Τάφος του Αριστοτέλη: μια μαρτυρία ηλικίας 700 ετών

Πριν από δέκα περίπου μέρες πληροφορηθήκαμε από τον ημερήσιο τύπο την ανακάλυψη του τάφου του Σταγειρίτη φιλοσόφου. “Κινητά ευρήματα, κεραμική, περισσότερα από πενήντα νομίσματα χρονολογούν τάφο και βωμό στους χρόνους περίπου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιος όμως ήταν ο ένοικός του; Γραμματειακές πηγές δίνουν τη ζητούμενη απάντηση, με κυριότερες το χειρόγραφο αρ. 257 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης και μία αραβική βιογραφία του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με αυτές, μετά τον θάνατό του στη Χαλκίδα (322 π.Χ) οι Σταγειρίτες μετέφεραν την τέφρα του με χάλκινη υδρία, την έθαψαν σε μεγάλο υπέργειο τάφο μέσα στην πόλη τους, δίπλα στον οποίο έστησαν και βωμό, σε έναν τόπο που τον ονόμασαν «Αριστοτέλειον» και στον οποίο συνεδρίαζε στο εξής η Βουλή. Προς τιμήν του καθιέρωσαν μεγάλες ετήσιες γιορτές και αγώνες, τα «Αριστοτέλεια»”. Και ο αρχαιολόγος των Σταγείρων Κώστας Σισμανίδης επισημαίνει: “όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σωζόμενο αψιδωτό κτίσμα ήταν ο τάφος-ηρώο του Αριστοτέλη» (Καθημερινή)”.

Το αψιδωτό ταφικό μνημείο όπως είναι σήμερα

Ταφος Αριστοτέλη

Στην πρόσφατη ανακάλυψη των γραμματειακών πηγών στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας ίσως θάπρεπε να προστεθεί και μια άλλη που χρονολογείται από το 1356 μ.Χ. Πρόκειτα για το βιβλίο των ταξιδιών του Ζαν ντε Μαντβίλ (Jean de Mandeville) ή πιο σωστά του Άγγλου ιππότη John de Mandeville που αν και Αγγλος αριστοκράτης είχε γαλλικό όνομα και έγραφε στα γαλλικά. Το βιβλίο του (Livre des voyages de Jean de Mandeville) είχε γίνει μπεστ-σέλλερ για σχεδόν τέσσερις αιώνες στην Ευρώπη. Είχε μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και το χρησιμοποιούσαν οι τότε θαλασσοπόροι μεταξύ των οποίων και ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Η αρχή του βιβλίου του Ζαν ντε Μαντβίλ γραμμένο σε παλιά γαλλικά γοτθικής γραφής. Το βιβλίο σώζεται σε περίπου 250 χειρόγραφα δώδεκα διαφορετικών γλωσσών.

Jean de Mandeville.resized

Ο Ζαν ντε Μαντβίλ ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους τη δεκαετία του 1330. Στο τρίτο κεφάλαιο που τιτλοφορείται “Περί της Κωνσταντινουπόλεως και της Πίστης των Ελλήνων” αφού εξηγεί ότι ο Έλληνας αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης εξουσιάζει πολλούς λαούς που μιλάν διαφορετικές γλώσσες υπογραμμίζει ότι ελέγχει επίσης την Θράκη και την Μακεδονία. Στη τελευταία αναφέρει ότι “γεννήθηκε ο Αριστοτέλης σε πόλη που ονομάζεται Στάγειρα κοντά στη πόλη (εννοεί περιοχή) της Θράκης. Στα Στάγειρα αναπαύεται σήμερα ο Αριστοτέλης. Υπάρχει και ένας βωμός πάνω στο τάφο του. Οι άνθρωποι εκεί κάνουν μεγάλες γιορτές προς τιμήν του κάθε χρόνο σαν να ήταν άγιος. Και στον βωμό γίνονται τα συμβούλια και οι συναθροίσεις των κατοίκων που ελπίζουν ότι με τη φώτιση του Θεού και του Αριστοτέλη θα παίρνουν καλύτερες αποφάσεις”. Είναι ίσως η παλαιότερη μαρτυρία για τις γιορτές που γίνονταν στο ταφικό μνημείο του Αριστοτέλη στα Στάγειρα την εποχή που τα επισκέφτηκε ο Αγγλος περιηγητής.

Ισως να εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι κάτοικοι των Σταγείρων γιόρταζαν τον 14ο αιώνα τον Αριστοτέλη σαν άγιο της χριστιανικής θρησκείας. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Στη μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος στο παρεκκλήσι της Πορταΐτισσας με την περίφημη εικόνα της Θεοτόκου, υπάρχουν εικόνες με τους αρχαίους σοφούς όπως Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σόλωνα κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και στην Έδεσσα στο εκκλησάκι της ΑγίαςΥπαπαντής δίπλα στον Ι.Ν. της Αγίας Σκέπης στη γειτονιά μου στο Βαρόσι.

Advertisements

Η έλλιμνος νήσος

Μια από τις πιο όμορφες λίμνες της χώρας μας, η Βεγορίτιδα, βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την Έδεσσα. Εκτός από την ομορφιά η λίμνη έχει και μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα: την σημαντική διακύμανση της στάθμης του νερού. Από την δεκαετία του 1950 όμως με την μεγάλη επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα η τάση της στάθμης έγινε δυστυχώς μονοσήμαντη, φθίνουσα. Το ευχάριστο γεγονός της σταδιακής αύξησης του όγκου της τα τελευταία χρόνια ας ελπίσουμε ότι θα σημάνει αντιστροφή της τάσης των τελευταίων δεκαετιών (η εξέλιξη της στάθμης στο τέλος του σημειώματος).

Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι μετρήσεις της στάθμης είχαν ακρίβεια με την χρήση ειδικών οργάνων όμως παλαιότερα η μέθοδος μέτρησης ήταν εμπειρική, κοινώς με το μάτι. Σημείο αναφοράς αποτελούσε το νησί, το όστροβο, η κατά τον ιστορικό του 13ου αιώνα Γεώργιο Παχυμέρη “έλλιμνος νήσος” δηλαδή το νησί που βρισκόταν μέσα στη λίμνη. Το νησί, που έχει ένα τζαμί στη κορυφή του, άλλοτε γινόταν βράχος δίπλα στην ακτή και άλλοτε ήταν πραγματικό νησί που χρειαζόταν βάρκα για να το προσεγγίσει κανείς. Η άνοδος της στάθμης μερικές φορές γινόταν απότομα και έπιανε απροετοίμαστους τους περίοικους. Κάτι τέτοιο συνέβη και πριν από έναν αιώνα ακριβώς, το καλοκαίρι του 1916, σκεπάζοντας με νερό τις γραμμές του τρένου. Γάλλοι και Σέρβοι στρατιώτες άρχισαν να δουλεύουν νύχτα-μέρα για να μετατοπίσουν τη σιδηροδρομική γραμμή ψηλότερα. Ο σιδηρόδρομος ήταν απόλυτα αναγκαίος για τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων που είχαν αρχίσει να έρχονται από την Θεσσαλονίκη για την προετοιμαζόμενη καλοκαιρινή επίθεση της Αντάντ. Λέγεται μάλιστα ότι οι Ρώσοι που είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στο ύψωμα με το τζαμί τα μάζεψαν άρον άρον και στρατοπέδευσαν ψηλότερα.

Τι γνωρίζουμε λοιπόν για αυτά τα εμπειρικά εκτιμημένα όρια μεταβολής της στάθμης του νερού της λίμνης; Η πηγή είναι όπως πάντα η παρατηρητικότητα των περιηγητών των περασμένων αιώνων. Ο πρώτος γνωστός δυτικός που περνά από την περιοχή, προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση την Έδεσσα και τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη είναι ο βάιλος (πρέσβης) της Βενετίας Λορέντσο Μπερνάρδο (Lorenzo Bernardo) την Κυριακή 26 Μαΐου του 1591 δηλ. πριν από 425 χρόνια ακριβώς. Κατεβαίνοντας από τα στενά της Κέλλης προς την Άρνισσα αναφέρει: “Από ψηλά είδαμε πρώτα τη λίμνη Σαριγκιόλ, λέξη τουρκική που σημαίνει κίτρινη λίμνη, και μετά τη λίμνη του Οστρόβου. Δίπλα στη λίμνη που έχει αρκετό μήκος βρίσκεται το ομώνυμο χωριό. Στο μέσο του χωριού υπάρχει άνα μικρό απότομο ύψωμα στη κορυφή του οποίου έχει κτισθεί ένα τζαμί που θα μπορούσε να μετασχηματισθεί σε ασφαλέστατο φρούριο γιατί ολόγυρα έχει και το νερό της λίμνης”. Ερμηνεύοντας τα λόγια του βάιλου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ύψωμα που είχε ήδη τζαμί βρισκόταν πάνω στην ακτή, ίσως σαν χερσόνησος, και είχε δίπλα το χωριό. Για να βρίσκεται το χωριό τόσο κοντά στη λίμνη θα πρέπει οι τότε διακυμάνσεις της να ήτανε μικρότερες. Επόμενος γνωστός περιηγητής ήταν ο Βρετανός γιατρός Εντουαρτ Μπράουν (Edward Browne) που πέρασε προερχόμενος από Μοναστήρι με κατεύθυνση τη Λάρισσα το καλοκαίρι του 1669. Κατεβαίνοντας τις πλαγιές του Καρά Ντουρού προς το Ξυνό Νερό παρατηρεί από ψηλά στα αριστερά του τη Βεγορίτιδα καθώς επίσης και τη λίμνη των Πετρών. Δεν αναφέρει τίποτα για νησί ή τζαμί με μιναρέ. Ισως αυτό να οφείλεται στη μεγάλη απόσταση του από τη λίμνη. Αναφέρει απλά μια ιστορία που άκουσε για την δημιουργία της Βεγορίτιδας. Ο συνταγματάρχης Ουίλιαμ Ληκ (William Martin-Leake) διασχίζοντας την Εορδαία το 1806 θα αναφερθεί κι αυτός στη λίμνη χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στα χαρακτηριστικά της. Τον ενδιέφεραν κυρίως οι αρχαίες επιγραφές και η ταυτοποίηση αρχαίων πόλεων και τοποθεσιών. Τον Σεπτέμβριο του 1848 όμως θα διανυκτερεύσει εκεί ο ζωγράφος Εντουαρτ Ληρ (Edward Lear) και θα απαθανατίσει το τοπίο. Στο σχέδιο του φαίνεται καθαρά το νησάκι σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την ακτή. Εκτιμάται ότι η στάθμη τότε θα πρέπει να έφτανε τα 538 μέτρα.

Το νησί με τον μιναρέ στο μέσο της Βεγορίτιδας όπως το απαθανάτισε ο Ληρ στις 15 Σεπτεμβρίου του 1848

Ostrovo 15 Sept 1848.resized

Το 1848 το χωριό είχε ήδη μεταφερθεί κοντά στο λόφο. Ξεκινώντας από τα πεδινά ανηφόριζε ψηλότερα στο λόφο όπου βρίσκεται και σήμερα.

Ostrovo 16 Sept 1848.resized

Αρκετοί είναι οι ταξιδιώτες που περνούν από την περιοχή το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Τους αναφέρει με μεγάλη λεπτομέρεια η Μάργκαρετ Χάσλακ (Margaret Hasluck) σε μια συγκριτική μελέτη που δημοσίευσε το 1936. Οι κάτοικοι της Άρνισσας διηγούνταν στους περιηγητές ότι πριν από χρόνια η λίμνη είχε πλημμυρίσει το χωριό. Ηταν δηλαδή ακόμη ψηλότερα από ότι στον πίνακα του Ληρ. Το μεγάλο ύψος είχε “εγγραφεί” στη συλλογική μνήμη μέσα από συγκεκριμένες ιστορίες. Ετσι για ένα γάμο εκείνης της περιόδου χρειάστηκε να μεταφέρουν τη νύφη με βάρκα γιατί ο δρόμος του σπιτιού της στην Άρνισσα είχε πλημμυρίσει και ήταν αδύνατο το πέρασμα ακόμη και πάνω σε άλογο. Το νερό είχε φτάσει σχεδόν στο δρόμο προς Κέλλη και Μοναστήρι. Επίσης στο απέναντι χωριό, τον Αγιο Παντελεήμονα, το νερό είχε κατακλύσει αποθήκες με βαρέλια κρασιού προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Τέτοια φαινόμενα δεν συνέβησαν μετέπειτα, ήταν μοναδικά. Η εποχή αυτή προσδιορίζεται στα χρόνια 1858-60. Ο Άγγλος περιηγητής Χένρυ Τόζερ (Henry Tozer) θα περάσει από εκεί τέλη Αυγούστου του 1861 προερχόμενος από Έδεσσα στο δρόμο προς Μοναστήρι. Ας ακούσουμε την μαρτυρία του: “Η λίμνη του Οστρόβου έχει περί τα δέκα μίλια μήκος και δυο πλάτος με κατεύθυνση βορρά-νότου ανάμεσα σε βουνά με ένα από αυτά να έχει στη κορυφή του χιόνια… Κοιτάζοντας από το χωριό που βρίσκεται στην βόρεια ακτή αυτό που τραβά αμέσως την προσοχή είναι ένα τζαμί που αναδύεται από τη λίμνη με τον μιναρέ σε απόσταση περίπου μισού μιλίου από την ακτή. Ρωτήσαμε τους χωρικούς την ιστορία του κτίσματος αυτού και μας είπαν ότι είναι το απομεινάρι από μια πόλη που έφτανε παλιότερα μέχρι την ακτή”. Το καλοκαίρι του 1861 λοιπόν η “έλλιμνος νήσος” δεν φαινόταν καν με εξαίρεση το τζαμί με τον μιναρέ που είναι κτισμένο στο υψηλότερο σημείο του νησιού. Επιβεβαιώνονται έτσι αφηγήσεις που λέγανε ότι το νερό λίγα χρόνια νωρίτερα είχε καλύψει και το τζαμί μέχρι τα ξύλινα δοκάρια της σκεπής. Και ο Τόζερ συνεχίζει: “το 1859 η λίμνη ανέβηκε αρκετά πόδια ψηλότερα αλλά ευτυχώς είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Τα σημάδια της μεγάλης πλημμύρας ήταν εμφανή στις βόρειες ακτές της λίμνης”. Το ύψος του νερού υπολογίζεται ότι έφτασε τότε τα 545 – 548 μέτρα. Ηταν το μέγιστο ύψος της λίμνης. Ακολούθησε μετά μια πτωτική διακύμανση της στάθμης. Ο Σπιρίδων Γκόπσεβιτς, Σερβο-Αυστριακός στη καταγωγή αλλά Σέρβος εθνικιστής στην υπηρεσία του υπουργείου εξωτερικών της Σερβίας εκείνη την εποχή, θα περάσει από την Άρνισσα το 1888 (Makedonien und Alt-Serbien, Wien 1889): “Κατεβήκαμε (με τα άλογα από την Κέλλη) στη πεδιάδα δίπλα στη βόρεια όχθη της λίμνης. Το ταξίδι ήταν πολύ ευχάριστο και η θέα θαυμάσια, βλέπαμε τις απότομες ανατολικές και δυτικές πλαγιές των λόφων που έπεφταν απότομα στη λίμνη. Κοντά στη βόρεια ακτή είδαμε ένα μικρό νησί με ένα τζαμί”. Παρά τη μείωση της στάθμης της λίμνης το νησί δεν είχε ενωθεί με τη βόρεια ακτή το 1888 ενώ το τζαμί φαίνεται ότι βρισκόταν ακόμη ολάκερο με τον μιναρέ στη κορυφή του. Τη λίμνη με το νησί θα τα αποτυπώσει σε ένα χάρτη που έφτιαξε με την ευκαιρία του ταξιδιού του.

Ostrovo Lake 1888

Η στάθμη της λίμνης θα φτάσει το 1900 στο ελάχιστο ύψος των 525 μέτρων. Μετά ξανάρχισε μια αυξομειούμενη άνοδική πορεία μέχρι την επέμβαση της ΔΕΗ τη δεκαετία του 1950 οπότε παρατηρείται μια βίαιη ταπείνωση της λίμνης.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε από φωτογραφίες της εποχής την εξέλιξη του φυσικού φαινομένου στα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Σε φωτογραφία του 1909 το νησάκι φαίνεται να συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας χερσονήσου. Εκτιμάται ότι το ύψος τότε ήταν περίπου 520-525 μέτρα. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1916 η στάθμη της λίμνης θα ανέβει ξαφνικά κατά 6-7 μέτρα αναγκάζοντας τους Γάλλους να μετατοπίσουν βορειότερα την σιδηροδρομική γραμμή. Οι δυο επόμενες φωτογραφίες είναι από το τέλος εκείνης της χρονιάς.

Αρνισσα 16-17

Την περίοδο 1919-20 η άνοδος συνεχίστηκε με αποτέλεσμα και η δεύτερη σιδηροδρομική γραμμή να βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι επόμενες δυο φωτογραφίες δείχνουν την ίδια περιοχή της Άρνισσας. Αριστερά είναι μια φωτογραφία του 1919 τραβηγμένη από τον παραλιακό δρόμο και δεξιά του 1920 τραβηγμένη ψηλά από το λόφο. Οι λεύκες που βλέπουμε αριστερά στη πρώτη φωτογραφία προσδιορίζουν την δεύτερη γραμμή του τρένου. Στη δεξιά φωτογραφία ξαναβλέπουμε στο κέντρο τις λεύκες της δεύτερης σιδηροδρομικής γραμμής καθώς επίσης αροστερότερα μέσα στη λίμνη τα ίχνη της πρώτης σιδηροδρομικής γραμμής. Η έλλιμνος νήσος με το τζαμί είναι βαθειά μέσα στη λίμνη. Το ύψος της λίμνης την χρονιά εκείνη υπολογίστηκε στα 538 μέτρα. Το τοπίο της δεξιάς φωτογραφίας είναι όμοιο με αυτό που είδε ο Ληρ εβδομήντα χρόνια νωρίτερα.

1919-1920.resized

Το 1926 αρχίζει δειλά η υποχώρηση των νερών από το υψηλό επίπεδο των 538 μέτρων προς τα 535 μέτρα. Η “έλλιμνος νήσος” ζει και βασιλεύει (αριστερή φωτογραφία) ενώ εμφανίζονται και οι κορμοί από τις λεύκες που είχαν κοπεί το 1916 με την πρώτη απότομη άνοδο του νερού (δεξιά φωτογραφία).

1926-27

Τι γίνεται όμως με τις σιδηροδρομικές γραμμές; Στην αριστερή φωτογραφία του 1923 ο παλιός σταθμός και η παλιά γραμμή βρίσκονται μέσα στο νερό. Η δεύτερη γραμμή που κατασκευάστηκε από τους Γάλλους φαίνεται στα αριστερά της φωτογραφίας. Στη δεξιά φωτογραφία του 1934 βλέπουμε τη τρίτη σιδηροδρομική γραμμή που κατασκευάστηκε ψηλότερα το 1923-26 από τους ελληνικούς σιδηροδρόμους. Η παλιά χάραξη της δεύτερης γραμμής φαίνεται χαμηλότερα.

1923-1934

Στα τέλη του 1934 η λίμνη υποχώρησε σημαντικά αλλά η έλλιμνος νήσος με το τζαμί υπερασπίζεται σθεναρά την νησιωτική της υπόσταση.

Ostrovo island 1934

Οι απότομες διακυμάνσεις του ύψους της λίμνης δεν ήταν δυνατόν να μη γεννήσουν μύθους στον τοπικό πληθυσμό. Ενας μύθος έλεγε ότι παλιά δεν υπήρχε λίμνη και ότι έξω από την Αρνισσα είχε μια μεγάλη κρήνη που τροφοδοτούσε με πολύ νερό όλη την περιοχή. Ενα βράδυ όμως η τελευταία γυναίκα που πήγε να πάρει νερό ξέχασε να κλείσει τη βρύση. Την άλλη μέρα όταν ξύπνησαν οι χωριανοί είδαν με έκπληξη να έχει σχηματιστεί μια λίμνη δίπλα στο χωριό τους. Ο Εντουαρτ Μπράουν το 1669 άκουσε μιαν άλλη ιστορία. Οι κάτοικοι κάνοντας κάτι δουλειές στη πλαγιά του λόφου μετακίνησαν κάτι μεγάλες πέτρες. Ξαφνικά τα υπόγεια νερά βρήκαν διέξοδο και αναπήδησαν από το βουνό σχηματίζοντας τη λίμνη. Ο Τόζερ παραλληλίζει το φαινόμενο των διακυμάνσεων με αυτό των λιμνών Φεναιού και Στυμφαλίας στη Πελοπόννησο που περικλείονται επίσης από βουνά. Τον ιστορικό Τίτο Λίβιο που έζησε στο μεταίχμιο της παλιάς με την νέα εποχή (59πΧ – 17μΧ) δεν τον απασχολούν βέβαι αυτά. Απλά μας λέει ότι ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Περσέας, όταν έμαθε ότι οι Ρωμαίοι προετοιμάζονται να εκστρατεύσουν από νότια εναντίον της Μακεδονίας, άρχισε να συγκεντρώνει το στρατό του στρατοπεδεύοντας στη λίμνη Βεγορρίτιδα (lacus Begorrites). Από εκεί ξεκίνησε προς την Θεσσαλία για να συναντήσει τους Ρωμαίους στη τελευταία και μοιραία του μάχη.

Τελευταίο ερώτημα είναι πότε χτίστηκε το τζαμί. Οι παλιοί Τούρκοι κάτοικοι της Άρνισσας λέγανε ότι κτίστηκε την περίοδο 1512-20 κατά την βασιλεία του Σελίμ του Σκληρού, πρώτου Χαλίφη του Ισλάμ και πατέρα του Μωάμεθ του Μεγαλοπρεπούς. Η Χάσλακ απορρίπτει αυτή την εκδοχή και εκτιμά ότι κτίστηκε ενάμισυ αιώνα αργότερα. Η μαρτυρία του Ενετού Μπερνάρδο όμως που το είδε το 1591 να δεσπόζει ψηλά στο απότομα ύψωμα συνηγορεί υπερ της άποψης των ντόπιων μουσουλμάνων. Η Χάσλακ βέβαια δεν γνώριζε αυτή τη μαρτυρία.

Θα δούμε άραγε στο μέλλον ξανά την “έλλιμνον νήσον” σαν παραγματικό νησί; Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει το ύψος της λίμνης να ξεπεράσει τα 528 μέτρα δηλαδή τουλάχιστον 10 μέτρα ψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Μοιάζει απίθανο έως αδύνατο. Εαν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, και έως τότε, ας αρκεστούμε να θαυμάζουμε τον πίνακα του Ληρ στέλνοντάς του νοερά ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Η “έλλιμνος νήσος” όπως είναι σήμερα

Η Έλλιμνος Νήσος σήμερα

Μικρή προσθήκη (3/6/2016) που διευκολύνει την ανάγνωση του κειμένου: διακύμανση των τελευταίων 120 χρόνων από υδρολογική μελέτη του 2006 με απλή σημείωση της σημερινής στάθμης των 518 μέτρων.

Διακυμανση του τελευταιου αιωνα

Ο Ψηλός Βράχος το 1860

Από τους επισκέπτες της Εδεσσας των περασμένων χρόνων σχεδόν κανείς δεν έδωσε μεγάλη σημασία στην εξαιρετική τοποθεσία του Ψηλού Βράχου. Τα άλλα αξιοθέατα της πόλης μας, όπως οι καταρράκτες, το Κιουπρί ή ο υδρόμυλος στους σημερινούς μικρούς καταρράκτες τραβούσαν την προσοχή τους και μαγνήτιζαν τον φωτογραφικό τους φακό ή το ζωγραφικό τους ταλέντο. Υπήρξε όμως ένας επισκέπτης που θαύμασε και απαθανάτισε τόσο τον επιβλητικό βράχο όσο και την θέα απ αυτόν. Κι αυτός ο επισκέπτης ήταν μια γυναίκα: η Μαίρη Γουώκερ (Mary Adelaïde Walker). Ηταν το καλοκαίρι του 1860 όταν αυτή η Αγγλίδα ερασιτέχνης αλλά ταλαντούχα ζωγράφος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για δυο χρόνια. Τότε της δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφτεί την Εδεσσα και μάλιστα δυο φορές, το 1860 και το 1861. Είχε πάει στη Κωνσταντινούπολη στα μέσα της δεκαετίας του 1850 συνοδεύοντας τον αδελφό της ιερέα που στάλθηκε να ανεγείρει ένα ναό της Αγγλικανικής εκκλησίας στη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο. Γοητεύθηκε από την Πόλη και την ζωή εκεί, από τον παράξενο για μια δυτική γυναίκα ρυθμό και τρόπο ζωής αλλά και από τις βυζαντινές αρχαιότητες που έβρισκε διάσπαρτες στις γειτονιές. Ετσι αποφάσισε να παρατείνει την αρχικά προσωρινή παραμονή της για περίπου …σαράντα χρόνια. Αλλωστε δεν είχε οικονομικό πρόβλημα γιατί με τον πρόωρο θάνατο του συζύγου της βρέθηκε με μια αρκετά μεγάλη περιουσία και χωρίς υποχρεώσεις στο Λονδίνο. Ηταν η πρώτη δυτική γυναίκα μάλιστα που πήρε άδεια να εισέλθει στα ενδότερα του παλατιού για να ζωγραφίσει την Φατιμέ Σουλτάνα, κόρη του σουλτάνου Αμπντούλ Μεσίντ. Το αστείο είναι ότι σύμφωνα με τα μουσουλμανικά έθιμα ακόμη και το ζωγραφισμένο πρόσωπο γυναίκας δεν έπρεπε να ειδωθεί από άνδρα. Γι αυτό και ο αναρτημένος πίνακας στο παλάτι ήταν καλυμμένος με ένα μεταξωτό ύφασμα ώστε να μη μπορούν οι άρρενες να δουν το πρόσωπο της ωραίας πριγκηποπούλας!

Το 1860 λοιπόν, όταν ο οικοδεσπότης της Αγγλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Τσάρλς Κάλβερτ (Charles Calvert) πήρε μετάθεση για το Μοναστήρι, την προσκάλεσε να τον συνοδεύσει με τη σύζυγό του στο ταξίδι. Η Μαίρη Γουώκερ δεν θα έχανε μια τέτοια ευκαιρία. Το “πολυάνθρωπο και πολύχρωμο καραβάνι” – με τα υψηλά πρόσωπα, τους υπηρέτες και τους οπλισμένους Αλβανούς που έθεσε στη διάθεση του προξένου ο πασάς της Θεσσαλονίκης – ξεκίνησε Αύγουστο μήνα από τη Χρυσή Πύλη για το μεγάλο ταξίδι. Αφού διέσχισαν την άδενδρη, αμμώδη και κουραστική πεδιάδα, το απόγευμα της τρίτης μέρας πλησίασαν στην Έδεσσα ακολουθώντας τα ίχνη της παλιάς Εγνατίας Οδού. Τελικά “φτάσαμε σε ένα στέρεο, φαρδύ και στριφογυριστό δρόμο ανάμεσα σε οπωρώνες, αμπέλια, μπαχτσέδες με καλαμπόκια και συκιές. Εδώ κι εκεί έβλεπες λεύκες, καρυδιές, καστανιές, οξιές και βελανιδιές”.
Μέσα στη πόλη οδηγούσε με πολύ προσοχή το άλογο στα δύσκολα σοκάκια μη χτυπήσει στις χαμηλές στέγες των μαγαζιών της αγοράς πηγαίνοντας προς το “παλάτι του Αρχιεπισκόπου” που τους περίμενε. Τότε μητροπολίτης ήταν ο Νικόδημος Α’ ο Τενέδιος στην αρχή της ποιμαντικής του θητείας. “Ο οικοδεσπότης μας προϋπάντησε μπροστά στη σκάλα του μεγάρου και με πολύ ευγένεια μας οδήγησε στην αίθουσα υποδοχής για το συνηθισμένο καφέ και μετά από τις εθιμοτυπικές κουβέντες πήγε να επιβλέψει τους ιερείς στο στρώσιμο του βραδινού τραπεζιού στη διπλανή αίθουσα. Το δείπνο ήταν πλούσιο και εξαιρετικό: ψάρι από τα γειτονικά ποτάμια, πουλερικά, βραστό και ψητό αρνάκι, λαχανικά, ριζόγαλο και γιαούρτι που τόσο συνηθίζεται στην Ανατολή. Είχε και ολόφρεσκα ροδάκκινα από τον κήπο της Αρχιεπισκοπής, γλυκά σταφύλια από τις πλαγιές των διπλανών λόφων, καλό κρασί της περιοχής και λευκό ψωμί. Αλλά το σημαντικότερο ήταν αυτή η γλυκειά αίσθηση δροσιάς και ηρεμίας που έφερνε ο ήχος των υδάτων. Καταρράκτες έτρεχαν κάτω από τα παράθυρα και ήταν ανακουφιστικό να τους ακούς μετά το μεγάλο ταξίδι στη καυτή και αμμώδη πεδιάδα του Βαρδάρη”. Και συνεχίζει: “Η ομορφιά της πόλης διαλαλείται από όλους ακόμη και από τους μη ενθουσιώδεις εμπόρους. Το πανόραμα όμως που αποκαλύπτεται μπροστά σου στη δροσιά του πρωϊνού ξεπερνά κάθε προσδοκία…στο βάθος της πλατειάς πεδιάδας πέρα από την ελαφριά γαλάζια ομίχλη φαίνεται μια ασημένια ανταύγεια – ο κόλπος της Θεσσαλονίκης”. Δίπλα παρατηρεί ένα “βράχο στη κορυφή του οποίου βρίσκονται γραφικά σπιτάκια με κόκκινες σκεπές και κατάλευκα επάνω δώματα με σεντόνια να ανεμίζουν στο ελαφρύ αεράκι. Ενα χαραγμένο στο βράχο μονοπάτι κατεβαίνει στο κάμπο και διακρίνεις Αλβανούς με την άσπρη φουστανέλλα και τα γυαλιστερά όπλα τους να προχωρούν κι εργατικούς Έλληνες να κουβαλούν στο κεφάλι τους ή πάνω στα γαϊδουράκια φύλλα μουριάς για τους μεταξοσκώληκες που εκτρέφουν στα σπίτια τους”. Την εικόνα του διπλανού βράχου θα απαθανατίσει εκείνο το πρωϊνό.

Ο Ψηλός Βράχος όπως ήταν τον Αύγουστο του 1860

Ψηλός Βράχος-1860

Ο Ψηλός Βράχος όπως είναι σήμερα

Ψηλός Βράχος 2

Στη συνέχεια θα περιεργαστεί την διπλανή εκκλησία (Κοίμηση της Θεοτόκου) και θα εντυπωσιαστεί παράξενα από τους κίονες και τα κιονόκρανα. Θα περιεργαστεί επίσης τη βάση ενός αρχαίου ιερού στο χείλος του κρημνού καθώς και απομεινάρια του αρχαίου τείχους.

Η Γουώκερ θα κάνει άλλα δυο ταξίδια στην Έδεσσα στο δρόμο προς το Μοναστήρι: ένα την επόμενη χρονιά, το 1861, και ένα άλλο πολύ αργότερα, με την άνεση του τρένου πια, το 1896 μετά τον θάνατο του αδελφού της. Στο μυαλό της όμως έμεινε η ωραία εικόνα του βράχου και της θέας στον κάμπο. Θα αποτυπώσει ξανά τον Ψηλό Βράχο με χιονισμένο στο βάθος τον Όλυμπο, μια μαγευτική πραγματικά εικόνα (σε λιθογραφία του περίφημου Nicholas Hanhart).

Ψηλός Βράχος Mary Walker's View near Vodena.resized

Η Μαίρη Γουώκερ θα επιστρέψει στην Αγγλία το 1901 και θα εγκατασταθεί στο Ντόβερ. Εκεί θα κλείσει τα μάτια της τον Σεπτέμβριο του 1904 σε ηλικία 85 ετών.

Ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Έδεσσα

Παλιότερα οι χτύποι του ρολογιού της πόλης μας ακολουθούσαν σε κάθε βήμα: πότε να ανοίξουν τα μαγαζιά οι μαγαζάτορες, πότε να πάνε σχολείο τα παιδιά, πότε να γυρίσουμε σπίτι γιατί ήτανε αργά. Συχνά μερικοί με το πρώτο άκουσμα του χτύπου σταματούσαν τις δουλειές τους ενώ άλλοι κοντοστέκονταν στο δρόμο για να ακούσουν και να μετρήσουν τους χτύπους του. Κι αυτό που περιμέναμε πως και πως πιτσιρικάδες, ήταν να σημάνει πέντε η ώρα για να τρέξουμε στην αλάνα της γειτονιάς για το απογευματινό παιχνίδι τα καλοκαίρια. Το ρολόι τότε ήταν ορατό από σχεδόν όλη τη πόλη. Αλλά και από τα μέρη που δεν το έβλεπαν, το άκουγαν. Ηταν μέρος της καθημερινότητάς μας. Ηταν μέρος της ζωής μας.

Ο πύργος του ρολογιού όπως δέσποζε στη πόλη την δεκαετία του ’60

edessa-clock tower

Η πόλη ζούσε στο ρυθμό των χτύπων του κι όλοι το καμαρώναμε. Με την συνεχή αύξηση του ύψους των κτιρίων όμως ο πύργος άρχισε να μη γίνεται ορατός από πολλά μέρη της πόλης και σήμερα έχει σχεδόν χαθεί πίσω από απρόσωπες πολυκατοικίες. Συγχρόνως ο πολλαπλασιασμός των ρολογιών χειρός και πιο πρόσφατα η έλευση των κινητών τηλεφώνων το έκαναν αχρείαστο. Κανείς πια δεν στρέφει τα μάτια του να δει την ώρα κι ούτε μπορεί να καμαρώσει την όμορφη εξαγωνική κορμοστασιά του. Ετσι σταμάτησαν και οι συντηρήσεις του και στέκεται σήμερα βουβός, αναπολώντας ίσως τα περασμένα μεγαλεία. Χτίστηκε το 1906-7 από καλό αρχιμάστορα που άφησε τ’όνομα του στην εντοιχισμένη πλάκα της βόρειας πλευράς (Κωνσταντίνος Ζήσης). Πως νάταν όμως παλιότερα η ζωή χωρίς ρολόι; Ισως τότε η ανατολή και η δύση του ηλίου καθώς και το ύψος του από τον ορίζοντα να αρκούσαν. Θα ήταν μια αποδεκτή απάντηση αν δεν γνωρίζαμε ότι γειτονικές πόλεις όπως τα Γιαννιτσά, η Βέροια και η Φλώρινα είχαν πύργους ρολογιών από πολύ παλιά. Δεν αναφερόμαστε στη Νάουσα που το ρολόϊ της είναι μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερο απ το δικό μας και καμωμένο από τα ίδια μαστόρια. Στα Γιαννιτσά π.χ. ο Σερίφ Αχμέτ, απόγονος του μεγάλου κατακτητή Γαζί Εβρενός, έχτισε τον πύργο του ρολογιού το 1753-4 ενώ στις Σέρρες και στη Δράμα είχαν πύργους ρολογιών πριν κι από το 1700. Αυτές οι σκέψεις με έκαναν να αναζητήσω αναφορά σε περιγραφές περιηγητών των περασμένων αιώνων για πύργο ρολογιού. Και η έρευνα αυτή έφερε γρήγορα καρπούς. Ο νεαρός Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς (Delacoulonche) που επισκέφτηκε την Eδεσσα το φθινόπωρο του 1855 γράφει στην έκθεσή του: “Βλέπουμε και σήμερα, δίπλα στο ρολόϊ, την κρήνη του καθρέφτη για την οποία μιλά ο Ληκ (Leake). Η σαρκοφάγος με την εγγραφή που χρησιμεύει σαν δεξαμενή είναι πάντα στην ίδια θέση, μόνο που το νερό δεν τρέχει πια”. Συνεπώς το 1855 υπήρχε στην Εδεσσα ρολόϊ. Επόμενη αναζήτηση φυσικά στο βιβλίο του Λήκ που επισκέφτηκε την Έδεσσα το Νοέμβριο του 1806. Εκεί διαβάζουμε ότι η πόλη “έχει 1500 τουρκικά και 500 ελληνικά σπίτια αλλά πολλά τουρκικά σπίτια ενοικιάζονται από Ελληνες. Η αγορά είναι μεγάλη και με αφθονία αγαθών. Υπάρχουν πέντε ή εξι τζαμιά και ένας ψηλός πύργος με ένα ρολόϊ, αλλά το ωραιότερο κτίριο, κυρίως από απόψεως θέσεως είναι το παλάτι του Μητροπολίτη δίπλα ακριβώς στη μητροπολιτική εκκλησία”. Αρα πύργος ρολογιού υπήρχε στην Έδεσσα και το 1806. Ο Κουζινερύ που επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη πόλη το 1776 δεν αναφέρει ούτε μιναρέδες ούτε ρολόγια. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν τα αρχαία νομίσματα. Αλλωστε και στην επίσκεψή του στα Γιαννιτσά, επιστρέφοντας από Εδεσσα για Θεσσαλονίκη, δεν αναφέρει την ύπαρξη ρολογιού παρόλο που αυτό στεκόταν πανύψηλο λιγότερο από εκατό μέτρα πιο πέρα από το μαυσωλείο του Εβρενός το οποίο και επισκέφτηκε. Ούτε και ο διάδοχος του Εσπρί Κουζινερύ (Cousinéry) στο γαλλικό προξενείο, ο Φελίξ Μπωζούρ (Beaujour), αναφέρει τίποτα σχετικό μια και κάτι τέτοια ήταν επίσης εκτός των ενδιαφερόντων του. Πότε λοιπόν θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί ο πρώτος πύργος ρολογιού στην Εδεσσα; Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Γιαννιτσά απέκτησαν ρολόϊ το 1754 θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι και η Εδεσσα απέκτησε πύργο ρολογιού την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Από την Εδεσσα όπως και από τα Γιαννιτσά περνούσε η Εγνατία οδός και ένα ρολόϊ θα ήταν χρήσιμο, όχι μόνο για χριστιανούς και μουσουλμάνους κατοίκους, αλλά και για τους ταξιδιώτες. Το δεύτερο ερώτημα είναι τι μορφή να είχε. Το πιο λογικό θα ήταν να μοιάζει με τους πύργους των διπλανών πόλεων όπως των Γιαννιτσών, της Βέροιας και της Φλώρινας. Το ρολόϊ των Γιαννιτσών ορθώνει και σήμερα την κορμοστασιά του και μάλιστα ανακαινισμένο. Οι πύργοι της Φλώρινας και της Βέροιας όμως κατεδαφίστηκαν από τις δημοτικές αρχές τους – χωρίς να γνωρίζει κανείς τους λόγους των κατεδαφίσεων – , ο πρώτος το 1927 και ο δεύτερος το 1930. Ευτυχώς όμως υπάρχουν παλιές φωτογραφίες τους.

Ο πύργος ρολογιού των Γιαννιτσών, αριστερά όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα και δεξιά όπως είναι σήμερα μετά την ανακαίνιση.

Πυργος Γιαννιτσών

Οι πύργοι της Βέροιας (αριστερά) και της Φλώρινας (δεξιά) όπως ήταν στις αρχές του περασμένου αιώνα

Βεροια-Φλωρινα

Παρατηρούμε ότι και οι τρείς πύργοι έχουν μιαν αυστηρή τετράγωνη γραμμή και παρόμοιες οροφές με μεταλικό (μάλλον μολύβδινο) στέγαστρο στο εσωτερικό του οποίου βρισκόταν το καμπανάκι που σήμαινε τις ώρες. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο πύργος των Γιαννιτσών είναι εξ ολοκλήρου από πέτρα ενώ σ’αυτούς της Βέροιας και της Φλώρινας το επάνω μέρος του πύργου είναι ξύλινο. Και οι τρεις πύργοι είχαν ένα ύψος μικρότερο ή ίσο με 25 μέτρα γιατί δεν επιτρεπόταν να είναι ψηλότεροι από τους μιναρέδες των τζαμιών. Κάπως έτσι θάπρεπε να ήταν και ο πύργος του εδεσσαϊκού ρολογιού. Το ερώτημα αν ήταν όλος από πέτρα ή όχι δεν θα μπορούσε να απαντηθεί χωρίς κάποια φωτογραφία ή ένα σχέδιο. Αυτό σήμανε την αναζήτηση πιθανού σχεδίου. Και εδώ σταθήκαμε τυχεροί. Ο Βρετανός ζωγράφος Εντουαρτ Λήρ (Edward Lear) πέρασε από την Εδεσσα τον Σεπεμβριο του 1848 και για καλή μας τύχη απαθανάτισε και την κεντρική πλατεία στην οποία προβάλλει με μεγαλοπρέπεια ο τότε πύργος του ρολογιού.

Η κεντρική πλατεία της Έδεσσας τον Σεπτέμβριο 1848 κατά Εντουαρτ Ληρ. Δεσπόζει πανέμορφος ο πρώτος Πύργος Ρολογιού της πόλης και λίγο πιο πίσω ο μιναρές του τζαμιού Χουνκιάρ (σημερινή αίθουσα του συλλόγου ο Μέγας Αλέξανδρος)

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Ο πύργος ήταν τετράγωνος με ελαφρά πιο φαρδιά τη βάση από την κορυφή. Ενα μεγάλο μέρος του ήταν ξύλινο, σαφώς μεγαλύτερο από ότι στις περιπτώσεις της Βέροιας και της Φλώρινας. Αυτό τον έκανε πιο γραφικό αλλά ταυτόχρονα και πιο ευάλωτο σε περίπτωση φωτιάς. Ηταν κτισμένος στην ίδια θέση με τον σημερινό ρολόι πλάϊ στο Χουνκιάρ τζαμί, τη σημερινή αίθουσα του Μ. Αλεξάνδρου. Το όμορφο σχέδιο του Λήρ μας δίνει και μερικά άλλα στοιχεία. Την πλατεία διέτρεχε ένα ρυάκι που ερχόταν από βόρεια ίσως από την κρήνη στην οποία αναφέρονται τόσο ο Ντελακουλόνς όσο και ο Ληκ. Μια πρόχειρη γεφυρούλα από σανίδες επιτρέπει στο κόσμο να περνά πάνω από το ρυάκι ενώ προς το κέντρο το νερό λίμναζε κάτι που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τα παπάκια. Η ύπαρξή των τελευταίων μας κάνει να σκεφτούμε ότι η λιμνούλα είχε ένα πιο μόνιμο χαρακτήρα. Στη πλατεία οι Εδεσσαίοι συζητούν όρθιοι αλλά και ψωνίζουν από τους εμπόρους και αγωγιάτες που έφεραν εμπορεύματα με τα ζώα τους. Στο βάθος βλέπουμε τα απαραίτητα καφενεία ενώ δεξιά ανηφορίζει ο δρόμος, η σημερινή οδός Μοναστηρίου. Ηταν 15 Σεπτεμβρίου του 1848. Είναι άγνωστο πότε και πως καταστράφηκε αυτός ο πύργος. Θα πρέπει πάντως να συνέβη μετά το 1855 ίσως απο φωτιά που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τα παλαιότερα χρόνια.

Προσθήκη 05-01-2017
Μια πιο προσεκτική παρατήρηση δύο παλιών φωτογραφιών μας επέτρεψε να διακρίνουμε τον παλιό πύργο όπως ήταν στην πραγματικότητα. Η πρώτη φωτογραφία ελήφθη από τον Αρμένιο φωτογράφο Πωλ Ζέπτζι (Paul Zepdji) που είχε το εργαστήριο του στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζέπτζι τράβηξε πολλές φωτογραφίες το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Σ’αυτόν οφείλουμε την σειρά φωτογραφιών της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου και των διαφόρων σταθμών που κατασκευάστηκαν τότε. Αριστερά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του που ελήφθη από τον λόφο πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό (Καραμάν). Πρέπει να είναι του Ιουνίου 1894 όταν δηλ. πρωτοπέρασε το τρένο από την Εδεσσα. Στα δεξιά βλέπουμε λεπτομέρεια μιας φωτογραφίας του 1905/06 τραβηγμένη από τον Γάλλο φωτογράφο Βαν ντεν Μπρούλ (Alfred Van den Brule) λίγο πριν το κτίσιμο του νέου ρολογιού. Ο Γάλλος ελληνιστής και φωτογράφος περιηγήθηκε την Ελλάδα τα έτη 1905 – 1907 και στο τέλος του ταξιδιού του εξέδωσε το βιβλιο ‘Η Ελληνική Ανατολή’ (L’Orient Hellène) από όπου και η φωτογραφία. Και στις δυο φωτογραφίες φαίνεται καθαρά ο παλιός πργος του ρολογιού.

Λεπτομέρειες δυο φωτογραφιών, αριστερά του Ζέπτζι και δεξιά του Βαν ντεν Μπρουλ. Στη φωτογραφία του Ζέπτζι φαίνεται στο βάθος και ο μιναρές του τζαμιού Γαζί που βρισκόταν στα σημερινά δικαστήρια.

tzami-and-watch-tower3

Συμπαιρένουμε συνεπώς ότι το παλιό ρολόϊ δεν είχε καταστραφεί όπως υποθέσαμε αρχικά. Έστεκε εκεί και λειτουργούσε μέχρι το κτίσιμο του καινούργιου πύργου.Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να καινοτομίσουν κτίζοντας ένα νέο πύργο με ωροδείκτες αυτή τη φορά έτσι ώστε να είναι ορατή η ώρα κάθε στιγμή από όλη τη πόλη. Για την καλύτερη ορατότητα της ώρας επελέχθη το εξαγωνικό σχήμα με έξι καδράν που ήταν ορατά από παντού. Με σημερινές αναλογίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι το νέο ρολόϊ συνδύαζε τον ήχο και την εικόνα (κάτι σαν ήχος και φως).

Η πιο παλιά φωτογραφία με το καινούργιο ρολόϊ είναι του 1910 και δείχνει το νέο φρεσκοκτισμένο πύργο δίπλα στο Χουνκιάρ τζαμί. Παρατηρούμε ότι το τζαμί είχε δυο παρόμοιες εισόδους μια (αριστερά) προς τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου και μιαν άλλη προς την οδό Πέλλης.

Το νέο κομψό ρολόϊ και το όμορφο κτίσμα του τζαμιού Χουνκιάρ.

hounkiar-tzami

(Τέλος προσθήκης)

Ας δούμε όμως τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της κεντρικής (πάλαι ποτέ) πλατείας στο πέρασμα των αιώνων.

18ος και 19ος αιώνας: έτσι θα πρέπει να ήταν η μορφή της πλατείας από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα

Vogdena 15 Sept 1848-3.resized

Χειμώνας 1916-17: ποζάρουν στο μέσο της πλατείας δυο Αυστραλέζες: η γιατρός και επικεφαλής του νοσοκομείου εκστρατείας των εθελοντριών Σκωτσέζων στην Αρνισσα Αγκνες Μπένετ με την οδηγό της Μαίρη Μπέτφορντ (εδώ εδώ κι εδώ – και στα αγγλικά εδώ κι εδώ). Το ρυάκι διασχίζει ακόμη τη πλατεία αλλά είναι πολύ μικρότερο. Οι τρύπες στο έδαφος είναι μάλλον η προεργασία γα την τοποθέτηση των πασσάλων της ξύλινης κουπαστής.

Agnes Benett Kentriki Plateia

Τέλη 1917, το ρυάκι έχει εξαφανιστεί ενώ έχει τοποθετηθεί η κουπαστή για να ακουμπάνε και να ξεκουράζονται οι πεζοί

1Kentriki Plateia.resized

Δεκαετία του 1920: ο μιναρές βρίσκεται ακόμη στη θέση του και βλέπουμε αριστερά τις πρώτες κολόνες του ηλεκτρικού ρεύματος. Η ξύλινη κουπαστή έχει αφαιρεθεί.

Πλατεία Ελευθερίας 1918

Σήμερα, το ρολόι εχει χαθεί πίσω από τις πολυκατοικίες και η πλατεία έχει μεταμορφωθεί σε ένα απλό κι απρόσωπο σταυροδρόμι

Πλατεία Ελευθερίας σήμερα.resized

13. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη – τελευταίο μέρος

Ο τροχός της ζωής

Ο Μελέτιος μετά τις έντονες περιπέτειες και τα κυνηγητά βρίσκεται ελεύθερος αλλά χωρίς βιοποριστικές πηγές. Ζει πια χάρη στη φιλοξενία του προστάτη του Γάλλου προξένου και τα μαθήματα ελληνικών που του παραδίδει. Ετσι τίθεται στην υπηρεσία του προξένου και εμμέσως και στην υπηρεσία του κόμη Σουαζέλ-Γκουφφιέ. Σε επιστολή του Οκτωβρίου 1791 ο Κουζινερύ αναφέρει “ότι η αποστολή (δύο πράσινων κιόνων) θα γίνει το χειμώνα γιατί το καλοκαίρι υπάρχουν πολλοί Τούρκοι έξω τα βράδια και υπάρχει κίνδυνος να αποκαλυφτεί τόσο ο πωλητής όσο κι εγώ ενώ το χειμώνα δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Ο μητροπολίτης Βοδενών κι εγώ δεν παραμελούμε τίποτα για τις έρευνες που σας ενδιαφέρουν”. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Γάλλος πρέσβης γράφει στον Κουζινερύ ότι θα “ήθελα να εκφράσω την ευαρέσκειά μου στον μητροπολίτη Βοδενών για το ενδιαφέρον που δείχνει για την επιτυχή έρευνα των αρχαιοτήτων”.

Ακουαρέλα του 1789 που δείχνει τη φόρτωση των μαρμάρων του Σουαζέλ-Γκουφφιέ στη Κωνσαντινούπολη με προορισμό την Μασσαλία.

Aquarelle Hillaire 1789

Είναι ήδη τέλος του 1791. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 έχει σαρώσει απ’άκρη σ’άκρη τη Γαλλία και νέες ιδέες προβάλλουν στη Δύση. Ο δεύτερος ρωσοτουρκικός πόλεμος πλησιάζει στο τέρμα του. Ο Ιωσήφ ΙΙ της Αυστρίας, σύμμαχος της Αικατερίνης της Μεγάλης στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας, έχει ήδη κλείσει ειρήνη με τον σουλτάνο διαφυλάσσοντας τα λίγα κέρδη του πολέμου. Αισθάνεται ένα νέο κίνδυνο να έρχεται από δυσμάς με πρώτο θύμα την αδερφή του Μαρία Αντουανέττα. Η Μεγάλη Αικατερίνη από τη μεριά της δύσκολα θα μπορέσει να υλοποιήσει το μεγαλόπνοο σχέδιο του πρίγκηπα Ποτέμκιν για παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στεφανώνοντας αυτοκράτορα και συνεχιστή της αυτοκρατορίας τον εγγονό της Κωνσταντίνο στην Αγία Σοφία στη Κωνσαντινούπολη. Εχει ήδη κατακτήσει όλες τις βόρειες ακτές της Μαύρης θάλσσας μέχρι τον Δνείστερο ποταμό και αισθάνεται αρκετά ευχαριστημένη. Τον Ιανουάριο του 1792 θα κλείσει ειρήνη με τους Οθωμανούς στο Ιάσιο της (τότε) Μολδαβίας διασφαλίζοντας τα μεγάλα κέρδη της. Ο πράκτοράς της Λουίτζι Σωτήρης έχει καταφέρει να ξεσηκώσει τους Σουλιώτες που αρχίζουν την πολυετή αναμέτρηση με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων που θα τους οδηγήσει τελικά σε οδυνηρό ξεριζωμό. Ο νέος σουλτάνος Σελίμ Γ’ επιθυμούσε κι αυτός να τελειώσει τον πόλεμο που άρχισε ο προκάτοχός του Αμπντούλ Χαμίτ για να μεταρρυθμίσει την αυτοκρατορία που παράπαιε.

Ποια είναι η τύχη όμως των πρωταγωνιστών μας σε έναν κόσμο που σείεται; Ο πρέσβης Σουαζέλ-Γκουφφιέ θα αρνηθεί τις σημαντικές θέσεις που του προτείνει το νέο καθεστώς, Ρώμη, Βιέννη, Λονδίνο. Θέλει να παραμείνει στην ανατολή, στη Κωνσταντινούπολη. Η παθητική αντίσταση θα τον φέρει σε πλήρη ρήξη με τη νέα επαναστατική κυβέρνηση και θα αντικασταθεί το φθινόπωρο του 1792. Θα αναχωρήσει τελικά αρχές 1793 σαν φυγάς πάνω σε ένα άλογο εξόριστος στη Ρωσία. Στο δρόμο προς τη Πετρούπολη θα μάθει για τον αποκεφαλισμό του Λουδοβίκου του 16ου και της Μαρίας Αντουανέττας. Εκεί του παρέχει άσυλο η Μεγάλη Αικατερίνη και του προσφέρει εκτάσεις στη Λιθουανία. Ο Κουζινερύ θα κατηγορηθεί σαν εχθρός της Επανάστασης το 1792 από τους συμπατριώτες του της Θεσσαλονίκης και θα παυτεί από πρόξενος το 1793. Την επόμενη χρονιά θα καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο στη γενέτειρά του Μασσαλία και θα καταφύγει στα αδέλφια του στη Σμύρνη, κι αυτός ένας άλλος φυγάς. Και ο Μελέτιος, ο πρώτος φυγάς της ιστορίας μας; Ευρισκόμενος στο μέσον μιας τεράστιας καταιγίδας όπου χάνονταν τα στηρίγματά του θα εξομαλύνει τις σχέσεις του με την Μητέρα Εκκλησία. Θα υποβάλει στις 29 Αυγούστου 1792 στη Κωνσταντινούπολη το εξής γράμμα παραίτησης από τη θέση του Μητροπολίτη Βοδενών:

“Δια του παρόντος ενυπογράφου και εσφραγισμένου γράμματος η ταπεινότης η εμή δηλοποιεί ότι παραιτείται οικιοθελώς και απαραβιάστως της ελεηθείσης αυτή επαρχίας, αγιωτάτης μητροπόλεως Βοδενών, προς την κοινήν μητέρα / και ευεργέτιδα αγίαν Χ(ριστο)ύ Εκκλησίαν, φανερούσα τε και βεβαιούσα, ότι ουκ έχει εις το εξής μηδεμίαν / μετοχήν της επαρχίας εκείνης προσυποσχομένη τε άμα ότι ουδέποτε κινήσει αγωγήν τινα, ήτοι αμέσως ή / και εμμέσως εν όλη τη ζωή αυτής προς το επαναλαβείν την επαρχίαν ταύτην Βοδενών, ως αυθορμήτως / και εθελουσίως νυν παραιτουμένη της ρηθείσης επαρχίας προς την αγίαν του Χ(ριστο)ύ εκκλησίαν. Οθεν και / εις ένδειξιν της τοιαύτης οικειοθελούς παραιτήσεως αυτής, και απαραβιάστου απελευθερώσεως της αγιωτά/της Μητροπόλεως Βοδενών, ποτέ επαρχίας αυτής γέγραπται το παρόν ενυπόγραφον εσφραγισμένον της παρ/αιτήσεώς μου αποδεικτικόν γράμμα, και δέδοται προς την αγίαν του Χ(ριστο)ύ εκκλησίαν εις διηνεκή την βεβαίωσιν / ,αψsβ’ αυγούστου κθ’”

Η επιστολή παραίτησης βρέθηκε τελευταία στον κώδικα Θ’ , σελ. 33 του Οικουμενικού Πατριαρχείου χάρη στην έρευνα της κ. Δήμητρας Γαλανοπούλου. Ηταν άγνωστη μέχρι σήμερα και συμπληρώνει ένα μεγάλο κενό. Η επιστολή παραίτησης εξηγεί επίσης την έλλειψη πράξης καθαίρεσης του Μητροπλίτη Μελετίου. Απλά φαίνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ καθαίρεση αντίθετα με την πληροφορία που δίνει η Εκκλησιαστική Αλήθεια της 24ης Νοεμβρίου 1882 ότι δηλαδή “…πατριαρχούντος Νεοφύτου του από Μαρωνείας (ο Μελέτιος) καθηρέθη…”. Ενα ερώτημα για τους ειδήμονες φυσικά είναι πως εξελέγη Μητροπολίτης Βοδενών ο Επίσκοπος Ελυθερουπόλεως Τιμόθεος τον Αύγουστο του 1790 ελλείψει προηγούμενης απόφασης καθαίρεσης ή επιστολής παραίτησης του Μελετίου. Η επιστολή παραίτησης πάντως πιστοποιεί την αναθέρμανση των σχέσεων του Μελετίου με τον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’. Ο τελευταίος θα βρεθεί, με τη σειρά του, στο μάτι του κυκλώνα με την αναγκαστική παραίτησή του την 1η Μαρτίου 1794 απο τον πατριαρχικό θρόνο. Κύριος λόγος ήταν η αντίδραση “των εν Κωνσταντινουπόλει ενδημούντων αρχιερέων”, των κοινώς λεγομένων γερόντων, στην προσπάθεια του να αποπέμψει τους ζωηρότερους αρχιερείς στις εκκλησιαστικές επαρχίες. Μια περίπτωση από αυτές ήταν σίγουρα και αυτή του Μελετίου.

Οι παλιοί λέγανε ότι η ζωή είναι τροχός που μια σε ανεβάζει και μια σε κατεβάζει. Αυτό συνέβη και με όλους τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας. Ο Νεόφυτος εκλήθη πάλι το 1798 στον πατριαρχικό θρόνο. Τρεις μήνες πριν από τη λήξη της δεύτερης θητείας, τον μήνα Μάρτιο του 1801 “…οι ενδημούντες αρχιερείς και αδεία του παναγιωτάτου και σεβασμιωτάτου ημών αυθέντου και δεσπότου του οικομενικού πατριάρχου κυρίου Νεοφύτου συνελθόντες εν τω πανσέπτω πατριαρχικώ ναώ του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου και ψήφους κανονικάς προβαλλόμενοι εις εύρεσιν και εκλογήν αξίου και αρμοδίου προσώπου του αναδεξομένου την αρχιερατικήν προστασίαν και ποιμαντικήν ράβδον της αγιωτάτης ταύτης μητροπόλεως (σημ. Νεοκαισαρείας και Ιναίου) πρώτον μεν εθέμεθα τον πανιερώτατον μητροπολίτην πρώην Βοδενών, συνάδελφον ημών αγαπητόν κυρ Μελέτιον…”. Έτσι ο Μελέτιος θα επανεκλεγεί μητροπολίτης, στη Νεοκαισάρεια του Πόντου αυτή τη φορά. Τελευταία γραπτή μαρτυρία που τον αφορά είναι η συμμετοχή του ως Μητροπολίτη Καισαρείας της Καπαδοκίας πλέον στην εκλογή του Θεοδοσίου στη Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου το 1818. Στη Καισάρεια της Καπαδοκίας “θα εκμετρήσει τον βίον του” όπου και θα ταφεί.
Ο Κουζινερύ θα επανέλθει στη Γαλλία μετά την Παλινόρθωση και την παραγραφή των πράξεων του επαναστατικού καθεστώτος από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και θα ονομαστεί ξανά πρόξενος στη Θεσσαλονίκη το 1814. Θα συνταξιοδοτηθεί το 1819 και θα αρχίσει τη συγγραφή βιβλίων και δοκιμίων στο Παρίσι. Θα γίνει ακαδημαϊκός και θα αναγνωριστεί ως ένας από τους κορυφαίους νομισματολόγους της εποχής. Θα αφήσει τη τελευταία του πνοή τον Ιανουάριο του 1833 στο Παρίσι. Ο κόμης Σουαζέλ-Γκουφφιέ θα επανέλθει κι αυτός στη Γαλλία του Ναπολέοντα και θα ξοδέψει μιαν άλλη περιουσία για να συγκεντρώσει τα αγαπημένα του μάρμαρα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Θα τα μεταφέρει στο Παρίσι με στόχο να κτίσει ένα ειδικό μουσείο γι αυτά. Θα ξαναβρεί το τίτλο του ακαδημαϊκού και θα συνεχίσει την έκδοση των άλλων τόμων του βιβλίου του “Γραφικό ταξίδι στην Ελλάδα”. Θα κλείσει τα μάτια του το 1817.

Ένας γιος μικροαστού δικηγόρου της Μασσαλίας που έγινε πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, ένας πλούσιος Γάλλος αριστοκράτης που έγινε πρέσβης στη Κωνσταντινούπολη και ένας φτωχός Κώος που έγινε μητροπολίτης Βοδενών, συνέδεσαν απρόβλεπτα τις τύχες τους για λίγο σε μια εποχή κοσμοϊστορικών ανακατατάξεων και τριγμών που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας. Είναι από τα παιχνίδια που παίζει καμιά φορά η ζωή και μοιάζουν σαν παραμύθια.

12. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η καταδίωξη του Μητροπολίτη Μελετίου στη Θεσσαλονίκη

Το τάγμα των Λαζαριστών μοναχών ιδρύθηκε to 1625 στη Γαλλία από τον Βενσάν ντε Πώλ (Vincent de Paul) με στόχο τη περίθαλψη και διακονία των πτωχών και κατατρεγμένων. Η Καθολική εκκλησία τον έχει ανακηρύξει Άγιο (Saint Vincent de Paul). Η πρώτη έδρα των μοναχών ήταν ένα παρεκκλήσι της περιοχής Σαιν Λαζάρ (Saint Lazare) δίπλα στο Ι.Ν. του Αγίου Λαζάρου στο Παρίσι. Από εκεί προέρχεται και το όνομά τους. Οι Λαζαριστές έρχονται στη Θεσσαλονίκη το 1783 και εγκαθίστανται στον ναό που έχουν ήδη ανεγείρει οι Ιησουίτες μοναχοί το 1742 στην εσωτερική αυλή του γαλλικού προξενείου στην οδό Φράγκων (Φραγκομαχαλάς). Στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο βρισκόταν τότε και η γαλλική προξενική κατοικία που επικοινωνούσε με τον αυλόγυρο. Ο παλιός ναός με την προξενική κατοικία και οι γειτνιάζουσες οικοδομές καταστράφηκαν το 1839 από μια μεγάλη πυρκαγιά. Ο ναός ξαναχτίστηκε το 1899 ακριβώς στην ίδια θέση σε σχέδια του περίφημου αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι. Σ’αυτό το τετράγωνο θα στηθεί το καλοκαίρι του 1790 το σχέδιο για τη σύλληψη του Μελετίου. Ας σημειωθεί ότι η Μονή Λαζαριστών που βρίσκεται στη Σταυρούπολη και η οποία ιδρύθηκε έναν αιώνα αργότερα δεν έχει καμμιά σχέση με τα γεγονότα της περιόδου στην οποία αναφερόμαστε.

Αριστερά σημερινή φωτογραφία του τετραγώνου όπου βρίσκονταν τον 18ο αιώνα το γαλλικό προξενείο, η προξενική κατοικία και ο καθολικός ναός των Λαζαριστών στο κέντρο της εσωτερικής αυλής μεταξύ των οδών Φράγκων και Καθολικών στη Θεσσαλονίκη. Μέσα στον κύκλο βρίσκεται ο νέος ναός στο ίδιο ακριβώς σημείο. Το βέλος δείχνει την μοναδική είσοδο στον αυλόγυρο του ναού. Στη διπλανή φωτογραφία η είσοδος όπως είναι σήμερα.

Kath Ekklisia kai Eisodos.resized

Τα γεγονότα, όπως τα περιγράφει ο Κουζινερύ στην απαντητική επιστολή προς τον πρέσβη, ειναι καταιγιστικά θυμίζοντας αστυνομικό μυθιστόρημα. Ενας ιερωμένος, πατριαρχικός έξαρχος, στέλλεται από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει στη σύλληψη του Μητροπολίτη Βοδενών. Ο έξαρχος πληροφορείται ότι ο Μελέτιος κρύβεται στο πρεσβυτέριο των Λαζαριστών, δηλαδή στο σύνηθες οίκημα δίπλα από τους ναούς όπου διαμένουν οι (άγαμοι) καθολικοί ιερείς. Οργανώνεται λοιπόν ένα σχέδιο παγίδευσης του Μελετίου μέσα στο συγκρότημα του καθολικού ναού. Το σχέδιο προβλέπει την είσοδο δύο ατόμων για την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης: του πατριαρχικού εξάρχου και ενός δικαστικού λειτουργού κατόπιν συνεννοήσεως με τον δικαστή της πόλης. Ο αυλόγυρος στον οποίο βρίσκεται ο καθολικός ναός έχει μια και μοναδική είσοδο που ελέγχεται από τους ιερείς του ναού. Ο έξαρχος για να μπει στο πρεσβυτέριο θα προσποιηθεί ότι είναι ένας γνωστός του Μελετίου που ήρθε να γευματίσει μαζί του. Ο οθωμανός δικαστικός θα εισέλθει λίγο αργότερα χρησιμοποιώντας επίσημο φιρμάνι. Το σχέδιο προβλέπει ότι ο δικαστικός θα παρουσιαστεί την ώρα που ο έξαρχος θα παίρνει το γεύμα του με τον Μελέτιο. Ο Μελέτιος θα βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπος με τον δικαστικό την ώρα του φαγητού και μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά θα παραδοθεί: “Ο έξαρχος έχοντας μάθει ότι ο μητροπολίτης κρυβόταν στους Λαζαριστές προσποιήθηκε ότι ήταν φίλος του και έτσι μπήκε στο πρεσβυτέριο. Το σχέδιό του ήταν να φέρει τον μητροπολίτη πρόσωπο με πρόσωπο με ένα δικαστικό λειτουργό έτσι ώστε να αναγκαστεί να παραδοθεί”. Ολα βαίνουν όπως έχουν σχεδιαστεί με μια μόνο διαφορά. Ο Μελέτιος την τελευταία στιγμή υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά και εξαφανίζεται λίγο πριν κάνει την εμφάνισή του ο οθωμανός δικαστικός. Όπως η προξενική κατοικία του Κουζινερύ ήταν δίπλα στη Μονή ο δικαστικός υποψιάζεται ότι ο Μελέτιος διέφυγε στη προξενική κατοικία του Κουζινερύ όπου κρυβόταν παλιότερα. Δικαιολογείται στους ιερείς ότι έχει γίνει κάποιο λάθος και ζητά αμέσως να επισκεφτεί την προξενική κατοικία. “Ο δικαστικός παρουσιάστηκε στο πρεσβυτέριο όπου επρόκειτο να γευματίσει ο μητροπολίτης με τον έξαρχο αλλά δεν μπόρεσε τελικά να τον δει. Το όργανο της τάξης αφού δικαιολογήθηκε ότι είχε κάνει λάθος θέλησε να έλθει να μου μιλήσει στο σπίτι μου”. Και ο Κουζινερύ συνεχίζει “Τον έφεραν στο σπίτι μου και εκεί μου έδειξε ένα φιρμάνι και το γράμμα της Εξοχότητάς Σας. Του πρόσφερα να κοιτάξει παντού στο σπίτι μου, όχι γιατί είχα υποχρέωση, αλλά για να πείσει τον ανώτερό του που υποψιαζόταν ότι τον έκρυβα εγώ. Ο δικαστικός αποσύρθηκε χωρίς άλλες διατυπώσεις. Αργότερα ο Μουλάς μου έδωσε μια γραπτή βεβαίωση ότι ο μητροπολίτης δεν ήταν στο σπίτι μου”. Κλείνοντας το γράμμα ο Κουζινερύ διαβεβαιώνει τον πρέσβη ότι ο “μητροπολίτης έχει διάφορες κρυψώνες”.

Ο Μελέτιος κατορθώνει λοιπόν να ξεφύγει από την παγίδα που του έχουν στήσει και με την βοήθεια του Κουζινερύ και την ηθική συμπαράσταση του πρέσβη συνεχίζει να κρύβεται από τις οθωμανικές και εκκλησιατικές αρχές για πολλούς ακόμη μήνες. Τη συνέχεια της υπόθεσης θα την μάθουμε από μιαν άλλη επιστολή του Κουζινερύ προς τον πρέσβη που έγραψε ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 1791: “Ο μητροπολίτης Βοδενών πέρασε πολλούς μήνες εκτός της οικίας μου και δεν ήταν εδώ όταν ο απεσταλμένος του Πατριάρχη με επισκέφτηκε. Αφού ο Πατριάρχης είχε εκλέξει άλλον στα Βοδενά και αφού ο τέως μητροπολίτης είχε απογυμνωθεί του τίτλου του και μπορούσε πλέον να περιφέρεται ελεύθερα αποφάσισα να τον υποδεχτώ στο σπίτι μου σαν φίλο και σαν δάσκαλο των ελληνικών”. Σύμφωνα με τον πρόξενο έχει εκλεγεί κάποιος άλλος τώρα Μητροπολίτης Βοδενών και ο Μελέτιος μπορούσε πλέον να κυκλοφορέι ελεύθερα κι έτσι τον φιλοξενεί στο σπίτι του σαν δάσκαλο των ελληνικών. Δυστυχώς δεν δίνει την ημερομηνία της εκλογής του διαδόχου του. Σύμφωνα με τα έως σήμερα γνωστά στοιχεία τον αύγουστο του 1790 το Πατριαρχείο εξέλεξε τον Τιμόθεο στη θέση του Μελετίου αν και στους επισκοπικούς καταλόγους της Ι. Μ. Εδέσσης κ Πέλλης παρεμβάλλεται κατά παράδοξο τρόπο και κάποιος Μητροπολίτης Νεκτάριος μεταξύ τους. Στην ίδια επιστολή ο Κουζινερύ θα ζητήσει έμμεσα την διαμεσολάβηση του πρέσβη Σουαζέλ-Γκουφφιέ στον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’ πλέκοντας το εγκώμιο του Μελετίου: “Το ταλέντο και η ποιότητα του ανδρός με έκαναν να ενδιαφερθώ για την τύχη του. Είμαι πεπεισμένος ότι ο Πατριάρχης δεν θα αρνιόταν στην Εξοχότητά Σας να του χορηγήσει αμνηστία και συγχώρεση των λαθών που όμως δεν έκανε αν κρίνουμε από την έκφραση της λύπης του λαού των Βοδενών. Κάνω αυτή τη παράκληση γιατί γνωρίζω την εκτίμηση που τρέφει η Εξοχότητά Σας στα άτομα που καλλιεργούν τα γράμματα όπως ο μητροπολίτης Βοδενών και που είναι άψογοι. Εάν όμως η Εξοχότητά Σας κρίνει ότι δεν πρέπει να φιλοξενώ τον μητροπολίτη τότε θα τον προτρέψω να πάει στη Κωνσταντινούπολη να συναντήσει τους γονείς του όπως επιθυμεί. Αλλά η πρώτη του επιθυμία είναι να μείνει μακριά από τον άνθρωπο που άδικα έγινε ο εχθρός του.” Ο Κουζινερύ φαίνεται πεπεισμένος ότι ο Μελέτιος είναι αθώος για τις κατηγορίες που έχουν εκτοξευτεί εναντίον του και τις οποίες υιοθέτησε ο Νεόφυτος Ζ’. Δυστυχώς δεν αναφέρει τι κατηγορίες μπορεί να είναι αυτές. Ο λαός όμως των Βοδενών φαίνεται ότι έχει μετανιώσει και εκφράσει τη λύπη του πράγμα που κατά τον Κουζινερύ αποδεικνύει ότι είναι αθώος για τα σφάλματα που του προσάπτουν.

Η Ροτόντα που ονομάζει Ιερό των Καβείρων ο Κουζινερύ στο βιβλίο του

Rotonda Cousinery.resized

Στο επόμενο: Η Γαλλική Επανάσταση βάζει τέλος στη συνεργασία των τριών – Η παραίτηση του Μελετίου – Ο τροχός της ζωής

11. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η διαφυγή του Μητροπολίτη Μελετίου από την Έδεσσα

Είναι γνωστό ότι από την περίοδο της Άλωσης, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ είχε παραχωρήσει προνομιακό καθεστώς στην Εκκλησία με το οποίο ο Πατριάρχης και το περιβάλλον του θεωρήθηκαν συνεχιστές της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης. Αναγνωρίστηκε στην Εκκλησία η νομική θέση θρησκευτικής κοινότητας (millet) καθιστώντας τον Πατριάρχη προσωπικά υπεύθυνο έναντι του σουλτάνου για τη σχετικά ανεξάρτητη διοίκησή της. Ο εκάστοτε Πατριάρχης παραλάμβανε με την ενθρόνισή του από τον σουλτάνο τη βακτηρία σαν σύμβολο της αναγνώρισής του ως θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη (millet-bashi) όλης της ορθόδοξης κοινότητας. Η εξουσία του Πατριάρχη εκτεινόταν στη πλήρη αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας και στην ανεξάρτητη διαχείρηση όλων των υποθέσεων των ορθοδόξων. Ο Σουλτάνος θεωρούσε τον Πατριάρχη ως άμεσο υφιστάμενό του που διόριζε και έπαυε κατά βούληση (Δ. Γαλανοπούλου, “Νεόφυτος Z’ και το έργο του”). Μέσα σ’αυτό το γενικό πλαίσιο θα πρέπει να τοποθετήσουμε και την επόμενη επιστολή του Γάλλου πρέσβη προς τον Κουζινερύ στις αρχές Ιουλίου 1990: “Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ανέφερε στην Υψηλή Πύλη ότι ο Μητροπολίτης Βοδενών το έσκασε (s’était enfui) από τη Μητρόπολή του μη υπακούοντας στις διαταγές του Σουλτάνου να έρθει και να δώσει εξηγήσεις (στον Πατριάρχη) για την διοίκησή του και ότι βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Ο επίσκοπος αυτής της πόλης (δηλ. Θεσσαλονίκης) έγραψε στον Πατριάρχη ότι ο Μητροπολίτης (Βοδενών) βρήκε άσυλο στην οικία σας. Ο Πατριάρχης ζήτησε από την Πύλη να επέμβω και να απαιτήσω την παράδοση του Μητροπολίτη Βοδενών στον επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Η Υψηλή Πύλη με παρακάλεσε να δώσω συνέχεια στο αίτημα του Πατριάρχη”. Τα γεγονότα είναι εντυπωσιακά. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος φεύγει εσπευσμένα για κάποιο λόγο από την Έδεσσα και εξαφανίζεται. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ανακαλύπτει ότι κρύβεται στο σπίτι του Γάλλου προξένου Κουζινερύ και ειδοποιεί τον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’ που ανέλαβε παριαρχικά καθήκοντα το 1789 μετά την απομάκρυνση του Προκοπίου. Ο Πατριάρχης ζητά από τον Σουλτάνο να παρέμβει ζητώντας από τις γαλλικές διπλωματικές αρχές την παράδοση του Μελετίου στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Η παρέμβαση της Υψηλής Πύλης στον πρέσβη πραγματοποιείται και έτσι ο πρέσβης στέλνει την παραπάνω επιστολή στον Κουζινερύ. Το γεγονός όμως ότι “ο Μητροπολίτης Βοδενών το έσκασε από τη Μητρόπολή του μη υπακούοντας στις διαταγές του Σουλτάνου” σημαίνει ότι ο Πατριάρχης είχε προσκαλέσει σε πρώτο στάδιο – και μέσα στα πλαίσια του αυτοδιοίκητου της Εκκλησίας – τον Μελέτιο να παρουσιαστεί στο Πατριαρχείο για να δώσει εξηγήσεις για ένα θέμα το οποίο μας είναι άγνωστο. Ο Μελέτιος προφανώς αγνόησε την πρόσκληση πράγμα που ανάγκασε το Πατριαρχείο να ζητήσει τη συνδρομή του Σουλτάνου για να προσαχθεί αναγκαστικά στη Κωνσταντινούπολη. Όταν ο Μελέτιος έλαβε γνώση της διαταγής του Σουλτάνου για άμεση προσαγωγή του στο Πατριαρχείο εγκαταλείπει εσπευσμένα την Έδεσσα και εξαφανίζεται “μη υπακούοντας στις διαταγές του Σουλτάνου να έρθει και να δώσει εξηγήσεις για την διοίκησή του”. Ο Πατριάρχης όμως ενημερώνεται κάποια στιγμή από τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ότι ο Μελέτιος κρύβεται στο σπίτι του Γάλλου προξένου, δηλαδή ενός ξένου διπλωμάτη, και αναγκάζεται να ζητήσει εκ νέου τη συνδρομή του Σουλτάνου. Το αίτημα προς τον Υχηλή Πύλη τώρα είναι να γίνει η αναγκαία παρέμβαση στον Γάλλο πρέσβη έτσι ώστε ο Γάλλος πρόξενος Θεσσαλονίκης να παραδώσει τον Μελέτιο στον Μητροπολίτη της πόλης αυτής: “Ο Πατριάρχης ζήτησε από την Πύλη να επέμβω και να απαιτήσω να παραδώσετε τον Μητροπολίτη Βοδενών στον επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Η Υψηλή Πύλη με παρακάλεσε να δώσω συνέχεια στο αίτημα του Πατριάρχη”. Ο Μελέτιος λοιπόν αναζητείται για να λογοδοτήσει ενώπιον του Πατριάρχη. Η συνδρομή του σουλτάνου ζητείται απλά και μόνο για την διευκόλυνση της προσαγωγής του στο Πατριαρχείο. Και ο Γάλλος πρέσβης συνεχίζει: “Σας υπενθυμίζω ότι ένας υποτελής της Αυτού Μεγαλειότητας που αρνείται να εκτελέσει τις διαταγές του δεν μπορεί να βρίσκει στις οικίες μας την ευκολία διαφυγής από την εξουσία του Άνακτoς. Αυτή η αρχή που σίγουρα σας είναι γνωστή δεν θα σας επέτρεπε παρά να δώσετε ένα προσωρινό άσυλο στον κύριο Μητροπολίτη των Βοδενών”. Από τη τελευταία φράση καταλαβαίνουμε ότι ο πρέσβης δεν κρατά κακία στο πρόξενο για την παροχή ασύλου στον μητροπολίτη, αρκεί το άσυλο να είναι προσωρινό. Θυμάται σίγουρα ότι ένα ανάγλυφο της συλλογής του ήταν έμμεσα δώρο του Μητροπολίτη Βοδενών. Δεν είναι δυνατόν όμως οι διπλωματικές κατοικίες να γίνονται άσυλο επί μακρόν ιδιαίτερα σε άτομα που είναι ανυπάκουα στις εντολές του Σουλτάνου. Κάνοντας έμμεση αναφορά στις σχέσεις του Κουζινερύ με τον Μελέτιο τονίζει ότι “το οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον δεν θα πρέπει να εξυπηρετείται με αντίθεση στις διαταγές της Αυτού Μεγαλειότητας. Φαντάζομαι ότι μόλις λάβετε αυτή την επιστολή (ο Μητροπολίτης) θα έχει ήδη υπακούσει ή θα έχει ψάξει αλλού για άσυλο”. Με άλλα λόγια ο Μελέτιος πρέπει είτε να υπακούσει στις εντολές του Σουλτάνου και να παραδοθεί στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ή να βρεθεί άλλος κρυψώνας εκτός της προξενικής κατοικίας.

Η Αψίδα του Γαλερίου σε λιθογραφία του Λουΐ Φωβέλ από το βιβλίο του Κουζινερύ – που λανθασμένα ονομάζει Αψίδα του Μ. Κωνσταντίνου – στα τέλη του 18ου αιώναΠύλη Γαλερίου Κουζινερύ

Η πρεσβευτική επιστολή έχει ημερομηνία 6 Ιουλίου 1790. Αυτό σημαίνει ότι το πρωταρχικό συμβάν που κίνησε όλη αυτή τη χρονοβόρα διαδικασία έγινε πολύ νωρίτερα. Δεν γνωρίζουμε πότε έγινε η πρώτη πρόσκληση απο τον Πατριάρχη στον Μελέτιο ούτε πότε δραστηριοποιήθηκαν οι οθωμανικές αρχές. Ούτε φυσικά πόσο χρόνο έμεινε κρυμμένος στην οικία του Γάλλου προξένου πριν το αντιληφτεί ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Φαίνεται βέβαια ότι στις 6 Ιουλίου 1790, ημερομηνία της επιστολής του πρέσβη, ο Μελέτιος φέρει ακόμη τον τίτλο του Μητροπολίτη Βοδενών. Ενδιαφέρον προκαλεί επίσης το γεγονός ότι ο Μελέτιος την δύσκολη εκείνη στιγμή δεν προστρέχει σε έναν άλλο μητροπολίτη ή έστω σε έναν προεστό ή κοτζαμπάση της ορθόδοξης κοινότητας. Ίσως γιατί η αιτία των προβλημάτων του να ήταν τέτοια που δεν θα επέτρεπε επαρκή προστασία έναντι του Πατριαρχείου και των οθωμανικών αρχών. Προστρέχει σε ένα καθολικό Γάλλο διπλωμάτη η οικία του οποίου αποτελεί άσυλο. Πέραν της πολύ στενής σχέσης που απαιτείται με τον Γάλλο διπλωμάτη, η κίνηση αυτή έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα. Σαν καθολικό, τον Κουζινερύ δεν τον αφορούν τα εσωτερικά της ορθόδοξης εκκλησίας έστω κι αν η σύζυγός του είναι μέλος της ορθόδοξης κοινότητας. Αν λοιπόν το πρόβλημα ήταν εκκλησιαστικής φύσεως ο Κουζινερύ θα κρατούσε μια ουδέτερη, μια αδιάφορη στάση. Κι έπειτα σαν διπλωμάτης είχε μεγαλύτερες δυνατότητες απόκρυψης και προστασίας έναντι των οθωμανικών αρχών. Γιατί όμως ένας Γάλλος πρόξενος να διακινδυνεύσει τη φήμη και το κύρος της χώρας του για χάρη ενός μητροπολίτη μιας μικρής πόλης; Ισως εκτός από την μεγάλη εκτίμηση προς το πρόσωπό του Μητροπολίτη να είχε και κάποια υποχρέωση προς αυτόν. Θα μπορέσει όμως τελικά ο Μελέτιος να ξεφύγει από τους διώκτες του;

Στο επόμενο: Η καταδίωξη του Μητροπολίτη Μελετίου στη Θεσσαλονίκη

10. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Οι σχέσεις του Κουζινερύ με τον Μητροπολίτη Βοδενών Μελέτιο

Ο Κόμης Σουαζέλ-Γκουφφιέ καταφτάνει το 1784 σαν νέος πρέσβης στη Κωνσταντινούπολη με μια αρμάδα επιστημόνων, σχεδιαστών και καλλιτεχνών και εγκαθίσταται στο περίφημο Παλάτι της Γαλλίας (Πρεσβεία της Γαλλίας στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης). Όπως πολύ εύστοχα θα παρατηρήσει κάποιος “έμοιαζε περισσότερο με επιστημονική παρά με διπλωματική αποστολή”.

Η πρεσβεία της Γαλλίας στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, η επονομαζόμενη και “Παλάτι της Γαλλίας”, σε ζωγραφικό πίνακα της εποχής

Πρεσβεία Γαλλίας

Λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, συγγραφέας ενός μπεστ-σέλερ που συγκίνησε τη Δύση, έχει μεγάλη αδυναμία σε αρχαία μάρμαρα, αγάλματα, ανάγλυφα και επιγραφές. Τα λεφτά δεν είναι πρόβλημα γι αυτόν αφού κατάγεται από πλουσιότατη οικογένεια. Οργανώνει έτσι ένα δίκτυο ανθρώπων για την ανεύρεση και αγορά αρχαιοτήτων. Τον πρωτεύοντα ρόλο στην ανεύρεση τους θα παίξει ο σχεδιαστής και ζωγράφος Λουί Φωβέλ (Louis Fauvel) που τον είχε βοηθήσει και στο βιβλίο του. Οταν η αγορά αρχαίων μαρμάρων δεν είναι δυνατή λόγω της άρνησης του Σουλτάνου να δώσει την απαραίτητη άδεια – όπως του συνέβη στη περίπτωση των μαρμάρων του Παρθενώνα πολύ πριν από τον Έλγιν – ο Φωβέλ θα σταλεί στην Αθήνα να φτιάξει γύψινα εκμαγεία. Στο δίκτυο των έμπιστων ανθρώπων ο Γάλλος πρέσβης θα βάλει προοδευτικά και τους προξένους της Γαλλίας σε Αθήνα, Σμύρνη και Θεσσαλονίκη.

Ετσι τον Μάιο του 1787, λίγο μετά την προαγωγή του σε γενικό πρόξενο της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, ο Κουζινερύ θα λάβει μιαν αναπάντεχη επιστολή από τον προϊστάμενό του πρέσβη. Το περιεχόμενο της ξεφεύγει από το καθαρά υπηρεσιακό ύφος (όλες οι επιστολές από G. Koutzakiotis “A la recherche du Royaume antique”): “Γνωρίζω ότι έχετε μια ειδική ευαισθησία για τις αρχαιότητες όπως κι εγώ. Θα ήταν άραγε αδιακρισία εκ μέρους μου αν σας παρακαλούσα να μοιραστείτε μαζί μου τα ευρήματα των ερευνών σας;” Ο πρέσβης παρότι βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη από το 1784 παίρνει την πρωτοβουλία να γράψει στον Κουζινερύ τρία χρόνια αργότερα, όταν δηλ. ο τελευταίος αναλαμβάνει επισήμως καθήκοντα γενικού προξένου και γίνεται άμεσα υφιστάμενος του. Αναφερόμενος στο ενδιαφέρον του Κουζινερύ για τις αρχαιότητες υπαινίσσεται τη γνωριμία τους τον Οκτώβριο του 1776 στη Θεσσαλονίκη. Ο νεαρός Σουαζέλ-Γκουφφιέ θα έμαθε τότε για τις γνώσεις και το ενδιαφέρον του Κουζινερύ για τα αρχαία νομίσματα. Δεν αποκλείεται μάλιστα ο τελευταίος να του είχε μιλήσει και για τη Πέλλα που μόλις είχε ανακαλύψει. Θα μπορούσε λοιπόν να γίνει ένας ιδανικός συνεργάτης του στην ανεύρεση, αγορά και αποστολή μαρμάρων από τη Μακεδονία. Στη συνέχεια της επιστολής υπογραμμίζει το ενδιαφέρον του για “πολύτιμα μάρμαρα όπως αγάλματα και κομμάτια αγαλμάτων, κίονες από πορφυρό ή πράσινο μάρμαρο ή από γρανίτη” και τον παρακαλεί να βοηθήσει στον εμπλουτισμό της συλλογής του. Σε ότι αφορά το κόστος “κρατείστε ένα κατάλογο με τα έξοδα που θα κάνετε και ενημερώστε με για τον τρόπο να σας αποπληρώσω. Μόνο μ’αυτόν τον όρο θα μπορούσα να δεχτώ τις υπηρεσίες σας”.

Ο Κουζινερύ του απαντά αμέσως, τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, και του υπόσχεται να κάνει ο,τι μπορεί για να ικανοποιήσει την επιθυμία του πρέσβη. Άλλωστε αμφότερες οι επιθυμίες είναι απόλυτα συμβατές και συμπληρωματικές: ο πρέσβης ψάχνει για μάρμαρα κι αυτός για νομίσματα. “Σε κάθε ευκαιρία θα προσπαθήσω να σας φανώ χρήσιμος” του απαντά. “Από την πρώτη μέρα της άφιξής μου στη Θεσσαλονίκη συνεχίζω τη μελέτη των νομισμάτων και έχω ήδη μια συλλογή αρκετά μεγάλη. Ελπίζω οι συνεχείς έρευνές μου να οδηγήσουν και στην ανεύρεση αρχαιοτήτων που επιθυμεί η Εξοχότητά Σας”. Πράγματι θυμόμαστε ότι ο Κουζινερύ σε επιστολή του προς τον διάσημο νομισματολόγο Ζοζέφ Εκέλ είχε αναφέρει, πριν ακόμη γίνει πρόξενος, ότι η συλλογή του μετρούσε ήδη 5000 αρχαία νομίσματα. Σε ένδειξη καλής θελήσεως μάλιστα προς τον πρέσβη τον πληροφορεί ότι θα του στείλει αμέσως ένα ανάγλυφο μάρμαρο, δυο μικρά αγάλματα και μια μπρούτζινη προτομή του Αδριανού που έχει ήδη στη κατοχή του. Επειδή πρόκειται για δώρα που του έχουν ήδη προσφερθεί τα στέλνει κι αυτός στον πρέσβη δωρεάν.“Το ένα άγαλμα παρουσιάζει την Ουράνια Αφροδίτη και το άλλο τον Ποσειδώνα. Η Αφροδίτη προέρχεται από την Αίγυπτο, ο Ποσειδώνας και η προτομή του Αδριανού από τη Σμύρνη”. Από πού προέρχεται όμως το ανάγλυφο; “Δέχτηκα πριν λίγο καιρό από τον Μητροπολίτη Βοδενών, την αρχαία Έδεσσα, ένα ανάγλυφο που δείχνει τέσσερα πρόσωπα καθισμένα γύρω από ένα τραπέζι”. Είναι Ιούνιος 1787 και – πληροφορούμαστε – ότι ο Κουζινερύ όχι μόνο γνώριζε καλά τον Μελέτιο αλλά ότι έχει δεχτεί από αυτόν και δώρο ένα αρχαίο ανάγλυφο. Μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε οτι ο Κουζινερύ έχει πάει κι άλλες φορές στην Έδεσσα κι έχει γνωριστεί και με τον διάδοχο του Γερμανού, Μελέτιο, ο οποίος είναι ήδη Μητροπολίτης Βοδενών από το 1782. Εκτός του ότι μια τέτοια γνωριμία εξυπηρούσε τα άμεσα συμφέροντά του, αφού η Πέλλα βρίσκόταν στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Βοδενών, είναι πιθανόν να εντυπωσιάστηκε από τη μόρφωση του Μελετίου, την ενεργητικότηατα και τον ενθουσιασμό του. Ο Μελέτιος με τη σειρά του θα βρήκε στο πρόσωπο του Γάλλου διπλωμάτη έναν αξιόλογο συνομιλητή και θα εκτίμησε τις γνώσεις και το ενδιαφέρον του για την αρχαία ελληνική τέχνη και ιστορία. Θα πρέπει να υπήρξε μια αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση.

Η αναφορά όμως σε ανάγλυφο μας κάνει να σκεφτούμε την επίσκεψη του Κουζινερύ στη Πέλλα μερικά χρόνια πρωτύτερα. Τότε εντυπωσιάστηκε από “ένα ανάγλυφο που είδα σε τοίχο της νέας εκκλησίας” η οποία είχε αναγερθεί αργότερα στη θέση του παλιού και ερειπωμένου ναού.

Το περίφημο ανάγλυφο με τους ηθοποιούς που ετοιμαζονται για μια θεατρική παράσταση

Ανάγλυφο εκκλησίας πέλλας

Ο νεαρός Γάλλος αρχαιολόγος Ντελακουλόνς, που όπως έχουμε ήδη αναφέρει έκανε μια μεγάλη περιοδεία στη Μακεδονία το 1855 ακολουθώντας τα βήματα του Κουζινερύ, περνώντας από την Πέλλα δεν έχασε την ευκαιρία να επισκεφτεί και τον ναό με το εντοιχισμένο ανάγλυφο που παρουσίασε ο Κουζινερύ στο βιβλίο του. Μας πληροφορεί ότι κατά την ανοικοδόμηση του ναού “είχαν διατηρήσει τον πτυχωτό κίονα που στήριζε την Αγία Τράπεζα. Το ανάγλυφο όμως που ήταν εντοιχισμένο στη νέα εκκλησία είχε εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια”. Κάποιοι λοιπόν είχαν αφαιρέσει το ανάγλυφο από τον τοίχο της εκκλησίας. Τι αναπαριστούσε το ανάγλυφο; “Η διάταξη των προσώπων και το ντεκόρ θυμίζει ένα μωσαϊκό και μια τοιχογραφία στη Πομπηΐα. Πρόκειται για ηθοποιούς στο χορήγιον ενός θεάτρου, το μέρος πίσω από την αυλαία όπου προετοιμάζονταν οι ηθοποιοί πριν αρχίσουν μια θεατρική παράσταση”. Πράγματι, παρατηρούμε ότι αυτός που κάθεται στο κέντρο και δεξιά βοηθά τον καθισμένο στη πολυθρόνα ηθοποιό, που ανασηκώνει ελαφρά τον χιτώνα του, να του δέσει κάτι στα πόδια (κορδέλες σανδαλιών;). Οι άλλοι, καθήμενοι ή όρθιοι, φαίνονται συγκεντρωμένοι, αναλογιζόμενοι ίσως τους ρόλους τους πριν αρχίσει η παράσταση. Το ανάγλυφο ήταν σημαντικό και επιβεβαιώνει ότι το θέατρο στη Πέλλα ήταν αρκετά δημοφιλές. Φιλοξενήθηκαν άλλωστε εκεί οι διασημότεροι καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο ποιητής και μαθητής του Σωκράτη Αγάθωνας και ο Ευριπίδης. Ο τελευταίος μάλιστα άφησε και τη τελευταία του πνοή στη Μακεδονία. Δυστυχώς μια πολύ πρόχειρη (διαδικτυακή) έρευνα στη συλλογή του Σουαζέλ-Γκουφφιέ, συλλογή που κατέληξε – μετά από πολλές περιπέτειες και δικαστικές διενέξεις – στο Παρίσι, δεν μας επέτρεψε να ταυτοποιήσουμε τα αντικείμενα που αναφέρει στην επιστολή του ο Κουζινερύ. Χρειάζεται μια εμπεριστατωμένη έρευνα. Τα ανάγλυφο πάντως που περιγράφει ο πρόξενος στην επιστολή του κάνει λόγο για τέσσερις καθισμένες φιγούρες ενώ το ανάγλυφο στο ναό των Αγίων Αποστόλων αποτελούνταν από έξι συνολικά πρόσωπα, τέσσερα καθισμένα και δυο όρθια. Παραμένει άγνωστο σε μας που βρισκεται το ανάγλυφο αυτό σήμερα.

Στο επόμενο: Η φυγή του Μελετίου από την Έδεσσα το 1790

9. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Ο Μητροπολίτης Βοδενών Μελέτιος

Το πατρικό μου σπίτι στη Έδεσσα βρίσκεται επί της οδού Αρχιερέως Μελετίου. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα αλλά αγνοούσα ποιος ήταν ο αρχιερεύς Μελέτιος, πότε και που έζησε. Ερευνώντας την ζωή του Κουζινερύ βρήκα αναφορές για έναν Μητροπολίτη Βοδενών Μελέτιο. Επρόκειτο για τον Μελέτιο Α’. Τον επόμενο αιώνα εθήτευσαν άλλοι δυο Μητροπολίτες στην Εδεσσα με το ίδιο όνομα: ο Μελέτιος Β’ (1827-1832) και ο Μελέτιος Γ’ (1840-1848). Για τον Μελέτιο Α’ που μας ενδιαφέρει υπάρχει η αξιόλογη μελέτη του συμπολίτη μας και σεβαστού καθηγητή κ. Κ. Σταλίδη (Ο Κώος Μητροπολίτης Μελέτιος, 1994). Για την περαιτέρω εξιστόρηση των γεγονότων είναι χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένα στοιχεία της θητείας του ιεράρχη από την μελέτη αυτή.

Τον Μάρτιο του 1782 γίνεται η εκλογή του “Οσιωτάτου εν Ιερομονάχοις” Μελετίου ως Μητροπολίτη Βοδενών μετά την οικειοθελή παραίτηση του Μητροπολίτη Γερμανού τον οποίο είχε συναντήσει ο Κουζινερύ στο πρώτο του ταξίδι στην Έδεσσα. Από επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Γαβριήλ Δ’ (1780-1785) μαθαίνουμε ότι ο Μελέτιος ήταν πολύ μορφωμένος “ανήρ τω όντι ουκ άκρω δακτύλω, αλλ ικανώς απογευσάμενος παδείας τε και σοφίας”. Από τα έργα του συνάγουμε ότι ήταν ιδιαίτερα προοδευτικός, δραστήριος, μεθοδικός και οργανωτικός. Ευθύς μετά την εγκατάστασή του στην Έδεσσα συμβάλει αποφασιστικά στην εκπλήρωση του αιτήματος των Εδεσσαίων για την ίδρυση του Ελληνομουσείου που θα μορφώσει γενιές Εδεσσαίων (ένα ελληνικό και ένα κοινό σχολείο), καθιερώνει το σύστημα κωδίκων για τη σωστή λειτουργία της Μητρόπολης και οργανώνει εκκλησιαστική ακολουθία κατά τα πρότυπα του Πατριαρχείου.

Τοιχογραφία του Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θετόκου στην Εδεσσα, Μητροπολιτικού Ναού και εκείνης της περιόδου.

Εδεσσα τοιχογραφ'ια.resized

Πολύ γρήγορα όμως βρίσκεται αναμεμιγμένος σε εσωτερικές διαμάχες και προστριβές στη Κοζάνη όπου αποστέλλεται το 1785 ως πατριαρχικός έξαρχος – “εξαρχικώς δια πατριαρχικών γραμμάτων διά τινα υπόθεσιν”. Είναι η χρονιά που ο Θεόφιλος εκλέγεται Επίσκοπος Σερβίων και Κοζάνης (1785-1811) μετά τη θητεία του Ιγνατίου (ο οποίος είχε προσλάβει τον Εδεσσαίο ζωγράφο Αποστόλη Λογγιανό για αγιογραφήσεις). Φαίνεται όμως ότι αναμειγνύεται περισσότερο του δέοντος στα πράγματα της Κοζάνης γιατί οι ενέργειές του προκαλούν μεγαλύτερη ένταση με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθούν εντονότατα οι Κοζανίτες στον Πατριάρχη Προκόπιο τον Πελοποννήσιο (1785-1789). Συγκεκριμένα ο Μελέτιος κατηγορήθηκε από τους πολίτες της Κοζάνης σε αναφορά που έστειλαν στον Πατριάρχη ότι όταν ήταν στη πόλη τους επέβαλε για κοτζαμπάση κάποιον συμπολίτη “με ετήσια ταξήματα αδράς ποσότητας ασπρών” δηλ. έναντι υπόσχεσης μεγάλης χρηματικής αμοιβής. Και ότι “απελθών εις Βοδενά ενήργησε πρώτον την αλλαγήν του τότε βοεβόδα Κοζάνης (δηλ. συλλέκτη φόρων)…και ήλθε μετά του νέου βοεβόδα δια να συστήσει και αυτόν εις την Κοζάνην και να βάλη εις τάξιν και τα πολιτικά πράγματά της κατά την όρεξιν του συμπολίτου μας…τα οποία όλα προς αυτούς συμφέροντα, εις ημάς δε προξενούντα παντελή όλεθρον… δια τα βαρύτατα δοσήματα, οπού εξ αιτίας αμφοτέρων εσυνάχθησαν υπέρ τα εκατόν πουγγεία με γογγυσμόν πολύν των πτωχών εις τον απερασμένον χρόνον, και απορούμεν που εδόθησαν”. Οι κατηγορίες είναι βαρειές. Στην αναφορά προστίθεται ότι ο Μελέτιος είχε πάει τρεις φορές στη Κοζάνη για μακρά χρονικά διαστήματα χωρίς να το γνωρίζει ο οικείος Επίσκοπος. Την τρίτη φορά μάλιστα πήγε αρματωμένος “από ποδών έως κεφαλής” για να εισπράξει χρήματα τα οποία θα μετέφερε στην Εδεσσα. Ο Πατριάρχης Προκόπιος στέλνει αρχές του 1787 αυστηρότατη επιστολή στον Μελέτιο στην οποία του λέγει “όχι άπαξ, μήτε δις ή τρις τα όσα σού γινόμενα αλλ έως τώρα μυρία σχεδόν και πολυάριθμα…ίνα μή είπωμεν και όσαι αγωγαί των δικαστών τόσον των της επαρχίας σου όσον και αι των δι ιδίων σου ομολογιών βίαιοι απαιτήσεις και αι απαραίτητοι αποδόσεις των δοσιμάτων της καθ ημάς του χριστού μεγάλης εκκλησίας και του βασιλικού ζητομηρίου και των λοιπών αναγκαίων εξόδων δια τα οποία όλα αυτά επροστάχθης να έλθης εις εαυτόν και να οικονομήσης τα κατά σεαυτόν…και το δή χείριστον ότι και βοϊβόδας και φωρολόγος κατέστης”. Από την πατριαρχική επιστολή προκύπτει ότι ο Μελέτιος έχει ήδη μεγάλες οικονομικές εκκρεμότητες στη δική του επαρχία ενώ κατηγορείτα ότι έχει αναμειχθεί λόγω οικονομικού συμφέροντος και στα πράγματα της Κοζάνης. Και ο Πατριάρχης τον προστάζει “μήτε βήμα ποδός να οδεύσης έξω από την επαρχίαν σου”. Συγχρόνως όμως διαφαίνεται ότι ο Μελέτιος δεν εκτελεί και τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς το Πατριαρχείο (αποδόσεις των δοσιμάτων της καθ ημάς του χριστού μεγάλην εκκλησίαν και του βασιλικού ζητομηρίου). Του συνιστάται να κάνει τις απαραίτητες οικονομίες και να “φροντίζης περί των υποθέσεών σου των εκκλησιαστικών και περί των πολλών σου χρεών” γιατί διαφορετικά τον απειλεί με καθαίρεση – “δια να μήν ακολουθήση εκείνο οπού είναι ανάγκη να γίνη”. Δυστυχώς δεν γίνεται γνωστή ούτε η φύση των οικονομικών προβλημάτων του Μελετίου ούτε το ύψος τους. Δεν ήταν πάντως σπάνιες οι καθαιρέσεις μητροπολιτών την περίοδο εκείνη για οικονομικούς λόγους. Οι Μητροπόλεις είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν στο Πατριαρχείο μιαν ετήσια εισφορά. Το Πατριαρχείο χρησιμοποιούσε τα χρήματα τόσο για πληρωμές στον Σουλτάνο (το πεσκέσι ή “αντίδωρο” για την εκχώρηση του πατριαρχικού αξιώματος και το μιρί ή “ζητομόριο” ή χαράτσι για τις ετήσιες φορολογικές υποχρεώσεις) όσο και για τα έξοδα λειτουργίας του Πατριαρχείου και για βοήθειες σε πτωχές εκκλησιαστικές επαρχίες. Μετά την πατριαρχική επιστολή φαίνεται ότι ο Μελέτιος σταμάτησε την ανάμιξή του στα πράγματα της Κοζάνης.

Λίγο αργότερα, το 1789, ο Μελέτιος εμπλέκεται στο κίνημα του Λευκαδίτη γιατρού Λουδοβίκου (Λουΐτζι) Σωτήρη, απεσταλμένου και πράκτορα της Μεγάλης Αικατερίνης στα πλαίσια του δεύτερου ρωσοτουρκικού πολέμου (1787-1792). Ο Λουΐτζι Σωτήρης είχε σαν αποστολή την προετοιμασία εξέγερσης στην Ήπειρο με στόχο την απασχόληση οθωμανικού στρατού στη περιοχή διευκολύνοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Αυτοκράτειρας στο ρωσσοτουρκικό μέτωπο. Ο Μελέτιος συμμετέχει σε μυστικές συσκέψεις με τους Βεροίας Δανιήλ, Κοζάνης Θεόφιλο και άλλους ιεράρχες με στόχο την προετοιμασία στρατιωτικών τμημάτων τα οποία θα αναλάμβαναν δράση όταν θα εζητείτο. Η εξέγερση που προγραμματίζεται για τις 23 Απριλίου 1790 τελικά ματαιώνεται. Το τελευταίο γνωστό στοιχείο για τον Μελέτιο είναι μια επιστολή που έστειλε τον Αύγουστο του 1789 πιθανότατα προς τον μητροπολίτη Παραμυθίας σε σχέση με την εξέγερση. Έκτοτε τα ίχνη του χάνονται για πάνω από μια δεκαετία. Εκκλησιαστική επιθεώρηση του 1882 αναφέρει ότι ο Μελέτιος καθαιρέθηκε από τον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ (1789-1794 α’ και 1798-1801 β’ πατριαρχεία) τον Αύγουστο του 1790 αλλά περιέργως δεν έχει βρεθεί απόφαση καθαίρεσής του στο Πατριαρχείο.

Σαν λόγος της καθαίρεσης προβάλλεται από ιστορικούς είτε η ανάμιξή του στις υποθέσεις της Κοζάνης είτε η εμπλοκή του στην σχεδιαζόμενη εξέγερση του Σωτήρη. Η ανάμειξή του όμως στη Κοζάνη φαίνεται ότι έχει τερματιστεί μετά την επιστολή του Πατριάρχη Προκοπίου γιατί οι Κοζανίτες δεν επανέρχονται με νέα αναφορά. Όσον αφορά την εξέγερση θα ήταν περίεργο να εκδιώχτηκε μόνο ο Μελέτιος και όχι και οι Βεροίας Δανιήλ και Κοζάνης Θεόφιλος που είχαν την ίδια ή και μεγαλύτερη εμπλοκή στη σχεδιαζόμενη επιχείρηση. Ο Δανιήλ παρέμεινε στη θέση του μέχρι το 1799 και ο Θεόφιλος μέχρι το 1811. Και εδώ έρχεται ο Κουζινερύ με την αλληλογραφία του να ρίξει μια ακτίνα φωτός σε ένα τουλάχιστον μέρος της περιόδου αυτής.

Στο επόμενο: Οι σχέσεις του Κουζινερύ με τον Βοδενών Μελέτιο

8. Οι περιπέτειες ενός Προξένου, ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη

Η επίσκεψη στην αρχαία Πέλλα

Προχωρώντας ανατολικά “παρατηρήσαμε από μακριά μεγάλους τύμβους που μας ανακοίνωναν τον τόπο της δεύτερης πρωτεύουσας της Μακεδονίας. Το πρώτο πράγμα που εξετάσαμε φτάνοντας εκεί ήταν μια μεγάλη πηγή της οποίας τα νερά διέσχιζαν τον δρόμο και χύνονταν δεξιά στα έλη. Ο τωρινός μπέης, ιδιοκτήτης της περιοχής, κατασκεύασε πριν μερικά χρόνια μια μεγάλη δεξαμενή γύρω από την πηγή ελπίζοντας σε άνοδο της στάθμης του νερού έτσι ώστε να οδηγήσει τα νερά σε μια κρήνη. Αλλά με την πρώτη προσπάθεια τα νερά άρχισαν να τρέχουν από όλες τις πλευρές καθιστώντας την κατασκευή άχρηστη. Η αφθονία των νερών με έκανε να σκεφτώ τις πηγές του Παλαιοκάστρου”.  

Η μόνη γνωστή κρήνη στη Πέλλα είναι αυτή της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ερώτημα είναι αν πρόκειτα για την κρήνη που είδε ο Κουζινερύ το 1776.

Fontaine de Pella

Στη Πέλλα συνάντησε τον ιερέα, που ήταν συγχρόνως και αργυροχόος, στο σπίτι του οποίου έμεινε. Ήταν το ίδιο φτωχός όπως και οι υπόλοιποι χωρικοί και μόλις ήξερε να διαβάζει ελληνικά. “Μου εξήγησε ότι στην εκκλησία του χωριού δεν θα έβρισκα παρά μόνο ερείπια σε ένα οικοδόμημα χωρίς σκεπή αλλά επέμεινα να την επισκεφτώ. Πράγματι οι τοίχοι φτάνανε με το ζόρι μέχρι το ύψος ενός ανθρώπου, στο κέντρο υπήρχε ένας αρχαίος πτυχωτός βωμός πάνω στον οποίο είχαν βάλει μια μαρμάρινη πλάκα. Ο ιερέας τοποθετεί επάνω δυο κηροπήγια και έτσι τελεί τη Θεία Λειτουργία”. Οι συνθήκες είναι άσχημες ιδίως τις βροχερές και κρύες μέρες. “…μερικοί άρχισαν να πηγαίνουν σε άλλες πιο άνετες εκκλησίες (γειτονικών χωριών). Ο μπέης λοιπόν ζήτησε και πήρε από τον Σουλτάνο την άδεια να ανακαινίσουν οι Χριστιανοί την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων γιατί είδα λίγα χρόνια αργότερα να στέκεται στη θέση των ερειπίων μια μεγάλη και στέρεη εκκλησία με πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο”. Σε ένα τοίχο της νεοαναγερθείσας εκκλησίας μάλιστα είδε και ένα ανάγλυφο που τράβηξε τη προσοχή του: επρόκειτο για παράσταση έξι ατόμων, τεσσάρων καθημένων και δυο ορθίων.

Το ανάγλυφο που κοσμούσε ένα τοίχο της ανακαινισμένης εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων στην αρχαία Πέλλα όπως το δημοσίευσε ο Κουζινερύ στο βιβλίο του

Ανάγλυφο εκκλησίας πέλλας

Ο ιερέας ήταν απογοητευμένος από την έλλειψη μόρφωσης των πιστών και την άγνοια των εκκλησιαστικών κανόνων. “Σε τέτοιο σημείο”, του είπε ο ιερέας, “που ένας ήρθε το περασμένο Πάσχα για Θεία Κοινωνία χωρίς να εξομολογηθεί. Του εξήγησα ότι χωρίς εξομολόγηση αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Οργισμένος από την άρνησή μου πήγε να διαμαρτυρηθεί στον σούμπαση ο οποίος ήρθε αμέσως απαιτώντας απειλητικά να ικανοποιήσω το αίτημα του αγρότη. Του εξήγησα τους σοβαρούς λόγους της άρνησής μου αλλά δεν ήθελε με τίποτα να ακούσει. Τελικά κατόρθωσα να βγω από τη δύσκολη αυτή κατάσταση ξεγελώντας με επιδεξιότητα τους δυο αυτούς αγροίκους”. Ο Κουζινερύ δεν μας πληροφορεί δυστυχώς το τέχνασμα με το οποίο ο ιερέας κατόρθωσε να ξεγελάσει τους δυο χωρικούς!

Τοπωνύμιο με το όνομα της Πέλλας δεν υπήρχε πουθενά. Από το όνομα της εκκλησίας η τοποθεσία με το τσιφλίκι ονομαζόταν Άγιοι Απόστολοι ή Αλλάχ Κιλισέ (Εκκλησία του Θεού). Τα φτωχόσπιτα των χωρικών του τσιφλικιού ήταν οι μόνες κατοικίες που βρίσκονταν στη Πέλλα εκείνη την εποχή. Δίπλα στο τσιφλίκι διέκρινε επτά με οκτώ μεγάλους τύμβους και επισκέφτηκε τον ένα “που ήταν ανοικτός εδώ και πολύ καιρό. Κατεβήκαμε τον διάδρομο που είχε μικρή κλίση και είδαμε ότι είχε δυο ορόφους σκαμμένους στη γη με την ίδια ακριβώς διαρρύθμιση. Σε κάθε όροφο δεξιά και αριστερά υπήρχε ένας διάδρομος στο βάθος του οποίου θα πρέπει να είχε μια σαρκοφάγο, έτσι στον τύμβο θα είχαν ταφεί συνολικά τέσσερα άτομα. Κανένας από τους άλλους τύμβους δεν φαινόταν να είχε συληθεί….Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι ο Αμύντας μετέφερε την έδρα του στη Πέλλα όπου και μεγάλωσε ο γιος του Φίλιππος. Μπορώ λοιπόν να υποθέσω ότι αυτοί οι δυο βσιλείς και οι οικογένειες τους ενταφιάστηκαν σ αυτή τη πόλη. Δεν αποκλείεται λοιπό οι τάφοι τους να ανευρεθούν μια μέρα και να αποκαλυφτούν ενεκτίμητοι θησαυροί”.

Ο Κουζινερύ δεν δίνει το σχεδιάγραμμα του τύμβου που επισκέφτηκε στη Πέλλα. Ο Ντελακουλόνς που τον επικέφτηκε ογδόντα χρόνια αργότερα (το 1855) έδωσε το κάτωθι σχέδιο στη σχετική δημοσίευσή του διορθώνοντας ένα προγενέστερο που είχε δημοσιεύσει ο Leake. Υπήρχαν συνολικά επτά θάλαμοι στον τύμβο.

Τυμβος Πελλας

Στη συνέχεια προσπάθησε να εντοπίσει το κάστρο της Πέλλας το οποίο κατά τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο-Λίβιο προστάτευε τη πόλη από τη μεριά των ελών. “Δεν βρήκαμε τίποτα παρά μόνο λάσπη. Οσον αφορά τη γέφυρα που κατασκεύασε ο Φίλιππος στο μέρος της μεγάλης πηγής είδαμε μόνο μεγάλα μπλόκ πέτρας που θα αποτελούσαν τη κεφαλή του καναλιού τα ίχνη του οποίου τα βλέπαμε από ψηλά κάτω στη πεδιάδα. Το κανάλι αυτό συνέδεε το λιμάνι με τη λίμνη η οποία επικοινωνεί με τη θάλασσα μέσω του, και σήμερα, πλωτού Λουδία”. 

Επίσης επιβεβαιώνει το λάθος του γεωγράφου Μελετίου σύμφωνα με τον οποίο η Πέλλα βρισκόταν σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Παλάτια. Του το είχε ήδη επισημάνει και ο Μπεκέλας στη Βέροια. Κανείς δεν γνώριζε τέτοιο τοπωνύμιο. “Ρώτησα τον οικοδεσπότη μας και πολλούς χωρικούς αλλά όλοι μου επιβεβαίωναν ότι Πέλλα ονομάζεται η μεγάλη πηγή της περιοχής. Αυτή η πηγή μόνο διατήρησε το όνομα της πρωτεύουσας της Μακεδονίας. Επί πλέον θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα πολλά νομίσματα που βρίσκονται καθημερινά σε όλη τη περιοχή. Δεν είναι μόνο τα νομίσματα των Μακεδόνων βασιλέων αλλά και αυτά της ρωμαϊκής αποικίας που συχνά έβρισκα. Ρωμαϊκά νομίσματα μπορεί να βρίσκουμε παντού στη Μακεδονία αλλά μόνο εδώ βρίσκουμε σε τόσο μεγάλη ποσότητα. Επίσης βρίσκουμε νομίσματα από Αθήνα, Βοιωτία, Λάρισα. Τόσα πολλά και διαφορετικά νομίσματα σε ένα μέρος δείχνουν μεγάλη πόλη και τέτοια πόλη δεν μπορεί να είναι άλλη από τη Πέλλα που σήμερα ονομάζεται Άγιοι Απόστολοι ή Αλλάχ Κιλισέ….”. Ήταν η πρώτη φορά στη σύγχρονη εποχή που κάποιος δυτικός επισκέπτης προσδιόριζε με ακρίβεια την τοποθεσία της αρχαίας Πέλλας. Κι αυτός έτυχε να είναι ένας παθιασμένος συλλέκτης αρχαίων νομισμάτων που σαν πρώτος είχε την ευχέρεια να αγοράσει πολλά και μάλιστα χωρίς ανταγωνισμό. “Κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στη Θεσσαλονίκη, ευρισκόμενος τόσο κοντά στη Πέλλα, προμηθευόμουν κάθε χρόνο πολλά νομίσματα και άλλες αρχαιότητες κάνοντας μια βόλτα κάθε Πεντηκοστή”. Είχε φτάσει πρώτος στη πηγή και ήταν αποφασισμένος να πιει μέχρι τελευταίας σταγόνας!

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι λαογραφικής φύσεως παρατηρήσεις του. Η παραμονή του στο τσιφλίκι συνέπεσε με την εορτή των Αγίων Αποστόλων, τη γιορτή του χωριού (τέλη Ιουνίου χωρίς αμφιβολία). Οι κάτοικοι γιόρτασαν με ένα υπαίθριο γεύμα όπου η κάθε οικογένεια έφερε τα φαγητά που είχε μαγειρέψει. Οι ξένοι προσκαλούνται κι αυτοί να μοιραστούν μαζί τους το γεύμα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα συντροφικότητας. Τα ήθη όμως είναι αυστηρά. “Οι ξένοι κάθονται εκ δεξιών του αρχηγού της οικογένειας” και μακριά από τις γυναίκες. Υπογραμμίζει όμως ότι τα ήθη στη Μακεδονία δεν είναι παντού τα ίδια, αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. Ενώ για παράδειγμα οι γυναίκες στους Αγίους Αποστόλους ήταν ιδιαίτερα αυστηρές και προσεκτικές, οι ομάδες από κοπέλες που έρχονταν κάθε χρόνο για τον θερισμό από τη περιοχή της Δοϊράνης ήταν πολύ πιο πρόσχαρες και ανοικτές. Φορούσαν πολύχρωμα φουστάνια και έπλεκαν τα μαλλιά τους μικρές πλεξούδες. Ερχονταν και στη Θεσσαλονίκη για να δουλέψουν σαν υπηρέτριες. Δούλευαν τραγουδώντας και όταν βρίσκανε καθρέφτη “κοιτάζονταν ασταμάτητα από πάνω μέχρι κάτω βγάζοντας επιφωνήματα θαυμασμού”. Οταν πήγαιναν για θερισμό συνοδεύονταν από δυο-τρεις άνδρες και διέμεναν συνήθως στα καραβάν-σεράγια. “Προσπαθούσαν να γνωριστούν με τους Τούρκους που κάναν κουμάντο στα τσιφλίκια. Κολακεύονταν πολύ όταν προσήλκυαν τα βλεματα των αγάδων δεύτερης κατηγορίας. Κι αν επιστρέφοντας πίσω γίνονταν μητέρες, αυτή η απόδειξη της γονιμότητάς τους δεν γινόταν εμπόδιο για την παντρειά τους. Οταν όμως παντρεύονταν δεν ξαναπήγαιναν για θερισμό. Δεν βγαίνανε από το χωριό τους και ήταν πολύ πιστές στους συζύγους τους”.

Ο Κουζινερύ πλήρως ικανοποιημένος από την διαμονή του στους Αγίους Αποστόλους ξεκίνησε να επιστρέψει πίσω στη Θεσσαλονίκη. “Αφού έκανα μια μεγάλη σοδειά νομισμάτων γυρνώντας όλα τα σπίτια των χωρικών πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Ο δρόμος ήταν μεταξύ των ελών από τη μια μεριά και των σιτοχώραφων από την άλλη που ανήκαν στον μπουγιούκ Γιουσούφ-μπέη (büyük – μεγάλος) όπως τον αποκαλούσαν. Τα κτήματά του εκτείνονταν μέχρι το ποταμό και φτάνανε στις πλαγιές που έχουν πολλά αμπέλια. Το κρασί που παράγουν καταναλώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις ταβέρνες της Θεσσαλονίκης. Μια ώρα από την Πέλλα κι αφού αφήσαμε πίσω μας ένα μεγάλο τύμβο πλάι στο δρόμο διασχίσαμε ένα τεράστιο νεκροταφείο που φαινόταν εγκαταλελειμμένο εδώ και πάρα πολύ καιρό. Τα κομμάτια από κίονες και άλλα αρχαία μάρμαρα σε μια περιοχή που δεν είχε κανένα σπίτι γύρω με έκαναν να σκεφτώ ότι το νεκροταφείο θα πρέπει να δημιουργήθηκε μετά από μια μεγάλη μάχη μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων. Είναι πιθανό ο σουλτάνος Μουράτ για να τιμήσει τους γενναίους Μουσουλμάνους που πέσανε για να του δώσουν μια περιοχή τόσο πλούσια, μάζεψε από τα ερείπια της Πέλλας οτιδήποτε θα μπορούσε να κοσμήσει τους ωραίους τάφους τους. Στο σημείο αυτό τελειώνουν τα έλη των Γιαννιτσών και αρχίζουν καλλιεργημένες εκτάσεις που εκτείνονται από τον Αξιό μέχρι τον Λουδία και από εκεί μέχρι τη θάλασσα. Κάνοντας στροφή προς τον Αξιό περάσαμε από το χωριό Σαρελέκ. Στο χωριό αυτό οι ταξιδιώτες βρίσκουν καραβάν-σαράϊ όπου ανεφοδιάζονται για το δρόμο τους. Ανήκουν όλα στον μπουγιούκ Γιουσούφ-μπέη. Μετά φτάσαμε στη γέφυρα του Βαρδάρη που ήταν σε άσχημη κατάσταση. Έκτοτε ο Σελίμ-μπέης, πρωτότοκος γιος του Γιουσούφ, έκτισε μια καινούργια και πολύ στέρεη ξύλινη γέφυρα με δικά του έξοδα που έχει περισσότερα από εβδομήντα τόξα”. Με αυτά τα λόγια κλείνει την περιγραφή του πρώτου του ταξιδιού εκτός Θεσσαλονίκης. Ο Κουζινερύ στο ταξίδι αυτό δεν βρήκε αρχαίους τάφους στην Έδεσσα. Βρήκε όμως την τοποθεσία της αρχαίας Πέλλας την οποία πια θα επισκεπτόταν κάθε χρόνο την Πεντηκοστή για “νομίσματα και άλλες αρχαιότητες”. Κι όπως η Πέλλα, οι τότε Αγιοι Απόστολοι, ήταν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Βοδενών ήταν φυσικό να διατηρεί καλές σχέσεις και με τον εκάστοτε Μητροπολίτη.

Το ταξίδι του Κουζινερύ – προς και από – Εδεσσα καθώς και οι σταθμοί όπου διανυκτέρευσε

Ταξίδι Κουσινερύ

Στο επόμενο: Ο μητροπολίτης Βοδενών Μελέτιος