περσών χιλάδων ιδ’). Για τη λέξη σλάνιτσα ο Κ. Μέρτζιος υποστηρίζει ότι σημαίνει αλμυρά (από το σλαβικό σλαν). Η ερμηνεία αυτή ίσως να οφείλεται στην ύπαρξη των μεγάλων πηγών της Αραβησσού, πλην όμως τα νερά δεν είναι ούτε αλμυρά ούτε έχουν άλατα. Η δεύτερη εκδοχή δίδεται από τον Κ. Σταλίδη (Το Βυζαντινό τοπωνύμιο Σλάνιτσα, 2007) σύμφωνα με την οποία η ονομασία προέρχεται από τη λέξη slana που σημαίνει πάχνη. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η λίμνη των Γιαννιτσών και οι εκτεταμένοι υγρότοποι που την περιέβαλαν δημιουργούσαν συχνά πάχνη και ομίχλη σε όλη τη περιοχή κατά τις πρωινές ώρες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του Καβάτσα για ένα κάστρο που ήταν ορατό από μακριά. Η περιγραφή μας θυμίζει έντονα το κάστρο της Χρυσής στην Αλμωπία “Επί της κορυφής του λόφου και επί τινος βράχου διακρίνονται δύο πυργίσκοι, οι οποίοι ενώνονται με εν τείχος και σχηματίζουν είδος φρουρίου, δεσπόζοντος του λόφου και της πεδιάδος · ολίγον δε τι χαμηλότερα υπάρχει άλλο τείχος εις σχήμα ημισελήνου.”. Ήταν όμως αδύνατο να δουν το κάστρο της Χρυσής εκτός αν είχαν επιλέξει άλλη διαδρομή μέσω Αψάλου, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Ο Κ. Σταλίδης πιστεύει ότι πρόκειται για τα τείχη της ακρόπολης της αρχαίας Έδεσσας: “όσο για το φρούριο που διακρίνει θα πρέπει να πρόκειται για την οχυρωμένη ακρόπολη της Έδεσσας, ενώ το τείχος σε σχήμα ημισελήνου θα πρέπει να είναι κάποιο μέρος από τα τείχη της αρχαίας πόλης στον Λόγγο” (Δρόμοι στην Έδεσσα κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, 2012). Εάν όμως ήταν τα τείχη της αρχαίας Έδεσσας, ο Καβάτσα θα το είχε αναφέρει κατεβαίνοντας προς τον Λόγγο και πριν εισέλθουν “εις μιαν αχανή πεδιάδα, ονομαζομένην υπό των Τούρκων Βαρδαρόνα και υπό των Βουλγάρων Slanizza”. Επίσης είναι αμφίβολο αν τα τείχη της Έδεσσας είχαν αντέξει στον καταστρεπτικό σεισμό του 1395. Αλλά και αν είχαν αντέξει το πιθανότερο θα ήταν να είχαν καταστραφεί αμέσως μετά από τους ίδιους του κατοίκους για την ανοικοδόμηση της νέας πόλης ψηλά στην Ακρόπολη, στη σημερινή της τοποθεσία, όταν εγκατέλειψαν την κατεστραμμένη πόλη κάτω στον Λόγγο. Το κάστρο στο οποίο αναφέρεται ο Καβάτσα πρέπει να βρίσκεται μετά το Μαυροβούνι και συγκεκριμένα στους πρόποδες του βουνού Πάικο όχι πολύ μακριά από την Εγνατία οδό προς Γιαννιτσά. Ο Γάλλος πρόξενος Θεσσαλονίκης Κουζινερύ (Cousinèry, Voyage dans la Macèdoine, 1831) στο πρώτο του ταξίδι στη περιοχή την άνοιξη του 1776 και κατά την επιστροφή του από την Έδεσσα παρέα με τον μητροπολίτη Γερμανό, διανυκτέρευσε σε ένα χωριό που ονομαζόταν Παλαιόκαστρο. Σημείωσε μάλιστα ότι η λέξη σημαίνει παλιό κάστρο στα ελληνικά. Λίγα χιλιόμετρα από το χωριό υπήρχαν πλούσιες πηγές που τις επισκέφτηκε και τον εντυπωσίασαν ιδιαίτερα (σημερινές πηγές Αραβησσού). Δεν κάνει όμως καμιά αναφορά σε σωζόμενο κάστρο. Ούτε ρώτησε τον μητροπολίτη περί αυτού. Εξετάζοντας παλιούς χάρτες βρίσκουμε το τοπωνύμιο Παλαιόκαστρο πολύ κοντά στη σημερινή Αραβησσό. Είναι το χωριό στο οποίο διανυκτέρευσε ο Κουζινερύ και χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το μέρος που αναφέρει ο Καβάτσα. Ανατρέχοντας στον Γάλλο αρχαιολόγο Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που ερεύνησε την περιοχή το φθινόπωρο του 1855 πληροφορούμαστε ότι στη θέση Παλαιόκαστρο ήταν κτισμένη η αρχαία Κύρρος. Ο Γάλλος αρχαιολόγος ανέβηκε στο κάστρο και βρήκε τις βάσεις των τειχών. Λίγο βορειότερα βρήκε και το αρχαίο λατομείο που είχε χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση της Κύρρου και της Πέλλας. Η Κύρρος ήταν μια από τις μεγάλες πόλεις της Κάτω Μακεδονίας μαζί με Πέλλα, Βέρροια, Έδεσσα, Σκύδρα, Μίεζα και Ευρωπό. Ήταν η πρώτη φορά που η τοποθεσία της αρχαίας Κύρρου, γνωστής από την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκιδίδη, ταυτοποιήθηκε στη σύγχρονη εποχή. Ο Ντελακουλόνς εκτιμά ότι το κάστρο ήταν η αρχαία ακρόπολη της μακεδονικής πόλης, το οποίο, όπως αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος, ξαναχτίστηκε από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, μάλλον επί Ιουστινιανού. Το κάστρο λοιπόν που είδε ο Καβάτσα το 1591 μάλλον ήταν ότι απέμενε από το ανοικοδομημένο βυζαντινό κάστρο της αρχαίας Κύρρου που απείχε περί τα τρία χιλιόμετρα από την Εγνατία οδό. Το χωριό Παλαιόκαστρο έπαυσε να υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η διαδρομή που ακολούθησε ο Ενετός πρέσβης από την Έδεσσα στα Γιανιτσά και το χωριό Παλαιόκαστρο, η θέση της αρχαίας Κύρρου, από αυστριακό χάρτη του 1904

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae-%ce%ad%ce%b4%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%cf%84%cf%83%cf%8e%ce%bd-resized

Στη συνέχεια ο Καβάτσα μας πληροφορεί για την κίνηση στον δρόμο (δυο καραβάνια με καμήλες επί της Εγνατίας οδού) και μια ακολουθία από δυο κάρα που μετέφεραν μια Γιαννιτσώτα μουσουλμάνα νύφη στην Έδεσσα, σίγουρα με την προίκα της, υπό την αρχηγία ενός εξισλαμισμένου (εξωμότη) Ενετού (η Chioggia είναι γειτονική πόλη της Βενετίας και βρίσκεται στην ίδια λιμνοθάλασσα). Φτάνοντας στα Γιαννιτσά καταλύουν σε ένα καραβαν-σεράι που πρέπει να βρισκόταν στην λεγόμενη Παλιά Αγορά, κοντά στην Εγνατία οδό. Παρά το ότι ήταν κατ’εξοχήν (ιερή) τουρκική πόλη υπήρχαν και Έλληνες κάτοικοι “κατοικούμενον και από Έλληνες ως και τα Βοδενά”. Τα Γιαννιτσά είναι η μόνη πόλη όλης της διαδρομής που την ονομάζει πλούσια και αναφέρει μια ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα “Εδώ κάμνουν ωραία μανδήλια, κεντημένα με μετάξι και χρυσόν κατά την τουρκικήν συνήθειαν”. Παρά το ότι είχε ζωή δυο μόνο αιώνων από την ίδρυση της από τον Γαζή Εβρενός είχε συγκεντρώσει μεγάλο τουρκικό πληθυσμό. Ίσως η προσέλκυση, λόγω της ιερότητας και του πλούτου της πόλης, πολλών μουσουλμάνων από διάφορα μέρη της Βαλκανικής να οδήγησε και σε εσωτερικές αντιζηλίες και τριβές που δημιούργησαν τη φήμη ότι εκεί “οι Τούρκοι κάτοικοι είναι κακοί άνθρωποι, ότι αλληλοσκοτώνονται και ότι είναι πολύ επικίνδυνον να περιπατή κανείς” μετά τη δύση του ηλίου. Τέλος η περιγραφή των κάρων που σύρονται από βουβάλια δεν μας ξενίζει αφού επιβίωσαν μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα.

“Τα κάρρα, που είδομεν, ήσαν με δύο τροχούς χωρίς ακτίνας, αλλά μονοκόμματους, που εφαίνοντο ωσάν πυθμένες καδίσκου και ήσαν καλώς καρφωμένοι και με σιδηρά επίσωτρα…και σύρονται από βουβάλια”. Τα κάρα που είδε ο Καβάτσα το 1591 επιβίωσαν μέχρι τον 20ο αιώνα. Η παρακάτω φωτογραφία είναι τραβηγμένη στη Κοζανη στις 14-9-1916. 

1916 09 14 charriots à boeufs

Το ημερολόγιο του Καβάτσα αποτελεί την παλιότερη γνωστή περιγραφή της διαδρομής Μοναστηρίου – Έδεσσας – Θεσσαλονίκης. Αν και το ταξίδι ήταν στη πραγματικότητα μια κούρσα ταχύτητας λόγω της ιδιαίτερης αποστολής του Ενετού πρέσβη, η παρατηρητικότητα του γραμματέα του μας εκπλήσσει με την ακρίβεια και αντικειμενικότητα των περιγραφών του. Ο επόμενος δυτικός επισκέπτης θα είναι ο Γάλλος πρόξενος Κουζινερύ, στα τέλη του 18ου αιώνα, για τον οποίο έχουμε γράψει εν εκτάσει σε σειρά άλλων αναρτήσεων. Τον 19ο αιώνα το ρεύμα των επισκεπτών θα αυξηθεί σημαντικά ενώ ατις αρχές του 20ύ αιώνα η περιοχή θα κατακλυστεί από τα στρατεύματα της Αντάντ.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, ας αναφέρουμε και το τέλος της περίφημης μυστικής αποστολής. Φτάνοντας στη Κωνσταντινούπολη ο Μπερνάρντο πηγαίνει αμέσως να συλλάβει τον πρέσβη. Στο κεφαλόσκαλο της πρεσβείας ο Λιπομάνο τον περιμένει και του λέγει ότι είχε μάθει εδώ και μέρες για τον λόγο της επίσκεψης του αλλά παρέμεινε στη Κωνσταντινούπολη γιατί ήθελε να ταξιδέψει στη Βενετία για να αποδείξει πόσο λάθος είχε κάνει το Συμβούλιο να πιστέψει τις κακοήθειες εναντίον του. Παρά λοιπόν τις μεγάλες προφυλάξεις του Μπερνάρντο, τα νέα της αποστολής του είχαν ταξιδέψει πιο γρήγορα από τον ίδιο στη Κωνσταντινούπολη. Ο Αλβανός μεγάλος βεζίρης Σινάν πασάς πράγματι είχε προσφερθεί να φυγαδεύσει τον Λιπομάνο εκτός Κωνσταντινούπολης αλλά εκείνος αρνήθηκε επιθυμώντας να μείνει για να ξεπλύνει τις εναντίον του κατηγορίες. Άλλωστε ήταν γόνος μιας από τις πιο παλιές και ευγενείς οικογένειες της Βενετίας που είχε προσφέρει σειρά εκλεκτών ανδρών στα πολιτικά της πράγματα. Ο Μπερνάρντο, εκτελώντας κατά γράμμα την εντολή που είχε λάβει, συνέλαβε τον Λιπομάνο και τον έστειλε με γαλέρα πίσω στη Βενετία. Πλησιάζοντας στην πατρίδα του και διακρίνοντας την λεπτή ακτογραμμή του Λίντο ο Λιπομάνο πήδηξε από την κουπαστή στη θάλασσα και πνίγηκε. Έτσι έβαλε τέλος ο ίδιος στη ζωή του, τουλάχιστον αν πιστέψουμε την επίσημη ενετική εκδοχή για τον θάνατο του. Η ανεπίσημη είναι ότι πέθανε από τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη στα υπόγεια του ωραιότατου παλατιού των Δόγηδων.

Οι Μαγεμένες: έρως θεών και ανθρώπων *

“Οπως η Ελλάδα ήταν η Κυρία των Τεχνών και η Ρώμη τίποτα περισσότερο από μαθητευόμενη της, εύκολα τεκμαίρεται ότι όλα τα θαυμαστά κτίρια που κοσμούσαν την Αυτοκρατορική πόλη δεν ήταν παρά αντιγραφές των προτότυπων ελληνικών. Ως εκ τούτου θεωρήσαμε ότι αν οι ακριβείς αναπαραστάσεις αυτών των πρωτοτύπων δημοσιεύονταν, ο Κόσμος θα είχε τη δυνατότητα να διαμορφώσει, όχι μόνο μια πιο εκτεταμένη αλλά και πιο ακριβή ιδέα για την Αρχιτεκτονική και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τις καλές μέρες της αρχαιότητας. Ακόμα θεωρήσαμε ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της ίδιας της Τέχνης, η οποία προς το παρόν φαίνεται να στηρίζεται σε πολύ μερικό και ανεπαρκές σύστημα αρχαίων προτύπων”.

Με αυτά τα λόγια ο ζωγράφος Τζέϊμς Στιούαρτ (James Stuart) και ο αρχιτέκτονας Νίκολας Ρέβετ (Nicholas Revett) αρχίζουν το μνημειώδες τρίτομο έργο τους The Antiquities of Athens (Οι Αρχαιότητες των Αθηνών) που εκδόθηκε από το 1762 έως το 1794. Ακόμη και σήμερα οι γραμμές αυτές αποτελούν ίσως τη καλύτερη εισαγωγή σε ένα κείμενο που αφορά την αρχαία ελληνική τέχνη, όπως το ομορφότερο δείγμα της στη Θεσσαλονίκη, τα Είδωλα για τους Χριστιανούς, οι Μαγεμένες ή Las Incantadas για τους Εβραίους και τα Σουρέτ-Μαλέ (Sureth-Maleh γράφει ο Beaujour) για τους Μουσουλμάνους. Έχουν γραφεί ήδη πολλά και πολύ ενδιαφέροντα για το μνημείο αυτό. Στόχος εδώ είναι μια αναδρομή στις πρωτότυπες πηγές και, όπου είναι δυνατόν, ο φωτισμός ορισμένων πτυχών που είχαν περάσει ως τώρα απαρατήρητες.

Ι. Οι απεικονίσεις των Ειδώλων από Ευρωπαίους περιηγητές

1. Ετιέν Γκραβιέ ντ’Ορτιέρ (Etienne Gravier d’Ortières).

Η παλιότερη γνωστή απεικόνιση του μνημείου είνα του έτους 1686 όταν ο Γάλλος πράκτορας του Λουδοβίκου 14ου (του βασιλιά Ήλιου) καπετάνιος Γκραβιέ ντ’Ορτιέρ πέρασε και από την Θεσσαλονίκη. Σκοπός της αποστολής του δεν ήταν η ανεύρεση αρχαιοτήτων αλλά η συλλογή πληροφοριών για πιθανή εκστρατεία της Γαλλίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την ήττα της τελευταίας στη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης, τον Σεπτέμβριο του 1683, άρχισε να εδραιώνεται η πεποίθηση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν πια ανίκητοι. Ετσι άλλωστε ξεκίνησε την επόμενη κιόλας χρονιά η Bενετία τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που οδήγησε και στην προσωρινή κατάληψη – με τι κόστος! – της Αθήνας απ’τον Μοροζίνι. Ο Λουδοβίκος ο 14ος έτρεφε κι αυτός κρυφό όνειρο να γίνει κύριος της Βασιλεύουσας. Ο καπετάνιος Γκραβιέ με μια ομάδα ειδικών θα επισκεφτεί με το πλοίο Jason (Ιάσων) μεταξύ 1685 και 1687 όλα τα μεγάλα λιμάνα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, από το Πορτ-Σαΐδ και την Κύπρο μέχρι την Θεσσαλονίκη και τη Κωνσταντινούπολη για να εξετάσει τις οχυρώσεις τους. Θα επιστρέψει με τρεις μεγάλους φακέλους γεμάτους από σχέδια και σκαριφήματα. Έχει έτοιμο μάλιστα και ένα σχέδιο διαμελισμού της αυτοκρατορίας του Σουλτάνου μεταξύ Γαλλίας, Πολωνίας και Βενετίας. Τέσσερα από τα σκαριφήματα αφορούν την Θεσσαλονίκη : Πλάνο της πόλης που δείχνει τα τείχη γύρω από την πόλη, Άποψη της πόλης από θάλασσα με το θαλάσσιο τείχος, Αψίδα του Θριάμβου (σημ: Γαλερίου) και Ερείπια Αρχαίου Παλατιού (σημ. Μαγεμένες). Ο φάκελος με τα χειρόγραφα βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

Οι Μαγεμένες (Ερείπια Αρχαίου Παλατιού) κατά Γκραβιέ ντ’Ορτιέρ, 1686ruines-dun-palais-dortieres

2. Επίσκοπος Ρίτσαρντ Πόκοκ (Richard Pococke)

Δεύτερη αναφορά των Μαγεμένων βρίσκουμε στο βιβλίο του Άγγλου κληρικού Πόκοκ “Περιγραφή της Ανατολής” (R. Pococke, A Description of the East) που εκδόθηκε το 1745. Ο Πόκοκ πέρασε από την Θεσσαλονίκη το 1739-40 και σχεδίασε τρία μνημεία: τις Μαγεμένες, την Αψίδα του Θριάμβου (σημ: Γαλερίου) και την Ροτόντα. Για τις Μαγεμένες αναφέρει: “Ένα άλλο αρχαίο κομμάτι είναι τα ερείπια μιας πολύ ωραίας Κορινθιακής κιονοστοιχίας. Αποτελείται από πέντε κολόνες από cipolino (σημ: πρασινωπού μαρμάρου, verd antique, ίσως μάρμαρο Καρύστου). Τα κιονόκρανα είναι εξαιρετικής καλλιτεχνικής δουλειάς, οι κολόνες έχουν δυό πόδια διάμετρο και απέχουν η μια από την άλλη εννέα πόδια και δυο ίντσες. Η ζωφόρος είναι αυλακωτή, επί του θρυγκού υπάρχουν πεσσοί πάνω στους οποίουςς βρίσκεται ένα επιστήλιο. Αλλά η μεγαλύτερη ομορφιά της κιονοστοιχίας είναι τέσσερα ανάγλυφα και στις δυο πλευρές από ανθρώπινες μορφές σε φυσικό μέγεθος.” Κατά περίεργο τρόπο ο λιθογράφος δεν ακολούθησε το κείμενο ή τα σχέδια του Πόκοκ γιατί στη λιθογραφία του βιβλίου η επάνω κιονοστοιχία εμφανίζεται χτισμένη ενώ οι ανθρώπινες μορφές – οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά στο κείμενο – απουσιάζουν εντελώς. Επί πλέον το μνημείο παρουσιάζεται μέσα σε ένα φανταστικό περιβάλλον μη έχοντας σχέση με την παραγματικότητα. Οι κίονες στο σχέδιο δεν είναι θαμμένοι στο χώμα έτσι ώστε να μπορεί να δοθεί μια ιδέα του ύψους του μνημείου σε σύγκριση με το ύψος ενός ανθρώπου.

Οι Μαγεμένες (Κορινθιακή κιονοστοιχία) κατά Πόκοκ, A Description of the East, 1740

pococke-incantadas-resized

3. Ζωγράφος Τζέϊμς Στιούαρτ (James Stuart) και αρχιτέκτονας Νίκολας Ρέβετ (Nicholas Revett)

Οι Στιούαρτ και Ρέβετ πήραν το πλοίο από τη Βενετία στις 19 Ιανουαρίου του 1751 και έφτασαν στον Πειραιά διασχίζοντας τον Κορινθιακό κόλπο στις 17 Μαρτίου. Αφού έμειναν στην Αθήνα δυο χρόνια να μελετήσουν και να σχεδιάσουν τις αρχαιότητες αναχώρησαν το 1753 για την Θεσσαλονίκη όπου φιλοξενήθηκαν στον εκεί Βρεταννό πρόξενο Πήτερ Πάρανταϊζ (Peter Paradise). “(Στη Θεσσαλονίκη) σχεδιάσαμε τα ερείπια μιας αρχαίας κιονοστοιχίας κορινθιακού ρυθμού. Θα έπρεπε να προστεθούν και μερικά άλλα αξιόλογα κτίρια που υποτίθεται ότι είναι της εποχής του Θεοδοσίου, αλλά μια πολύ βαρειά επιδημία πανώλης, η οποία ξέσπασε ενώ ήμασταν εκεί, κατέστησε τη μέτρηση τους ανασφαλή και ανέφικτη”. Η επιδημία αυτή είπανε ότι είχε περίπου 30.000 θύματα (in the space of a few months, near 30,000 people are said to have perished). H πανώλη και ο τύφος επισκέπτονταν συχνά πυκνά τη νύφη του Θερμαϊκού πριν από τον 20ο αιώνα. Μετά την Θεσσαλονίκη ταξίδεψαν στη Σμύρνη και στα νησιά του Αιγαίου πριν επιστρέψουν στο Λονδίνο το 1755. Η κορινθιακή κιονοστοιχία βρισκόταν στην αυλή ενος Εβραίου εμπόρου – το όνομα του οποίου γνωρίζουμε τώρα ότι ήταν Λάτσι Αρδίττη. Ο Στιούαρτ, δεινός σχεδιαστής, απαθανάτισε τις Μαγεμένες (Γοητεία, στα ελληνικά στο κείμενο) με εξαιρετική ακρίβεια όπως ορθώνονταν στα μέσα του 18ου αιώνα στην αυλή του εμπόρου. Είναι η σκηνή της πρώτης επίσκεψης και την ζωντανεύει η επεξήγηση που δίνει ο ίδιος ο Στιούαρτ: στο μέσον της εικόνας βρίσκεται ο πρόξενος τον οποίο καλωσορίζει ο Εβραίος έμπορος έτοιμος να του προσφέρει καφέ που βαστά σε ένα δίσκο ένα αγόρι. Από το μπαλκόνι η γυναίκα του εμπόρου παρατηρεί στον άνδρα της ότι προσφέρει καφέ πριν ακόμη τους προσκαλέσει να καθίσουν, όπως θάτανε σωστό. Δίπλα της στέκονται οι δυο κόρες του εμπόρου και στο τέλος της σκάλας η υπηρέτρια τρέχει να βοηθήσει για τον καφέ. Στα δεξιά της εικόνας κοντά στη είσοδο της αυλής βρίσκονται ο ζωγράφος Στιούαρτ που κρατά από το χέρι τον δεκαετή γιό του προξένου, ο αρχιτέκτονας Ρέβετ και ο Έλληνας δραγομάνος (διερμηνέας) του προξένου. {Σημ. Ο ορθόδοξος γιός του προξένου Τζων έγινε πολύγλωσσος και εξαιρετικός γνώστης της ελληνικής. Αργότερα ο Τζων έδωσε μαθήματα ελληνικών στον Τόμας Τζέφερσον – μετέπειτα πρόεδρο των ΗΠΑ – όταν ο τελευταίος ήταν πρέσβης στο Παρίσι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1780}.

Οι Μαγεμένες όπως βρίσκονταν το 1753 στη Θεσσαλονίκη σε σχέδιο του Στιούαρτ

stuart-las-incantadas-resized

Οταν ρώτησαν τι σήμαιναν οι ανθρώπινες φιγούρες της κιονοστοιχίας άκουσαν τον μύθο που ήταν συνδεδεμένος με το μνημείο και που μάλλον ερχόταν από παλιά: Οταν ο Αλέξανδρος ετοιμαζόταν για τη μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Περσών, ζήτησε και τη συνδρομή ενός βασιλιά της Θράκης που δέχτηκε να ενώσει τις δυνάμεις του με αυτές του Μακεδόνα βασιλιά. Ηρθε μάλιστα με την γυναίκα του και τη συνοδεία τους στη Θεσσαλονίκη και ο Αλέξανδρος τους φιλοξένησε σε ένα παλάτι που επικοινωνούσε με το δικό του μέσω μιάς στοάς. Η σπάνια ομορφιά της θρακιώτισας βασίλισσας όμως θάμπωσε τον Αλέξανδρο και δεν άργησε να την κάνει ερωμένη του. Αρχισε λοιπόν να την επισκέπτεται τις νύχτες διασχίζοντας την περίφημη στοά. Ο βασιλιάς της Θράκης όμως πληροφορήθηκε από τη συνοδεία του τα καθέκαστα και αποφάσισε να τιμωρήσει με σκληρό τρόπο τον οικοδεσπότη που πρόδοσε τους κανόνες της φιλοξενίας. Είχε στη συνοδεία του ένα μάγο νεκρομάντη από τον Πόντο που έριξε τα μάγια του στη στοά έτσι ώστε όποιος προσπαθούσε να την διαβεί μια συγκεκριμένη ώρα το βράδυ να πέτρωνε. Ο σοφός Αριστοτέλης όμως, κατά πολύ εξυπνότερος του νεκρομάντη, ανακάλυψε τον κίνδυνο και έπεισε τον Αλέξανδρο να μην επισκεφτεί την ερωμένη του εκείνο το βράδυ. Η βασίλισσα που δεν γνώριζε τίποτα άρχισε να αδημονεί όσο περνούσε η ώρα το βράδυ και δεν εμφανιζότανε ο εραστής της. Εστειλε λοιπόν τις πιστές συνοδούς της να πάνε να δούν γιατί αργεί ο Αλέξανδρος και μετά από λίγο ακολούθησε και η ίδια. Ο άνδρας της που βιαζόταν να δει την τιμωρία, βέβαιος ότι τα μάγια είχαν κάνει το έργο τους, πήγε κι αυτός με τους υπηρέτες του να βεβαιωθεί ότι οι δυο εραστές ήταν πετρωμένοι. Και τη στιγμή που οι δυο ομάδες συναντήθηκαν στη στοά πέτρωσαν ξαφνικά και στέκονται έτσι στους αιώνες τους άπαντες σαν σύμβολα του ζηλιάρη άνδρα και της άπιστης γυναίκας!

Πέρα από το σκηνικό της επίσκεψης, η απεικόνιση δίνει και ορισμένα άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία. Η κιονοστοιχία σχηματίζει μια μικρή οξεία γωνία με τον εξωτερικό τοίχο της αυλής ο οποίος οριοθετεί τον δρόμο στον οποίο βρίσκεται η είσοδος της κατοικίας. Ο δρόμος πρέπει να είναι αρκετά στενός αν κρίνουμε από το πόσο καντά βρίσκεται το απέναντι σπίτι.

Οι Στιούαρτ και Ρέβετ σχεδίασαν με μοναδικό τρόπο όλες τις λεπτομέρειες του μνημείου. Έσκαψαν βαθειά στο χώμα για να μετρήσουν το συνολικό ύψος της κιονοστοιχίας, από τις βάσεις των κιόνων μέχρι την κορυφή του άνω επιστηλίου. Το ύψος ήταν 41 πόδια 7 ίντσες και 4/10 της ίντσας (12,68 μέτρα) ενώ το μήκος ταυ τμήματος όπως παρουσιάζεται στο χαρακτικό υπολογίζεται σε περίπου 15 μέτρα.

stuart

Τα σχέδια των Στιούαρτ και Ρέβετ αποτελούν την καλύτερη και ευκρινέστερη εικόνα που έχουμε σήμερα για τις μορφές πριν αυτά υποστούν τις μεγάλες φθορές των επόμενων ετών. Πράγματι, οι Γενίτσαροι συνήθιζαν να πυροβολούν τα αγάλματα για διασκέδαση ενώ φθορές υπέστησαν και κατά τον τεμασχισμό και μεταφορά τους στη Γαλλία τον επόμενο αιώνα.

Η θεά Νίκη, η νύμφη Αύρα με φουσκωμένο από τον αέρα πέπλο και ένας Διόσκουρος

%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%cf%8d%cf%81%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%cf%8c%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%82

Η αρπαγή του Γανυμήδη από αετό (Δίας), η Λήδα με τον κύκνο (Δίας) και ο θεός Διόνυσος

%ce%b3%ce%b1%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%ae%ce%b4%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%ae%ce%b4%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%cf%8c%ce%bd%cf%85%cf%83%ce%bf%cf%82

Η Αριάδνη, μια Μαινάδα με τον αυλό και απεικόνιση του ακραίου κιονόκρανου

%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%ce%b4%ce%bd%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bf%ce%bd%cf%8c%ce%ba%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%bf

4. Λουί Φωβέλ ( Louis-François-Sébastien Fauvel)

Ο Λουί Φωβέλ ήταν Γάλλος ζωγράφος που έζησε από τα μέσα του 18ου αιώνα έως περίπου τα μέσα του 19ου. Η ζωή του συνδέθηκε με την Ελλάδα όταν ο Marie Gabriel Florent Auguste, κόμης de Choiseul-Gouffier, κοινώς κόμης Σουαζέλ-Γκουφφιέ του ζήτησε να επισκεφτεί την Ελλάδα, από την οποία μόλις είχε επιστρέψει, για να ζωγραφίσει αρχαιότητες για τον δεύτερο τόμο του μπεστ-σέλλερ βιβλίου του “Ειδυλλιακό ταξίδι στην Ελλάδα” (Voyage pittoresque de la Grèce) – δεύτερο τόμο που ποτέ δεν κατόρθωσε τελικά να εκδώσει. Ο Φωβέλ έφυγε για την Ελλάδα το 1780 και επέστρεψε το 1782 με ένα μεγάλο πακέτο σχεδίων. Προς το τέλος του ταξιδιού του επισκέφτηκε και την Θεσσαλονίκη. Η πόλη αυτή άλλωστε ήταν η τελευταία στάση του κόμη κατά το ταξίδι του το 1786 πριν επιστρέψει οδικώς στο Παρίσι και σίγουρα του ζήτησε να ζωγραφίσει ορισμένες αρχαιότητες που είχε δει εκεί. Ο Φωβέλ θα επιστρέψει στην Ελλάδα δυο χρόνια αργότερα, το 1984, όταν ο κόμης ονομάστηκε πρέσβης της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη – χάρις και στο βιβλίο του – και θα μείνει σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή του στην Ελλάδα – όπου επί Ναπολέοντος Βοναπάρτη ονομάστηκε και πρόξενος στην Αθήνα. Θα αφήσει τη τελευταία του πνοή στη Σμύρνη. Ο Φωβέλ ζωγράφισε δυο ακουαρέλες των Μαγεμένων. Η πρώτη είναι του 1782 και εμφανίζεται σε λιθογραφία του βιβλίου του προξένου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη Εσπρί Κουζινερύ (Esprit-Marie Cousinèry) Ταξίδι στη Μακεδονία (Voyage dans la Macèdoine) στο οποίο έχουμε αναφερθεί παλιότερα. Είναι άγνωστο αν η ακουαρέλα αυτή έχει διασωθεί. Ο Γάλλος πρόξενος ονομάζει το μνημείο ‘Ερείπια ενός αμφιθεάτρου στη Θεσσαλονίκη’ (Ruines d’un Cirque à Salonique): “Στο μέσο περίπου της οδού των θριάμβων (Εγνατία) βλέπουμε να στέκονται όρθιες σε ευθεία γραμμή πέντε κίονες κορινθιακού ρυθμού από λευκό μάρμαρο με μπλέ κύμματα (marbre blanc vainé de bleu) και με θρυγκό δουλεμένο στις δυό πλευρές. Οι πεσσοί έχουν ύψος γύρω στα οκτώ με εννιά πόδια, είναι από λευκό μάρμαρο, και πάνω τους έχουν σκαλιστεί και στις δυο πλευρές ανάγλυφες μορφές σε φυσικό μέγεθος”. Ο Κουζινερύ πιστεύει ότι είναι του τρίτου αιώνα αν και δεν αποκλείει να είναι και παλιότερες. “Τα κάτω μέρη των κιόνων είνα χωμένα στο σπίτι ενός Εβραίου. Αυτός μου είπε ότι ο πατέρας του, θέλοντας να σκάψει ένα πηγάδι, συνάντησε μεγάλα μπλόκ από μάρμαρο. Οι εργάτες του είπαν ότι μάλλον πρόκειται για σκαλοπάτια” και συνεχίζει: “Συμπεραίνω λοιπόν ότι το μνημείο αποτελούσε μέρος αμφιθεάτρου που στη περίοδο της (ρωμαϊκής) δημοκρατίας και κυρίως στην αυτοκρατορική περίοδο χρησιμοποιόταν για δημόσια θεάματα”.

Οι Μαγεμένες κατά Φωβέλ, ακουαρέλα του 1782, όπως παρουσιάζεται υπό μορφή λιθογραφίας στο βιβλίο ‘Ταξίδι στη Μακεδονία’ του Κουζινερύ

incantadas-coysinery

Η δεύτερη ακουαρέλα είναι μάλλον του 1793 όταν ο Φωβέλ φιλοξενήθηκε από τον Κουζινερύ στο δεύτερο ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη μετά τη διαφυγή του κόμη Σουαζέλ-Γκουφιέ από την Κωνσταντινούπολη στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης.

Η δεύτερη ακουαρέλα του Φωβέλ (μάλλον 1793, ιδιωτική συλλογή)

fauvel-incantadas-correct-resized

Από τις δυο ακουαρέλες του Φωβέλ η δεύτερη είναι ακριβέστερη και πλησιάζει πολύ στο χαρακτικό του Στιούαρτ. Παρατηρούμε ότι ο τοίχος που χωρίζει την αυλή από τον δρόμο είναι σε κακή πια κατάσταση, φαίνεται μισογκρεμισμένος, ενώ η είσοδος στην αυλή έχει υποστεί ζημίες. Αντιθετα το απέναντι σπίτι δεν φαίνεται να έχει αλλοιωθεί από το πέρασμα των χρόνων. Η κιονοστοιχία έχει την μικρή οξεία γωνία με τον τοίχο της αυλής όπως στο σχέδιο του Στιούαρτ.

ΙΙ. Η αρπαγή του μνημείου από τον Μιλέρ

Η ομορφιά του μνημείου είχε συγκινήσει πολλούς περιηγητές. Ο συνταγματάρχης Leake που επισκέφτηκε την Θεσσαλονίκη το 1806 αναφέρει για τη Λήδα και τον Γανυμήδη ότι είναι πολύ ωραία γλυπτά χωρίς φθορές απ’τον χρόνο (Travels in Northern Greece, vol. III, 1835). Ο Κουζινερύ θεωρεί το μνημείο “αντάξιο των καλύτερων χρόνων της Ελλάδος” ενώ ο διάδοχός του στο γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, Φελίξ Μπωζούρ (Felix Beaujour) γράφει “θα ήθελα να ξεσηκώσω τη Λήδα και τον Γανυμήδη του πεσσού που έχει διατηρηθεί καλύτερα, αλλά οι προσφορές που έκανα στον πασά δεν έγιναν αποδεκτές” [J’aurais bien desiré pouvoir enlever le Ganimède et la Léda, qui sont le groupe le mieux conservé; mais j’ai fait au pacha des offres qui n’ont pu être acceptées – Tableau du Commerce de la Grèce, 1800]. Η φράση αυτή του Μπωζούρ επιβεβαιώνει την πληροφορία που δίνει ο Κλάρκ (Clarke, Travels in various countries, 1818) ότι “πολλές προσπάθειες έγιναν τόσο από τους Άγγλους όσο και από τους Γάλλους να αποσπάσουν τα ανάγλυφα αλλά ο Τούρκος πασάς δεν έδιδε την άδεια  – many attempts have been made, both on the part of the English and French, to get them removed; but the Turkish  Pasha, to whom applications were made for this purpose, would not give his consent”. Αυτό που δεν πέτυχε όμως ο Μπωζούρ τη περίοδο 1794-1798 που ήταν πρόξενος θα το πετύxει ο Εμμανουέλ Μιλέρ (Emmanuel Miller) το 1864, εβδομήντα χρόνια αργότερα.

Ο Μιλέρ δεν ήταν αρχαιολόγος αλλά ένας ειδικός στα παλιά ελληνικά χειρόγραφα, ένας παλαιογράφος όπως λεγόταν. Ήταν 21 χρονών όταν μετά τις σπουδές του μπήκε στη Βασιλική Βιβλιοθήκη, στο τμήμα χειρογράφων. Αυτό του επέτρεψε να περάσει τα περισότερα χρόνια της ζωής του μέσα σε βιβλιοθήκες, κελάρια μοναστηριών και πύργων – σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Ρωσία – προσπαθώντας να ξετρυπώσει μέσα σε σεντούκια ξεχασμένα χειρόγραφα με κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Κάθε έρευνα του ήταν και μια ειδική αποστολή χρηματοδοτημένη από το επίσημο γαλλικό κράτος. Κατά παράξενη σύμπτωση, αιτία για το ενδιαφέρον του Μιλέρ για την Ανατολή υπήρξε άθελα του ένας μεγάλος Έλληνας φιλόλογος και μάλιστα συντοπίτης Εδεσσαίος: ο Μινωίδης Μηνάς. Γεννημένος το 1788, ο Μινωίδης Μηνάς (πραγματικό όνομα Κωνσταντίνος Μηνάς) τέλειωσε το Ελληνομουσείο Βεδενών που είχε ιδρύσει τέλη του 1782 ο γνωστός μας Μητροπολίτης Μελέτιος. Ο Μηνάς μετά τις σπουδές του δίδαξε σε διάφορα σχολεία. Το 1811 ένας άλλος συντοπίτης Εδεσσαίος (από το Κάτω Γραμματικό), ο Μητροπολίτης Σερρών – και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης – Χρύσανθος τον έπεισε να διδάξει στη Σχολή των Σερρών πράγμα το οποίο και έκανε. Εκεί δίδαξε μέχρι το 1819 οπότε οι επιστημονικές του ανησυχίες αλλά και η απάνθρωπη διοίκηση του Γιουσούφ, μπέη των Σερρών, τον οδήγησαν στη Γαλλία. Οι γνώσεις του εκεί δεν πέρασαν απαρατήρητες. Το 1840 ο Γάλλος υπουργός Παιδείας Βιγεμαίν (Villemain) του αναθέτει σαν αποστολή να ερευνήσει στα μοναστήρια της Ανατολικής Εκκλησίας την ύπαρξη αρχαίων χειρογράφων. Η αποστολή είχε τέτοια επιτυχία που επαναλήφθηκε άλλες δυο φορές. Ο Μινωίδης επέστρεφε με αρχαία κείμενα που θεωρούνταν μέχρι τότε χαμένα, όπως οι Μύθοι του Βαβρίου, το περί Γυμναστικής του Φιλοστράτου, την Ρητορική του Αριστοτέλη κλπ. Οι επιτυχίες του Μινωίδη δεν πέρασαν απαρατήρητες από τον Μιλέρ. Του έγινε έμμονη ιδέα να πάει κι αυτός στον μυστηριώδη Άθω εκεί από όπου ο Μινωΐδης έφερε τόσο πολύτιμα χειρόγραφα. Το 1863, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Μινωίδη, θα καταφέρι, μέσω της προστάτιδας του κυρίας Κορνού (Hortence Lacroix-Cornu ομογάλακτης αδελφής του αυτοκράτορα και στενής του φίλης), να πάρει την άδεια και μια γενναία επιχορήγηση από τον Ναπολέοντα Γ’ για την τελευταία επαγγελμετική αποστολή του, μιαν αποστολή στην Ανατολή. Γνωρίζουμε με κάθε λεπτομέρεια τις κινήσεις του Μιλέρ στην αποστολή αυτή χάριν των επιστολών που έστελνε τακτικά στη σύζυγό του. Οι επιστολές αυτές εκδόθηκαν σε βιβλίο μετά τον θάνατο του, “Το Oρος Άθως, το Βατοπέδι και η νήσος Θάσος” (Le Mont Athos, Vatopedi et l’île de Thassos, 1889) το οποίο αποτελεί τη πηγή όλων των δημοσιευμάτων που αφορούν την αρπαγή του μνημείου.

Τα αποτελέσματα της αποστολής ήταν λαμπρά αφού βρήκε μιαν Ιστορία του Αριστόβουλου της Ίμβρου, ένα χειρόγραφο του Ήρωνα της Αλεξανδρείας, εφευρέτη της ατμομηχανής, ένα χειρόγραφο με χάρτες του Πτολεμαίου ενώ από την Θάσο έφυγε με πολλά ανάγλυφα και επιγραφές. Το σημείο όμως που παραμένει στο σκοτάδι είναι αν η αφαίρεση των γλυπτών από την Θεσσαλονίκη ήταν ένας από τους αρχικούς σκοπούς της αποστολής του και πως αυτός, ένας μελετητής χειρογράφων, ανέλαβε μιαν επιχείρηση τόσο παράτολμη όπως η μεταφορά ενός μνημείου σχεδόν 13 μέτρων σε ύψος και 15 μέτρων σε μήκος.

Τον γρίφο μας λύνει η επίσημη Εκθεση (πεπραγμένων) της αποστολής του στον αυτοκράτορα που υπέβαλε στις 2 Φεβρουαρίου του 1865 (Mission scientifique en Orient, rapport à l’Empereur, Academie des Inscriptions et Belles-Lettres; 1865): “η αποστολή μου ήταν να εξερευνήσω τις βιβλιοθήκες των ελληνικών Μονών της Ανατολής, κυρίως αυτές του όρους Άθω, και να εφαρμόσω τις παλαιογραφικές μου γνώσεις σε χειρόγραφα που διέλαθαν της προσοχής των σοφών που προηγήθηκαν από μένα όπως Βιλουαζόν, Κουρσόν κλπ…..και κυρίως του Μινωΐδη Μηνά που έμεινε πολύ καιρό στα μοναστήρια και έφερε ένα μεγάλο αριθμό πολύτιμων χειρογράφων”. Η αποστολή λοιπόν ήταν καθαρά παλαιογραφικής φύσεως με στόχο μάλιστα να ξεπεράσει κι αυτόν ακόμη τον διάσημο Εδεσσαίο Μηνωΐδη. Στην αποστολή συνοδευόταν από ένα ζωγράφο και φωτογράφο, τον Γκιγεμέ (Guillemet) ο οποίος “εφήρμοσε κατά προτεραιότητα την τέχνη του στις απαράμιλλες εικόνες του Πανσέληνου”. Κατά περίεργο τρόπο, αυτός που ξήλωσε όπως-όπως τις Μαγεμένες κατηγορεί τους μοναχούς ότι “με ένα ακατονόητο ζήλο παραχωρούν τη δουλειά της συντήρησης των εκκλησιών τους σε καλλιτέχνες χωρίς κανένα ταλέντο που καλύπτουν με απαίσια σοβαδίσματα (badigeons) τα υπέροχα απομεινάρια της βυζαντινής τέχνης: η Ιβήρων, το Βατοπέδι και η Παντοκράτωρος υπέστησαν ήδη αυτή την ελεεινή επέμβαση και στη Μεγίστης Λαύρας ετοιμάζονται να κάνουν την ίδια ιεροσυλία”. Τον καιρό που έμεινε στον Άθω εξέτασε περίπου 6.000 χειρόγραφα και επισκέφθηκε και τις είκοσι μονές και αρκετές – αλλά όχι όλες όπως παρατηρεί με λύπη – σκήτες. Όλως παραδόξως στη πολυσέλιδη έκθεση πεπραγμένων αφιερώνει μια παράγραφο όλη κι όλη για την αφαίρεση των Μαγεμένων από τη Θεσσαλονίκη. Εξηγεί το σκεπτικό της πράξης του ως εξής: “Κι ενώ ετοιμαζόμασταν να σαλπάρουμε (σημ. από τη Θάσο στις 10 Οκτωβρίου) έλαβα ένα νέο που μου προξένησε τη μεγαλύτερη χαρά και που θα προκαλούσε ζωηρό ενδιαφέρον στους φωτισμένους φίλους των τεχνών (εννοεί μάλλον την κ Κορνού). Επρόκειτο για το φημισμένο μνημείο της Θεσσαλονίκης στο οποίο βρίσκονται τέσσερις ομάδες από αγάλματα. Γνωρίζουμε ότι τα γλυπτά αυτά ήταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση αλλοίωσης. Κάθε μέρα γινόταν ένας επι πλέον ακρωτηριασμός και ήταν προβλέψιμη η άμεση και πλήρης καταστροφή. Εγώ ο ίδιος το διαπίστωσα όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Με πρόθεση να σώσω αυτά τα πολύτιμα απομεινάρια της αρχαίας τέχνης, έκανα μια συμφωνία με τον Γάλλο πρόξενο, μαρκήσιο Πουσαρά (Poucharra), και τον πασά της Θεσσαλονίκης. Χάριν των δικών τους προσπαθειών και της παρέμβασης του πρέσβη της Γαλλίας στη Κωνσταντινούπολη κατόρθωσα να πάρω επιστολή από τον Μεγάλο Βεζύρη που μου επέτρεπε να σηκώσω τα γλυπτά και να τα μεταφέρω στη Γαλλία. Φόρτωσα γρήγορα τα μάρμαρα της Θάσου και έβαλα πλώρη για την Θεσσαλονίκη με τη Truite (πλοίο Τρουΐτ – Πέστροφα). Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον υποναύαρχο Νταμποβίλ (D’Aboville) κα τον κύριο Μορέλ (Morel) για την βοήθει που μου έδωσαν”. Αυτή είναι η μοναδική παράγραφος που αφορά την αφαίρεση των Μαγεμένων στην έκθεσητ τουΗ αφήγηση όμως είναι διαφωτιστική για τους εξής λόγους. Πρώτα από όλα σκοπός του ταξιδιού δεν ήταν επουδενί τα είδωλα της Θεσσαλονίκης. Η σκέψη για την αφαίρεση τους προέκυψε όταν ο παλαιογράφος πέρασε και τα είδε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μιλέρ φαίνεται ότι δεν αγόρασε τα γλυπτά όπως συχνά λέγεται αλλά του τα παραχώρησαν δωρεάν οι οθωμανικές αρχές! Εαν είχαν αγοραστεί δεν θα είχε κανένα ενδοιασμό να το γράψει ή τουλάχιστον να αναφέρει ότι ήταν προϊόν δοσοληψίας όπως είχε αναφέρει και ο πρόξενος Μπωζούρ στις δικές του άκαρπες ενέργειες μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Η πρωτοβουλία της αφαίρεσης και της μεταφοράς δεν προέρχεται από το Παρίσι αλλά από αυτόν τον ίδιο αποκλειστικά. Εαν το Παρίσι είχε την παραμικρή ανάμειξη στην όλη επιχείρηση το ελάχιστο που θα είχε κάνει θα ήταν να τους ευχαριστήσει για τις ενέργειες τους – και ιδιαίτερα την προστάτιδα του κυρία Κορνού και φυσικά τον αυτοκράτορα στον οποίο απευθυνόταν η έκθεση. Τους μόνους που ευχαριστεί έιναι ο πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, ο πασάς της πόλης και ο Γάλλος πρέσβης στη Κωνσταντινούπολη. Είναι όμως ειλικρινής η ανησυχία του για την προοδευτική φθορά και πιθανή καταστροφή του μνημείου; Από την οργισμεη αναφορά στους μοναχούς του Αγίου Όρους ότι δεν κάνουν τίποτα για τη διάσωση των τοιχογραφιών αλλά αντιθέτως αφήνουν να τις καταστρέφουν άσχετοι τεχνίτες φαίνεται πως ναι. Γνωρίζουμε επίσης ότι ήταν συχνό φαινόμενο η αφαίρεση από τον Λατσι Αρδίττη κομματιών μαρμάρου από το μνημείο για πώληση ή δωρεάν προσφορά σε δυτικούς περιηγητές καθώς επίσης και ο πυροβολισμός των γλυπτών από τους περαστικούς γενίτσαρους. Ο Κλαρκ βεβαιώνει στο βιβλίο του ότι όταν πέρασε από τη Θεσσαλονίκη το 1801 διαπίστωσε σημάδια από βόλια στα σώματα των αγαλμάτων. Πως όμως ο πασάς της Θεσσαλονίκης, που τον περιγράφει στην αρχή σαν κάποιον υπερ το δέον σοβαρό και απόμακρο, έγινε τόσο φιλικός βοηθώντας τον στο παράτολμο εγχείρημα; Του έδωσε ένα γερό μπαχτσίσι; Διαβάζοντας το βιβλίο Le Mont Athos καταλαβαίνουμε ότι κατά τις διάφορες παραμονές του στη Θεσσαλονίκη ο Μιλέρ κέρδισε τη προσωπική φιλία και εμπιστοσύνη του Οθωμανού με το οξύ χιούμορ που διέθετε. Ο σοβαρός πασάς ξεσπούσε συχνά στα γέλια με τα φερσίματα του Μιλέρ πολύ πριν ανακύψει το θέμα των μαρμάρων. Ο πασάς έγινε στο τέλος ο άνθρωπος που έκανε τα πάντα για να τον εξυπηρετήσει (“Le pacha est vraiment admirable de dévouement pour moi. Je n’ai qu’un mot à dire, et tout de suite il m’envoie chars et bœufs”).

Η αφήγηση της επιχείρησης διαμελισμού και μεταφοράς των αγαλμάτων είναι αρκετά μεγάλη, ιδιαίτερα αποκαλυπτική και εξαιρετικά λεπτομερής. Εχει παρουσιαστεί στο ελληνικό κοινό ήδη από το 1986 (Απόστολος Βακαλόπουλος, Ενας Γάλλος Ελγιν στη Θεσσαλονίκη, 1986) και δεν χρειάζεται να την επαναλάβουμε εδώ. Το μόνο που θα τονίσουμε είναι ότι η άδεια του Μεγάλου Βεζύρη της 10ης Οκτωβρίου αφορούσε μόνο τους πεσσούς με τα αγάλματα όπως είχε ζητήσει ο Μιλέρ. Δεν αφορούσε το σύνολο του μνημείου γιατί ο Μιλέρ δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Φαίνεται όμως ότι το Παρίσι, όταν κατάλαβε περί τίνος πρόκειται, είδε τα πράγματα διαφορετικά. Με μεγάλη έκπληξη ο Μιλέρ λαμβάνει ένα τηλεγράφημα από το Παρίσι στις 30 Οκτωβρίου – χωρίς αμφιβολία από την κ. Κορνού – που τον πληροφορεί ότι “το ενδιαφέρον αφορά το σύνολο του μνημείου, πάρτετο όλο”. Όλο; Μα οι τεράστιοι κίονες (έξι μέτρων) δεν ήταν σπονδυλωτοί αλλά μονοκόμματοι, και ο θρυγκός με τη ζωφόρο κομμάτια ασήκωτα. Ζητά να του αποστείλουν από την Τουλόν ειδικά τρέϊλορ για να μπορέσει να τα μεταφέρι αλλά η απάντηση είναι αρνητική, θα πρέπει να το κάνει με τα μέσα που διαθέτει επι τόπου. Το θεωρεί όμως τεχνικά αδύνατο και γράφει στη γυναίκα του: “Θα βάλω τα μάρμαρα κατά μήκος των τοίχων έτσι ώστε να μην εμποδίζουν τη κυκλοφορία και θα τοποθετήσω τα μεγάλα κομμάτια σε μια μικρή πλατεία εδώ κοντά. Οταν επιστρέψω στο Παρίσι θα πω στον Αυτοκράτορα (δηλ. στην κυρία Κορνού) ότι αν θέλουμε μπορούμε να πάμε να τα πάρουμε, διαφορετικά θα τα χαρίσω στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που κτίζουν στη περιοχή και θα χαρούν πολύ που θα βρουν τέτοια ωραία μάρμαρα”. Θα πρέπει τελικά να συνέβη το τελευταίο γιατί στο Παρίσι δεν φαίνεται να υπάρχουν ούτε η ζωφόρος ούτε φυσικά οι κίονες. Ο ναός του Αγίου Νικολάου του Τρανού πράγματι χτιζότανε τότε. Κάηκε όμως ολοσχερώς στη πυρκαγιά του 1917 όπως και όλη η γύρω περιοχή.

ΙΙΙ. Προσέγγιση της θέσης του με βάση τις μαρτυρίες των περιηγητών

Ενα εύλογο ερώτημα είναι αν η κιονοστοιχία με τις Μαγεμένες είναι μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου. Η απάντηση είναι εύκολη και καταφατική. Προκύπτει από την ανολοκλήρωτη φράση στο επιστύλιο …Ν ΓΕΓΕΝΗΜΕΝΟΝ ΥΠΟ…Είχε μεγαλύτερο μήκος τουλάχιστον προς τη δυτική θραυσμένη άκρη.

Η ημιτελής φράση στο επιστύλιο του μνημείου

%cf%86%cf%81%ce%ac%cf%83%ce%b7-%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bb%ce%af%ce%bf%cf%85

Κατά τους ειδικούς αποτελούσε μάλλον ένα μεγαλοπρεπές πέρασμα από ένα χώρο σε ένα άλλο στην αρχαία αγορά. Θα μπορούσε να είναι και πιο περίπλοκο; Η απάντηση στο ερώτημα κείται στις βάσεις των κιόνων που σίγουρα παρέμειναν στη θέση τους. Η μόνη αντίστοιχη γνωστή κατασκευή πάντως είναι οι στύλοι της Τουτέλ (Les Piliers de Tutèle) στο Μπορντώ της Γαλλίας που είχε κατασκευαστεί την ίδια περίπου εποχή, τέλη του 2ου με αρχές του 3ου αιώνα. Το γκρέμισαν τον 17ο αιώνα για την κατασκευή ενός πύργου στη περιοχή, ο οποίος με τη σειρά του έχει καταστραφεί.

Les Piliers de Tutèle σε γκραβούρα εποχής

piliers-de-tutele-resized

Το τελευταίο ερώτημα αφορά την ακριβή θέση του μνημείου στη Θεσσαλονίκη με βάση τις μαρτυρίες των περιηγητών. Δυστυχώς ο Μίλερ, μη όντας ο ίδιος αρχαιολόγος, δεν προνόησε να κάνει σχέδια ή τοπογραφικό της περιοχής πριν το ξηλώσει. Από τους περιηγητές των περασμένων αιώνων γνωρίζουμε ότι ήταν στο μέσον της απόστασης μεταξύ του Αγίου Νικολάου του Τρανού και της Παναγίας Χαλκαίων (Καζάντζιλαρ τζαμί) και σχετικά κοντά στην Εγνατία οδό (“Ce portique…. était situé à mi-distance de l’église moderne de Saint-Nicolas-le-Grand et de Cazandjilar-Djami, près de la voie Egnatienne”, Trafali – Topographie de Thessalonique).

Η παλαιότερη ένδειξη για το σημείο που βρίσκονταν οι Μαγεμένες προκύπτει από ένα τοπογραφικό του Ερνέστου Εμπράρ (Ernest Hébrard). Πρόκειτα για ένα χάρτη που χρησιμοποιούσε για τις έρευνες του υπεδάφους (sondages) μετά την πυρκαγιά του 1917 (στο Chronique des fouilles et découvertes archéologiques dans l’Orient hellénique (novembre 1919-novembre 1920)). Στο πλάνο αυτό, λίγο βορειότερα από τα τούρκικα μπάνια, υπάρχει η ένδειξη “Θέση των Μαγεμένων” (Emplacement des Incantadas). Δυστυχώς αυτή η ένδειξη δεν βοηθά πολύ γιατί καλύπτει ένα πολύ μεγάλο χώρο με πολλούς δρόμους. Εάν τραβήξουμε όμως την πράσινη γραμμή που ενώνει την Παναγία Χαλκαίων με τον Ναό του Αγίου Νικολάου και οριοθετήσουμε με κόκκινη το μέσον περίπου της απόστασης αυτής τότε το πιθανό μέρος περιορίζεται σημαντικά. Το σημαντικό είναι ότι στον κόκινο κύκλο βρίσκεται ένας μόνο δρόμος που κόβει κάθετα την Εγνατία στα νότια και την Πτολεμαίων στα βόρεια. Αυτός θα πρέπει να είναι ο στενός δρόμος από τον οποίο έμπαιναν στην αυλή του Εβραίου έμπορα. Η κιονοστοιχία λοιπόν πιθανόν να βρισκόταν δεξιά ή αριστερά αυτού του στενού δρόμου.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%ac

Στο επόμενο διάγραμμα έχουν σημειωθεί, σαν παράδειγμα, δυο πιθανές θέσεις της κιονοστοιχίας με μπλέ γραμμή, λαμβάνοντας υπόψη τη μικρή γωνία που σχημάτιζε με τα όρια του δρόμου. Η κιονοχτοιχία ήταν σχεδόν κάθετη στον άξονα Βορά-Νότου (ελαφρά ΒΑ-ΝΔ). Θα μπορούσε βέβαια να είναι λιγο βορειότερα ή νοτιότερα επί του δρόμου αυτού. Οι δυο ροζ τελείες δείχνουν τις δυο πιθανές θέσεις των σχεδιαστών Στιούαρτ και Φωβέλ όταν ζωγράφιζαν το μνημείο. Πρακτικά είναι αδύνατο απο τις περιγραφές των περιηγητών να γνωρίζουμε αν το μνημείο βρισκόταν στο αριστερό ή δεξιό μέρος του δρόμου και φυσικά αν οι σχεδιαστές είχαν στραμένη τη πλάτη προς την Εγνατία ή προς την Πτολεμαίων. Η θέση όμως του ήλιου στις απεικονίσεις μας βοηθά να λύσουμε κι αυτό το αίνιγμα. Στο χαρακτικό του Στιούαρτ παρατηρούμε ότι ο ήλιος βλέπει από Ν-ΝΔ το μνημείο αφού φωτίζει και την δυτική πλευρά των πεσσών. Η σκιά του δυτικού κίονα πέφτει στην αυλή του σπιτιού ενώ αυτή του θρυγκού επάνω στο σπίτι του έμπορα. Αρα το μνημείο βρίσκεται αριστερά του δρόμου ανεβαίνοντας προς την οδό Πτολεμαίων περίπου στον κίτρινο κύκλο του παρακάτω πλάνου. Ο Στιούαρτ πρέπει να έκανε το σχέδιο του το μεσημεράκι. Κρίνοντας πάντα από τις σκιές καταλαβαίνουμε ότι ο Φωβέλ έκανε την απεικόνιση του 1782 πρωί προς μεσημέρι  γιατί η σκιά του δυτικού κίονα στην αυλή σχηματίζει σχεδόν ορθή γωνία με αυτόν. Στην ακουαρέλα του 1793 η σκιά του δυτικού κίονα πέφτει επάνω στο σπίτι του εμπόρου ενώ ο ήλιος φωτίζει αρκετά και την βόρεια πλευρά των πεσσών. Αρα έκανε το σχέδιο το απόγευμα μιας μεγάλης σε διάρκεια μέρας. (Η ανάλυση αυτή των φωτοσκιάσεων του μνημείου επιβεβαιώνει νεώτερες πολεοδομικές και ιδιοκτησιακές μελέτες για το οικόπεδο στο οποίο βρσκόταν το μνημείο).

%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%b9%ce%b2%ce%b7%cf%82-%ce%b8%ce%b5%cf%83%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%b3%ce%b5%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%89%ce%bd

Με το ίδιο σκεπτικό η πιθανή σημερινή θέση του μνημείου βρίσκεται στον κόκκινο κύκλο επί της πλατείας της Αρχαίας Αγοράς (με τη προϋπόθεση ότι ο πολύ μικρότερος σημερινός ναός του Αγιου Νικολάου βρίσκεται στη θέση του παλαιότερου ναού που κάηκε το 1917). Η κατεύθυνση της κιονοστοιχίας ήταν σχεδόν κάθετη προς τον άξονα βορρά-νότου.

%cf%80%ce%b9%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b7-%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%ce%b8%ce%ad%cf%83%ce%b7-resized

Τα Είδωλα ή Μαγεμένες ήταν το ωραιότερο δείγμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης στη Θεσσαλονίκη, στη καρδιά της πόλης. Η επιστροφή τους στη πόλη που τις γέννησε είναι ο διακαής πόθος όλων. Σήμερα όμως η πόλη έχει τα ακριβή αντίγραφα χάρις στις ενέργειες της Δημοτικής Αρχής και της αξίζουν θερμά συγχαρητήρια. Θα ήταν κάτι το πραγματικά μαγικό αν η Πολιτεία, η Δημοτική αρχή και τα Επιμελητήρια της Θεσσαλονίκης ένωναν τώρα τις δυνάμεις τους έτσι ώστε να βρουν χορηγούς για την τοποθέτηση ενός πιστού αντιγράφου στη θέση που τα φύλαξε για σχεδόν 20 αιώνες. Αλήθεια σήμερα μάγια γίνονται;

* Αλλαγή τίτλου μετά από εύστοχη παρατήρηση του φίλου Γιώργου Ιακ. Γεωργάνα (8/12/2016)

Σαν σήμερα το πρώτο σφύριγμα τρένου στην Έδεσσα

Ένα ηλιόλουστο πρωϊνό της Παρασκευής 15 Ιουνίου 1894 ξεκίναγε το πρώτο τρένο από την Θεσσαλονίκη για να διανύσει τα 219 χιλιόμετρα της νέας σιδηροδρομικής γραμμής μέχρι το Μοναστήρι. Ακριβώς πριν από 122 χρόνια. Κρίνοντας από την επιχρωματισμένη φωτογραφία της ιστορικής αυτής αναχώρησης, ο πρώτος συρμός φαίνεται ότι ήταν…ευάερος και ευήλιος μια και αποτελούνταν από ανοιχτές πλατφόρμες πάνω στις οποίες ήταν τοποθετημένα τα εμπορεύματα στα οποία κάθονταν οι επιβάτες. Θάταν μεσημέρι εκείνης της μέρας όταν η γερμανική ατμομηχανή μάρκας Hanomag, ασθμαίνοντας στην ανηφόρα, έμπαινε σφυρίζοντας στον σταθμό της Έδεσσας (Βοδενά τότε). Το σφύριγμα αυτό καθώς και ο χαρακτηριστικός ήχος της ατμομηχανής, που μια χανόταν και μια ακουγόταν καθώς μπαινόβγαινε στις σύρραγγες πλησιάζοντας στη πόλη, θα γίνονταν ένα καθημερινό ευχάριστο άκουσμα για γενιές Εδεσσαίων. Η πόλη εκείνη τη μέρα γύριζε σελίδα και δρασκέλιζε στην μοντέρνα εποχή. Εμπαινε στο χάρτη ενός ευρύτατου σιδηροδρομικού δικτύου που την ένωνε μέσω Θεσσαλονίκης με πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Ηταν μια ιστορική μέρα.

Επιστολική κάρτα του εκδότη Δαυίδ Ασσαέλ με επιχρωματισμένη φωτογραφία της πρώτης αναχώρησης αμαξοστοιχίας από Θεσσαλονίκη για Μοναστήρι στις 15 Ιουνίου 1894

Πρώτο τρένο

Αργότερα τα νέα άνετα βαγόνια άρχισαν να φέρνουν εκδρομείς στην Έδεσσα για να θαυμάσουν τα αξιοθέατα της πόλης. Ήταν ο προάγγελος της μετέπειτα τουριστικής εποχής (επιστολική κάρτα του εκδοτικού οίκου Ιούδα Βαρσάνο της Θεσσαλονίκης που ταχυδρομήθηκε τον Οκτώβριο του 1904)

Σταθμός 20-10-1904.resized

Η απόφαση για την κατασκευή της γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου ήταν αποτέλεσμα συγκυριών, ιστορικών ανακατατάξεων και ενός μεγαλεπίβολου σχεδίου που άλλαξε τα οικονομικά δεδομένα στην Βαλκανική. Ας δούμε περιληπτικά πως η εξέλιξη των πραγμάτων οδήγησε τελικά και στην κατασκευή του τμήματος αυτού.

Ο σουλτάνος Αβδούλ Αζιζ (1861-1876) με την αναρρίχηση στο θρόνο αντιλαμβάνεται ότι η συνοχή και η επιβίωση της παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας χρειάζεται ένα γενναίο εκσυγχρονισμό με ριζικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους. Στα πλαίσια αυτά ο Μεγάλος Βεζύρης Αλή Πασάς συλλαμβάνει το σχέδιο για τη δημιουργία ενός σιδηροδρομικού δικτύου που θα βελτίωνε την επικοινωνία των επαρχιών της, θα δημιουργούσε νέες οικονομικές ευκαιρίες αλλά και θα επέτρεπε την γρήγορη μεταφορά στρατευμάτων από το ένα σημείο της αυτοκρατορίας στο άλλο. Για τους Ευρωπαίους η σιδηροδρομική σύνδεση του ευρωπαϊκού δικτύου με την Κωνσταντινούπολη μέσω Βιέννης ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα αφού θα μίκραινε κατά πολύ τον χρόνο και το κόστος μεταφοράς ταξιδιωτών και εμπορευμάτων. Η σύνδεση μάλιστα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης με την βόρεια Ευρώπη πρόσφερε την δυνατότητα μιας πιο γρήγορης επικοινωνίας ακόμη και με τις ασιατικές αποικίες των ευρωπαϊκών χωρών. Ετσι η Υψηλκή Πύλη, παρά τους ισχυρούς ενδοιασμούς των παραδοσιακών και θρησκευτικών κύκλων του Ισλαμ που έβλεπαν με δυσπιστία και καχυποψία κάθε αλλαγή που ερχόταν απο τη Δύση, θα αποφασίσει την υλοποίηση ενός μεγάλου σιδηροδρομικού δικτύου στις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας μήκους 2500 χιλιομέτρων. Το τιτάνιο αυτό έργο θα ανατεθεί τελικά το 1869, με την μέθοδο της χρηματοδότησης, κατασκευής και λειτουργίας για 99 χρόνια, στον βαρώνο Μωρίς ντε Χιρς (Baron Maurice de Hirsch). Ο βαρώνος Χιρς ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και πλουσιότερους τραπεζίτες της Ευρώπης την εποχή εκείνη. Γεννημένος στο Μόναχο, σπουδαγμένος και παντρεμένος στις Βρυξέλλες και εγκατεστημένος στο Παρίσι από όπου διηύθυνε τις τραπεζικές του εργασίες, ο Γερμανοεβραίος τραπεζίτης αναλάμβανε την χρηματοδότηση μεγάλων και ριψοκίνδυνων έργων παράλληλα με τις φιλανθρωπικές του πρωτοβουλίες όπως η κατασκευή του συνοικισμού Χιρς και η ανέγερση του νοσοκομείου Χιρς (σημερινό Ιπποκράτειο νοσοκομείο) στη Θεσσαλονίκη. Για την υλοποίηση της συμφωνίας ο βαρώνος Χιρς ιδρύει δυο εταιρείες: την Αυτοκρατορική Εταιρεία Σιδηροδρόμων Ευρωπαϊκής Τουρκίας (Société Imperiale des Chemins de Fer de la Turquie d’Europe) που θα αναλάβει την κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών και την Γενική Εταρεία Εκμετάλλευσης των Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Τουρκίας (Compagnie Générale d’Exploitations des Chemins de Fer de la Turquie d’Europe) που θα αναλάβει την λειτουργία και εκμετάλλευση για 99 χρόνια των σιδηροδρόμων. Αρχές 1870 αρχίζουν οι κατασκευές με γρήγορο ρυθμό από τέσσερα διαφορετικά σημεία. Το 1872 ο νέος Μεγάλος Βεζύρης αναδιαπραγματεύεται την συμφωνία περικόπτοντας σημαντικά το αρχικό σχέδιο και μειώνοντας αντίστοιχα την περίοδο εκμετάλλευσης από τα 99 στα 50 χρόνια. Την ίδια χρονιά, σε χρόνο ρεκόρ, τελειώνουν οι πρώτες γραμμές. Πρόκειται για τις συνδέσεις Θεσσαλονίκης – Σκοπίων και Ανδριανούπολης – Αλεξανδρούπολης (τότε Δεδέαγατς). Το 1873 ολοκληρώνεται η γραμμή Κωνσταντινούπολης – Ανδριανούπολης, το 1874 τα τμήματα Σκοπίων – Μητροβίτσας και η διακλάδωση Ανδριανούπολης προς Βάρνα. Το 1884, μετά τις καθυστερήσεις λόγω της πτώχευσης της οθωμανικής κυβέρνησης (1875), της βουλγαρικής εξέγερσης (1876), του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-78) και της ανεξαρτησίας της Σερβίας (1882), τίθεται σε λειτουργία η γραμμή Βελιγραδίου – Νις (Ναϊσσού) και το 1888 οι γραμμές Σκοπίων – Νις και Νις – Σόφιας – Φιλιππούπολης. Ετσι το 1888 η Κωνσταντινούπολη συνδέεται με Σόφια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη και Βιέννη και η Θεσσαλονίκη με Βελιγράδι, Βουδαπέστη και Βιέννη. Η Βόρεια θάλασσα (Αμβούργο) συνδέεται με την Μεσόγειο (Θεσσαλονίκη). Ο βαρώνος Χιρς είναι ικανοποιημένος αφού παρά τις αντιξοότητες και τις μεγάλες ανακατατάξεις το σχέδιο ολοκληρώθηκε. Είναι η στιγμή που αποφασίζει να αποτραβηχτεί από την ενεργό οικονομική δράση για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στις φιλανθρωπικές του δραστηριότητες. Έτσι πωλεί το 1890 τις μετοχές του σε έναν νέο και φιλόδοξο παίκτη που ενστερνίζεται τη νέα γερμανική πολιτική της πορείας προς ανατολάς (Drang nach Osten): πρόκειται για την Ντόϋτσε Μπάνκ (Deutsche Bank) μια νέα γερμανική τράπεζα που ιδρύθηκε το 1870 με την γερμανική ενοποίηση και ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει μεγάλα σιδηροδρομικά πρότζεκτ, ιδιαίτερα αυτό της σύνδεσης Κωνσταντινούπολης – Βαγδάτης.

Η κατασκευή των διαφόρων σιδηροδρομικών τμημάτων στην Βαλκανική την περίοδο 1870-1888 (οι ημερομηνίες του κειμένου είναι οι σωστές)

Chemins de fer 1888

Η Υψηλή Πύλη όμως δεν είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένη από τις εξελίξεις. Ναι μεν επετεύχθη η σιδηροδρομική σύνδεση της Κωνσταντινούπολης με την Δυτική Ευρώπη αλλά ένα μεγάλο τμήμα της γραμμής είναι τώρα υπό τον έλεγχο της αυτόνομης – και ευνοούμενης της εχθρικής Ρωσίας – Βουλγαρίας και ένα άλλο υπό την κυριαρχία της ανεξάρτητης πλέον Σερβίας. Αμέσως μετά πρώτη προτεραιότητα για τον νέο σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ (1876-1909) είναι η σύνδεση των υπό οθωμανική κυριαρχία ακόμη ευρωπαϊκών περιοχών με την Κωνσταντινούπολη. Πρέπει επειγόντως να συνδεθεί η πρωτεύουσα με την Θεσσαλονίκη, έδρα μεγάλης στρατιάς, και η τελευταία με το Μοναστήρι , έδρα στρατιωτικών ακαδημιών. Συγχρόνως θα εξεταστεί και η σύνδεση του Μοναστηρίου με την Αδριατική. Ο Γερμανοεβραίος τραπεζίτης και εκπρόσωπος των οπλικών συστημάτων Μάουζερ στη Κωνσταντινούπολη Άλφρεντ Κάουλα (Alfred von Kaulla) προωθεί τις αυτοκρατορικές σκέψεις στον διευθυντή της Deutsche Bank (τον Georg von Siemens) ο οποίος χωρίς δισταγμό προτείνει στον σουλτάνο την ανάληψη της κατασκευής και λειτουργίας της γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου. Η πρόταση γίνεται δεκτή και μια σύμβαση παραχώρησης για 99 χρόνια υπογράφεται το 1890 μεταξύ της Πύλης και του Άλφρεντ Κάουλα που ενεργεί για λογαριασμό της Deutsche Bank. Ιδρύεται στη Κωνσταντινούπολη η Εταρεία Οθωμανικού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου (Société du Chemin de Fer Ottomane Salonique – Monastir) και προσλαμβάνεται η γαλλική κατασκευαστική εταιρεία RGCF (Régie Générale des Chemins de Fer et des travaux publics) γνωστή και ως “Vitali & Cie” για την κατασκευή της νέας γραμμής. Επικεφαλής και ιδιοκτήτης της γαλλικής εταρείας είναι ο κόμης Philippe Vitali ή καλύτερα ο Φίλιππος-Σπυρίδων Βιτάλης γιός του Ζακυνθινού αριστοκράτη Γεωργίου Βιτάλη. Ο Γεώργιος Βιτάλης μαζί με τον αδελφό του Σπύρο είχαν βοηθήσει ενεργά τον απελευθερωτικό αγώνα προωθώντας στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Θα συνεισφέρουν χρήματα και όπλα στον λόρδο Βύρωνα πριν το ταξίδι του τελευταίου στο Μεσολόγγι. Θεωρούνται οι ιδρυτές της γαλλικής μερίδας – του μετέπειτα γαλλικού κόμματος του Κωλέττη – και θα εργαστούν για να φέρουν στον ελληνικό θρόνο τον δούκα του Νεμούρ (duc de Nemours) του οίκου της Ορλεάνης, γιό του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου Φιλίππου του 1ου. Με την ενθρόνιση όμως του Όθωνα το 1832 ο Γεώργιος Βιτάλης θα εγκατασταθεί στο Παρίσι. Ο γιός του Φίλιππος-Σπυρίδων (1830-1909) μετά την αποφοίτησή του από σχολή μηχανικών (Ecole Centrale) θα αναδειχτεί σε έναν από τους ικανότερους επιχειρηματίες κατασκευής μεγάλων έργων σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία. Ειδικότητά του οι σιδηρόδρομοι και τα λιμάνια. Λογικό λοιπόν η εταιρεία του να κληθεί να κατασκευάσει και τον σιδηρόδρομο Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου. Η κατασκευή αρχίζει τον Ιούνιο του 1890. Στα εργοτάξια εργάζονται ντόπιοι και ξένοι ειδικοί. Οι τελευταίοι αντιστοιχούν σε περίπου 30% της συνολικής εργατικής δύναμης (στοιχεία από εξαιρετικές εργασίες του πανεπιστημιακού Βασίλη Γούναρη). Από τους ξένους οι περισσότεροι είναι Ιταλοί απο την περιοχή του Πιεμόντε και δουλεύουν κυρίως στο βόρειο κομμάτι της γραμμής. Αλλες εθνικότητες είναι Αυστριακοί, Σέρβοι, Γερμανοί, Ελβετοί ακόμη και Ρώσοι. Σύμφωνα με την τότε εφημερίδα “Φάρος της Θεσσαλονίκης” στα εργοτάξια δούλευαν την άνοιξη του 1892 περίπου 2.300 στο τμήμα Θεσσαλονίκη – Έδεσσα και 1.300 στο τμήμα Εδεσσα – Μοναστήρι. Ο μέγιστος αριθμός εργαζομένων έφτασε και τους 6.000. Η ελονοσία όμως δημιουργεί πολλά προβλήματα με υψηλό αριθμό ασθενειών και θανάτων σε σημείο που η ιταλική κυβέρνηση προτρέπει τους Ιταλούς να φύγουν.

“Στο αγαπημένο μας παιδί Αλμπέρ Φρέυ που απεβίωσε στις 7 Μαΐου 1893 σε ηλικία 5 ετών” Επιτύμβια στήλη που σώζεται στο νεκροταφείο Έδεσσας. Κατά πάσα πιθανότητα γιός ενός από τους αλλοδαπούς (Ελβετούς ή Γερμανούς) εργαζόμενους σε κοντινό στη πόλη εργοτάξιο.

Albert Frey.resized.resized

Το πρόβλημα έλλειψης επαρκών εργατικών χεριών υποχρεώνει την εταιρεία να ζητήσει παράταση των εργασιών κατά έξι μήνες πράγμα που γίνεται αποδεκτό. Τελικά τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών, σαν σήμερα στις 15 Ιουνίου 1894 το πρώτο τρένο αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη για το Μοναστήρι.

Οι περισσότεροι σταθμοί ακολουθούσαν το ίδιο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Στις φωτογραφίες οι σταθμοί του Γιδά (αριστερά του 1894) και της Έδεσσας (δεξιά του 1899)

Screenshot from 2016-06-14 20-11-04

Το τρένο και ο σιδηροδρομικός σταθμός της Έδεσσας βρέθηκαν στο επίκεντρο των σημαντικότερων γεγονότων στη πόλη. Εκεί έφτασαν οι πρώτοι στρατιώτες που απελευθέρωσαν τη πόλη, απο εκεί πέρασε ο διάδοχος Κωνσταντίνος στη νικηφόρα πορεία προς Φλώρινα στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, από εκεί τέλος γίνονταν οι μεταφορές υλικού, εφοδίων και ασθενών στο Α’ Παγκόσμιο Πολεμο ενώ με το τρένο έρχονταν οι κυριακάτικοι εκδρομείς από Θεσσαλονίκη στο μεσοπόλεμο και με τα τρένα γίνονταν μεταπολεμικά οι εξαγωγές των φρούτων της περιοχής. Αλλά και η βιομηχανική ανάπτυξη της πόλης θα ήταν δύσκολη έως αδυνατη χωρίς την σιδηροδρομική σύνδεση με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και τις μακρινές αγορές. Ισως τώρα το τρένο να φαντάζει σαν ο φτωχός συγγενής των μεταφορών. Συνεισέφερε τα μέγιστα όμως στη πρόοδο της πόλης.

Αριστερά φωτογραφία από την απελευθέρωση της Έδεσσας (18 Οκτωβρίου 1912) και δεξιά το πέρασμα του Κωνσταντίνου από τον σταθμό τον Νοέμβριο του 1912

Screenshot from 2016-06-15 18-41-10.resized

Τάφος του Αριστοτέλη: μια μαρτυρία ηλικίας 700 ετών

Πριν από δέκα περίπου μέρες πληροφορηθήκαμε από τον ημερήσιο τύπο την ανακάλυψη του τάφου του Σταγειρίτη φιλοσόφου. “Κινητά ευρήματα, κεραμική, περισσότερα από πενήντα νομίσματα χρονολογούν τάφο και βωμό στους χρόνους περίπου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιος όμως ήταν ο ένοικός του; Γραμματειακές πηγές δίνουν τη ζητούμενη απάντηση, με κυριότερες το χειρόγραφο αρ. 257 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης και μία αραβική βιογραφία του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με αυτές, μετά τον θάνατό του στη Χαλκίδα (322 π.Χ) οι Σταγειρίτες μετέφεραν την τέφρα του με χάλκινη υδρία, την έθαψαν σε μεγάλο υπέργειο τάφο μέσα στην πόλη τους, δίπλα στον οποίο έστησαν και βωμό, σε έναν τόπο που τον ονόμασαν «Αριστοτέλειον» και στον οποίο συνεδρίαζε στο εξής η Βουλή. Προς τιμήν του καθιέρωσαν μεγάλες ετήσιες γιορτές και αγώνες, τα «Αριστοτέλεια»”. Και ο αρχαιολόγος των Σταγείρων Κώστας Σισμανίδης επισημαίνει: “όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σωζόμενο αψιδωτό κτίσμα ήταν ο τάφος-ηρώο του Αριστοτέλη» (Καθημερινή)”.

Το αψιδωτό ταφικό μνημείο όπως είναι σήμερα

Ταφος Αριστοτέλη

Στην πρόσφατη ανακάλυψη των γραμματειακών πηγών στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας ίσως θάπρεπε να προστεθεί και μια άλλη που χρονολογείται από το 1356 μ.Χ. Πρόκειτα για το βιβλίο των ταξιδιών του Ζαν ντε Μαντβίλ (Jean de Mandeville) ή πιο σωστά του Άγγλου ιππότη John de Mandeville που αν και Αγγλος αριστοκράτης είχε γαλλικό όνομα και έγραφε στα γαλλικά. Το βιβλίο του (Livre des voyages de Jean de Mandeville) είχε γίνει μπεστ-σέλλερ για σχεδόν τέσσερις αιώνες στην Ευρώπη. Είχε μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και το χρησιμοποιούσαν οι τότε θαλασσοπόροι μεταξύ των οποίων και ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Η αρχή του βιβλίου του Ζαν ντε Μαντβίλ γραμμένο σε παλιά γαλλικά γοτθικής γραφής. Το βιβλίο σώζεται σε περίπου 250 χειρόγραφα δώδεκα διαφορετικών γλωσσών.

Jean de Mandeville.resized

Ο Ζαν ντε Μαντβίλ ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους τη δεκαετία του 1330. Στο τρίτο κεφάλαιο που τιτλοφορείται “Περί της Κωνσταντινουπόλεως και της Πίστης των Ελλήνων” αφού εξηγεί ότι ο Έλληνας αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης εξουσιάζει πολλούς λαούς που μιλάν διαφορετικές γλώσσες υπογραμμίζει ότι ελέγχει επίσης την Θράκη και την Μακεδονία. Στη τελευταία αναφέρει ότι “γεννήθηκε ο Αριστοτέλης σε πόλη που ονομάζεται Στάγειρα κοντά στη πόλη (εννοεί περιοχή) της Θράκης. Στα Στάγειρα αναπαύεται σήμερα ο Αριστοτέλης. Υπάρχει και ένας βωμός πάνω στο τάφο του. Οι άνθρωποι εκεί κάνουν μεγάλες γιορτές προς τιμήν του κάθε χρόνο σαν να ήταν άγιος. Και στον βωμό γίνονται τα συμβούλια και οι συναθροίσεις των κατοίκων που ελπίζουν ότι με τη φώτιση του Θεού και του Αριστοτέλη θα παίρνουν καλύτερες αποφάσεις”. Είναι ίσως η παλαιότερη μαρτυρία για τις γιορτές που γίνονταν στο ταφικό μνημείο του Αριστοτέλη στα Στάγειρα την εποχή που τα επισκέφτηκε ο Αγγλος περιηγητής.

Ισως να εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι κάτοικοι των Σταγείρων γιόρταζαν τον 14ο αιώνα τον Αριστοτέλη σαν άγιο της χριστιανικής θρησκείας. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Στη μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος στο παρεκκλήσι της Πορταΐτισσας με την περίφημη εικόνα της Θεοτόκου, υπάρχουν εικόνες με τους αρχαίους σοφούς όπως Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σόλωνα κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και στην Έδεσσα στο εκκλησάκι της ΑγίαςΥπαπαντής δίπλα στον Ι.Ν. της Αγίας Σκέπης στη γειτονιά μου στο Βαρόσι.

Η έλλιμνος νήσος

Μια από τις πιο όμορφες λίμνες της χώρας μας, η Βεγορίτιδα, βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την Έδεσσα. Εκτός από την ομορφιά η λίμνη έχει και μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα: την σημαντική διακύμανση της στάθμης του νερού. Από την δεκαετία του 1950 όμως με την μεγάλη επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα η τάση της στάθμης έγινε δυστυχώς μονοσήμαντη, φθίνουσα. Το ευχάριστο γεγονός της σταδιακής αύξησης του όγκου της τα τελευταία χρόνια ας ελπίσουμε ότι θα σημάνει αντιστροφή της τάσης των τελευταίων δεκαετιών (η εξέλιξη της στάθμης στο τέλος του σημειώματος).

Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι μετρήσεις της στάθμης είχαν ακρίβεια με την χρήση ειδικών οργάνων όμως παλαιότερα η μέθοδος μέτρησης ήταν εμπειρική, κοινώς με το μάτι. Σημείο αναφοράς αποτελούσε το νησί, το όστροβο, η κατά τον ιστορικό του 13ου αιώνα Γεώργιο Παχυμέρη “έλλιμνος νήσος” δηλαδή το νησί που βρισκόταν μέσα στη λίμνη. Το νησί, που έχει ένα τζαμί στη κορυφή του, άλλοτε γινόταν βράχος δίπλα στην ακτή και άλλοτε ήταν πραγματικό νησί που χρειαζόταν βάρκα για να το προσεγγίσει κανείς. Η άνοδος της στάθμης μερικές φορές γινόταν απότομα και έπιανε απροετοίμαστους τους περίοικους. Κάτι τέτοιο συνέβη και πριν από έναν αιώνα ακριβώς, το καλοκαίρι του 1916, σκεπάζοντας με νερό τις γραμμές του τρένου. Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες άρχισαν να δουλεύουν νύχτα-μέρα για να μετατοπίσουν τη σιδηροδρομική γραμμή ψηλότερα. Ο σιδηρόδρομος ήταν απόλυτα αναγκαίος για τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων που είχαν αρχίσει να έρχονται από την Θεσσαλονίκη για την προετοιμαζόμενη καλοκαιρινή επίθεση της Αντάντ. Λέγεται μάλιστα ότι οι Ρώσοι που είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στο ύψωμα με το τζαμί τα μάζεψαν άρον άρον και στρατοπέδευσαν ψηλότερα.

Τι γνωρίζουμε λοιπόν για αυτά τα εμπειρικά εκτιμημένα όρια μεταβολής της στάθμης του νερού της λίμνης; Η πηγή είναι όπως πάντα η παρατηρητικότητα των περιηγητών των περασμένων αιώνων. Ο πρώτος γνωστός δυτικός που περνά από την περιοχή, προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση την Έδεσσα και τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη είναι ο βάιλος (πρέσβης) της Βενετίας Λορέντσο Μπερνάρδο (Lorenzo Bernardo) την Κυριακή 26 Μαΐου του 1591 δηλ. πριν από 425 χρόνια ακριβώς. Κατεβαίνοντας από τα στενά της Κέλλης προς την Άρνισσα αναφέρει: “Από ψηλά είδαμε πρώτα τη λίμνη Σαριγκιόλ, λέξη τουρκική που σημαίνει κίτρινη λίμνη, και μετά τη λίμνη του Οστρόβου. Δίπλα στη λίμνη που έχει αρκετό μήκος βρίσκεται το ομώνυμο χωριό. Στο μέσο του χωριού υπάρχει άνα μικρό απότομο ύψωμα στη κορυφή του οποίου έχει κτισθεί ένα τζαμί που θα μπορούσε να μετασχηματισθεί σε ασφαλέστατο φρούριο γιατί ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης”. Ερμηνεύοντας τα λόγια του βάιλου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ύψωμα που είχε ήδη τζαμί βρισκόταν πάνω στην ακτή, ίσως σαν χερσόνησος, και είχε δίπλα το χωριό. Για να βρίσκεται το χωριό τόσο κοντά στη λίμνη θα πρέπει οι τότε διακυμάνσεις της να ήτανε μικρότερες. Επόμενος γνωστός περιηγητής ήταν ο Βρετανός γιατρός Εντουαρτ Μπράουν (Edward Browne) που πέρασε προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση τη Λάρισσα το καλοκαίρι του 1669. Κατεβαίνοντας τις πλαγιές του Καρά Ντουρού προς το Ξυνό Νερό παρατηρεί από ψηλά στα αριστερά του τη Βεγορίτιδα καθώς επίσης και τη λίμνη των Πετρών. Δεν αναφέρει τίποτα για νησί ή τζαμί με μιναρέ. Ισως αυτό να οφείλεται στη μεγάλη απόσταση του από τη λίμνη. Αναφέρει απλά μια ιστορία που άκουσε για την δημιουργία της Βεγορίτιδας. Ο συνταγματάρχης Ουίλιαμ Ληκ (William Martin-Leake) διασχίζοντας την Εορδαία το 1806 θα αναφερθεί κι αυτός στη λίμνη χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στα χαρακτηριστικά της. Τον ενδιέφεραν κυρίως οι αρχαίες επιγραφές και η ταυτοποίηση αρχαίων πόλεων και τοποθεσιών. Τον Σεπτέμβριο του 1848 όμως θα διανυκτερεύσει εκεί ο ζωγράφος Εντουαρτ Ληρ (Edward Lear) και θα απαθανατίσει το τοπίο. Στο σχέδιο του φαίνεται καθαρά το νησάκι σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την ακτή. Εκτιμάται ότι η στάθμη τότε θα πρέπει να έφτανε τα 538 μέτρα.

Το νησί με τον μιναρέ στο μέσο της Βεγορίτιδας όπως το απαθανάτισε ο Ληρ στις 15 Σεπτεμβρίου του 1848

Ostrovo 15 Sept 1848.resized

Το 1848 το χωριό είχε ήδη μεταφερθεί κοντά στο λόφο. Ξεκινώντας από τα πεδινά ανηφόριζε ψηλότερα στο λόφο όπου βρίσκεται και σήμερα.

Ostrovo 16 Sept 1848.resized

Αρκετοί είναι οι ταξιδιώτες που περνούν από την περιοχή το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Τους αναφέρει με μεγάλη λεπτομέρεια η Μάργκαρετ Χάσλακ (Margaret Hasluck) σε μια συγκριτική μελέτη που δημοσίευσε το 1936. Οι κάτοικοι της Άρνισσας διηγούνταν στους περιηγητές ότι πριν από χρόνια η λίμνη είχε πλημμυρίσει το χωριό. Ηταν δηλαδή ακόμη ψηλότερα από ότι στον πίνακα του Ληρ. Το μεγάλο ύψος είχε “εγγραφεί” στη συλλογική μνήμη μέσα από συγκεκριμένες ιστορίες. Ετσι για ένα γάμο εκείνης της περιόδου χρειάστηκε να μεταφέρουν τη νύφη με βάρκα γιατί ο δρόμος του σπιτιού της στην Άρνισσα είχε πλημμυρίσει και ήταν αδύνατο το πέρασμα ακόμη και πάνω σε άλογο. Το νερό είχε φτάσει σχεδόν στο δρόμο προς Κέλλη και Μοναστήρι. Επίσης στο απέναντι χωριό, τον Αγιο Παντελεήμονα, το νερό είχε κατακλύσει αποθήκες με βαρέλια κρασιού προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Τέτοια φαινόμενα δεν συνέβησαν μετέπειτα, ήταν μοναδικά. Η εποχή αυτή προσδιορίζεται στα χρόνια 1858-60. Ο Άγγλος περιηγητής Χένρυ Τόζερ (Henry Tozer) θα περάσει από εκεί τέλη Αυγούστου του 1861 προερχόμενος από Έδεσσα στο δρόμο προς Μοναστήρι. Ας ακούσουμε την μαρτυρία του: “Η λίμνη του Οστρόβου έχει περί τα δέκα μίλια μήκος και δυο πλάτος με κατεύθυνση βορρά-νότου ανάμεσα σε βουνά με ένα από αυτά να έχει στη κορυφή του χιόνια… Κοιτάζοντας από το χωριό που βρίσκεται στην βόρεια ακτή αυτό που τραβά αμέσως την προσοχή είναι ένα τζαμί που αναδύεται από τη λίμνη με τον μιναρέ σε απόσταση περίπου μισού μιλίου από την ακτή. Ρωτήσαμε τους χωρικούς την ιστορία του κτίσματος αυτού και μας είπαν ότι είναι το απομεινάρι από μια πόλη που έφτανε παλιότερα μέχρι την ακτή”. Το καλοκαίρι του 1861 λοιπόν η “έλλιμνος νήσος” δεν φαινόταν καν με εξαίρεση το τζαμί με τον μιναρέ που είναι κτισμένο στο υψηλότερο σημείο του νησιού. Επιβεβαιώνονται έτσι αφηγήσεις που λέγανε ότι το νερό λίγα χρόνια νωρίτερα είχε καλύψει και το τζαμί μέχρι τα ξύλινα δοκάρια της σκεπής. Και ο Τόζερ συνεχίζει: “το 1859 η λίμνη ανέβηκε αρκετά πόδια ψηλότερα αλλά ευτυχώς είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Τα σημάδια της μεγάλης πλημμύρας ήταν εμφανή στις βόρειες ακτές της λίμνης”. Το ύψος του νερού υπολογίζεται ότι έφτασε τότε τα 545 – 548 μέτρα. Ηταν το μέγιστο ύψος της λίμνης. Ακολούθησε μετά μια πτωτική διακύμανση της στάθμης. Ο Σπιρίδων Γκόπσεβιτς, Σερβο-Αυστριακός στη καταγωγή αλλά Σέρβος εθνικιστής στην υπηρεσία του υπουργείου εξωτερικών της Σερβίας εκείνη την εποχή, θα περάσει από την Άρνισσα το 1888 (Makedonien und Alt-Serbien, Wien 1889): “Κατεβήκαμε (με τα άλογα από την Κέλλη) στη πεδιάδα δίπλα στη βόρεια όχθη της λίμνης. Το ταξίδι ήταν πολύ ευχάριστο και η θέα θαυμάσια, βλέπαμε τις απότομες ανατολικές και δυτικές πλαγιές των λόφων που έπεφταν απότομα στη λίμνη. Κοντά στη βόρεια ακτή είδαμε ένα μικρό νησί με ένα τζαμί”. Παρά τη μείωση της στάθμης της λίμνης το νησί δεν είχε ενωθεί με τη βόρεια ακτή το 1888 ενώ το τζαμί φαίνεται ότι βρισκόταν ακόμη ολάκερο με τον μιναρέ στη κορυφή του. Τη λίμνη με το νησί θα τα αποτυπώσει σε ένα χάρτη που έφτιαξε με την ευκαιρία του ταξιδιού του.

Ostrovo Lake 1888

Η στάθμη της λίμνης θα φτάσει το 1900 στο ελάχιστο ύψος των 525 μέτρων. Μετά ξανάρχισε μια αυξομειούμενη άνοδική πορεία μέχρι την επέμβαση της ΔΕΗ τη δεκαετία του 1950 οπότε παρατηρείται μια βίαιη ταπείνωση της λίμνης.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε από φωτογραφίες της εποχής την εξέλιξη του φυσικού φαινομένου στα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Σε φωτογραφία του 1909 το νησάκι φαίνεται να συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας χερσονήσου. Εκτιμάται ότι το ύψος τότε ήταν περίπου 520-525 μέτρα. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1916 η στάθμη της λίμνης θα ανέβει ξαφνικά κατά 6-7 μέτρα αναγκάζοντας τους Γάλλους να μετατοπίσουν βορειότερα την σιδηροδρομική γραμμή. Οι δυο επόμενες φωτογραφίες είναι από το τέλος εκείνης της χρονιάς.

Αρνισσα 16-17

Την περίοδο 1919-20 η άνοδος συνεχίστηκε με αποτέλεσμα και η δεύτερη σιδηροδρομική γραμμή να βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι επόμενες δυο φωτογραφίες δείχνουν την ίδια περιοχή της Άρνισσας. Αριστερά είναι μια φωτογραφία του 1919 τραβηγμένη από τον παραλιακό δρόμο και δεξιά του 1920 τραβηγμένη ψηλά από το λόφο. Οι λεύκες που βλέπουμε αριστερά στη πρώτη φωτογραφία προσδιορίζουν την δεύτερη γραμμή του τρένου. Στη δεξιά φωτογραφία ξαναβλέπουμε στο κέντρο τις λεύκες της δεύτερης σιδηροδρομικής γραμμής καθώς επίσης αροστερότερα μέσα στη λίμνη τα ίχνη της πρώτης σιδηροδρομικής γραμμής. Η έλλιμνος νήσος με το τζαμί είναι βαθειά μέσα στη λίμνη. Το ύψος της λίμνης την χρονιά εκείνη υπολογίστηκε στα 538 μέτρα. Το τοπίο της δεξιάς φωτογραφίας είναι όμοιο με αυτό που είδε ο Ληρ εβδομήντα χρόνια νωρίτερα.

1919-1920.resized

Το 1926 αρχίζει δειλά η υποχώρηση των νερών από το υψηλό επίπεδο των 538 μέτρων προς τα 535 μέτρα. Η “έλλιμνος νήσος” ζει και βασιλεύει (αριστερή φωτογραφία) ενώ εμφανίζονται και οι κορμοί από τις λεύκες που είχαν κοπεί το 1916 με την πρώτη απότομη άνοδο του νερού (δεξιά φωτογραφία).

1926-27

Τι γίνεται όμως με τις σιδηροδρομικές γραμμές; Στην αριστερή φωτογραφία του 1923 ο παλιός σταθμός και η παλιά γραμμή βρίσκονται μέσα στο νερό. Η δεύτερη γραμμή που κατασκευάστηκε από τους Γάλλους φαίνεται στα αριστερά της φωτογραφίας. Στη δεξιά φωτογραφία του 1934 βλέπουμε τη τρίτη σιδηροδρομική γραμμή που κατασκευάστηκε ψηλότερα το 1923-26 από τους ελληνικούς σιδηροδρόμους. Η παλιά χάραξη της δεύτερης γραμμής φαίνεται χαμηλότερα.

1923-1934

Στα τέλη του 1934 η λίμνη υποχώρησε σημαντικά αλλά η έλλιμνος νήσος με το τζαμί υπερασπίζεται σθεναρά την νησιωτική της υπόσταση.

Ostrovo island 1934

Οι απότομες διακυμάνσεις του ύψους της λίμνης δεν ήταν δυνατόν να μη γεννήσουν μύθους στον τοπικό πληθυσμό. Ενας μύθος έλεγε ότι παλιά δεν υπήρχε λίμνη και ότι έξω από την Αρνισσα είχε μια μεγάλη κρήνη που τροφοδοτούσε με πολύ νερό όλη την περιοχή. Ενα βράδυ όμως η τελευταία γυναίκα που πήγε να πάρει νερό ξέχασε να κλείσει τη βρύση. Την άλλη μέρα όταν ξύπνησαν οι χωριανοί είδαν με έκπληξη να έχει σχηματιστεί μια λίμνη δίπλα στο χωριό τους. Ο Εντουαρτ Μπράουν το 1669 άκουσε μιαν άλλη ιστορία. Οι κάτοικοι κάνοντας κάτι δουλειές στη πλαγιά του λόφου μετακίνησαν κάτι μεγάλες πέτρες. Ξαφνικά τα υπόγεια νερά βρήκαν διέξοδο και αναπήδησαν από το βουνό σχηματίζοντας τη λίμνη. Ο Τόζερ παραλληλίζει το φαινόμενο των διακυμάνσεων με αυτό των λιμνών Φεναιού και Στυμφαλίας στη Πελοπόννησο που περικλείονται επίσης από βουνά. Τον ιστορικό Τίτο Λίβιο που έζησε στο μεταίχμιο της παλιάς με την νέα εποχή (59πΧ – 17μΧ) δεν τον απασχολούν βέβαι αυτά. Απλά μας λέει ότι ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Περσέας, όταν έμαθε ότι οι Ρωμαίοι προετοιμάζονται να εκστρατεύσουν από νότια εναντίον της Μακεδονίας, άρχισε να συγκεντρώνει το στρατό του στρατοπεδεύοντας στη λίμνη Βεγορρίτιδα (lacus Begorrites). Από εκεί ξεκίνησε προς την Θεσσαλία για να συναντήσει τους Ρωμαίους στη τελευταία και μοιραία του μάχη.

Τελευταίο ερώτημα είναι πότε χτίστηκε το τζαμί. Οι παλιοί Τούρκοι κάτοικοι της Άρνισσας λέγανε ότι κτίστηκε την περίοδο 1512-20 κατά την βασιλεία του Σελίμ του Σκληρού, πρώτου Χαλίφη του Ισλάμ και πατέρα του Μωάμεθ του Μεγαλοπρεπούς. Η Χάσλακ απορρίπτει αυτή την εκδοχή και εκτιμά ότι κτίστηκε ενάμισυ αιώνα αργότερα. Η μαρτυρία του Ενετού Μπερνάρδο όμως που το είδε το 1591 να δεσπόζει ψηλά στο απότομα ύψωμα συνηγορεί υπερ της άποψης των ντόπιων μουσουλμάνων. Η Χάσλακ βέβαια δεν γνώριζε αυτή τη μαρτυρία.

Θα δούμε άραγε στο μέλλον ξανά την “έλλιμνον νήσον” σαν παραγματικό νησί; Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει το ύψος της λίμνης να ξεπεράσει τα 528 μέτρα δηλαδή τουλάχιστον 10 μέτρα ψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Μοιάζει απίθανο έως αδύνατο. Εαν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, και έως τότε, ας αρκεστούμε να θαυμάζουμε τον πίνακα του Ληρ στέλνοντάς του νοερά ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Η “έλλιμνος νήσος” όπως είναι σήμερα

Η Έλλιμνος Νήσος σήμερα

Μικρή προσθήκη (3/6/2016) που διευκολύνει την ανάγνωση του κειμένου: διακύμανση των τελευταίων 120 χρόνων από υδρολογική μελέτη του 2006 με απλή σημείωση της σημερινής στάθμης των 518 μέτρων.

Διακυμανση του τελευταιου αιωνα

Ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Έδεσσα

Παλιότερα οι χτύποι του ρολογιού της πόλης μας ακολουθούσαν σε κάθε βήμα: πότε να ανοίξουν τα μαγαζιά οι μαγαζάτορες, πότε να πάνε σχολείο τα παιδιά, πότε να γυρίσουμε σπίτι γιατί ήτανε αργά. Συχνά μερικοί με το πρώτο άκουσμα του χτύπου σταματούσαν τις δουλειές τους ενώ άλλοι κοντοστέκονταν στο δρόμο για να ακούσουν και να μετρήσουν τους χτύπους του. Κι αυτό που περιμέναμε πως και πως πιτσιρικάδες, ήταν να σημάνει πέντε η ώρα για να τρέξουμε στην αλάνα της γειτονιάς για το απογευματινό παιχνίδι τα καλοκαίρια. Το ρολόι τότε ήταν ορατό από σχεδόν όλη τη πόλη. Αλλά και από τα μέρη που δεν το έβλεπαν, το άκουγαν. Ηταν μέρος της καθημερινότητάς μας. Ηταν μέρος της ζωής μας.

Ο πύργος του ρολογιού όπως δέσποζε στη πόλη την δεκαετία του ’60

edessa-clock tower

Η πόλη ζούσε στο ρυθμό των χτύπων του κι όλοι το καμαρώναμε. Με την συνεχή αύξηση του ύψους των κτιρίων όμως ο πύργος άρχισε να μη γίνεται ορατός από πολλά μέρη της πόλης και σήμερα έχει σχεδόν χαθεί πίσω από απρόσωπες πολυκατοικίες. Συγχρόνως ο πολλαπλασιασμός των ρολογιών χειρός και πιο πρόσφατα η έλευση των κινητών τηλεφώνων το έκαναν αχρείαστο. Κανείς πια δεν στρέφει τα μάτια του να δει την ώρα κι ούτε μπορεί να καμαρώσει την όμορφη εξαγωνική κορμοστασιά του. Ετσι σταμάτησαν και οι συντηρήσεις του και στέκεται σήμερα βουβός, αναπολώντας ίσως τα περασμένα μεγαλεία. Χτίστηκε το 1906-7 από καλό αρχιμάστορα που άφησε τ’όνομα του στην εντοιχισμένη πλάκα της βόρειας πλευράς (Κωνσταντίνος Ζήσης). Πως νάταν όμως παλιότερα η ζωή χωρίς ρολόι; Ισως τότε η ανατολή και η δύση του ηλίου καθώς και το ύψος του από τον ορίζοντα να αρκούσαν. Θα ήταν μια αποδεκτή απάντηση αν δεν γνωρίζαμε ότι γειτονικές πόλεις όπως τα Γιαννιτσά, η Βέροια και η Φλώρινα είχαν πύργους ρολογιών από πολύ παλιά. Δεν αναφερόμαστε στη Νάουσα που το ρολόϊ της είναι μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερο απ το δικό μας και καμωμένο από τα ίδια μαστόρια. Στα Γιαννιτσά π.χ. ο Σερίφ Αχμέτ, απόγονος του μεγάλου κατακτητή Γαζί Εβρενός, έχτισε τον πύργο του ρολογιού το 1753-4 ενώ στις Σέρρες και στη Δράμα είχαν πύργους ρολογιών πριν κι από το 1700. Αυτές οι σκέψεις με έκαναν να αναζητήσω αναφορά σε περιγραφές περιηγητών των περασμένων αιώνων για πύργο ρολογιού. Και η έρευνα αυτή έφερε γρήγορα καρπούς. Ο νεαρός Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που επισκέφτηκε την Eδεσσα το φθινόπωρο του 1855 γράφει στην έκθεσή του: “Βλέπουμε και σήμερα, δίπλα στο ρολόϊ, την κρήνη του καθρέφτη για την οποία μιλά ο Ληκ (Leake). Η σαρκοφάγος με την εγγραφή που χρησιμεύει σαν δεξαμενή είναι πάντα στην ίδια θέση, μόνο που το νερό δεν τρέχει πια”. Συνεπώς το 1855 υπήρχε στην Εδεσσα ρολόϊ. Επόμενη αναζήτηση φυσικά στο βιβλίο του Λήκ που επισκέφτηκε την Έδεσσα το Νοέμβριο του 1806. Εκεί διαβάζουμε ότι η πόλη “έχει 1500 τουρκικά και 500 ελληνικά σπίτια αλλά πολλά τουρκικά σπίτια ενοικιάζονται από Ελληνες. Η αγορά είναι μεγάλη και με αφθονία αγαθών. Υπάρχουν πέντε ή εξι τζαμιά και ένας ψηλός πύργος με ένα ρολόϊ, αλλά το ωραιότερο κτίριο, κυρίως από απόψεως θέσεως είναι το παλάτι του Μητροπολίτη δίπλα ακριβώς στη μητροπολιτική εκκλησία”. Αρα πύργος ρολογιού υπήρχε στην Έδεσσα και το 1806. Ο Κουζινερύ που επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη πόλη το 1776 δεν αναφέρει ούτε μιναρέδες ούτε ρολόγια. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν τα αρχαία νομίσματα. Αλλωστε και στην επίσκεψή του στα Γιαννιτσά, επιστρέφοντας από Εδεσσα για Θεσσαλονίκη, δεν αναφέρει την ύπαρξη ρολογιού παρόλο που αυτό στεκόταν πανύψηλο λιγότερο από εκατό μέτρα πιο πέρα από το μαυσωλείο του Εβρενός το οποίο και επισκέφτηκε. Ούτε και ο διάδοχος του Εσπρί Κουζινερύ (Cousinéry) στο γαλλικό προξενείο, ο Φελίξ Μπωζούρ (Beaujour), αναφέρει τίποτα σχετικό μια και κάτι τέτοια ήταν επίσης εκτός των ενδιαφερόντων του. Πότε λοιπόν θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Εδεσσα; Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Γιαννιτσά απέκτησαν ρολόϊ το 1754 θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι και η Εδεσσα απέκτησε πύργο ρολογιού την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Από την Εδεσσα όπως και από τα Γιαννιτσά περνούσε η Εγνατία οδός και ένα ρολόϊ θα ήταν χρήσιμο, όχι μόνο για χριστιανούς και μουσουλμάνους κατοίκους, αλλά και για τους ταξιδιώτες. Το δεύτερο ερώτημα είναι τι μορφή να είχε. Το πιο λογικό θα ήταν να μοιάζει με τους πύργους των διπλανών πόλεων όπως των Γιαννιτσών, της Βέροιας και της Φλώρινας. Το ρολόϊ των Γιαννιτσών ορθώνει και σήμερα την κορμοστασιά του και μάλιστα ανακαινισμένο. Οι πύργοι της Φλώρινας και της Βέροιας όμως κατεδαφίστηκαν από τις δημοτικές αρχές τους – χωρίς να γνωρίζει κανείς τους λόγους των κατεδαφίσεων – , ο πρώτος το 1927 και ο δεύτερος το 1930. Ευτυχώς όμως υπάρχουν παλιές φωτογραφίες τους.

Ο πύργος ρολογιού των Γιαννιτσών, αριστερά όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα και δεξιά όπως είναι σήμερα μετά την ανακαίνιση.

Πυργος Γιαννιτσών

Οι πύργοι της Βέροιας (αριστερά) και της Φλώρινας (δεξιά) όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα

Βεροια-Φλωρινα

Παρατηρούμε ότι και οι τρείς πύργοι έχουν μιαν αυστηρή τετράγωνη γραμμή και παρόμοιες οροφές με μεταλικό (μάλλον μολύβδινο) στέγαστρο στο εσωτερικό του οποίου βρισκόταν το καμπανάκι που σήμαινε τις ώρες. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο πύργος των Γιαννιτσών είναι εξ ολοκλήρου από πέτρα ενώ σ’αυτούς της Βέροιας και της Φλώρινας το επάνω μέρος του πύργου είναι ξύλινο. Και οι τρεις πύργοι είχαν ένα ύψος μικρότερο ή ίσο με 25 μέτρα γιατί δεν επιτρεπόταν να είναι ψηλότεροι από τους μιναρέδες των τζαμιών. Κάπως έτσι θάπρεπε να ήταν και ο πύργος του εδεσσαϊκού ρολογιού. Το ερώτημα αν ήταν όλος από πέτρα ή όχι δεν θα μπορούσε να απαντηθεί χωρίς κάποια φωτογραφία ή ένα σχέδιο. Αυτό σήμανε την αναζήτηση πιθανού σχεδίου. Και εδώ σταθήκαμε τυχεροί. Ο Βρετανός ζωγράφος Εντουαρτ Λήρ (Edward Lear) πέρασε από την Εδεσσα τον Σεπεμβριο του 1848 και για καλή μας τύχη απαθανάτισε και την κεντρική πλατεία στην οποία προβάλλει με μεγαλοπρέπεια ο τότε πύργος του ρολογιού.

Η κεντρική πλατεία της Έδεσσας τον Σεπτέμβριο 1848 κατά Εντουαρτ Ληρ. Δεσπόζει πανέμορφος ο πρώτος Πύργος Ρολογιού της πόλης και λίγο πιο πίσω ο μιναρές του τζαμιού Χουνκιάρ (σημερινή αίθουσα του συλλόγου ο Μέγας Αλέξανδρος)

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Ο πύργος ήταν τετράγωνος με ελαφρά πιο φαρδιά τη βάση από την κορυφή. Ενα μεγάλο μέρος του ήταν ξύλινο, σαφώς μεγαλύτερο από ότι στις περιπτώσεις της Βέροιας και της Φλώρινας. Αυτό τον έκανε πιο γραφικό αλλά ταυτόχρονα και πιο ευάλωτο σε περίπτωση φωτιάς. Ηταν κτισμένος στην ίδια θέση με τον σημερινό ρολόι πλάϊ στο Χουνκιάρ τζαμί, τη σημερινή αίθουσα του Μ. Αλεξάνδρου. Το όμορφο σχέδιο του Λήρ μας δίνει και μερικά άλλα στοιχεία. Την πλατεία διέτρεχε ένα ρυάκι που ερχόταν από βόρεια ίσως από την κρήνη στην οποία αναφέρονται τόσο ο Ντελακουλόνς όσο και ο Ληκ. Μια πρόχειρη γεφυρούλα από σανίδες επιτρέπει στο κόσμο να περνά πάνω από το ρυάκι ενώ προς το κέντρο το νερό λίμναζε κάτι που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τα παπάκια. Η ύπαρξή των τελευταίων μας κάνει να σκεφτούμε ότι η λιμνούλα είχε ένα πιο μόνιμο χαρακτήρα. Στη πλατεία οι Εδεσσαίοι συζητούν όρθιοι αλλά και ψωνίζουν από τους εμπόρους και αγωγιάτες που έφεραν εμπορεύματα με τα ζώα τους. Στο βάθος βλέπουμε τα απαραίτητα καφενεία ενώ δεξιά ανηφορίζει ο δρόμος, η σημερινή οδός Μοναστηρίου. Ηταν 15 Σεπτεμβρίου του 1848. Είναι άγνωστο πότε και πως καταστράφηκε αυτός ο πύργος. Θα πρέπει πάντως να συνέβη μετά το 1855 ίσως απο φωτιά που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τα παλαιότερα χρόνια.

Προσθήκη 05-01-2017
Μια πιο προσεκτική παρατήρηση δύο παλιών φωτογραφιών μας επέτρεψε να διακρίνουμε τον παλιό πύργο όπως ήταν στην πραγματικότητα. Η πρώτη φωτογραφία ελήφθη από τον Αρμένιο φωτογράφο Πωλ Ζέπτζι (Paul Zepdji) που είχε το εργαστήριο του στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζέπτζι τράβηξε πολλές φωτογραφίες το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Σ’αυτόν οφείλουμε την σειρά φωτογραφιών της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου και των διαφόρων σταθμών που κατασκευάστηκαν τότε. Αριστερά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του που ελήφθη από τον λόφο πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό (Καραμάν). Πρέπει να είναι του Ιουνίου 1894 όταν δηλ. πρωτοπέρασε το τρένο από την Εδεσσα. Στα δεξιά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του 1905/06 τραβηγμένη από τον Γάλλο φωτογράφο Βαν ντεν Μπρούλ (Alfred Van den Brule) λίγο πριν το κτίσιμο του νέου ρολογιού. Ο Γάλλος ελληνιστής και φωτογράφος περιηγήθηκε την Ελλάδα τα έτη 1905 – 1907 και στο τέλος του ταξιδιού του εξέδωσε το βιβλιο ‘Η Ελληνική Ανατολή’ (L’Orient Hellène) από όπου και η φωτογραφία. Και στις δυο φωτογραφίες φαίνεται καθαρά ο παλιός πργος του ρολογιού.

Λεπτομέρειες δυο φωτογραφιών, αριστερά του Ζέπτζι και δεξιά του Βαν ντεν Μπρουλ. Στη φωτογραφία του Ζέπτζι φαίνεται στο βάθος και ο μιναρές του τζαμιού Γαζί που βρισκόταν στα σημερινά δικαστήρια.

tzami-and-watch-tower3

Συμπαιρένουμε συνεπώς ότι το παλιό ρολόϊ δεν είχε καταστραφεί όπως υποθέσαμε αρχικά. Έστεκε εκεί και λειτουργούσε μέχρι το κτίσιμο του καινούργιου πύργου.Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να καινοτομίσουν κτίζοντας ένα νέο πύργο με ωροδείκτες αυτή τη φορά έτσι ώστε να είναι ορατή η ώρα κάθε στιγμή από όλη τη πόλη. Για την καλύτερη ορατότητα της ώρας επελέχθη το εξαγωνικό σχήμα με έξι καδράν που ήταν ορατά από παντού. Με σημερινές αναλογίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι το νέο ρολόϊ συνδύαζε τον ήχο και την εικόνα (κάτι σαν ήχος και φως).

Η πιο παλιά φωτογραφία με το καινούργιο ρολόϊ είναι του 1910 και δείχνει το νέο φρεσκοκτισμένο πύργο δίπλα στο Χουνκιάρ τζαμί. Παρατηρούμε ότι το τζαμί είχε δυο παρόμοιες εισόδους μια (αριστερά) προς τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου και μιαν άλλη προς την οδό Πέλλης.

Το νέο κομψό ρολόϊ και το όμορφο κτίσμα του τζαμιού Χουνκιάρ.

hounkiar-tzami

(Τέλος προσθήκης)

Ας δούμε όμως τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της κεντρικής (πάλαι ποτέ) πλατείας στο πέρασμα των αιώνων.

18ος και 19ος αιώνας: έτσι θα πρέπει να ήταν η μορφή της πλατείας από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Χειμώνας 1916-17: ποζάρουν στο μέσο της πλατείας δυο Αυστραλέζες: η γιατρός και επικεφαλής του νοσοκομείου εκστρατείας των εθελοντριών Σκωτσέζων στην Αρνισσα Αγκνες Μπένετ με την οδηγό της Μαίρη Μπέτφορντ (εδώ εδώ κι εδώ – και στα αγγλικά εδώ κι εδώ). Το ρυάκι διασχίζει ακόμη τη πλατεία αλλά είναι πολύ μικρότερο. Οι τρύπες στο έδαφος είναι μάλλον η προεργασία γα την τοποθέτηση των πασσάλων της ξύλινης κουπαστής.

Agnes Benett Kentriki Plateia

Τέλη 1917, το ρυάκι έχει εξαφανιστεί ενώ έχει τοποθετηθεί η κουπαστή για να ακουμπάνε και να ξεκουράζονται οι πεζοί

1Kentriki Plateia.resized

Δεκαετία του 1920: ο μιναρές βρίσκεται ακόμη στη θέση του και βλέπουμε αριστερά τις πρώτες κολόνες του ηλεκτρικού ρεύματος. Η ξύλινη κουπαστή έχει αφαιρεθεί.

Πλατεία Ελευθερίας 1918

Σήμερα, το ρολόι εχει χαθεί πίσω από τις πολυκατοικίες και η πλατεία έχει μεταμορφωθεί σε ένα απλό κι απρόσωπο σταυροδρόμι

Πλατεία Ελευθερίας σήμερα.resized