Ένας αιώνας ακριβώς από τον βομβαρδισμό της Έδεσσας *

Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι τον αείμνηστο πατέρα μου να διηγείται ιστορίες από τον 1ο Ευρωπαϊκό – όπως έλεγε – Πόλεμο. Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου – με δάσκαλο τον περίφημο Δημήτριο Γεωργιάδη – ρούφηξε στη κυριολεξία τις εικόνες αυτού που φάνταζε στα μάτια του σαν ένα μεγάλο Λούνα-Παρκ και τις αποτύπωσε ανεξίτηλα στο μυαλό του. Για πρώτη φορά είδε αυτοκίνητα, και μάλιστα να τα οδηγούν γυναίκες, οι εθελόντριες γιατροί του νοσοκομείου Σκωτσέζων γυναικών στην Άρνισσα· κινηματογράφο, τον Σαρλώ στο δημοτικό σχολείο δίπλα στο Ψηλό Βράχο από Γάλλους κινηματογραφιστές· μαύρους από την Σενεγάλη, κίτρινους Ανναμίτες από το Βιετνάμ, εντυπωσιακούς ξανθούς Ρώσους με αμούστακους νεαρούς αξιωματικούς, Μαροκινούς πάνω στα πανύψηλα άλογα, τους Ζοάβους όπως έλεγε. Για πρώτη φορά δοκίμασε σοκολάτα, η πληρωμή για την μεταφορά από το Λόγγο μέχρι επάνω στο Βαρόσι των σακιδίων των κατακουρασμένων Γάλλων στρατιωτών που έρχονταν πεζοί από τη Θεσσαλονίκη· για πρώτη φορά είδε αχνιστό ψωμί να ξεφουρνίζεται από ρώσικη άμαξα-φούρνο εν κινήσει. Πρωτόγνωρα πράγματα, σαν να γύρισε τον κόσμο σε ηλικία ένδεκα και δώδεκα ετών χωρίς να κάνει βήμα από την αγαπημένη του πόλη. Στις διηγήσεις του αναφερόταν συχνά και στις εχθρικές αεροπορικές επισκέψεις, τον φόβο και τον τρόμο των Εδεσσαίων. “Ψάχνανε να σκοτώσουν τον διάδοχο της Σερβίας Αλέξανδρο που περνούσε συχνά από την Έδεσσα” ήταν η μόνιμη επωδός. Σε μια από αυτές τις διηγήσεις ανέφερε και τον τραγικό θάνατο μιας Βαβούρη σε βομβαρδισμό της πόλης από γερμανικά αεροπλάνα: “μια βόμβα έπεσε στην αγορά εκεί που είναι το περίπτερο του Σωκράτη, στη πλατεία Τημενιδών” μου έλεγε. “Σκοτώθηκε μάλιστα η Δωροθέα Βαβούρη, η σύζυγος του Αναστασίου Βαβούρη που είχε το ξενοδοχείο ο Μέγας Αλέξανδρος ακριβώς απέναντι”. Τότε δεν είχα δώσει σημασία σ’ αυτή την ιστορία. Σ’ ένα περσινό ταξίδι μου στην Έδεσσα όμως, μπροστά στο μνήμα των γονιών μου, θυμήθηκα αυτή την ιστορία. Άραγε να υπήρχε κάποια ένδειξη γι αυτό το συμβάν; Την εποχή εκείνη βέβαια τα νεκροταφεία βρίσκονταν στο σημερινό πάρκο των καταρρακτών, μπροστά από τον Ι.Ν της Αναλήψεως. Μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση πολύ αργότερα, στη γερμανική κατοχή, οπότε οι ελπίδες ανεύρεσης κάποιου στοιχείου ήταν πολύ λίγες. Τριγυρίζοντας στην πολιτεία των νεκρών όμως βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα μνήμα που είχε την ακόλουθη επιγραφή: “ΔΩΡΟΘΕΑ ΒΑΒΟΥΡΗ, ΑΠΕΒ. ΑΠΡΙΛΙΟ 1918”. Ήμουν μπροστά στον οικογενειακό τάφο του Αναστασίου Βαβούρη, συζύγου της Δωροθέας! Ήταν η επιβεβαίωση της ιστορίας του πατέρα μου! Ο βομβαρδισμός που ανέφερε είχε γίνει λοιπόν τον Απρίλιο του 1918. Η επιγραφή βέβαια φαινόταν αρκετά καινούργια. Σίγουρα προστέθηκε μετά τον ενταφιασμό του συζύγου της Αναστασίου το 1949.

Βαβούρη τρονκέ

Έτσι μπήκα στον πειρασμό να βρω στοιχεία για εκείνον τον βομβαρδισμό. Πώς αλήθεια να συνέβη; ήταν ατύχημα; μια παράπλευρη απώλεια; ή πράγματι ήταν βομβαρδισμός μιας απροστάτευτης πόλης; Έχοντας πρόσβαση στους 13 μεγάλους τόμους των γαλλικών αρχείων του Στρατού της Ανατολής, η ανεύρεση ήταν θέμα χρόνου. Ψάχνοντας τα αρχεία του Μαΐου 1918 δεν βρήκα τίποτα. Απογοήτευση. Μάλλον δεν θα θεωρήθηκε σημαντικό στη δίνη του μεγάλου πολέμου ένας βομβαρδισμός μιας μικρής επαρχιακής πόλης κάπου στο μακεδονικό μέτωπο. Από περιέργεια όμως άρχισα να ξεφυλλίζω τις εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα του Μαΐου 1917. Και, ω του θαύματος, σε πολυσέλιδη έκθεση της 5ης Μαΐου 1917 του συμμαχικού αρχηγείου Θεσσαλονίκης προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι διάβασα σε μια μικρή παράγραφο: “Στις 30 Απριλίου, 12 γερμανικά αεροπλάνα έριξαν 40 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό και στη πόλη των Βοδενών και 8 βόμβες στο Βέρτεκοπ. Δεν προξενήθηκαν ζημιές στην σιδηροδρομική γραμμή. Στα Βοδενά 15 νεκροί, 23 πολίτες τραυματισμένοι, 3 Γάλλοι στρατιώτες νεκροί”. Αυτό ήταν! Η αρχή του νήματος είχε βρεθεί!

Απόσπασμα της έκθεσης του στρατηγού Σαράιγ προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι όπου γίνεται αναφορά στον βομβαρδισμό της Έδεσσας.

Compte rendu cimplet

Ήταν λοιπόν 30 Απριλίου 1917, μέρα Δευτέρα, 17 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο που ήταν τότε σε ισχύ στην Ελλάδα. Περαιτέρω αναζήτηση οδήγησε στην ανεύρεση ειδικής έκθεσης για τον βομβαρδισμό που έγινε από έναν ανεξάρτητο Ελβετό εμπειρογνώμονα. Πρόκειται για τον Ροδόλφο Άρτσιμπαλντ Ράις (Rodolphe Archibald Reiss), καθηγητή εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου της Λωζάννης. Ο Ράις ήταν ιδρυτής του πρώτου παγκοσμίως ινστιτούτου εγκληματολογίας με έδρα την Λωζάννη, γι’ αυτό και θεωρείται πατέρας του κλάδου αυτού. Γεννημένος Γερμανός αλλά πολιτογραφημένος Ελβετός, ο Ράις βρισκόταν στα Βαλκάνια από την αρχή του πολέμου σαν ουδέτερος παρατηρητής. Είχε ήδη ετοιμάσει μια άλλη έκθεση που αφορούσε τον βομβαρδισμό των αγγλικών νοσοκομείων του Μαυροβουνίου στις 12 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς. Τότε βομβαρδίστηκαν και οι αποθήκες πυρομαχικών της 2ης σερβικής στρατιάς που βρίσκονταν μετά τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας, εκεί που η στενή σιδηροδρομική γραμμή ντεκωβίλ προς Αλμωπία συναντούσε την κανονική γραμμή. Ο Ράις επισκέφθηκε την Έδεσσα την επόμενη του βομβαρδισμού, Τρίτη 1η Μαΐου, ενώ συνέταξε και υπέγραψε την έκθεση στις 2 Μαΐου. Στη λεπτομερή του αναφορά γράφει ότι στις 30 Απριλίου, μεταξύ 9.30 και 10 το πρωί, επτά αεροπλάνα βομβάρδισαν την Έδεσσα προκαλώντας μεγάλες υλικές καταστροφές και πολλά θύματα. Σύμφωνα με περιγραφές πιλότων της αεροπορικής βάσης στο Μαυροβούνι, ένα σμήνος από δεκατέσσερα εχθρικά αεροπλάνα ήρθαν το πρωί της μέρας εκείνης από βορρά (Dragomanci – Άψαλο) στην περιοχή της Σκύδρας. Έριξαν τέσσερις βόμβες στο σιδηροδρομικό σταθμό αλλά δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν γιατί καταδιώχτηκαν από δώδεκα αεροπλάνα με Γάλλους και Σέρβους πιλότους που πρόλαβαν να απογειωθούν από το παρακείμενο αεροδρόμιο. Τα γερμανικά αεροπλάνα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Μία ομάδα από επτά αεροπλάνα πήρε την κατεύθυνση της Έδεσσας, ενώ τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν προς Γουμένισσα. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την πόλη έριξε βόμβες διαφόρων διαμετρημάτων. “Ο υπογράφων δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τον αριθμό των βομβών αλλά είδε ο ίδιος είκοσι κρατήρες που προκλήθηκαν από τις εκρήξεις”.

                      Η αρχή της έκθεσης του Ράις……

“On April 3oth, between 9.30 and 10 a.m., seven enemy aeroplanes flew over the open town of Vodena and bombarded it with projectiles of various calibre. These aeroplanes came from Vertekop. Commander V of the Franco-Serbian Air Service was at the last-named place at the time and saw fourteen enemy aeroplanes coming from the direction of Dragomanci. One of the aeroplanes flew over Vertekop station and dropped four bombs there. Another detached itself from the group and flew over the field belonging to the Franco-Serbian Air Service near the Vertekop hospitals. These two aeroplanes did not go to Vodena. The Franco-Serbian aviators, twelve in number, having gone up in chase of the Bulgaro-Germans, five of the aeroplanes belonging to the latter went off in the direction of Gumendje, while seven others went out of their way to fly over Vodena, going off subsequently in the direction of the first group. Exactly seven aeroplanes were correctly observed by the greater number of the witnesses I interrogated….”

                        ……και ο επίλογος της

“All these considerations warrant the undersigned in coming to the conclusion that the bombardment of the town of Vodena itself was merely an act of vandalism committed with the object of terrorizing the civil population, perhaps even out of revenge because the Allied aviators had prevented the enemy squadron from carrying out destructive work of real military value.
                                                                                          R. A. REISS.
SALONICA, May 2, 1917”.

Υπάρχει όμως και άλλη μαρτυρία. Ο κορυφαίος Σέρβος χειρούργος Μιχαήλο Πέτροβιτς υπηρετούσε στο σερβικό νοσοκομείο της Αψάλου (Δραγουμάντσι), την κατεύθυνση δηλαδή από την οποία ήρθαν τα γερμανικά αεροπλάνα. Είχε μάλιστα τη καλή συνήθεια να κρατά προσωπικό ημερολόγιο. Ας διαβάσουμε τι γράφει για την μέρα αυτή: “17.04: Σήμερα το πρωί ξεκινήσαμε να πάμε στα Βοδενά, στο στρατιωτικό οδοντιατρείο” (σημ. αρχές Ιανουαρίου 1917 οι σύμμαχοι είχαν ανοίξει στην Έδεσσα ένα στρατιωτικό οδοντιατρείο με επικεφαλής τον Σέρβο γιατρό Μίλος Πόποβιτς και βοηθό την Αγγλίδα Τάμπετ). “Δεν προλάβαμε να κάνουμε ένα χιλιόμετρο όταν ακούσαμε κινητήρες αεροπλάνων πίσω από τη πλάτη μας. Ένα αγγλικό αυτοκίνητο που προχωρούσε πιο μπροστά σταμάτησε. Οι Άγγλοι κατέβηκαν και άρχισαν να κοιτάζουν ψηλά στον ουρανό προστατεύοντας τα μάτια τους με τις παλάμες. Αρχίσαμε να κοιτάμε και εμείς πίσω μας. Μια ομάδα από πέντε γερμανικά αεροπλάνα περνούσε ψηλά. Τα αντιαεροπορικά άρχισαν να βάλουν χωρίς σταματημό αλλά δεν σημάδευαν καλά. Πέντε έξι λεπτά αργότερα ακούσαμε έντονους πολυβολισμούς και είδαμε τα γερμανικά αεροπλάνα να επιστρέφουν….Δυο δικά μας αεροπλάνα Νιούπορτ συνετρίβησαν στο έδαφος. Η μηχανή του ενός ήταν διάτρητη από βλήματα ενώ το άλλο φαίνεται ότι έπεσε από βλάβη. Αγνοούμε αν οι Γερμανοί είχαν απώλειες αλλά αμφιβάλλω πολύ”.

Το χρονικό της επιδρομής έχει λοιπόν ως εξής. Τα γερμανικά αεροπλάνα φτάνουν πρωί στη Σκύδρα από την κατεύθυνση της Αψάλου. Ο Σέρβος γιατρός είδε 5 αεροπλάνα αλλά σίγουρα υπήρχε και άλλη ομάδα από 7 ή 9 την οποία δεν κατάφερε να δει. Φτάνοντας στη Σκύδρα οι επιτιθέμενοι προλαβαίνουν να ρίξουν 8 βόμβες στον σιδηροδρομικό σταθμό σύμφωνα με την γαλλική έκθεση, αλλά υπό την πίεση των γαλλικών καταδιωκτικών Νιούπορτ χωρίζονται σε δυο ομάδες. Μια ομάδα παίρνει τον δρόμο του γυρισμού ακολουθώντας την ίδια διαδρομή μέσω Αψάλου. Σε αερομαχία που ακολουθεί καταφέρνουν να καταρρίψουν δυο γαλλικά αεροπλάνα. Τα υπόλοιπα παίρνουν τον δρόμο για την Έδεσσα όπου αδειάζουν το φονικό τους φορτίο.

Ο Ελβετός εμπειρογνώμονας την πρωτομαγιά του 1917 κάνει επιτόπια έρευνα επισκεπτόμενος τις πληγείσες γειτονιές και σημειώνει: “Βόμβες έπεσαν κοντά στους στρατώνες, στην αγορά της πόλης, στον σιδηροδρομικό σταθμό, στα κτήματα μπροστά από τον σταθμό, κοντά στην Αμερικανική αποστολή, κοντά στο μεγάλο τζαμί, στα τουρκικά νεκροταφεία βγαίνοντας προς Άγρα, και κάτω στον Λόγγο. Ο σταθμός απέχει περί τα 450 μέτρα από τη πόλη. Εκεί έπεσε βόμβα μεγάλου διαμετρήματος (50 κιλών) δίπλα από τις τουαλέτες προκαλώντας φθορές στα κτήρια. Δεύτερη βόμβα ιδίου διαμετρήματος έπεσε στο λόφο 150 μέτρα βόρεια του σταθμού χωρίς όμως να εκραγεί. Άλλες βόμβες έπεσαν στους κήπους μπροστά από τον σταθμό. Εκεί σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ένας Γάλλος υπολοχαγός (Lecerf ο αποκαλούμενος Sior)”. Πέντε βόμβες έπεσαν στα τουρκικά νεκροταφεία, αριστερά βγαίνοντας από Έδεσσα προς Άγρα, όπου Τουρκάλες είχαν απλώσει άσπρα σεντόνια που ίσως δημιούργησαν την εντύπωση στους πιλότους ότι υπήρχε εκεί κάποιος σημαντικός στρατιωτικός στόχος, καθώς επίσης και στη περιοχή των στρατώνων όπου βρίσκονταν πέντε μεγάλα αντίσκηνα της γαλλικής αεροπορίας. “Οι άλλες βόμβες έπεσαν στη τύχη σε διάφορα σημεία της πόλης. Στην αγορά δυο μεγάλες βόμβες σκότωσαν και τραυμάτισαν αρκετούς πολίτες…Αναρωτιέται επίσης κανείς τι νόημα είχε ο βομβαρδισμός κάτω στο Λόγγο, όπου μια βόμβα έπεσε κοντά στο μοναστήρι ( σημ. της Αγίας Τριάδας) ενώ οι άλλες περί το ένα χιλιόμετρο μακριά”. Να σημειώσουμε ότι η Αμερικανική Αποστολή είχε δημιουργήσει καταυλισμό με Σέρβους πρόσφυγες από το Μοναστήρι σχετικά κοντά στο Γενί τζαμί. Δίπλα στο τζαμί λειτουργούσε μάλιστα και νοσοκομείο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού 50 κλινών, σε οίκημα που είχε παραχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση (2ο Δημοτικό σχολείο σήμερα). Γιατροί ήταν η χειρούργος Ρεγγίνα Κίις (Dr Regina Keyes) από το Μπάφαλο (ΝΥ) και η γιατρός Φράνσις Μέιμπελ Φλάντ (Dr Frances Mabel Flood) από την Ελμίρα (ΝΥ), με δυο Αμερικανίδες νοσοκόμες και ντόπιους βοηθούς.

Ο Ράις δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τον συνολικό αριθμό των βομβών αν και ο ίδιος είδε τουλάχιστον 20 κρατήρες που δημιουργήθηκαν από τις εκρήξεις. Η γαλλική έκθεση κάνει λόγο για 40 βόμβες στην Έδεσσα και θα πρέπει να είναι ο ακριβής αριθμός. Οι βόμβες ήταν δυο ειδών: μικρές όπως αυτές που χρησιμοποιεί το πεζικό εναντίον προσωπικού και μεγάλες των 50 κιλών. Τα περισσότερα θύματα βρέθηκαν στην αγορά της πόλης όπου έπεσαν δυο βόμβες σε ώρα που είχε αρκετό κόσμο.

Τα ονόματα των στρατιωτικών, θύματα του βομβαρδισμού στον Σταθμό, δεν κοινοποιήθηκαν με μόνη εξαίρεση αυτή του Γάλλου υπολοχαγού. Ο Ράις όμως αναφέρει τα ονόματα των πολιτών δίνοντας δυο λίστες, μία για τους νεκρούς και μία για τους τραυματίες. Είχε βέβαια κάποια δυσκολία να συγκρατήσει μερικά δύσκολα και εξωτικά γι’ αυτόν ονόματα, οπότε ο κατάλογος είναι κάπως έτσι:

Νεκροί πολίτες
1. Μπογκουμίρ Μιλάνοβιτς, 40 ετών
2. Λάζαρος Νούσης, 40 ετών
3. Μαρία Φίντση, 8 ετών
4. Αθανάσιος Ροδάβνης, 13 ετών
5. Αθανάσιος Κορόνας, 11 ετών
6. Δημήτριος Ζλατάνης, 45 ετών
7. Γαβριήλ Κουπούσινατς, 46 ετών ιερέας νοσοκομείου (ίσως του σερβικού σταθμού πρώτων βοηθειών κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό)
8. Ναδίρ Αλίν Μαχμούτ, 7 ετών
9. Αισέ Αμπντουλάχ, 20 ετών (έγγυος γυναίκα)
10. Εκσέ Μουσταφά, 5 ετών
11. Φατιμά Ντάγκο Αλίπε, 38 ετών
12.Δημήτριος Βούτσης, 30 ετών
13/ Ενας κουρέας, 40 ετών

Τραυματίες πολίτες
1. Δωροθέα Βαβούρη, 38 ετών
2. Ζήρα Μπέτση, 50 ετών
3. Νικόλαος Σάνης, 21 ετών
4. Αλή Χατζη Οσμάν, 19 ετών
5. Χατζη Οσμάν, 60 ετών
6. Πέτρος Ταρπάνης, 36 ετών
7. Τζώρτζε Τζίγκερ, 10 ετών
8. Λεπορλή Μεχμέτ, 25 ετών
9. Γκότσι Ντεμισον, 11 ετών
10. Ιωάννης Βαλτάδομ(;), 35 ετών
11. Τρυφωνία Μίτση, 35 ετών
12. Τσουκρί Μπεσίν, 14 ετών
13. Ζιβοζίν Βούκσεβιτς, 45 ετών
14. Γεώργιος Μπέλος, 11 ετών
15. Κωστας Βαδραλέσκας, 17 ετών
16. Χρίστος Τρεσίντσης, 16 ετών
17. Παναγιώτα Τσουκαλά, 30 ετών
18. Μαρία Λάζου Ρίστου, 30 ετών
19. Πετρούλα Τζόρτζη-Μιχαήλ, 25 ετών
20. Λάζα Χατζη-Αντόνοβιτς, 8 ετών.

Ο ονομαστικός κατάλογος του Ράις έχει 13 νεκρούς και 20 τραυματίες πολίτες, σύνολο 33 θύματα. Αντίθετα ο γαλλικός στρατός στην έκθεση της 5ης Μαίου αναφέρει 15 νεκρούς πολίτες και 23 τραυματίες, δηλαδή 38 θύματα χωρίς να υπολογίζονται φυσικά οι τρεις Γάλλοι στρατιωτικοί. Ίσως οι γαλλικές αρχές της πόλης, έχοντας περισσότερο καιρό στη διάθεση τους, να έκαναν ακριβέστερη καταγραφή των θυμάτων. Δυστυχώς δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στη γαλλική έκθεση. Παρατηρούμε επίσης ότι στον κατάλογο Ράις η Δωροθέα Βαβούρη φέρεται ως τραυματίας ενώ γνωρίζουμε ότι ο θάνατος της ήταν ακαριαίος και συνεπώς ο κατάλογος του θα πρέπει να διορθωθεί σε 14 νεκρούς και 19 τραυματίες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Ράις συντάχθηκε μία μόλις μέρα μετά τον βομβαρδισμό είναι πιθανόν κάποιος άλλος βαριά τραυματισμένος να κατέληξε τις επόμενες μέρες ανεβάζοντας τον τελικό αριθμό των νεκρών σε 15, δηλαδή τον αριθμό της γαλλικής αναφοράς.

Για την Δωροθέα Βαβούρη έχουμε τη σημαντική μαρτυρία της εγγονής της, κυρίας Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, η οποία είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας την οικογενειακή μνήμη. Ήταν Δευτέρα πρωί όταν σήμαναν οι σειρήνες στην Έδεσσα με την εμφάνιση των εχθρικών αεροπλάνων. Η γιαγιά της με το άκουσμα των σειρήνων βγήκε τρέχοντας από το ξενοδοχείο να πάει στο δημοτικό σχολείο στο Ψηλό Βράχο να πάρει τα παιδιά της. Δεν πρόλαβε να κάνει δέκα βήματα έξω από το ξενοδοχείο όταν έπεσε η βόμβα αφήνοντας την επί τόπου. Ήταν Δευτέρα 30 Απριλίου 1917 με το νέο ημερολόγιο (και όχι 1918 όπως αναφέρει η επιγραφή στον οικογενειακό τάφο).

Το περίπτερο στη πλατεία Τημενιδών όπου έπεσε η βόμβα και σκότωσε τη Δωροθέα Βαβούρη. Το ξενοδοχείο της οικογένειας, “Ο Μέγας Αλέξανδρος”, πρέπει να βρισκόταν πίσω δεξιά, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο “Ελενα”

Περίπτερο Σωκράτη.resized

Οικογενειακή φωτογραφία από το αρχείο της κ. Μαίρης Χρήστου-Βαβούρη, την οποία και ευχαριστώ. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο Αναστάσιος Βαβούρης και δίπλα του η σύζυγος του Δωροθέα. Ακριβώς πίσω είναι ο μεγάλος γιος και πατέρας της Μαίρης, Κωνσταντίνος, ενώ δίπλα στέκεται, όρθιος και αυτός, ο άλλος γιος Γρηγόρης. Στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας ο τρίτος γιός Δημητρός ενώ μπροστά είναι η κόρη τους Κλεοπάτρα. Η οικογένεια Βαβούρη φωτογραφήθηκε με έναν οικογενειακό φίλο (με το φέσι) αγνώστων στοιχείων (διόρθωση 3/5/2017: με νέα στοιχεία της οικογένειας πρόκειται για τον αδελφό της Δωροθέας κ. Γιούσμη, γνωστής οικογένειας στην Έδεσσα)

Φωτογραφία Βαβούρη0001.resized

Ο ονομαστικός κατάλογος νεκρών του Ράις περιλαμβάνει 4 Τούρκους, 2 Σέρβους και 7 Έλληνες στους οποίους πρέπει φυσικά να προσθέσουμε και την Δωροθέα Βαβούρη που την έχει λανθασμένα στο κατάλογο των τραυματιών. Διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα θύματα ήταν νέοι άνθρωποι και μικρά παιδιά. Από τους νεκρούς, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι θα πρέπει να επλήγησαν είτε κοντά στα τουρκικά νεκροταφεία είτε κοντά στο τζαμί ενώ οι περισσότεροι Έλληνες στην αγορά και στον σταθμό. Παρατηρούμε επίσης ότι μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν και Σέρβοι πρόσφυγες. Τότε υπήρχαν στην Έδεσσα πολλές οικογένειες Σέρβων προσφύγων αρκετές από τις οποίες φιλοξενούνταν και σε σπίτια Εδεσσαίων, όπως στο πατρικό μου. Αρκετοί πρόσφυγες φιλοξενούνταν και στη Μονή της Αγίας Τριάδας κάτω στο Λόγγο όπως και σε αντίσκηνα της Αμερικανικής Αποστολής. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού Χένρυ Ντέιβισον, στην Έδεσσα είχαν βρει καταφύγιο περί τους 5000 Σέρβοι πρόσφυγες! (Henry Davison, The American Red Cross in the Great War, 1919).

Οι γερμανικές αεροπορικές αποστολές είχαν ενταθεί τους πρώτους μήνες του 1917. Στις 15 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης είχε μεταφερθεί στην αεροπορική βάση της Χούντοβας στη τότε Σερβία, βόρεια της Γευγελής, η περίφημη γερμανική μονάδα Καγκόλ 1 (Kagohl 1) που αποτελούνταν από τρία σμήνη βαρέων δικινητήριων βομβαρδιστικών (Gotha, Rumpler, AEG και τα Friedrichshafen) η οποία είχε σπείρει τον πανικό στις δυνάμεις της Αντάντ. Η μονάδα αυτή μεταφέρονταν από το γερμανικό επιτελείο στα διάφορα σημεία των συγκρούσεων ανάλογα με τις ανάγκες του πολέμου. Τα αεροπλάνα της πετούσαν σε μεγάλο ύψος και είχαν Γερμανούς πιλότους. Στη Χούντοβα παρέμειναν τρεις μήνες. Στις 27 Φεβρουαρίου βομβάρδισαν την Θεσσαλονίκη, στις 12 Μαρτίου βομβάρδισαν τις αποθήκες του σερβικού στρατού στη Σκύδρα καθώς επίσης και τα αγγλικά νοσοκομεία στο Μαυροβούνι, στις 2 Απριλίου το Μοναστήρι και στις 30 Απριλίου την Έδεσσα. Φυσικά επιχειρούσαν και ανατολικά, κυρίως στη Ρουμανία. Η μονάδα Καγκόλ 1 μεταφέρθηκε στα μέσα Μαΐου στο Δυτικό Μέτωπο, στη Φλάνδρα του Βελγίου, και από τότε η Αντάντ ανέκτησε και πάλι την κυριαρχία στους αιθέρες.

Ποιος ήταν όμως ο λόγος του βομβαρδισμού της Έδεσσας, μιας πόλης που δεν είχε στρατιωτικές μονάδες; Ο τότε δήμαρχος της πόλης – ο Γεώργιος Πέτσος – ανέφερε στον Ράις την επικρατούσα στην Έδεσσα άποψη που μου είχε πει και ο πατέρας μου. Εκείνες τις μέρες υπήρχε η φήμη ότι ο Πρίγκηπας και Αντιβασιλέας Αλέξανδρος Καρατζόρτζεβιτς της Σερβίας θα ερχόταν στην Έδεσσα. Ο εχθρός θα το είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους και έτσι βομβάρδισαν την πόλη για να τον σκοτώσουν. Ο δήμαρχος ανέφερε μάλιστα ότι είχε συλλάβει το πρωί έναν Βούλγαρο κατάσκοπο. Ο Γάλλος διοικητής όμως του αεροδρομίου στο Μαυροβούνι, ο λοχαγός Βιτρά (Vitrat) που τον αναφέρει στην έκθεση με το γράμμα V, έδωσε μια άλλη εξήγηση. Οι Γερμανοί ήρθαν να βομβαρδίσουν τον σιδηροδρομικό σταθμό, τις αποθήκες και το αεροδρόμιο στην περιοχή της Σκύδρας όπως είχαν κάνει και στις 12 Μαρτίου. Η ετοιμότητα όμως των συμμαχικών αεροπλάνων, που αυτή τη φορά πρόλαβαν να απογειωθούν έγκαιρα σε αντίθεση με την προηγούμενη επιδρομή της 12ης Μαρτίου, ματαίωσε τα σχέδιά τους. Έτσι για ευνόητους λόγους το γερμανικό σμήνος χωρίστηκε σε δυο ομάδες: μια ομάδα αεροπλάνων έφυγε δυτικά προς Έδεσσα και μια άλλη ανατολικά. Η πρώτη ομάδα πετώντας πάνω από την Έδεσσα άδειασε το φορτίο της στη πόλη απλά για να προξενήσουν φθορές. Ο Ράις ασπάζεται αυτή την άποψη η οποία ακούγεται και πιο λογική. Έτσι παρά το γεγονός ότι η Έδεσσα δεν ήταν ο στόχος της γερμανικής επιδρομής, οι πιλότοι “ξεφορτώθηκαν” τις βόμβες σε περιοχές της πόλης που έκριναν ότι είχαν κάποιο στρατιωτικό ενδιαφέρον όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός, τα αντίσκηνα των Γάλλων και της Αμερικανικής Αποστολής καθώς επίσης τα τουρκικά νεκροταφεία όπου τα λευκά σεντόνια των μουσουλμάνων γυναικών θα τους φάνηκαν σαν αντίσκηνα στρατιωτών από το ύψος των 3000 μέτρων. Γι αυτό ήταν και τα μόνα μέρη όπου έριξαν εγκαιροφλεγείς βόμβες, δηλαδή βόμβες εναντίον προσωπικού που εκρήγνυνται πριν προσκρούσουν στο έδαφος. Το συμπέρασμα του Ελβετού ειδικού λοιπόν ήταν ότι ο βομβαρδισμός της πόλης δεν ήταν προσχεδιασμένος αλλά έγινε για να αδειάσουν το φορτίο τους προξενώντας μεγάλες καταστροφές χωρίς να λάβουν υπόψη τον άμαχο πληθυσμό κατά παράβαση των διεθνών κανόνων.

Η ιστορία παίζει μερικές φορές παράξενα παιχνίδια. 20 χρόνια αργότερα, στις 26 Απριλίου 1937, έγινε ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα στην Ισπανία που απαθανάτισε στον αριστουργηματικό του πίνακα ο Πικάσο.

Ο Ράις κλείνει την έκθεση του με τα εξής λόγια: “Όλες αυτές οι εκτιμήσεις ωθούν τον υπογράφοντα στο συμπέρασμα ότι ο βομβαρδισμός των Βοδενών ήταν κυρίως πράξη βανδαλισμού με στόχο την τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού, ίσως και από οργή για την αποτροπή εκ μέρους των συμμαχικών αεροπλάνων της επίτευξης των στρατιωτικών τους στόχων”. Ο Ροδόλφος Ράις συγκινημένος από τις απάνθρωπες ενέργειες του αυστριακού και βουλγαρικού στρατού εναντίον αμάχων στην κατεχόμενη Σερβία θα παραμείνει στο μακεδονικό μέτωπο μέχρι τη λήξη του πολέμου και θα ακολουθήσει το 1918 τη νικηφόρα πορεία των συμμαχικών δυνάμεων μέχρι το Βελιγράδι όπου και θα εγκατασταθεί μέχρι το τέλος της ζωής του. Η στάση του αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι τα δυο του αδέλφια υπηρέτησαν κατά τον πόλεμο στον γερμανικό στρατό όπου μάλιστα παρασημοφορήθηκαν σαν ήρωες πολέμου. Απεβίωσε το 1929 και η τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί η καρδιά του στη κορυφή του Βόρρα, στο σημείο που έγινε η φονικότατη μάχη του Καϊμακτσαλάν τον Σεπτέμβριο του 1916. Πράγματι, η καρδιά του μεταφέρθηκε σε μαρμάρινη λήκυθο στο εκκλησάκι που είναι γνωστό σήμερα σαν Προφήτης Ηλίας.

Η μαρμάρινη λήκυθος με την καρδιά του Ράις (στα σερβικά Ράισα – ΡΑJCΑ) στο εκκλησάκι στη κορυφή του Καϊμακτσαλάν

Screenshot from 2017-04-19 17-08-53

* Νέα ανάρτηση που αντικαθιστά αυτήν της 5ης Απριλίου 2016

The Almopia Decauville train

For the Greek version here

Inefficient communication networks were one of the major problems that Entente army faced in Macedonia during the 1915-1918 campaign. The area had just been incorporated into the Greek State after the Balkan wars of 1912-13. Roads for automobiles were simply non-existent as there were simply no cars at the time. The roads were mostly narrow paths and the means of transport were horses, donkeys, mules and ox-drawn carts. The only known road axis, Via Egnatia, built in the 2nd BC century by the Romans, was still the main link between Thessaloniki (Salonika) and western Macedonia, poorly maintained for centuries. The sudden arrival of hundreds of thousands of soldiers, thousands of cars and lorries and thousands of canons called for an urgent improvement of the existing transport networks. It is estimated that 900 km of new roads were built and 300 km of existing roads were improved during that period.

The three single track railways linking Thessaloniki with Belgrade to the north, Monastir (Bitola) to the west and Constantinople to the east had a limited capacity for the needs of the army. Gordon Smith, correspondent of the New York Tribune in Thessaloniki, describes his experience of a short trip by train in the autumn of 1916.
“I left Salonica by the Monastir railway, my destination being Vertekop (Skydra), a station about 40 miles from Salonica as the crow flies but about 70 by rail on account of the extraordinary detour made by this line, which first runs southwest to Veria and then turns at an acute angle due north toward Vodena (Edessa). The first difficulty was to find the train at the Salonica station. It was supposed to start at midnight so that it had to be found in the darkness of the night. As there were over a score of tracks each packed with flat trucks and freight cars this alone was an adventure. As all the tracks were filled from end to end, this meant climbing over the buffers of coupled freight cars and splashing about in the puddles of water that usually lay between the tracks. On account of the danger of enemy air raids the whole station was in black darkness and as most of the employees only spoke Greek it was no easy matter to locate anything. The train when I did find it consisted of an endless succession of flat cars, box cars and cattle trucks, the latter used for moving the horses and mules necessary at the front. Up near the engine was a single passenger coach which had certainly seen better days. Window glass was conspicuous by its absence and one of the doors would not shut and had to be tied with string to keep it closed. As six passengers were placed in each compartment the possibility of sleep was reduced to a minimum. Though all the passengers were punctually on board at midnight it was nearly four o’clock before we got under way. The average speed was about seven or eight miles an hour and the stops were frequent and interminable. As the line was single track we were side-tracked at nearly every station to let empty trains coming from the front pass. The result was that it took us over ten hours to cover the sixty miles separating us from Vertekop”.

Leaving the plain, the railroad climbs to Edessa and Arnissa (Ostrovo). We read in the “Rapport de renseignement No20, 178/2 du 2 Septembre 1916” from Salonika headquarters to Grand Quartier Général (GQG) in Paris that “the line, with many bends and multiple tunnels, climbs 508 meters between Vertekop (30 m) and Ostrovo (538 m) at a distance of 30 km. The Vertekop – Vladovo section (419 m), 20 km long with a slope of 2.5%, is very difficult to ride even with very slow speed. For 20-25 wagons, it is necessary to use three locomotives, two in front and one in the back. “

The northern Greek border in early 1916 from a French map. With blue line I marked the entrenched camp built by General Sarrail to protect Thessaloniki from Bulgarian attack

1synora-1915-16-resized

Such was the situation in spring of 1916 when General Sarrail, head of the Entente forces, decided to head the army out of the Salonika entrenched camp and deploy it along the northern Greek borders. He had already agreed with the Greek authorities, who kept a neutral position to the conflict at the time, to replace the Greek military units in the northern border by Anglo-French and Serbian troops. British troops would be lined up along the Struma valley and Doïran, the French would be deployed on both sides of the Vardar valley and the Serbs would be placed along the Voras (Moglena) mountain range up to Florina and Prespa lakes. The Serbian army had just arrived in Salonika. After the Great Retreat of autumn 1915 through Montenegro and Albania and a short stay in Corfu, they moved to Mikra near Salonika where they were re-armed and trained by French officers. They were about 150,000 men including Yugoslav volunteers from Slovenia, Croatia, Herzegovina and Montenegro. The western part of the front, the Serbian section, was next to home as they used to say, just behind the Voras mountain range. This mountain, a real wall, was then the border between Greece and Serbia and had become the front line between Entente and Central Powers. It stretches for about 70 kilometers from Vevi (Banitsa) in Western Macedonia to the villages of Periclia and Huma in the east. The Serbs were organized at that time in three Armies of two Divisions each, plus a Cavalry Regiment. The 1st Army (Divisions Morava and Vardar), led by General Michitch, was assigned the eastern sector, from Koùpa (near Skra) to Foùstani. The 2nd Army (Divisions Timok and Shoumadia), led by General Stepanovitch, occupied the central section from Foùstani to Ano Koryfi near Orma (Tresina). The 3rd Army (divisions Drina and Danube), led by General Vachitch, was in charge of the extensive western sector from Ano Koryfi to Florina and Prespa lakes.

The Voras mountain range (in greek ΒΟΡΑΣ) extends from Vevi in the West to Periclia / Huma in the East. In purple colour the approximative front line in mid-August 1916, almost identical to the then Greek – Serbian border. The red line indicates the positions of the three Serbian Armies (I, II, III). The blue line shows the sector of 122nd French Infantry Division. In black is the railway line Thessaloniki – Monastir (Bitola) and the brown one marks the decauville line from Skydra to Apsalos (A), Xifiani (Ξ) and Aridea.

2front-1916-resized

The construction of the first decauville line in 1916
Almopia valley was isolated from road and rail networks of the broader region. In May and June of that year the 2nd bis French regiment of Zouaves had transformed the narrow path linking Skydra to Aridea (Subotsko) into a larger dirty automobile road. However, for the daily provision of food and ammunition it was considered necessary to have also a railroad. The order to construct a light and narrow decauville line was taken at the end of June and the job was entrusted to lieutenant-colonel Premovitch, commander of the pioneers of the Serbian army, with help and supervision from French engineers (les sapeurs des chemin de fer). Progress of work was reported to Paris through the quarterly and monthly reports from Salonika. Work began in the first half of July (Compte rendu of 07.18.1916) and already on 12 August, the section Skydra – Nea Zoï was ready (Rapport de renseignements no20 178-2 of 09.02.1916). On 10 September the entire line Skydra – Xifiani (Kosturian) was ready (Compte-rendu 18/9/1916) and a decision was taken to extend the line to Aridea. In the report of 16 October, Sarrail announces the start of work for the new section (on commence également le prolongement de la voie de 0m60 vers Subotsko), while its completion took place in the first days of December (“Rapport de Novembre 1367/4 du 3 décembre 1916 “). So in five months the decauville line Skydra – Aridea was up and running!

The road Apsalos – Aridea under construction by the Zouaves in June 1916 with the Voras ridge in the background

3road-to-subotsko

The decauville line was running next to the French airfield of Mavrovouni, near Skydra (Vertekop)

4decauville-airfield-mavrovouni

The first bridge on 6th km of Skydra – Apsalos section

5vertekop-xifonia-6km

In the same position there is today a road bridge

6-%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82-6%cf%87%ce%bb%ce%bc

The railroad was following the dirty road built by the Zouaves a few weeks earlier. Here the bend before the ‘Rock with the hole‘ near Nea Zoï village

7vertekop-xifonia-9km

After Nea Zoï village there was a shorter bridge. The French officer of ‘Sapeurs des chemins de fer’ supervises the construction

8vertekop-xifonia-12km

Fishing by Senegalese of the 17th colonial division near the bridge a year later

9%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%ce%b6%cf%89%ce%ae-%cf%87%ce%b9%ce%bb-12-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%b6%ce%bf%ce%b9-%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bf%cf%85%ce%bd-13-06-17

The bridge today is part of a rural road 

10resized

The steel basis of the bridge is the same since 1916. It sustains the concrete of the modern road

11-resized

The station of Apsalos (Dragomanci) is still there with a small section of the decauville line

12-resized

Just behind the station it was the big Serbian hospital of the 2nd army. In the photo the same position then and now

13tote-k-twra

The correspondent of the New York Tribune, who travelled to Apsalos (Dragomanci) in 1916 writes:
“No one dropping into Dragamanci would ever have imagined that the peaceful little village was a centre of warlike activities. Its six hundred inhabitants were mostly Turks. All day long from the village schoolhouse, where a couple of score of children sat cross-legged round the teacher, came a droning chant as they all repeated their lessons in unison. The only sign of the military occupation was when a staff automobile would shoot along the street carrying officers to or from the front. The only other sign of war was the continuous drone of the heavy gims which echoed from the distant mountains. In a meadow near the exit of the village a score of tents were pitched. A narrow stream meandered through it, crossed by a simple plank bridge. On the other side a solitary tent was pitched. This was the home of Field-Marshal Stepanovitch, commander of the Second Serbian Army, the most taciturn soldier in the service of King Peter. When he was not in his tent, immersed in his maps and plans, he wandered alone. The only persons he ever spoke to were the little village children who little knew that the man in the shabby uniform was one of the greatest generals in an army that counts many soldats d’ elite”.

“All day long from the village schoolhouse, where a couple of score of children sat cross legged round the teacher, came a droning chant as they all repeated their lessons in unison”

14sxoleio-dragomanci

“A narrow stream meandered through it, crossed by a simple plank bridge”

15%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82

Next decauville bridge was near the Xifiani (Kosturian) village

16pont-xifiani

In Aridea was the end of the 1916 line. Below in front of the Aridea station, it’s the loading of a 155mm canon hit by airstrike

17decauville-sobutsko-canon-155

The same foreign correspondent arriving in Aridea observes: Next day I rode on to Soubotsko, the Headquarters of the Shumadia Division. No one dropping into Soubotsko would have imagined that it was one of the storm centres of the Balkan campaign. It presented a picture of peace such as would have gladdened the heart of any pacifist. The two streets that form the village, the shorter one at right angles to the other, running along a sluggish stream of doubtful purity, were lined with a few wretched shops in which soap, petroleum, sugar and a few other strictly necessary articles were to be found. Luxuries here were none, unless one counts the inevitable tins of concentrated milk and a few stray boxes of sardines in that category. At the angle where the streets join, the solitary mosque of the village, and a marble fountain with a Turkish inscription, formed the last souvenirs of the regime of the Sultan. Here, once a week, the populace of the surrounding country poured in on foot and on donkeys to hold a market. The goods on display did not have, however, a total value of more than a hundred francs or so, consisting mainly of onions, chestnuts, paprika and such oddments as pins, needles and thread. I saw one red-turbaned merchant spend the whole day cross-legged in front of a couple of dozen boxes of matches. As these sold for a cent apiece, even if he had disposed of his whole stock (which he certainly did not), his gross receipts would not have been twenty-five cents. From time to time a grey-bearded man with a red fez climbed on to the marble fountain and made a speech. At first I thought he was a political agitator, as he spoke with apparent eloquence and conviction, but I discovered he was only the town crier making known the latest municipal decrees. From the freezingly cold reception given to his pronouncements, I imagine he was proclaiming some fresh taxation, or something of the sort.

From 9 o’clock in the morning hundreds of peasants, the men, Turkish fashion, mounted on donkeys, and the women walking on foot, poured into the village. Even the small boys rode, while their mothers walked behind, the outward tribute to the predominant position of the male. The feminist movement has a long distance to go in Macedonia. The chief business of the males on market days seemed to be to sit cross-legged on the ground in the various cafes (wooden sheds with beaten earth floors open to the streets) and consume an endless number of microscopic cups of coffee. As the immense majority of the people are Mahometans, 90 per cent of them wore either fezes or turbans.

The extensions of the decauville line in 1918

In late spring 1918 the military situation in the Macedonian Front was profoudly changed. The first change was the differentiation of the front line. After the successful Entente campaign of the previous two years, the western part of the front had moved northward. It passed north of Prespa lakes and Monastir, to Macovo (FYROM) and then passed south of Gradesnitsa (FYROM) and continued south of Sokol peak and of Dobropolie plateau in the Greek-Serbian border. The second important change was Greece’s entry in the war on Entente’s side. Nine Greek divisions were added to the allied army creating practically an equilibrium of forces. General Louis Franchet d’Espèrey, who replaced General Guillaumat on 18 June as commander-in-chief of the Entente forces, said in a radio interview in the ‘30s:

After my arrival, I went to see Prince Alexander who was the leader of the Serbian army (it was June 28, the anniversary of Ferdinand’s assassination in Sarajevo). I went to his headquarters in Yelac (FYROM) in a wooden hut. He was not fond of the city’s entertainments and preferred to live in a hut, offered to him by the British and built on Serbian territory conquered in the previous year. The next day (June 29) we went up riding to Floka peak. I had the pleasure to meet there an old friend, Major Claemens, commander of two French batteries supporting the Serbs. It was he who explained to me very clearly the tactical situation. It was 6:00 in the afternoon. Although it was June the sun had begun setting and the oblique rays lit up the Bulgarian positions: facing south was possible to see not only the first Bulgarian lines – we were at 2400 meters and them at 1800 – but also the second lines until the last one at Koziak. It was a unique opportunity. The Serbs were enthusiastic and ready to march, they were highlanders, but they lacked the methods of modern warfare. I decided to give them two French divisions: the first one I knew very well because it was me who had formed in 1915, the 122nd Infantry Division; the other one was commanded by an old friend whom I knew and appreciated in China during the Boxers war, the General Pruneau of 17th colonial Infantry Division. I decided that these two divisions would break the “crust” of the first Bulgarian lines and behind them the Serbs would follow …. The allied army consisted of people of all races and religions which was historically unprecedented. I had the British army that consisted of English, Scots, Irish, Cypriots and Indians. I had the French army composed of French, Algerians, Tunisians, Moroccans, Annamites (Vietnamese), Cambodians, Senegalese, Malgasious. I had Albanians, Russians, Italians, and Greeks of course who offered me a very great service because thanks to the Greeks I was able to form the necessary critical mass for maneuvering. Thanks to Venizelos I was able to give two divisions to the Serbs, and several heavy guns”.

Left: Prince Alexander with Franchet d’Espèrey in Yelac next to the wooden hut on 28 June. Right: Prince Alexander, Franchet d’Espèrey and Marshal Michitch at Floka in June 29, 1918

19yelac-and-floka

It should be noted, however, that already by the end of 1916, general Pavlovitch, commander of Shoumadia division and General Stepanovitch of the 2nd army believed that an attack through Dobropolie had a lot of chances of succes. However, the French had to be convinced. Sarrail and his successor Guillaumat were not of the same opinion. But Franchet d’Espèrey believed in it and after the two-day trip to Yelac he radically changed the plans. According to the previous Guillaumat’s plan, the mountain range of Voras, and Almopia valley in general, would only play a minor role, a defensive role. With the new plans, Almopia would become the main theater of the battle, the two French divisions being the spearhead of the attack! Who could seriously believe that an attack at an altitude of 1,800 meters was possible and had a chance of success? Certainly not the commander of the German-Bulgarian Army, general von Scholtz. He was sure that their position in Voras were so favorable that they could easily defend the crests even if the opponents had larger forces. This view seemed to be shared by the commander of the 11th German army, General von Steuben who was defending the area north of Monastir.

The change of plans meant changing preparatory priorities. It was necessary now to improve all the roads in Almopia valley and expand the trails on the slopes of the mountain. And most importantly, it was urgent to extend the narrow decauville line in two directions: from Aridea to Sosandra and Promahi (Bahovo) near the foot of the mountain and from Apsalos to Orma near Loutraki (Pojar), the beginning of the ascent to Sokol and Dobropolie. The carrying capacity of the light rail should be increased from 200 tonnes/day to more than 600 tonnes/day, by using more locomotives and wagons. 600 canons, one third of all the canons of the Salonika Army, and 85,000 men would be squeezed in a distance of 30 km! The workload fell on the French and Italian pioneers assisted by Bulgarian prisoners and Russians Bolsheviks who refused to continue the war after the withdrawal of their new government from the war. Local residents from the Almopia villages were also used.

The positions early September of 1918. The 122nd French Division was located under Sokol (S) and the 17th French colonial division under Dobropolie (D). To the Right, the Serbian division Shoumadia (SH) aiming at Veternik (the Rock of Blood as the Serbs used to call it) and at Koziak (KO). Behind the 122nd was the Yugoslav division (YU), behind the 17th was the Timok division (TI). Further to the right, the first group of divisions under the French general d’Anselme with the participation of two Greek divisions (F + GR). Next to the 122nd division were the divisions of the 1st Serbian Army, i.e. Drina (DR), Danube (DA) and Morava (MO) and further to the west the Armée Française d’Orient (AFO) with a Greek division under general Henrys. Floka (F) was the observatory of the Serbian army, dominating all the Bulgaria occupied peaks in the east. In Yelac (Y) was the headquarters of Prince Alexander at 1,600 meters. Franchet d’Espèrey decided to carry heavy French artillery to Floka, at 2,300 meters !! For its transport they used the decauville line in green colour from Marina (Sakulevo) village near Florina to Scotsivir (FYROM), then with lorries from Scotsivir to Petalino (FYROM), with smaller cars to Yelac (FYROM) and with mules to Floka. It’s perhaps the highest position of heavy artillery (155mm) in history! Lighter loads were carried using the trail  Arnissa – Patima – Tourkolivado – Floka. For provisions to Divisions 122, 17, Yugoslav, Shoumadia and Timok the decauville lines of Orma and Sosandra – Promahi were used. In brown colour is depicted the decauville line of 1916 and in black the extensions built in 1918.

20-1918-%ce%bc%ce%ad%cf%84%cf%89%cf%80%ce%bf-resized

Franchet d’Espèrey to general Michitch on July 13, 1918: “…. in response to your letter of July 11, I have the honour to inform you that I agree with the creation of a 0.60 meters line from Dragomanci (Apsalos) to Poliani and Tresina (Orma) you proposed to urgently undertake … the orders have been given for the transport of the necessary materials for 16 km 0.60m line to Vertekop (Skydra) station …. According to your desire I put at your disposal the 3rd company of the pioneers of the railways (sapeurs des chemins de fer) “

21decauville-dragomanci-tresina-13-7-1918-resized

The Orma extension began on July 20 (Compte rendu 5/8/1918). On 28 August the line to Megaplatanos was ready (Compte rendu of September) and a few days later the remaining small section to Orma. We found no reference of the completion date of the Aridea – Sosandra – Promahi extension. A mid-August request by general Michitch to increase the capacity of Aridea – Promahi section to 400 tonnes/day may imply that the line was ready by that time.

The decauville train on the right and the normal one on the left in Skydra railway station

22decauville-vertikop-gare-1916-resized

Ammunition arrived in Skydra with the normal train from Salonika and then loaded into decauville wagons for distribution to the various warehouses in Almopia.

23decauville-vertikop-reserve-dobus-30-9-1916-resized

Entente soldiers relaxing after having loaded the decauville wagons

24decauville-a-droite-vertikop-30-9-1916-resized

In conclusion, the Almopia narrow railroad network was constructed in two periods. The Skydra – Aridea line was built between July and December 1916 for the supply of the Serbian divisions stationed in Almopia from the summer of 1916 onward. The material and design were provided by the French, the execution by the Serbs. The extensions from Apsalos to Orma and from Aridea to Sosandra and Promahi took place during the 1918 summer in view of Franchet d’Espèrey’s plans to break the enemy lines on the Voras ridge.

The Voras peaks east of Kaymakchalan (1) Kaymakchalan (Profitis Ilias) 2524m, (2) Koutsoumpeis 2440m, (3) Floka 2370m, (4) Sokol 1827m, (5) Dobro Polie 1750m, (6) Kravitsa 1772m, (7) Veternik 1755m, (8) Koziak 1817m, (9) Pinovo 2156m, (10) Djena 2182m

25%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%8d%cf%82-resized

Franchet d’Espèrey’s plan was succesful. Although it is not the subject of the present article, let’s say a few words about the biggest battle in the Balkans during WWI. The Entente bombardment started September 14th at 7 a.m. from Florina to Struma and continued all daylong. In Almopia the 600 canons poured their shells in the few miles of front line on the Voras crests. “The earth in the positions was completely destroyed or collapsed by the concentrated fire. The greater part of the trenches disappeared. In their place appeared huge pits, in which it was impossible to move around” said a Bulgarian observer. Next day, at 5:30 a.m.  the attack began. By the end of the day the three main objectives were attained despite the strong and brave Bulgarian resistance: Sokol, Dobropolie and Veternik were under the Allied control but with heavy losses. The second day the breakthrough continued and the following days the retreat of the Bulgarian army took bigger proportions. On Sepember 25th the Bulgarian government decided to seek an armistice (without tsar Ferdinand’s agreement). The armistice was agreed and signed between d’Espèrey and a Bulgarian delegation in the evening of 29, effective from September 30 at noon. The Bulgarian collapse came as a big surprise in Paris and London. “It was recognized at once that the end had come” writes Churchill while in a mission in Paris. And Hindenburg, the commander-in-chief of the German army will write three days later : “as a result of the collapse of the Macedonian Front….there is, so far as can be foreseen, no longer a prospect of forcing peace on the enemy”. It was the beginning of Kaiser’s fall.

The Balkan breakthrough in September 1918

26-1918-breakthrough-resized

What was the future of the light Almopia railway after the war? The French offered it to the Greek government who ceded it in 1923 to a private company, the “Macedonian Local Railways”. The decauville train operated for the transport of goods and people until 1931, but then following the crisis it was temporarily shut down and stopping altogether in 1936. Shortly afterwards the lines were removed and the locomotives and wagons were dispersed to other similar networks in Greece. The only known locomotive of the Almopia decauville seems to be currently in the Athens Railway Museum. Thus ended the life of the “little Karatzova train” from a glorious and historic period.

Η ιστορία της δημιουργίας του τρένου της Αλμωπίας

Τα δίκτυα επικοινωνιών ήταν ένα από τα μεγάλα προβλήματα που έπρεπε να επιλύσουν οι δυνάμεις της Αντάντ (Entente Cordiale – Εγκάρδια Συνεννόηση) στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας 1915-1918. Η περιοχή είχε μόλις ενσωματωθεί στο Ελληνικό Κράτος μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 με υποδομές που χαρακτηρίζονταν από αιώνες εγκατάλειψης. Δρόμοι για αυτοκίνητα ήταν πρακτικά ανύπαρκτοι απλά γιατί δεν υπήρχαν αυτοκίνητα πριν από τον Α’ Παγκοσμιο Πόλεμο. Οι δρόμοι τις περισσότερες φορές ήταν μονοπάτια και καρόδρομοι. Τα κύρια μεταφορικά μέσα ήταν άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, αραμπάδες και βοϊδάμαξες. Ο μόνος γνωστός δρόμος, η Εγνατία οδός, που χτίστηκε τον 2ο π.Χ. αιώνα από τους Ρωμαίους παρέμενε ο βασικός οδικός άξονας που συνέδεε την Θεσσαλονίκη με την δυτική Μακεδονία. Η ξαφνική άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, χιλιάδων αυτοκινήτων και φορτηγών, μικρών και μεγάλων πυροβόλων δημιούργησε το αδιαχώρητο. Οι πατημένοι για χρόνια από πόδια ανθρώπων και ζώων χωμάτινοι δρόμοι δεν μπορούσαν να αντέξουν το βάρος των οχημάτων. Τα ελαστικά τους έμπαιναν βαθειά στο χώμα ή κολλούσαν στο λασπώδες έδαφος. Το γαλλικό κυρίως μηχανικό δούλεψε σκληρά για την κατασκευή 900 χιλιομέτρων νέων δρόμων και τη βελτίωση 300 χιλιομέτρων σε όλη τη Μακεδονία. Ενας από τους δρόμους που βελτιώθηκαν ριζικά τότε ήταν και το τμήμα Σκύδρας – Έδεσσας – Άρνισσας.

Υπήρχαν βέβαια και οι σιδηροδρομικές γραμμές. Οι τρεις όμως μονές σιδηροδρομικές γραμμές που συνέδεαν τη Θεσσαλονίκη με το Βελιγράδι προς βορρά, με το Μοναστήρι προς δυσμάς και με την Κωνσταντινούπολη προς ανατολάς είχαν μια πολύ χαμηλή μεταφορική ικανότητα για τις ανάγκες του στρατού. Ο Gordon Smith, ανταποκριτής της New York Tribune στη Θεσσαλονίκη, περιγράφει την εμπειρία του από ένα σύντομο ταξίδι με τρένο τον φθινόπωρο του 1916. “Έφευγα από το σταθμό Θεσσαλονίκης με προορισμό το Vertekop (Σκύδρα), ένα σταθμό περίπου 40 μίλια από τη Θεσσαλονίκη σε ευθεία γραμμή, αλλά περίπου 70 μίλια με τον σιδηρόδρομο, λόγω της ιδιαίτερης χάραξης της γραμμής, η οποία πηγαίνει στην αρχή νοτιοδυτικά στη Βέροια και μετά παίρνει βόρεια κατεύθυνση προς τα Βοδενά (Έδεσσα). Η πρώτη δυσκολία ήταν να βρω το τρένο στο σταθμό Θεσσαλονίκης. Ξεκινούσε τα μεσάνυχτα και έπρεπε να το βρω στο σκοτάδι της νύχτας. Υπήρχαν αρκετοί συρμοί στις γραμμές, ο ένας δίπλα στον άλλο, όλοι φορτωμένοι απ άκρη σ άκρη και για να τους περάσω έπρεπε να σκαρφαλώνω πάνω από τις συνδέσεις των βαγονιών, πιτσιλώντας σε λακούβες με νερά. Για προστασία από αεροπορικές επιδρομές όλος ο σταθμός ήταν στο μαύρο σκοτάδι και όπως οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους μιλούσαν μόνο ελληνικά δεν ήταν προφανής η αναζήτηση του τρένου. Οταν τελικά το βρήκα, αποτελούνταν από μια ατελείωτη σειρά από φορτωμένα ανοιχτά βαγόνια, κλειστά βαγόνια, βαγόνια με βοοειδή ενώ το τελευταίο ήταν φορτωμένο με άλογα και μουλάρια. Κοντά στην ατμομηχανή ήταν η επιβατική άμαξα που σίγουρα είχε δει καλύτερες μέρες. Τα γυάλινα παράθυρα έλαμπαν διά της απουσίας τους και μία από τις πόρτες ήταν δεμένη με σπάγγο για να μένει κλειστή. Όπως σε κάθε διαμέρισμα είχε έξι επιβάτες η δυνατότητα του ύπνου μειώθηκε στο ελάχιστο. Αν και όλοι οι επιβάτες είχαν έρθει στην ώρα τους ήταν σχεδόν τέσσερις το πρωΐ όταν ξεκινήσαμε. Η μέση ταχύτητα ήταν περίπου επτά ή οκτώ μίλια την ώρα και οι στάσεις ήταν συχνές και ατελείωτες. Δεδομένου ότι η γραμμή ήταν μονή έπρεπε να μπαίνουμε σε διπλανή γραμμή σχεδόν σε κάθε σταθμό για να αφήσουμε να περάσουν τα άδεια τρένα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μας πήρε πάνω από δέκα ώρες για να καλύψουμε τα εξήντα μίλια που μας χώριζαν από το Βέρτεκοπ “.

Εγκαταλείποντας την πεδιάδα και αρχίζοντας την αναρρίχηση στο βουνό προς Έδεσσα και Άρνισσα τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο δύσκολα. Διαβάζουμε σε έκθεση της 2ας Σεπτεμβρίου 1916 «Rapport de renseignement No20, 178/2 du 2 Septembre 1916″ προς το Γενικό αρχηγείο στο Παρίσι ότι «η γραμμή, με πολλές στροφές και πολλές σήραγγες, ανεβαίνει κατά 508 μέτρα μεταξύ Βέρτεκοπ (30 m) και Όστροβο (538 m) σε μια απόσταση 30 χιλιομέτρων. Το τμήμα Βέρτεκοπ – Βλάδοβο (419 m) 20 χιλιομέτρων με κλίση 2,5% είναι ιδιαίτερα δύσκολο και με πολύ αργή ταχύτητα. Για 20 έως 25 βαγόνια, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν τρεις ατμομηχανές, δύο μπροστά και μία πίσω ».

Τα βόρεια ελληνικά σύνορα στις αρχές του 1916 από γαλλικό χάρτη. Με μπλε γραμμή τα ορια του περιχαρακωμένου στρατοπέδου που κατασκεύασε ο στρατηγός Σαράϊγ για την προστασία της Θεσσαλονίκης από βουλγαρική επίθεση

1synora-1915-16-resized

Τέτοια ήταν η κατάσταση την Άνοιξη του ’16 όταν ο στρατηγός Σαράιγ, επικεφαλής των δυνάμεων της Αντάντ, αποφάσισε να βγάλει τον στρατό από το περιχαρακωμένο στρατόπεδο γύρω από την Θεσσαλονίκη και να τον αναδιατάξει κατά μήκος των βόρειων ελληνικών συνόρων. Είχε ήδη συμφωνήσει με τις ελληνικές αρχές, που κρατούσαν τότε ουδέτερη στάση στην ευρωπαϊκή διένεξη, την αντικατάσταση των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων στα βόρεια σύνορα με αγγλο-γαλλο-σερβικά στρατεύματα. Τα βρετανικά στρατεύματα θα παρατάσσονταν κατά μήκος της κοιλάδας του Στρυμόνα και της Δοϊράνης, τα γαλλικά θα αναπτύσσονταν στην κοιλάδα του Αξιού μέχρι το Σκρα και την Κούπα και τα σερβικά θα τοποθετούνταν κατά μήκος της οροσειράς του Βόρα μέχρι την Φλώρινα και τις Πρέσπες. Ο σερβικός στρατός μόλις είχε καταφθάσει στη Θεσσαλονίκη. Μετά την Μεγάλη Υποχώρηση του φθινοπώρου 1915 δια μέσου Μαυροβουνίου και Αλβανίας, και μετά από μια σύντομη παραμονή στην Κέρκυρα, μεταφέρθηκε στη Μίκρα όπου είχε εκ νέου οπλισθεί και εκπαιδευτεί από γάλλους αξιωματικούς. Μετρούσε περίπου 150.000 άνδρες μαζί με τους Γιουγκοσλάβους εθελοντές που είχαν έρθει να βοηθήσουν από Σλοβενία, Κροατία, Ερζεγοβίνη και Μαυροβούνιο. Το δυτικό τμήμα του μετώπου, ο σερβικός τομέας, ήταν ακριβώς πλάϊ στην πατρίδα τους όπως συνήθιζαν να λένε, πίσω από την οροσειρά του Βόρα. Αυτός ο τεράστιος ορεινός όγκος, τείχος απροσπέλαστο, χώριζε την Ελλάδα από την τότε Σερβία στα βόρεια της κοιλάδας της Αλμωπίας και αποτελούσε την γραμμή του μετώπου μεταξύ της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας και Αυστρο-Ουγγαρίας στις οποίες προστέθηκαν αργότερα η Τουρκία και η Βουλγαρία). Η οροσειρά εκτείνεται σε μήκος 70 περίπου χιλιόμετρων από τη Βεύη στη δυτική Μακεδονία μέχρι τα χωριά Περίκλεια και Χούμα στα ανατολικά με μερικές πολύ ψηλές κορυφές, όπως το Καϊμακτσαλάν στα 2524 μέτρα, ο Κουτσούμπεης στα 2440 μέτρα, ο Άσπρος Σβώλος (Φλόκας) στα 2370 και η Τζένα στα 2182. Οι σερβικές δυνάμεις οργανώθηκαν το 1916 σε τρεις στρατιές δύο μεραρχιών η κάθε μια, συν ένα σύνταγμα ιππικού. Στη 1η Στρατιά (μεραρχίες Μοράβα και Βαρδάρη) με διοικητή τον στρατηγό Μίσιτς, ανατέθηκε ο ανατολικός τομέας, από Κούπα (κοντά στο Σκρα) μέχρι Φούστανη. Στα δεξιά τους και μέχρι τον Αξιό ποταμό είχε απλωθεί η 122η γαλλική μεραρχία πεζικού. Η 2η Στρατιά (μεραρχίες Τιμόκ και Σουμαδιά) με διοικητή τον στρατηγό Στεπάνοβιτς και έδρα την Άψαλο, είχε τον κεντρικό τομέα από Φούστανη μέχρι Άνω Κορυφή κοντά στην Όρμα. Η 3η Στρατιά (μεραρχίες Δρίνα και Δούναβη) με διοικητή τον στρατηγό Βάσιτς και έδρα την Άρνισσα, είχε στην ευθύνη της τον εκτεταμένο δυτικό τομέα, από Άνω Κορυφή μέχρι Φλώρινα και Πρέσπες περνώντας από Ζέρβη, Κέλλη και Βεύη. Η 1η και 2η στρατιά είχαν λοιπόν καταλάβει όλη την Αλμωπία.

Η οροσειρά του Βόρα εκτείνεται από Βεύη στη Δύση μέχρι Περίκλεια/Χούμα στην Ανατολή. Με μωβ χρώμα δίδεται κατά προσέγγιση το μέτωπο στα μέσα Αυγούστου 1916 που συνέπιπτε με τα σύνορα Ελλάδας – Σερβίας. Με κόκκινη γραμμή η θέση των τριών σερβικών στρατιών (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ). Με μπλε ο τομέας της 122ης γαλλικής μεραρχίας πεζικού. Η μαύρη γραμμή δείχνει τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου (Μπίτολα) και με καφέ χρώμα η γραμμή ντεκωβίλ από Σκύδρα σε Άψαλο (Α), Ξιφιανή (Ξ) και Αριδαία

2front-1916-resized

Η κατασκευή της βασικής γραμμής το 1916
Η Αλμωπία ήταν απομονωμένη από τα τότε οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα της περιοχής. Η ανάπτυξη τεσσάρων μεραρχιών, της 1ης και 2ης στρατιάς, και η ανάγκη για συνεχή ανεφοδιασμό τους σε τρόφιμα και πυρομαχικά επέβαλε την κατασκευή ενός δικτύου που να την συνδέει με την Σκύδρα από την οποία περνούσε τόσο ο σιδηρόδρομος όσο και ο αυτοκινητόδρομος προς Έδεσσα και Μοναστήρι. Οι Γάλλοι είχαν προνοήσει ήδη από τον μήνα Μάιο να διανείξουν το μονοπάτι που περνούσε από το Ζενίς Ντερέ μεταξύ Προφήτη Ηλία (Μετσεκλί) και Αψάλου και να τον μετατρέψουν σε κανονικό αυτοκινητόδρομο. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου μάλιστα είχαν φτιάξει αυτοκινητόδρομο ως την Αριδαία. Για την δουλειά αυτή είχε χρησιμοποιηθεί το μεγαλύτερο τμήμα του 2ου bis γαλλικού συντάγματος των Ζουάβων, δηλαδή στρατιωτών από τις γαλλικές τότε αποικίες του Μαρόκου, της Αλγερίας και της Τυνησίας όπως μας πληροφορούν οι εκθέσεις (Comptes rendus des opérations) της 16ης Μαΐου και 17ης Ιουνίου 1916 προς το γενικό αρχηγείο στο Παρίσι.

Η κατασκευή του δρόμου Αψάλου – Αριδαίας τον Ιούνιο του 1916 από τους Ζουάβους

3road-to-subotsko

Έλειπε όμως η απαραίτητη σιδηροδρομική σύνδεση. Με εντολή του στρατηγού Σαράιγ αποφασίστηκε η κατασκευή ενός στενού σιδηροδρόμου 60 εκατοστών, γνωστού ως ντεκωβίλ (decauville) από το όνομα του Γάλλου εφευρέτη της, συνδέοντας τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σκύδρας με την Άψαλο και την Ξιφιανή. Στην Άψαλο θα εγκαθίσταντο το αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς καθώς επίσης και το μεγάλο σερβικό νοσοκομείο 1.500 κλινών. Η κατασκευή ανατέθηκε στον αντισυνταγματάρχη Πρέμοβιτς, διοικητή των σκαπανέων του σερβικού στρατού, με σχέδια και επίβλεψη από Γάλλους μηχανικούς (les sapeurs des chemins de fer). Οι εργασίες ξεκίνησαν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου (Compte rendu της 18/7/1916) και ήδη στις 12 Αυγούστου η γραμμή Σκύδρας – Νέας Ζωής ήταν έτοιμη (Rapport de renseignements no20 178-2 της 2/9/1916). Με την κατασκευή του τμήματος Αψάλου – Ξιφιανής στις 10 Σεπτεμβρίου το σύνολο της γραμμής Σκύδρας – Ξιφιανής ήταν έτοιμο (Compte-rendu 18/9/1916: achèvement de la voie de 0m60 de Kosturian à Dragomanci, ouverte à l’exploitation le 10 Septembre). Δυό μέρες νωρίτερα, στις 8 Σεπτεμβρίου, αποφασίστηκε η επέκταση της γραμμής προς Αριδαία, έδρα της μεραρχίας Σουμαδιά. Στη δεκαπενθήμερη έκθεση της 16ης Οκτωβρίου, ο Σαράιγ ανακοινώνει την έναρξη των εργασιών της επέκτασης αυτής (on commence également le prolongement de la voie de 0m60 vers Subotsko), επέκταση που ολοκληρώθηκε κατά τις πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου (“Rapport de Novembre 1367/4 du 3 décembre 1916”). Ετσι σε πέντε μήνες το ντεκωβίλ Σκύδρας – Αριδαίας ήταν σε πλήρη λειτουργία!

Η γραμμή περνούσε πλάϊ από το γαλλικό αεροδρόμιο στο Μαυροβούνι. Στο βάθος φαίνεται αμυδρά η Σκύδρα και δεξιά η κατεύθυνση της γραμμής προς Νέα Ζωή και Άψαλο

4decauville-airfield-mavrovouni

Στο 6ο χιλιόμετρο Σκύδρας – Αψάλου κατασκευάστηκε η πρώτη μεγάλη γέφυρα….

5vertekop-xifonia-6km

Στο ίδιο σημείο σήμερα βρίσκεται η γέφυρα του αυτοκινητοδρόμου Σκύδρας – Αριδαίας

6-%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82-6%cf%87%ce%bb%ce%bc

Η γραμμή ακολουθούσε τον αυτοκινητόδρομο που είχαν φτιάξει οι Ζουάβοι λίγες εβδομάδες νωρίτερα, τον Μάιο του 1916. Εδώ η στροφή πριν από τον ‘Τρύπιο Βράχο’ πηγαίνοντας προς Νέα Ζωή

7vertekop-xifonia-9km

Βγαίνοντας από τη Νέα Ζωή κατασκευάστηκε μια μικρότερη γέφυρα. Ο Γάλλος αξιωματικός αριστερά επιβλέπει τις εργασίες κατασκευής

8vertekop-xifonia-12km

Στο ίδιο σημείο ένα χρόνο αργότερα Σενεγαλέζοι στρατιώτες της 17ης αποικιακής μεραρχίας πεζικού ψαρεύουν στο ποτάμι

9%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%ce%b6%cf%89%ce%ae-%cf%87%ce%b9%ce%bb-12-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%b6%ce%bf%ce%b9-%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%8d%ce%bf%cf%85%ce%bd-13-06-17

Η γέφυρα στη Νέα Ζωή αποτελεί σήμερα μέρος αγροτικού δρόμου

10resized

Η μεταλλική βάση παραμένει η ίδια από το 1916. Απλά από πάνω έριξαν αργότερα μπετόν για να περνούν αγροτικά οχήματα

11-resized

Το κτίριο του σταθμού της Αψάλου διατηρείται ακόμη και σήμερα όπως και μερικά άλλα στη περιοχή. Εδώ διατηρείται μάλιστα και ένα κομμάτι της γραμμής με μερικά βαγονέτα. Στο βάθος ο Βόρας

12-resized

Λίγο πιο πίσω από τον σταθμό είχε εγκατασταθεί και το μεγάλο χειρουργικό νοσοκομείο της 2ης σερβικής στρατιάς 1.500 κλινών. Στην Άψαλο βρισκόταν επίσης το αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς. Στη φωτογραφία η περιοχή του νοσοκομείου όπως ήταν τότε και όπως είναι σήμερα

13tote-k-twra

Ο ανταποκριτής της New York Tribune που πέρασε από την Άψαλο το 1916 γράφει: κανείς φτάνοντας στο Δραγομάνσι δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι το μικρό ειρηνικό χωριό ήταν κέντρο πολεμικών δραστηριοτήτων. Οι περίπου εξακόσια κάτοικοί του ήταν κυρίως Τούρκοι. Όλη την ημέρα από το σχολείο του χωριού ακουγόταν ένα γλυκό βούϊσμα από τις φωνές των παιδιών, που καθισμένα σταυροπόδι γύρω από τον δάσκαλο τους, επαναλάμβαναν όλα μαζί το μάθημα. Το μόνο σημάδι στρατιωτικής δραστηριότητας ήταν όταν κάποιο αυτοκίνητο περνούσε με θόρυβο στο δρόμο κουβαλώντας αξιωματικούς από ή προς το μέτωπο. Η μόνη άλλη ένδειξη ήταν η συνεχής βοή των βαρέων κανονιών που αντηχούσαν από τα μακρινά βουνά. Σε ένα λιβάδι κοντά στην έξοδο του χωριού υπήρχαν αρκετές σκηνές. Ένα στενό ρέμα περνούσε παρα δίπλα με μια σανιδένια γέφυρα. Από την άλλη πλευρά ήταν στημένη μια μοναχική σκηνή. Ήταν το σπίτι του ατρατηγού Στεπάνοβιτς, διοικητή της 2ης σερβικής στρατιάς, του πιο ολιγόλογου στρατιώτη στην υπηρεσία του βασιλιά Πέτρου. Όταν δεν ήταν στη σκηνή του, βυθισμένος σε χάρτες και σχέδια, περιπλανιόταν μόνος του. Τα μόνα πρόσωπα με τα οποία συνομιλούσε ήταν τα μικρά παιδιά του χωριού.

Το τουρκικό σχολείο της Αψάλου το 1916: “όλη την ημέρα από το σχολείο του χωριού ακουγόταν ένα γλυκό βούϊσμα από τις φωνές των παιδιών”

14sxoleio-dragomanci

Η σανιδένια γέφυρα στο ρέμα που περνούσε από την Άψαλο

15%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%88%ce%b1%ce%bb%ce%bf%cf%82

Μετά την Άψαλο το τρενάκι πήγαινε στη Ξιφιανή όπου διάβαινε άλλη μεγάλη γέφυρα

16pont-xifiani

Στη Αριδαία τέλειωνε η γραμμή του 1916. Εδώ ήταν το αρχηγείο της μεραρχίας Σουμαδιά. Στη φωτογραφία γίνεται η φόρτωση στον σταθμό της Αριδαίας ενός χαλασμένου πυροβόλου 155 χιλ. μετά από αεροπορικό χτύπημα

17decauville-sobutsko-canon-155

Ο ίδιος ξένος ανταποκριτής φτάνοντας στην Αριδαία παρατηρεί: “το χωριό παρουσίαζε μιαν ειρηνική εικόνα που θα χαροποιούσε την καρδιά κάθε ειρηνιστή. Οι δύο δρόμοι του χωριού, ο ένας κάθετος στον άλλο, είχαν κατά μήκος μερικά φτωχικά καταστήματα που πωλούσαν σαπούνι, πετρέλαιο, ζάχαρη και μερικά άλλα απολύτως απαραίτητα είδη. Δεν υπήρχαν πολυτελή είδη, εκτός αν κάποιος λογάριαζε σαν τέτοια τα κουτιά συμπυκνωμένου γάλακτος και μερικές πλατιές κονσέρβες σαρδέλας. Στη γωνία, όπου οι δρόμοι συναντιόντουσαν, βρισκόταν το μοναχικό τζαμί του χωριού, καθώς και ένα μαρμάρινο συντριβάνι με μια τουρκική επιγραφή, τελευταία αναμνηστικά του καθεστώτος του Σουλτάνου. Εδώ, μία φορά την εβδομάδα, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής έρχονταν με τα πόδια και με γαϊδουράκια για το παζάρι. Τα προϊόντα που πωλούνταν δεν είχαν, ωστόσο, συνολική αξία πάνω από μερικές εκατοντάδες φράγκα και αποτελούνταν κυρίως από κρεμμύδια, κάστανα, κόκκινες πιπεριές και μερικές καρφίτσες, βελόνες και νήματα. Είδα έναν έμπορα με κόκκινο τουρμπάνι να περνά όλη τη μέρα σταυροπόδι μπροστά από δυο δεκάδες κουτιά σπίρτων. Όπως η τιμή ήταν ένα λεπτό το κουτί ακόμα και αν πουλούσε το σύνολο της πραμάτειας του (που σίγουρα όχι), οι ακαθάριστες εισπράξεις του δεν θα ήταν παρά εικοσιπέντε λεπτά. Από καιρό σε καιρό ένας άνδρας με γκρίζα γενειάδα και κόκκινο φέσι ανέβαινε πάνω στο μαρμάρινο σιντριβάνι και έλεγε κάτι. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν πολιτικός γιατί μιλούσε με εμφανή ευγλωττία και αυτοπεποίθηση, αλλά ανακάλυψα ότι ήταν μόνο ο τελάλης που ανήγγειλε τις τελευταίες δημοτικές ανακοινώσεις. Από την ψυχρή υποδοχή των ανακοινώσεων, φαντάζομαι ότι επρόκειτο για νέους φόρους ή κάτι τέτοιο.
Κάθε πρωί κατά τις 9 η ώρα, εκατοντάδες αγρότες ντυμένοι τούρκικα έρχονταν στο χωριό, οι άνδρες πάνω σε γαϊδούρια και οι γυναίκες με τα πόδια. Ακόμη και μικρά αγόρια ήταν πάνω σε γαϊδούρια ενώ οι μητέρες τους περπατούσαν από πίσω, σύμβολο της αρσενικής κυριαρχίας. Το φεμινιστικό κίνημα έχει πολύ δρόμο να κάνει στη Μακεδονία. Η κύρια δουλειά του άνδρα φαίνεται ότι ήταν να κάθεται σταυροπόδι στο έδαφος σε διάφορα καφενεία (ξύλινα υπόστεγα με πατημένα γήϊνα δάπεδα ανοιχτά στους δρόμους) και να καταναλώνει ατελείωτα μικροσκοπικά φλιτζάνια καφέ. Δεδομένου ότι η τεράστια πλειοψηφία του λαού είναι Μωαμεθανοί, το 90 τοις εκατό από αυτούς φορούσαν είτε φέσια είτε τουρμπάνια”.

Η επίσκεψη του βασιλιά Αλέξανδρου
Στις 7 Φεβρουαρίου 1918 ο νέος βασιλιάς Αλέξανδρος, που ανέβηκε στο θρόνο μετά την αποπομπή του πατέρα του Κωνσταντίνου τον Ιούνιο του ‘17, έφτασε στη Θεσσαλονίκη για μεγάλη επιθεώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων. Τον συνόδευε στην επιθεώρηση ο αρχηγός του στρατού της Αντάντ, στρατηγός Γκιγιωμά, που είχε αναλάβει καθήκοντα στις 22 του προηγούμενου Δεκεμβρίου. Για τις μετακινήσεις τους χρησιμοποίησαν το τρένο και το ντεκωβίλ. Ο νεαρός βασιλιάς επισκέφτηκε την Άψαλο στις 12 Φεβρουαρίου όπου στο αρχηγείο της 2ης σερβικής στρατιάς τον υποδέχτηκε ο πρίγκηπας και διάδοχος του σερβικού θρόνου – και συνονόματος του – Αλέξανδρος που τον ενημέρωσε για την κατάσταση στη μεθοριακή γραμμή του Βόρα.

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος και αριστερά του ο στρατηγός Γκιγιωμά σε βαγόνι ντεκωβίλ

18le-general-gerome-le-roi-de-grece-et-le-general-guillaumat-resized

Ο βασιλιάς της Ελλάδας Αλέξανδρος εξέρχεται από το σερβικό στρατηγείο στην Άψαλο συνοδευόμενος από τον διάδοχο και αντιβασιλέα της Σερβίας συνονόματο του Αλέξανδρο

dragomanci2

Μετά ο βασιλιάς κατευθύνθηκε στην Έδεσσα όπου ενδιαφέρθηκε για τα έργα που γίνονταν από τους Γάλλους στρατιώτες στη πόλη. Χαρακτηριστικό είναι ένα στιγμιότυπο κατά την επίσκεψη αυτή που αναμεταδόθηκε από τον γαλλικό τύπο. Στην Έδεσσα ήταν η έδρα των εφεδρικών στρατευμάτων με διοικητή τον Γάλλο αντισυνταγματάρχη Βικ (Vicq). Ο Γάλλος διοικητής χρησιμοποιούσε τον στρατό για λιθόστρωση παλιών και χάραξη νέων δρόμων στην πόλη. Τότε χτίστηκε και το γαλλικό διοικητήριο που βρίσκεται ακόμη στον προαύλειο χώρο του εργοστασίου Σεφερτζή. Ο βασιλιάς ήταν απορροφημένος από τις εργασίες των στρατιωτών και ο αντισυνταγματάρχης τον ρώτησε ευγενικά γιατί ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την δραστηριότητα των ανδρών του. Ο νεαρός βασιλιάς του έδωσε μια σιβυλλική απάντηση: μαθαίνω την δουλειά του βασιλιά! Μετά την Έδεσσα ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε στη Φλώρινα και το Μοναστήρι όπου επιθεώρησε γαλλικές και ιταλικές μονάδες. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 13ης Φεβρουαρίου.

Οι επεκτάσεις του 1918
Στο τέλος της άνοιξης του 1918 η στρατιωτική κατάσταση στο Μακεδονικό Μέτωπο είχε διαφοροποιηθεί ριζικά. Η πρώτη διαφοροποίηση αφορούσε την γραμμή του μετώπου. Μετά την επιτυχημένη εκστρατεία της Αντάντ τα προηγούμενα δυο χρόνια, η δυτική πλευρά του μετώπου είχε μετακινηθεί προς βορρά. Περνούσε βορείως των Πρεσπών και του Μοναστηρίου, έφτανε στο Μάκοβο (ΠΓΔΜ) και στη συνέχεια περνούσε νοτίως της Γκραντέσνιτσα (ΠΓΔΜ) και συνέχιζε νότια κάτω από την κορυφή Σοκόλ (Γεράκι) και το πλάτωμα Ντομπροπόλιε (Καλό Λιβάδι) στα ελληνοσερβικά σύνορα. Η δεύτερη και σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορούσε την είσοδο της Ελλάδας στο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Εννέα ελληνικές μεραρχίες είχαν προστεθεί στις δυνάμεις της Αντάντ δημιουργώντας ισορροπία δυνάμεων στο μέτωπο. Ο στρατηγός Λουί Φρανσέ ντ’Εσπεραί (Louis Franchet d’Espèrey), ο οποίος αντικατέστησε στις 18 Ιουνίου 1918 τον στρατηγό Γκιγιωμά (Guillaumat) ως διοικητή των δυνάμεων της Αντάντ, είπε σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη την δεκαετία του 30:

“Μετά την άφιξή μου (στη Θεσσαλονίκη), πήγα να δω τον πρίγκιπα Αλέξανδρο ο οποίος ήταν ο αρχηγός του σερβικού στρατού (ήταν 28 Ιουνίου, επέτειο της δολοφονίας του Φερδινάνδου στο Σεράγεβο). Πήγα στην έδρα του στο Γιέλακα (Yelac – ΠΓΔΜ) σε μια ξύλινη καλύβα. Δεν του άρεσαν οι διασκεδάσεις της πόλης και προτιμούσε να ζει σε μια καλύβα χτισμένη σε σερβικό έδαφος που κατακτήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Την επόμενη μέρα (29 Ιουνίου) ανεβήκαμε με άλογα στην κορυφή Φλόκα (Άσπρος Σβώλος). Είχα τη χαρά να συναντήσω εκεί έναν παλιό φίλο, τον ταγματάρχη Κλεμάν (Claemens), διοικητή των δύο πυροβολαρχιών υποστήριξης των Σέρβων. Ήταν αυτός που μου εξήγησε με πολύ σαφή τρόπο την τακτική κατάσταση. Ήταν έξι το απόγευμα. Παρά το γεγονός ότι ήταν Ιούνιος ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και οι λοξές ακτίνες του φώτιζαν τις βουλγαρικές θέσεις: με νότιο προσανατολισμό ήταν δυνατό να δούμε όχι μόνο τις πρώτες βουλγαρικές γραμμές – ήμασταν στα 2400 μέτρα και αυτοί στα 1800 – αλλά και τις άλλες γραμμές μέχρι την τελευταία στο Κόζιακα. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία. Οι Σέρβοι ήταν ενθουσιώδεις και έτοιμοι να βαδίσουν, ήταν ορεσίβιοι, αλλά τους έλειπαν οι μέθοδοι του σύγχρονου πολέμου. Αποφάσισα να τους δώσω δύο μεραρχίες: η πρώτη που την ήξερα καλά, γιατί την είχα σχηματίσει και εκπαιδεύσει εγώ το 1915, ήταν η 122η μεραρχία πεζικού και η άλλη είχε ως διοικητή έναν παλιό φίλο τον οποίο είχα γνωρίσει και εκτιμήσει στην Κίνα κατά τη διάρκεια του πολέμου των Μπόξερ, τον στρατηγό Πρινώ (Pruneau) της 17ης αποικιακής μεραρχίας πεζικού. Αποφάσισα ότι αυτές οι δύο μεραρχίες θα έσπαγαν την «κρούστα» των πρώτων βουλγαρικών γραμμών και πίσω τους οι Σέρβοι θα εφορμούσαν …. Ο συμμαχικός στρατός αποτελούνταν από ανθρώπους όλων των φυλών και θρησκειών πράγμα που ήταν ιστορικά πρωτοφανές. Είχα τον βρετανικό στρατό που αποτελείτο από Άγγλους, Σκωτσέζους, Ιρλανδούς, Κύπριους και Ινδούς. Είχα τον γαλλικό στρατό που αποτελείτο από Γάλλους, Αλγερινούς, Τυνήσιους, Μαροκινούς, Ανναμίτες (Βιετναμέζους), Καμποτζιανούς, Σενεγαλέζους, Μαλγάσιους. Είχα Αλβανούς, Ρώσους, Ιταλούς και φυσικά Έλληνες που μου πρόσφεραν μια πολύ μεγάλη υπηρεσία γιατί χάρις στους Έλληνες ήμουν σε θέση να σχηματίσω την απαραίτητη κριτική μάζα για τους ελιγμούς. Χάρις στον Βενιζέλο ήμουν σε θέση να δώσω δύο μεραρχίες στους Σέρβους, καθώς και πολλά βαρέα πυροβόλα “.

Αριστερά: o πρίγκιπας Αλέξανδρος με τον Φρανσέ ντ’ Εσπεραί στο Γιέλακα, δίπλα στην ξύλινη καλύβα στις 28 Ιουνίου 1918. Δεξιά: ο πρίγκιπας Αλέξανδρος, ο Φρανσέ ντ’ Εσπεραί και ο στρατάρχης Μίσιτς στη κορυφή του Φλόκα (Άσπρος Σβώλος) στα 2.370 μέτρα στις 29 Ιουνίου 1918

19yelac-and-floka

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήδη από το τέλος του 1916, ο διοικητής της μεραρχίας Σουμαδιά Πάβλοβιτς και ο στρατηγός της 2ης στρατιάς Στεπάνοβιτς πίστευαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας μιας επίθεσης από το Ντομπροπόλιε ήταν μεγάλες. Έμενε όμως να πεισθούν για αυτό και οι Γάλλοι. Ο Σαράιγ και ο διάδοχος του Γκιγιωμά δεν είχαν δώσει μεγάλη σημασία σ’αυτές τις σκέψεις. Ο Φρανσέ ντ’Εσπεραί όμως όχι μόνο πίστεψε αλλά μετά το διήμερο ταξίδι στο Γιέλακα άλλαξε ριζικά τα σχέδια της επίθεσης. Σύμφωνα με το προηγούμενο σχέδιο του στρατηγού Γκιγιωμά, η οροσειρά του Βόρα και γενικότερα η Αλμωπία θα έπαιζαν μόνο ένα δευτερεύοντα, έναν αμυντικό ρόλο. Αλλά με τα νέα σχέδια, η Αλμωπία γινόταν το κεντρικό θέατρο της μάχης με τις δύο γαλλικές μεραρχίες να είναι η αιχμή του δόρατος! Ποιός θα μπορούσε στα σοβαρά να πιστέψει ότι μια επίθεση σε ύψος 1.800 μέτρων ήταν δυνατή και είχε πιθανότητες επιτυχίας; Σίγουρα όχι ο Γερμανός γενικός διοικητής του γερμανο-βουλγαρικού στρατού, στρατηγός φον Σχόλτς (von Scholtz), που βρισκόταν αρκετά χιλιόμετρα βορειότερα. Ήταν σίγουρος ότι η τοποθεσία τους ευνούσε τόσο πολύ που θα μπορούσαν εύκολα να αμυνθούν σε περίπτωση επίθεσης έστω και αν οι αντίπαλοι είχαν μεγαλύτερες δυνάμεις. Την ίδια άποψη φαίνεται ότι συμμεριζόταν και ο διοικητής της 11ης γερμανικής στρατιάς, στρατηγός φον Στόϋμπεν (von Steuben) που φύλαγε τον τομέα βόρεια του Μοναστηρίου και περίμενε εκεί την κύρια επίθεση. Ο διοικητής της 2ης βουλγαρικής μεραρχίας, στρατηγός Ρούσεφ, που φρουρούσε τις κορυφές του Βόρα από την άλλη πλευρά περίμενε ότι ενδεχόμενη επίθεση εκεί θα ήταν απλά μια κίνηση αντιπερισπασμού, όχι η κύρια επίθεση της Αντάντ.

Η αλλαγή των σχεδίων σήμανε αλλαγή των προπαρασκευαστικών προτεραιοτήτων. Ήταν απαραίτητο τώρα να βελτιωθούν όλοι οι δρόμοι στη πεδιάδα της Αλμωπίας και να διευρυνθούν τα μονοπάτια στις πλαγιές του ορεινού όγκου. Και πιο σημαντικό, ήταν επείγουσα η επέκταση της στενής γραμμής ντεκωβίλ προς δύο κατευθύνσεις: από Αριδαία προς Σωσάνδρα και Προμάχους κοντά στους πρόποδες του βουνού και από Άψαλο προς Όρμα δίπλα στο Λουτράκι, στην αρχή της ανάβασης προς Σοκόλ και Ντομπροπόλιε. Η ικανότητα μεταφοράς του ελαφριού σιδηροδρόμου έπρεπε να αυξηθεί από 200 τόνους/μέρα σε περισσότερους από 600 τόνους/μέρα, αποκτώντας νέες μηχανές και πολλά περισσότερα βαγόνια για τον ανεφοδιασμό των 600 πυροβόλων, το ένα τρίτο του συνόλου των πυροβόλων του στρατού της Ανατολής, και των 85.000 στρατιωτών σε ένα μέτωπο μόλις 30 χιλιομέτρων! Στη κατασκευή των δρόμων και της σιδηροδρομικής γραμμής χρησιμοποιήθηκαν, εκτός των Γάλλων και Ιταλών σκαπανέων, Βούλγαροι αιχμάλωτοι, ως επί το πλείστον αυτόμολοι, και Ρώσσοι στρατιώτες υποστηρικτές των μπολσεβίκων που αρνήθηκαν να συνεχίσουν τον πόλεμο μετά την απόσυρση της νέας ρωσικής κυβέρνησης από την παγκόσμια σύρραξη. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης επι πληρωμή και πολλοί ντόπιοι κάτοικοι από τα χωριά της Αλμωπίας.

Το μέτωπο τον Σεπτέμβριο του 1918. Η 122η γαλλική μεραρχία κάτω από την κορυφή Σοκόλ (S) και η 17η γαλλική αποικιακή μεραρχία κάτω από το Ντομπροπόλιε (D). Δεξιά της η σερβική μεραρχία Σουμαδιά (SH) με στόχο το Βέτερνικ (τον Βράχο του Αίματος όπως τον αποκαλούσαν οι Σέρβοι) και την κορυφή του Κόζιακα (ΚΟ). Πίσω από την 122η, η Γιουγκοσλαβική μεραρχία (YU), και πίσω από την 17η, η μεραρχία Τιμόκ (TI). Δεξιότερα η 1η ομάδα μεραρχιών υπό τον γάλλο στρατηγό ντ’Ανσέλμ (d’Anselme) στην οποία συμμετέχουν και δυο ελληνικές μεραρχίες (F+GR). Αριστερά από την 122η μεραρχία βρίσκονται οι σερβικές μεραρχίες της 1ης στρατιάς, Ντρίνα (DR), Δούναβη (DA) και Μοράβα (MO) ενώ αριστερότερα η 3η ομάδα μεραρχιών υπό τον Γάλλο στρατηγό Ανρύς (Henrys) όπου συμμετέχει κι εκεί μια ελληνική μεραρχία. Η κορυφή Φλόκα (F) είναι το βασικό παρατηρητήριο του σερβικού στρατού που δεσπόζει σε όλες τις υπό βουλγαρική κατοχή κορυφές ανατολικά. Στο Γιέλακα (Y) έχει την έδρα του το αρχηγείο του Σέρβου πρίγκηπα και αντιβασιλέα Αλεξάνδρου, στα 1.600 μέτρα. Ο Φρανσέ ντ’Εσπεραί αποφάσισε να μεταφέρει βαρύ γαλλικό πυροβολικό στη κορυφή Φλόκα, στα 2.300 μέτρα!! Η μεταφορά έγινε με το τρένο ντεκωβίλ από το χωριό Μαρίνα της Φλώρινας και πλάϊ απο τον ποταμό Εριγώνα (Τσέρνα) μέχρι το Σκότσιβιρ (ΠΓΔΜ), από εκεί με φορτηγά μέχρι το Πετάλινο (ΠΓΔΜ), με μικρότερα αυτοκίνητα μέχρι το Γιέλακα (ΠΓΔΜ) και με ζώα μέχρι το Φλόκα. Ίσως είναι το υψηλότερο σημείο από όπου έχουν γίνει βολές πυροβολικού στη παγκόσμια ιστορία! Η μεταφορά των ελαφρύτερων φορτίων έγινε οδικώς από Άρνισσα, Πάτημα, Τουρκολίβαδο και Φλόκα. Ο εφοδιασμός των μεραρχιών 122, 17, Γιουγκοσλαβικής, Σουμαδιά και Τίμοκ έγινε με τις νέες γραμμές ντεκωβίλ Όρμας και Σωσάνδρας – Προμάχων. Με χρώμα καφέ είναι το ντεκωβίλ του 1916 και με μαύρο οι επεκτάσεις του 1918

20-1918-%ce%bc%ce%ad%cf%84%cf%89%cf%80%ce%bf-resized

Φρανσέ ντ Εσπεραί προς στρατηγό Μίσιτς στις 13 Ιουλίου 1918: “…. σε απάντηση της επιστολή σας της 11ης Ιουλίου, έχω την τιμή να σας ανακοινώσω ότι συμφωνώ με τη δημιουργία μιας γραμμής 0,60 μέτρων από Δραγομάνσι προς Πόλιανη και Τρεσίνα όπως προτείνατε επειγόντως να φτιάξετε … οι παραγγελίες έχουν ήδη δοθεί για τη μεταφορά των απαραίτητων υλικών για 16 χλμ γραμμής 0,60 μέτρων στο σταθμό Βέρτεκοπ ….Σύμφωνα με την επιθυμία σας θέτω στη διάθεση σας τον 3ο λόχο των σκαπανέων των σιδηροδρόμων (sapeurs des chemins de fer)”

Decauville Dragomanci Tresina 13-7-1918

Οι εργασίες κατασκευής της γραμμής προς Όρμα άρχισαν στις 20 Ιουλίου (Compte rendu 5/8/1918). Στις 28 Αυγούστου είχε αποδοθεί το τμήμα Άψαλος – Μεγαπλάτανος (Compte rendu του μήνα Σεπτεμβρίου) και λίγες μέρες αργότερα το υπόλοιπο μικρό τμήμα μέχρι την Όρμα. Δεν βρήκαμε αναφορά σχετικά με την ημερομηνία ολοκλήρωσης του τμήματος Αριδαίας – Σωσάνδρας – Προμάχων. Υπάρχει αίτημα του στρατηγού Μίσιτς για αύξηση της μεταφορικής ικανότητας προς Προμάχους στους 400 τόννους/μέρα στα μέσα Αυγούστου, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανόν η γραμμή να ήταν έτοιμη νωρίτερα. (le voïvode Michitch insistait-il pour obtenir de la ligne Vértékop – Dragomanci et de ses embranchements sur Bahovo et Trésina un rendement quotidien de 600 tonnes). Τα εφόδια έρχονταν με την κανονική γραμμή μέχρι την Σκύδρα και από εκεί με το ντεκωβίλ διανέμονταν στις αποθήκες που είχαν δημιουργηθεί στους σταθμούς της Αλμωπίας.

Η σύνδεση του ντεκωβίλ (δεξιά) με το κανονικό τρένο (αριστερά) στον σταθμό της Σκύδρας. Τα εφόδια έρχονταν από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τον κανονικό σιδηρόδρομο και στη Σκύδρα γινόταν η μεταφόρτωση στα ντεκωβίλ.

22decauville-vertikop-gare-1916-resized

Πυρομαχικά της 2ης σερβικής στρατιάς στο σταθμό της Σκύδρας για μεταφόρτωση και διανομή στην Αλμωπία με το ντεκωβίλ

23Decauville Vertikop Réserve d'obus 30-9-1916.resized.png

Η Σκύδρα ήταν επίσης το κέντρο μετεπιβίβασης του προσωπικού από το κανονικό τρένο στο ντεκωβίλ

24decauville-a-droite-vertikop-30-9-1916-resized

Σαν συμπέρασμα, το σιδηροδρομικό δίκτυο στενού σιδηροδρόμου Αλμωπίας κατασκευάστηκε σε δύο περιόδους. Η πρώτη γραμμή Σκύδρας – Αριδαίας έγινε μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου 1916 για τον ανεφοδιασμό των σερβικών μεραρχιών που τοποθετήθηκαν στην Αλμωπία το καλοκαίρι της χρονιάς εκείνης. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν γαλλικά, ο σχεδιασμός γαλλικός και η εκτέλεση σερβική. Οι επεκτάσεις από Άψαλο προς Όρμα και από Αριδαία προς Σωσάνδρα και Προμάχους κατασκευάστηκαν το καλοκαίρι του 1918 ενόψει των σχεδίων του ντ’Εσπεραί για κύρια επίθεση από τις κορυφές του Βόρα. Οι επεκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα αφού οι νέες γραμμές ήταν έτοιμες λίγες μόνο μέρες ή εβδομάδες πριν την γενική επίθεση. Ηταν όμως απαραίτητες για τον γρήγορο εφοδιασμό μιας μεγάλης μάζας δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών και εκατοντάδων κανονιών.

Το παράτολμο σχέδιο του ντ’Εσπεραί τελικά είχε επιτυχία. Αν και δεν είναι του παρόντος η παρουσίαση της μεγάλης μάχης στο Ντομπροπόλιε, της μεγαλύτερης μάχης στα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ, ας αναφέρουμε ενδεικτικά τα κύρια σημεία.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1918 άρχισε ο συμμαχικός κανονιοβολισμός σε όλο το μήκος του μετώπου από Πρέσπα μέχρι τον Στρυμώνα. Στις κορυφές του Βόρα, που είχαν γίνει στόχος της μεγαλύτερης δύναμης πυρός της Αντάντ, η γη έτρεμε. Ενας Βούλγαρος θυμάται οτι “οι θέσεις μάχης είχαν καταστραφεί κάτω από τον έντονο κανονιοβολισμό. Το μεγαλύτερο μέρος των χαρακωμάτων εξαφανίστηκε και στη θέση τους δημιουργήθηκαν τεράστιες τρύπες που δυσκόλευαν κάθε κίνηση”. Στις 5:30 το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου άρχισε η επίθεση. Το κύριο βάρος το είχε η 122η γαλλική μεραρχία που επιχείρησε να διεμβολίσει τους Βούλγαρους στο πιο δύσκολο μέρος μεταξύ Σοκόλ και Ντομπροπόλιε κάτω από έντονο βουλγαρικό πυρ. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν ακόμη και σκάλες για να σκαρφαλώσουν στις απόκρημνες πλαγιές του Σοκόλ. Οι απώλειες ήταν τεράστιες αλλά το πείσμα για τη νίκη μεγαλύτερο. Η 17η γαλλική μεραρχία με τους Σενεγαλέζους εφόρμησε στο Βέτερνικ από δυτικά και η σερβική Σουμαδιά από ανατολικά. Δίπλα στη σερβική μεραρχία μαχόταν το 35ο ελληνικό σύνταγμα της 4ης μεραρχίας με διοικητή τον συνταγματάρχη Παναγιώτη Γαργαλίδη. Στις 8 η ώρα η 122η κατόρθωσε να καταλάβει το ψηλό σημείο του Ντομπροπόλιε, την Πυραμίδα (1875 μ), ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας μετά από μεγάλη αιματοχυσία καταλήφθηκαν και οι τρεις στόχοι της Αντάντ: το Σοκόλ (Γεράκι), το Ντομπροπόλιε (Καλό Λιβάδι) και το Βέτερνικ (Άννα). Το βουλγαρικό μέτωπο είχε σπάσει σε ένα μήκος 11 χιλιομέτρων. Την επόμενη μέρα έπεσε και ο Κόζιακας και η διαρραγή του μετώπου είχε φτάσει τα 25 χιλιόμετρα.

Οι κορυφές του Βόρα ανατολικά του Καϊμακτσαλάν: (1) Καϊμακτσαλάν (Προφ. Ηλίας) 2524μ , (2) Κουτσούμπεης 2440μ, (3) Φλόκα (Ασπρος Σβώλος) 2370μ , (4) Σοκόλ (Γεράκι) 1827μ , (5) Ντόμπρο Πόλιε (Καλό Λιβάδι) 1750μ , (6) Κράβιτσα (Αγελαδίτσα) 1772μ , (7) Βέτερνικ (Άννα) 1755μ , (8) Κόζιακας 1817μ, (9) Πίνοβο 2156μ, (10) Τζένα 2182μ

25%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%8d%cf%82-resized

Στις 17 Σεπτεμβρίου η βουλγαρική υποχώρηση έφτασε σε βάθος τα δέκα χιλιόμετρα και σε μήκος τα 30 χιλιομέτρα ενώ τις επόμενες μέρες έλαβε δραματικότερες διαστάσεις. Οι γερμανικές ενισχύσεις του στρατηγού φον Ρώϋτερ δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν. Στις 25 Σεπτεμβρίου η Βουλγαρία αποφασίζει να ζητήσει κατάπαυση πυρός. Στις 29 Σεπτεμβρίου υπογράφεται ανακωχή στη Θεσσαλονίκη μεταξύ Βουλγαρίας και Αντάντ με τους όρους που θέτει ο ντ’Εσπεραί. Η είδηση πέφτει σαν βόμβα στο Δυτικό Μέτωπο. Ο ευρισκόμενος στο Παρίσι Τσώρτσιλ αναφέρει “καταλάβαμε αμέσως ότι το τέλος είχε έρθει”. Στις 3 Οκτωβρίου ο γερμανός αρχιστράτηγος Χίντεμπουργκ γράφει στον Κάϊζερ ότι “σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του Μακεδονικού Μετώπου…δεν υπάρχει πλέον προοπτική επιβολής ειρήνης στον εχθρό”. Ο ντ’Εσπεραί, παρακούοντας τις οδηγίες του Κλεμανσώ, που είχε ζητήσει μόνο μια τοπική μάχη γιατί όπως έλεγε ο πόλεμος θα κερδιζόταν στη Δύση, έσπασε το πρώτο μεγάλο καμμάτι του βάθρου στο οποίο στέκονταν ο υπερόπτης και μιλιταριστής Κάϊζερ. Στη συνέχεια υπογράφει ανακωχή και η Τουρκία αφήνοντας Γερμανία και Αυστροουγγαρία να συνεχίσουν μόνες τον πόλεμο. Ο ντ’Εσπεραί φτάνοντας στις όχθες του Δούναβη στο Βελιγράδι ζητά την άδεια να εισέλθει θριαμβευτικά στη Βουδαπέστη και μετά στη Βιέννη αλλά ο Κλεμανσώ τον διατάζει να επιστρέψει αμέσως πίσω στη Θεσσαλονίκη. Το Βαλκανικό μέτωπο σύμφωνα με το αρχηγείο των Βερσαλλιών, σταματούσε στον Δούναβη, ούτε μέτρο πιο πέρα!

Το σπάσιμο των γερμανο-βουλγαρικών γραμμών στον Βόρα τον Σεπτεμβριο του 1918

26-1918-breakthrough-resized

Τι απέγινε όμως ο μικρός σιδηρόδρομος της Αλμωπίας μετά τον πόλεμο; Οι Γάλλοι τον προσέφεραν στην ελληνική κυβέρνηση η οποία τον παρεχώρησε το 1923 σε έναν ιδιώτη, τον επιχειρηματία και τραπεζίτη Επαμεινώνδα Χαρίλαο, που σαν ιδιοκτήτης και οικοδομικής εταιρείας είχε κτίσει ολόκληρο συνοικισμό στη Θεσσαλονίκη, τον συνοικισμό Χαριλάου. Λειτούργησε με την επωνυμία “Τοπικοί Σιδηρόδρομοι Μακεδονίας” μέχρι το 1931 αλλά με την τότε κρίση αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά τη λειτουργία και οριστικά το 1936. Αμέσως μετά άρχισε η αποξίλωση των γραμμών και η διασπορά των ατμομηχανών και βαγονιών σε άλλα στενά δίκτυα. Η μόνη ατμομηχανή του δικτύου Αλμωπίας που έχει απομείνει φαίνεται ότι βρίσκεται σήμερα στο Σιδηροδρομικό Μουσείο Αθηνών. Έτσι έκλεισε άδοξα μια ιστορική περίοδος για την περιοχή μέσα στη λήθη και την γενική αδιαφορία.

The Scottish Women’s Hospitals: The Elsie Inglis Unit

In the period 1915-1918 three Scottish Women’s Hospitals were established in Macedonia. First came with the French army the Girton & Newnham unit from France which was set up at the end of 1915 in the Allatini hospital area in Salonika. In September of the following year the American Unit was established in Ostrovo (nowdays Arnissa) near Edessa. Finally, in March 1918 a third hospital, known as the Elsie Inglis Unit, arrived in Thessaloniki. This Unit was initially sent to the Eastern Front to Dobruja in the Russo-Romanian borders. After the October Revolution and the Russian withdrawal from the war, the Unit had to move quickly out of that area and return back to England. Dr Inglis, initiator and soul of the SWH movement and Chief Medical Officer (CMO) of the Unit, passed away the day after their return.
Early 1918 a new mission was under preparation. The Unit – named now ‘the Elsie Inglis Unit’ – would join the Serbian forces in Macedonia and would be attached to the Yugoslav division, a special division consisting of Yugoslav volunteers, mainly Slovenes and Croats. Ms Ethel Moir, a nurse in the unit, writes in her precious diary: “Back once more to the “rush & hurry” of existence, as a member of the S.W.H! And back to the dear old grey uniform & tartan facings & kit bags & ground sheets & all!”. On 18 February the unit was inspected by the King and the Queen in Buckingham Palace. The press wrote that “the members of the unit assembled in the grounds of the palace, and six executive officers were presented to their Majesties. Dr Inglis’s successor in the chief medical officership is Dr Annette Benson, and the assistant medical officers are Dr Lilian Chesney and Dr Gladys Ward. After the inspection, the King paid a tribute to the work performed by the Scottish Wopen’s Hospitals, and wished the unit success in its future labours abroad”.

The inspection of the unit at Buckingham Palace. Names written on the paper by Ethel Moir.

1the-elsie-inglis-unit-resized

The journey through France and Italy took three weeks arriving at Thessaloniki on 8 March. Ethel Moir was very much impressed by the variety of people she saw in the city: “yesterday afternoon, we spent a jolly afternoon in Salonique & did a bit of exploring! It is such a fascinating old place, simply chokeful of interest too, & at present, I imagine it is the most cosmopolitan spot on earth. The varieties of uniforms is marvellous – British, French, Italian, Russian, Indian, American & of course Serbs & Greeks & all the different native costumes are intensely interesting & picturesque…The women’s dress, consists of a long sort of skirt, embroidered & kept in place by a leathern girdle, a short, bright colored, rough home-spun petticoat & in their hair & round their necks they wear strings & strings of coins & beads. The “full-dress” worn by the men is most impressive! It consists of a red fez with a long blue tassel, a richly embroidered blue or red jacket, with “slit open” sleeves, a vest of similar cut, white shirt with  full sleeves, a white fustanella or kilt, tight-fitting white breeches & stockings& red shoes with “turned-up” toes & a big tassel on each toe-point! I assure you these men like very fine indeed! There are hundreds of varieties of native dress, but the above described is amongst the most noticeable”.

The unit left Thessaloniki on 2 April for a spot “about 100 kilometres N.W. from Salonique, situated amongst (at least at the foot of!) gorgeous snowclad mountains”. Moir notes that “it’s on the “direct-route” from the trenches & 15 miles or so down is a rail-head & a big base hospital, to whom we can pass on our patients. There is a wee stream running thru’ our “ground” (commonly known by us as the Potak River!!). On one side of the River are our Mess Tents – one for Transport, one for Hospital – camp kitchens, garage & store. Across the stream we have all the hospital tents, 6 large dressing tents, theatre tent, “Linen” tent, dispensary tent, office tent & “workmen’s” tent, ie. for carpenting & doing odd jobs like that. Then high up on the hill – over-looking the Hospital – are our own little sleeping ‘quarters’ ”. From the description we understand that the site was close to Skydra (rail-head) and the 36 and 37 British hospitals (big base hospital). It was on the “direct-route” from the trenches (the Vertekop – Moglena road) but at which point exactly? The tip was in Moir’s diary: “behind our tents are high, high rocks, one peculiar one with a huge hole in it -christened already “The Marble Anew”!” . This rock is well known in the region, the ‘rock with the hole’ (ο τρύπιος βράχος) close to Néa Zoï village. Tradition holds – even today – that passing through the hole increases the chances for married women to have healthy and intelligent babies. It’s what king Philip’s wife, Olympias, from neighboring Pella did, tradition says, before giving birth to Alexander!

The ‘sleeping quarters’ of the Inglis camp

rock-with-a-hole

The site as it appears today

3trypios-vraxos3

Transport officer Hedges in front of her tent. The ‘rock with a hole’ appears in the upper right corner of the photo

2hedges-c-o-transport

According to Ethel Moir “No Man’s Land divides us from the Transport Camp, they being just a little further along. Then we have a laundry tent down near the stream & later an incinerator will be added to the list! I foresee a terribly busy week ahead getting things fixed up & all the tents in order to receive wounded. Things are quiet up the line at present, but a push is expected shortly, so this is but “the calm before the storm”.

The site of the camp: a stream was dividing the staff quarters from the hospital tents

4elsie-inglis-camp-resized

The location in a modern map: A is the location of 36 and 37 British hospitals, B is the aerea of the  Franco-Serbian airfield in Mavrovouni, C is the spot of the Elsie Inglis SWH and D the place of the big Serbian hospital in Apsalos.

5location-of-4-hospitals-resized

The Elsie Inglis Unit and its distance from Thessaloniki

6compared-to-salonique-resized

First days were busy with setting up the hospital: “we have been up here for over a fortnight & it seems but a day! We have been extremely busy, all day & every day almost has been occupied “building” our Hospital! Our ploys have been many & mixed – some of them – pitching tents, filling mattresses, carpeting & upholstering, even making bricks (honest!) to build an incinerator. And now, I assure you, our Hospital looks “some” Hospital!”

Pitching tents…

7pitching-camp 

…and constructing the garage

8garage-construction

Here is a small selection of notes from Moir’s diary.

 April 13th [Trip to the American Unit in Ostrovo (present Arnissa)]

“Last Sunday, it was a case of “down tools” with all & we could do as we wished all day long! I went with several others for a fine motor run. We made a whole day of it, departing soon after 9a.m. Our first Rail was at Vertikop (present Skydra) – our nearest railway station. There are 2 big British Red X stationed there, the 36th & 37th Generals, they take mainly Serbs. Vertikop is on the Monastir Road, a fine surface & good broad road. 
We motored on till we came to Vodena (present Edessa), a lovely run thru’ such pretty country. Vodena stands high upon a hill & can be seen from everywhere for many miles around. It used to be the capital of Macedonia & is a wonderful spot, quite the prettiest & most picturesque old place I have ever seen. 
All down the sides of the hill are little rushing streams – just like “continued” waterfalls & just now they have such a wonderfully fairy-land like effect, the clear crystal water tumbling down & everywhere the fresh green foliage & the pale pinks of the peach & apricot blossom. It is difficult to describe it , but it is so beautiful. We garaged & had a peep at the town, but we did not see it at its best, as being Sunday, the most of the booths & stalls were closed. After leaving Vodena behind us, we went up & up, past Vladova (nowdays Agras), another sweet little village & on to Ostrovo (present Arnissa) – where we S.W. have a smaller base hospital. We had tea there & saw over their camp, then we went up a wee hill & had a good view of Lake Ostrovo, one of the largest in this part of the world – quite 30 miles in length. We motored home in the evening & the evening lights were beautiful”.

From Elsie Inglis Unit (X) to the American Unit (Y) through Edessa

9from-inglis-to-ostrovo-resized

April 28th [Trip to Edessa]
“Things have been very quiet & not much doing all week. I had a long afternoon off yesterday, so went down on the van to Vertikop. The van goes down every day for our supplies – cow & black bread!
I was dropped at the 37th General & spent the afternoon there. The 36th & 37th have each 1500 beds & are entirely for Serbs, & are staffed with English medicals, nurses & orderlies.
Today, I was “told off” to got to Vodena with C. to fetch some Serbian laundry women! We had a nice run & enjoyed our few hours in Vodena very much. There are no less than 6000 Serbian refugees in Vodena alone. The Serbian Relief people are doing splendid work among them, the American Red X. have also lately started on a small scale to help.
We had lunch with the American doctors & then they took us over their refugee hospital & then we went “laundry-lady” hunting & saw countless numbers of refugees of course, all wanting to come! We selected 3 & brought ’em back with us & may they prove a success!

May 3rd [the Good Friday Service in Tresina (present Orma), the Yugoslav Division Headquarters]
I had a jolly afternoon.
W. got off also, so we razzled together. We went up in one of the ambulances to Tresina – which is the Head Quarters of the Yugo-Slav Division. It is a sweet little spot lying at the foot of Kaymakchalan. We found in arriving there, that there was a special Good Friday War Service on (Easter this year, in the Greek Church, falls 5 weeks after our own Easter). 
The Crown Prince was expected, so there was great excitement among the troops. We were invited to attend. It was quite a military “fray”. The display of uniforms, orders & decorations was indeed wonderful, as not only was Alexander of Serbia present, but of course all his “body-guard”, also the commander-in-chief of the Serbian Army & many generals & other brass-hats. The little village church was bedecked with flowers for Easter & the altar covered with the Serbian flag. The priests were most gorgeous in wonderful long capes, embroidered in gold & silver & brilliant blues & purples. The service we found somewhat tedious, but the chanting was rather fine. 
The Crown Prince is small & dark, not at all striking looking, but a most popular person we are told. After the service was over, we went over to Headquarters & partook of coffee & “did the polite” to all the different officers, including Prince Alexander! I came across quite a number of officers who I had met in Russia & Romania & it was delightful meeting them again. Tresina is quite near the Bulgar lines & the guns were booming all the time we were there yesterday.

May 5th [Greek Orthodox Easter]
Yesterday was Easter Sunday & a great day of rejoicing in the Greek church. 
To-day – St George’s Day – & Easter Monday is another great feast day. It is a case of eat, eat, eat & drink, drink, drink for two whole days – then sleep the third day. 
The patients have had all sorts of “extras”. At breakfast time they each a hard-boiled egg, brilliantly coloured in a “hit-me-in-the-eye” shade of pink! At dinner, the order of the day, was a young lamb roasted whole & washed down with white & red wine, then followed cheese, then numerous Serbian concoctions, none of which were suitable for Hospital diet, however “Easter comes but once a year”! Each tent was decorated, my centre poles were both encircled with wreaths of poppies & blue bells!

Since then the hospital was very busy with a lot of cases. “Most of our cases have come from Tresina, where the Bulgars have been shelling the Serb trenches unmercifully for over 3 days” (25th May). “So now June is upon & another month gone – how time flies! We’ve been very short-handed the last few days, so many of the staff are down! Being not very fit myself, I was put on duty in the sick-staff tent at the beginning of the week in order to have a rest. It has been a rest! It has been the most strenuous few days I’ve had since the hospital opened!! Not only is the sick-staff tent full, but lots of the staff are sick up in their own quarters & that means endless running back & forwards – no joke in this blazing sun!” (1st June). In June influenza made its appearance. “Nothing but work, work, work! We have been most awfully busy, every bed is full & quite a number of the staff & 21 of the bolnichars (orderlies) have been down with a new plague, which somewhat resembles sand-fly fever. It’s a fell disease, whatever it may be, of short duration but “short & sweet” & desperately sudden! It has spread thru’ the hospital in an astonishing manner & some of the men have been exceedingly ill. The bolnichars have just gone down like ninepins & we’ve got a tent full of them – so between patients, orderlies & sick-staff & being terribly short-handed, life has been one great big rush! The days are becoming unbearably warm now & oh the flies & mosquitoes! (June 16th).

In about three months the allied forces would break the enemy lines in the Voras ridge and before the end of September Bulgaria would surrender. It would be the beginning of the end of the Great War.

The Nos 4 and 5 Canadian General Hospitals in Salonika

“Among the first British troops to land were three Canadian Hospitals, No. 4 and No. 5 General, and No. 1 Stationary; the first from the University of Toronto, the second from Vancouver, and the third from Montreal and Quebec. These three units were privileged to render continuous service to the British forces in Macedonia for the first two years of the expedition. They cared for thousands of wounded and sick, and were recalled to England only after their personnel had been thinned out by malaria and dysentery. It was necessary to reorganize for service to the Canadian Corps on the Western Front”. In these words a medical student from the University of Toronto describes his experience in Salonika as a member of the 4th Canadian General Hospital. It was in February 1915 that the University offered to provide a general hospital with staff from its members – including undergraduates – and covering large part of the cost of its equipment. After a short period in England, the hospital moved in October to Salonika, west of the city first and from 25 May 1916 to Kalamaria, east of Salonika.

Canadian General Hospitals: Sunbathing of patients in the Kalamaria site, March 1917, photo by Ariel Verges (IWM Q 32802)

Canadian Hospital

According to the 1921 Roll of Honor of the University of Toronto, the new site “was healthier and more suitable, and the new quarters were constructed entirely of substantial wooden huts. On the highest part of the ground were the quarters for the officers, nurses and men. The administrative huts formed a line through the centre of the hospital proper. Branching off from this line to the north and south were the ward huts, those for surgical cases to the south, and those for medical cases to the north. The huts were mostly of uniform size, 140 feet long by 18 wide, with walls 9 feet high. The roofs were tiled, with an air space between them and the wooden ceilings. Next to No. 4 was No. 5 Canadian General Hospital from British Columbia”.

Nos 4 and 5 Canadian hospitals were next to the Aeronautical Park of Kalamaria. The aerial photo of that period shows in A the gardens of the Allatini Villa, in B the French Aviation Park, in D the Chateau des Aviateurs (Denain’s residence), in C the Greek Cavalry Baracks (the Kodras Barracks) and in E the 4 and 5 Canadian Hospitals. The next photo shows the same area as it is today.

4&5 Hospitals TOTE

4&5 Hospitals TWRA

The hospital site

4&5 cdn hospitals

Professor J.J. MacKenzie, serving with the grade of captain and head of the hospital laboratory, used to send frequent letters to his wife. In his letter of June 4, 1916 he wrote: “Here all is quiet in spite of the fact that the Allies seized the Customs, Post, Telegraph and other public buildings yesterday. The Greek Cavalry Barracks about half a mile from us seemed very much upset and excited yesterday, but today is very quiet and subdued”… and on June 11: “This is the hottest day we have had…After dinner McGillivray and I walked down to the sea and sat there for an hour enjoying the breeze. We are fortunate having the sea so close”. And two days later (13 June 1916): “Today has been quite as hot, but there was a breeze off the Gulf which made the heat bearable… The American Consul dined with us tonight and he tells me this weather is unusually hot but that in July it may be hotter! Our great advantage is that we are on the point between the two arms of the bay, so that we almost always get a breeze off the water”.

Professor MacKenzie with a group of officers serving in the No 4 hospital west of the city. Photo from the Faculty of Medicine of the University of Toronto.

MacKenzie 4 canadian.resized

The Roll of Honor of the University of Toronto reveals that the daily average number of patients was about 1,300. The majority of cases were men suffering from malaria and dysentery.

The tennis court of the hospital

4 canadian hospital

Drinking tea in the afternoon

4 Canadian hospital

The No 5 Canadian General Hospital originated in British Columbia. Part of the medical staff left Victoria very early, on August 21, 1915, for England. After England they moved to Lemnos island (for the Dardanelles operations) and finally to Salonika in December 1915. Times were not easy upon their arrival due to harsh winter conditions and to many casualties from the operations in the Vardar valley with frozen feet, reumatism and influenza. Enemy aviation paid them some visits too: “We had another air raid. This time the bombs were dropping all about us. Everyone was more or less terrified and indeed one can not soon forget the horrible whizzing noise of those bombs…. After this raid fatigue parties were sent to dig dug-outs for the sisters which were to be bomb proof” writes sister nurse Laura Gamble in her diary on January 7.

Bringing casualties to No 5 

Bringing casualties in No5

The summer of 1916 was difficult. At that period “we have been very busy in hospital, 1300 pts [patients]. Enteritis, dysentery, malaria. We had one death in officers ward from dysentery” writes Sister Nurse Laura Gamble in her diary on July 22.

Patients and staff of No 5 Canadian hospital in a wooden hut in Kalamaria

5 Canadian hospital

From Maureen Duffus

The Canadian hospitals were sent to Europe following an urgent request from the British Army Medical Services. However, the fact that three Canadian hospitals were sent to the Macedonian Front, an area with no Canadian troops, sparked a controversy in Canada. Following this debate the decision was taken to transfer the hospitals to the Western Front where Canadian troops were present. The three Canadian hospitals of the Macedonian Front left Salonika in the Summer of 1917. In the evacuated Kalamaria site four British hospitals were installed : the 43 and 52 General Hospitals planned for the reception of surgical cases and the 29 and 50 General Hospitals mostly for Greek sick and wounded to supplement the Greek hospitals. The 52 hospital was then known for the treatment of malaria and had an annex of malaria wards.

After the departure of the 4 and 5 Canadian hospitals in Summer 1917, the Kalamaria hospital site hosted the 29, 50, 43 and 52 British hospitals.

50&52 GH Kalamaria

The Sisters’ huts of 43 and 50 (next photo) General Hospitals

No 43 Nurses' wards.resized

50th BGH

Four British hospitals took the place of the 4th and 5th Canadian hospitals in the summer of 1917. Photo of the 50th BGH from the collection of Mr A. Wright (wrongly indicated as 52nd) probably taken from the same point as the very first photo above. The hospital seems empty indicating that the war was over and medical staff were about to leave Salonika. Far in the horizon are visible the two peaks of the Hortiatis mountain.

52nd BGH

Le Grand Parc Aéronautique des Armées d’Orient – The Great Aeronautical Park of the Salonika Armies

“La façade des multiples hangars a la majesté d’un palais de Versailles. Des magasins, des ateliers, des forges couvrent je ne sais combien d’hectares. Sur le terrain de manœuvre, atterrissent, courent, s’envolent sans arrêt les avions qui, venus des quatre coins du ciel, vont rejoindre leurs escadrilles réparties tout autour du camp retranché. Chaque jour, les grandes caisses, arrivées de France, dégorgent de nouveaux appareils…Un peuple d’ouvriers, de mécaniciens, circule et travaille.. L’état-major du parc réside là ; les caisses qu’il a choisies pour demeures sont aménagées avec goût et confort. Le commandant de l’Aéronautique loge dans une villa blanche, au bord de l’eau, et d’un coup d’oeil embrasse son domaine, et la rade, et les montagnes derrière…”. This is how René Milan alias Maurice Larrouy describes in his book “Les Vagabonds de la Gloire” the visit he paid in February 1916. Why Grand Parc Aéronautique? Because it was not just an airfield. It was a kind of small factory where one could do quite complex technical operations and repairs. It was the place where the planes used to be assembled from the various parts and components brought there by ship.

The Park was located about a mile farther than the area of French hospitals, right where lies today the modern Calamaria district. The old photo below presents a panorama of the Aeronautical Park. On the left side with green dots is marked the area of the French Temporary hospitals. On the extreme left was the No 4 hospital and next to it the SWH G&N unit. In A is the Allatini Mill and in B the Allatini villa. In this villa Sultan Abdul Hamid II was confined as prisoner between 1909 and 1911. During the Salonika campaign the villa was transformed into a hospital. In C, close to the gardens of the villa, was the 1st Temporary French Hospital. In D was the white villa – called often Chateau des Aviateurs – where Commander Victor Denain, the chief of the Armée d’Orient aviation, had his residence. In the right lower quarter of the photo was the proper airfield.

Calamaria park Then

This photo presents the map of the same area as it is today. For easier orientation I marked in yellow the same three buildings of the G&N story

Calamaria park Now

A French Plan of the Aviation Park. Camp Allatini is the area of the French Temporary hospitals.

Camp d'aviation Kalamaria

Another panoramic photo taken from the airfield. In the background Thessaloniki city with the very visible White Tower. Next to the airfield the Chateau des Aviateurs, the residence of commander Denain and farther back the Allatini mill with the high chimney.

Calamaria airport

Arrival of components for assembling

Chateau des aviateurs

The Scottish Women’s Hospitals – The Girton and Newnham Unit in Salonika

While the British War office did not accept Dr Inglis’s offer, other allied governments did. France was one of them. Following the positive experience with the first SWH in France (Abbaye de Royaumont), the French government requested an additional hospital which was installed in May 1916 in the town of Troyes, in Champagne, with Dr Louise McIlroy as Chief Medical Officer. It was called the Girton and Newnham (G&N) Unit because most of the funding came from the alumni of the two women’s colleges in the University of Cambridge. When the decision was made to send French troops to Salonika, G&N accompanied them: first in Guevgueli, in October 1915, when the French tried to assist the Serbian army in the Vardar valley and in December of the same year, in Thessaloniki. This unit stayed always under the French medical authorities of Thassaloniki. The designated site was east of the city, in a vast area with many French field hospitals near the Allatini Mills. A French croquis of the area indicates that the G&N was close to the sea, next to the 4th French hospital.

Two photos with the distance of a century. French Temporary hospital No 4 near the sea, next to it the SWH G&N unit and beyond the main road (now Queen Olga avenue) the French Temporary hospitals No2 and No 5. In yellow important buildings of that period which stand still today. The building on the left was the headquarters of Venizelos government from early October 1916 to mid June 1917.

Μαρτίου2

Μαρτίου ΤΩΡΑ2.resized

Doctors and nurses of the hospital in Salonika

Screenshot from 2016-03-19 22-31-10.resized

According to the C.M.O, in the summer of 1916 the heat in Macedonia was excessive, and the armies suffered a lot from malaria and dysentery. The hospitals of the area were full to overflowing, and the Scottish Hospital, extended its beds to 300. During June, July, and August, patients were pouring in, while others were being evacuated on to the hospital ships to be taken to France.

The entrance to the hospital

SWH1

Dr McIlroy in an article published in 1917 wrote: “Much credit is due to the French and British Army Medical Services in Salonica for the magnificent way in which they handled the unexpected epidemic of sickness which spread through the troops in Macedonia. Those at home were not given the opportunity of knowing how great was the strain, and how colossal were the difficulties which had to be contended with”.

Sunbathing of patients (photo taken by Joseph Pigassou medical officer of the nearby No 4 French Temporary hospital)

SWH4

In autumn 1916 an advance of allied troops took place across the front, and wounded began to pour into the hospital. During winter and spring of the following year the hospital was full of surgical cases of “very great interest”. Dr McIlroy modestly wrote: “The main success of the hospital has been due to the work of the assistant surgeons, Dr. Honoria Kerr, Dr. Barbara Macgregor, Dr. Mary Alexander, Dr. Mary M’Neill ; to Dr. Isobel Emslie, bacteriologist ; and to Miss Edith Stoney, radiologist. Much is due to the nursing staff for their skill and care in looking after the sick and wounded so whole-heartedly entrusted to us by the French War Office”.

The Scottish Women’s Hospitals – The American Unit

Volunteer medical groups played a significant role in taking care of sick and wounded during WWI. One very important group was the Scottish women doctors. Everything started when Elsie Maude Inglis (1864-1917) asked the British authorities in the beginning of the war to serve as a doctor – her profession – in the front. The reply, famous now, was “go home and sit still woman”. Fortunately, Elsie was not the kind of person who could sit still at home. She took the initiative to found the Scottish Women’s Hospitals (SWH), an organization of patriotism and feminism. Supported by the National Union of the Women’s Suffrage Societies (NUWSS), the new organization had its headquarters in the Scottish Federation of the Women’s Suffrage Sosieties.

The aim of the organization was to create hospitals near the front line composed exclusively of women. The financing was ensured through sponsorship and fundraising. Although many were cautious in the beginning about the chances of success, the result was spectacular: seven hospitals were set up in a relatively short period of time attracting women not only from Scotland or the UK but also from USA, Canada, Australia and New Zealand. In total, about 50% of the staff were women outside Scotland.

Three Scottish hospitals were set up in Macedonia. The first was established in Thessaloniki near Allatini Mill. The second, known as the American Unit, was fixed somewhere in Arnissa (Άρνισσα then Ostrovo) very close to the front line. The latter took its name from the fact that it was totally financed by funds raised in America. The location of the third hospital is still unknown.

A year ago I tried to locate the precise site of the American Unit. With some old photos in my bag I visited the Vegoritis region and started comparing the various landscapes. Et voilà! After some hours of driving and walking up and down the hills of the region I spotted the place. And guess what: the site is exactly as it was a century ago…minus some old trees which are not anymore.

Comparing the two photos below we can observe that even the stones, shrubs and bushes are in the same place

1aSWH staff photo

1bSite of SWH staff photo

Surrounded by hills the site was well protected from the north winds. In red line the site of the hospital. The direction of the photos here is towards SE

2aSWH camp from NW1

2bSite of SWH camp from NW_

The direction of the photos below is towards SW. A century ago the lake was larger and visible from the camp. I marked in blue line the approximate old border of the lake in the modern photo

3aSWH camp from NE13bSWH camp from NW2

In red below is the precise location of the American Unit. In blue line the old border of Vegoritis (Βεγορίτις then Ostrovo) lake. About two miles NW is Arnissa (Άρνισσα then Ostrovo) village

SWH Location.resized

The establishment in Ostrovo

Early August 1916 the unit embarked on the Dunluce Castle, a hospital ship, together with the No 41 British General Hospital from Southampton to Salonika.Dunluce Castle

There were about sixty women of various origins. Three of the doctor’s staff came from Australia and New Zealand, Dr Agnes Benett, the Chief Medical Officer and Drs. Cooper and Scott; Dr. Lewis from England and Dr. Muncaster from Scotland. The administrator of the unit, Miss Jack, and Miss Gordon, sanitary officer, from Scotland; Miss Bedford, in charge of the cars, from Australia. The chief nurse, Miss Tate, from England, and Miss Kerr, chief of the culinary department and her assistant Miss Ross, from Scotland.

The American Unit at the departure from Southampton

SWH America Unit

Early September they moved to their designated site in Arnissa (then Ostrovo). “The site of the camp was perfect. Set in a cup among the lower hills, with the higher peaks soon to be covered with snow, before and behind us, protected from the winds on every side, and surrounded by large trees with a spring of fresh water beside us, we felt we had reached our ideal camping ground” Dr Benett noted in her report.

The entrance of the camp

Entrance of Ostrovo Camp

“On our first evening in camp, star shells were being sent up over the enemy’s lines, and it was known that great preparations were being made for a big advance”. The unit had arrived just in time. The battle of Gornichevo (now Kelli – Κέλλη) and the storming of Kaymakchalan mountain were about to start. “What a day this has been, the bombardment has begun. The guns started at 5 a.m. this morning and have gone steadily ever since. The noise is quite deafening…They say that the bombardment will continue for four or five days. What noise! Some of us went on the top of the hill tonight and saw the flashes from the guns. What a gorgeous night too, with the moon shining and the hills looking so lovely. The thought of so much killing and chaos so near to all this beauty made me very sad” wrote Ishobel Ross in her diary. The ambulances started going up and down the big mountain.

Convoy of ambulances in Ostrovo

Convoys

The hospital was often the target of enemy planes.

After an air raid

“The girls’ presence of mind and courage during air raids and bombardments have been a source of amazement and admiration to me. No one ever wanted to go to the shelters when the whistle used to blow. It was really quite hard work to get them out of the wards” wrote Agnes Benett in a report before her departure due to malaria. Following her departure, another Australian doctor Mary De Garis took the position of Chief Medical Officer. During that last period writer Miles Franklin worked as volunteer in the American Unit.

The French airfield in Mavrovouni

In memoirs of French officers and diaries of soldiers there was often mention of a military airport close to Skydra (Σκύδρα then Vertekop). My father, who was 10 years old in 1916, was aware of the existence of a military airfield down in the plain of Edessa, but could not tell the exact location. He was, however, greatly impressed as a young child by the huge anti-aircraft searchlights located in Skydra (then Vertekop) which blinded him when the lights were directed towards Edessa (then Vodena) turning night into day. Some research last year, however, bore fruit. The airport was, in fact, located just behind the hill of Mavrovouni village, not visible from Edessa, but very close to 36 and 37 British General Hospitals at a distance of about a mile from the Skydra RR Station.

By comparing the landscape of an old and a new photo it was easy to deduce the location of the airfield

α-523_Verterkop_GPβ-Airport ?avrovouni TORA

With letter A the “Vertekop” airfield. West of Mavrovouni hill were located the 37 and 36 British general hospitals

δ-Mavrovouni airport

An aerial photo of the airfield showing the east side of the Mavrovouni hill. On the west side of the hill were located the 36 and 37 hospitals. In the background one can hardly distinguish Skydra (then Vertekop) village and in straight line the road and railway from Skydra to Edessa. Next to the railway we can perceive the depot of the 2nd Serbian Army. On the right lower corner of the photo we can see the Decauville railway line and the road lead to Almopia and the Voras (Moglena) mountain range 

γ-Vertekop airfield

The airfield was the base of French squadron N387 (escadrille N387). Squadron N387 was created at the end of 1915, originally as N87, before joining the French Army in Thessaloniki under General Maurice Sarrail (Armée Française d’Orient-AFO). It arrived at Thessaloniki on November 20, 1915 with the cruiser “Sinai” and was fixed initially at Thermi (Θέρμη then Sedes) airfield. In June 1916 it was placed with four other squadrons at the disposal of the Serbian Army integrating at the same time Serbian pilots and engineers. All squadrons with the Serbian Army received the additional number 3 to be distinguished from the other French squadrons, so N87 became N387. These units formed an autonomous aviation section under the French commander Roger Vitrat, a veteran pilot with the Serbs in autumn 1915 and the Great Retreat. On 2 August 1916 squadron N387 was established in an airfield near Skydra (then Vertekop) village, a central position for the Serbian army, where it stayed most of the time up to the end of the war.

Airplane graveyard – the source of spare parts for repairs

1Aeroplane graveyard

Prince Alexander of Serbia in a visit

2-27 dec 1917 Alexander in Skydra

The planes in stand-by

3-523_VertekopGT

Commander Denain decorating pilots

4-Denain in Skydra

Under commander Vitrat the integration of Serbian pilots and engineers into the French squadron was very successful. However, the lack of clear directives concerning the relations of his autonomous section and the rest of the French aviation under commander Victor Denain created strong frictions between Vitrat on one hand and Denain and Sarrail on the other. In June 1917 Vitrat gave new names in his squadrons. N387 became N523. General Sarrail, considering that Vitrat’s views were too pro-Serb, succeeded eventually in sending him back to France in September 1917 to the big consternation of the Serbian high command. Following Vitrat’s departure, Commander Denain reorganized the whole aviation of the Armée d’Orient under his supervision (Serbian, French and British – the Royal Flying Corps). One can say, however, that the five Vitrat’s squadrons of the Salonika capmaign formed the core of the future Serbian aviation.